Χρήση ουσιών, σχολική αποτυχία, σχολική εγκατάλειψη. Η οπτική των εκπαιδευτικών

Δέσποινα Χατζηπαπά1,* & Δρ. Παναγιώτης Κουτρουβίδης2

 

1 Κοινωνική Λειτουργός, MSc Νομική – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διδάκτορας Παιδαγωγικών Επιστημών, Καθηγητής Εκπαίδευσης Ενηλίκων ΕΑΠ.

2 Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή,

*Στοιχεία επικοινωνίας: Ταχυδρομική Διεύθυνση: Ψαρών 21, Εύοσμος, Θεσσαλονίκη, Τ.Κ 56224

 

Περίληψη

Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται ευρήματα από ποιοτική μελέτη σε πληθυσμό εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αντικείμενο της μελέτης, ήταν η σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη, λόγω χρήσης παράνομων ψυχότροπων ουσιών. Σκοπός της, η ανάδειξη μιας πιθανής σχέσης ανάμεσα στα δυο φαινόμενα (σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη – χρήση ουσιών), ενώ ως επιμέρους στόχος τίθεται η κατά προσέγγιση ανάδειξη του προφίλ (οικογένεια – άτομο) των μαθητών αυτών, καθώς και η στάση των εκπαιδευτικών σχετικά με το θέμα. Στο θεωρητικό μέρος εξετάζονται ως φαινόμενα η χρήση ουσιών στην εφηβεία, η σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διπλωματικής εργασίας, με αυτό το θέμα, που εκπονήθηκε για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών: Ποινικό Δίκαιο και Εξαρτήσεις.

Στην ερευνητική διαδικασία συμμετείχαν δώδεκα καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης     -διδάσκοντες σε δημόσια σχολεία της δυτικής Θεσσαλονίκης- οι οποίοι κλήθηκαν μέσα από ημιδομημένες συνεντεύξεις, να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με τη χρήση ουσιών από μαθητές, τις οικογένειες τους, το κοινωνικοοικονομικό προφίλ αυτών, τον ρόλο του σχολείου ολιστικά αλλά και τη σχέση ανάμεσα σε σχολική αποτυχία – εγκατάλειψη και χρήση. Η ανάλυση των δεδομένων και η εξαγωγή συμπερασμάτων, έγινε βάσει της μεθόδου «ανάλυση περιεχομένου».

Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι, υπάρχει άμεση σύνδεση της χρήσης ουσιών με τη σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη, ως μια διαδικασία αιτίας και αποτελέσματος. Πιστεύουν ότι, οι περισσότεροι μαθητές σε χρήση, προέρχονται από δυσλειτουργικές οικογένειες χαμηλών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, ενώ παρουσιάζουν κοινό κοινωνικό και μαθησιακό προφίλ με διακριτά στοιχεία την επιθετικότητα, την απομόνωση, τη σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη. Τέλος, οι ίδιοι τονίζουν την άγνοια τους σχετικά με το φαινόμενο των εξαρτήσεων και την επιτακτική ανάγκη για εκπαίδευση και εξοικείωση με το θέμα.

 

Λέξεις κλειδιά: χρήση ουσιών, σχολική αποτυχία, σχολική εγκατάλειψη, οικογένεια, εκπαιδευτικοί.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εφηβεία αποτελεί μια ιδιαίτερη φάση στη ζωή ενός ατόμου. Είναι μια περίοδος αναζήτησης και μετάβασης από την παιδική, στην ενήλικη ζωή, όπου το άτομο πειραματίζεται, μιμείται, ενστερνίζεται ή απορρίπτει στοιχεία, ενώ αγωνιωδώς ψάχνει να ενδυθεί την «καταλληλότερη» για αυτόν, ταυτότητα. Η αναμενόμενη σύγχυση, ως αποτέλεσμα της πειραματικής αυτής περιόδου, οδηγεί συχνά τον έφηβο στη «λύση» της χρήσης (Παπαδάτος, 2010).

Οι αιτίες που πιθανά οδηγούν έναν έφηβο στη χρήση, ποικίλουν. Ο ρόλος της οικογένειας, και πιο συγκεκριμένα, της δυσλειτουργικής -με ό,τι αυτό συνεπάγεται- οικογένειας, ο ρόλος της παρέας και η ανάγκη του «ανήκειν» σε αυτή, καθώς και η σχολική πορεία, σε ένα ακλόνητο και πεπαλαιωμένο σχολικό πρόγραμμα, συνεπικουρούν στην επιλογή αυτή (της χρήσης) (Κοκκέβη et al., 2010).

Κάπου εδώ εμφανίζεται η σχολική αποτυχία. Ο έφηβος σε χρήση εμφανίζει πτωτική πορεία στις σχολικές του επιδόσεις, ενώ δεν είναι ξεκάθαρο ποιο από τα δυο φαινόμενα προηγείται. Παράλληλα, η πλήρης εγκατάλειψη της εκπαιδευτικής διαδικασίας, φαινομενικά ακολουθεί την αποτυχία, και θεωρείται συνέπεια της χρήσης. Παρότι, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη θεωρία που να θέτει τα φαινόμενα αυτά σε γραμμική ή κυκλική αιτιότητα, η επικρατούσα άποψη είναι ότι πρόκειται για δυο φαινόμενα με κοινό υπόβαθρο τα οποία τροφοδοτούν το ένα το άλλο στην εξέλιξή τους.

Η παρούσα έρευνα πραγματεύεται την αιτιακή σχέση των φαινομένων χρήσης και σχολικής αποτυχίας–εγκατάλειψης, καθώς και κοινωνικό-μαθησιακού προφίλ των εφήβων χρηστών.

 

Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Ένας όρος με δυσβάστακτο βάρος ευθυνών, άγχους και ματαίωσης για τον μαθητή. Η σχολική αποτυχία αποτελεί πολυπαραγοντικό φαινόμενο με αιτίες διαφορετικής προέλευσης, και επιπτώσεις στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή του παιδιού (Κωσταντίνου & Πλειος, 1999). Αιτίες και αποτελέσματα βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση, η οποία οδηγεί στη χρόνια εγκατάσταση ενός φαύλου κύκλου για τον μαθητή και την οικογένειά του, γεγονός που ωθεί στην επιτακτική ανάγκη της πρόληψης και έγκαιρης αναγνώριση (Coolins, 2013).

Μαθησιακές δυσκολίες: Πρόκειται για δυσκολίες -οι οποίες εμφανίζονται στην προσχολική ηλικία, και δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές από την οικογένεια- και αφορούν σε μία ή περισσότερες από τις βασικές διαδικασίες που συμμετέχουν στη χρήση του γραπτού ή του προφορικού λόγου. Συχνά οι μαθησιακές διαταραχές, γίνονται αιτία σχολικού εκφοβισμού (bullying), χλευασμού και περιθωριοποίησης (Coolins, 2013).

Το κοινωνικό περιβάλλον: Ίσως η βασικότερη αιτία εμφάνισης και ανάπτυξης σχολικής αποτυχίας. Η οικογένεια, το σχολείο και οι παρέες ομοτίμων, αποτελούν, με σειρά προτεραιότητας, το άμεσο περιβάλλον ανάπτυξης του ατόμου. Στο οικογενειακό περιβάλλον το παιδί διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Καλλιεργεί στάσεις και πεποιθήσεις. Ενώ λαμβάνει, έμμεσα και άμεσα, μηνύματα ικανά να «πλάσουν» τον χαρακτήρα του. Το σχολείο, από την άλλη, είναι ο δεύτερος χώρος, μετά την οικογένεια, όπου το παιδί καλείται να συμβιώσει, να συμμορφωθεί σε κανόνες και να αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις. Η διαβίωση σε ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, πιθανά να δυσκολέψει το άτομο να προσαρμοστεί ομαλά στις απαιτήσεις της σχολικής κοινότητας, τόσο σε συμπεριφορικό όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Τέλος, η παρέα ομοτίμων παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση, ή μη, της σχολικής αποτυχίας, αφού τότε ο μαθητής είναι επιρρεπής σε αρνητικά παραδείγματα συμπεριφορών, τα οποία μιμείται, με στόχο να ενταχθεί (Γεωργάκας, 1998).

Ένας συνδυασμός μαθησιακών προβλημάτων, αλλά και οικογενειακών δυσλειτουργιών, πιθανά να επιφέρουν στον έφηβο συμπεριφορικά προβλήματα, με αποτέλεσμα τη σχολική αποτυχία. Τόσο η συμβίωση σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, όσο και η εμφάνιση μαθησιακών προβλημάτων, όταν ενυπάρχουν στο παιδί είναι επαρκής προϋπόθεση για πιθανή εκδήλωση προβλημάτων στο σχολείο (Γεωργάκας, 2003).

Κατά τη βιβλιογραφία, η σχολική αποτυχία, είναι απόρροια της σχολικής λειτουργίας. Προγράμματα χωρίς ευελιξία, κοινά για όλους τους μαθητές, ασχέτως αναγκών, ελλείψεων ή δυσκολιών. Η χρήση της πεπατημένης διδασκαλίας και η αδιαφορία για το επίπεδο του εκάστοτε μαθητή πιθανά να οδηγήσουν έναν έφηβο στη σχολική αποτυχία (Wilson, 2011).

 

Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

Σε μια απλή απόδοση, είναι η πρόωρη διακοπή φοίτησης, πριν την απόκτηση κάποιου επίσημου τίτλου. Ως είναι φανερό, ο εν λόγω ορισμός γενικολογεί, ενώ δεν φαίνεται να αποδίδει με επάρκεια κάθε πτυχή του φαινομένου, αφού είναι μία μακρά και αργή (όχι πάντοτε αντιληπτή) πορεία που συχνά ξεκινά στα πρώτα χρόνια της σχολικής ζωής. Η σχολική διαρροή δεν επέρχεται ως ένα μη αναμενόμενο γεγονός, αντιθέτως, είναι η ακραία συνέπεια και το τελευταίο βήμα της σχολικής αποτυχίας. Όπως στο φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας, έτσι και εδώ, οι αιτιολογικοί παράγοντες πολλοί και οι επιπτώσεις ποικίλες (Μαθητική διαρροή, 2016).

Η σχολική λειτουργία: Τόσο στη σχολική αποτυχία, όσο και την εγκατάλειψη, ο ρόλος του σχολείου είναι καταλυτικός. Αυτό αιτιολογείται αφού όπως προαναφέρθηκε, η σχολική εγκατάλειψη έπεται τη σχολικής αποτυχίας. ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η βαθμοθηρία σε αλληλεπίδραση με την αξιολόγηση, μετατρέπουν την εκπαιδευτική διαδικασία σε αγώνα μάχης και όχι σε δημιουργική πρακτική. Επιπλέον, η επιβολή «ποινών» ή τιμωρίας, θεωρείται αντιπαιδαγωγική και αναποτελεσματική πλέον μέθοδος με αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα (Δρεττάκη, 1993).

Σύμφωνα με έρευνες των Natriell κ.ά. (1986), μαθητές που νιώθουν οικεία και έχουν αναπτύξει το αίσθημα του «ανήκειν» στο σχολικό περιβάλλον, σπάνια το εγκαταλείπουν.

Το άτομο: Η περιθωριοποίηση, η χρήση βίας, η έλλειψη κοινωνικών σχέσεων ή η επιρροή από παρέες ομοτίμων, συχνά οδηγούν στη σχολική διαρροή. Ο φόβος της αποτυχίας, και οι φτωχές σχολικές επιδόσεις, οδηγούν το άτομο σε απαξίωση και εν τέλει εγκατάλειψη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η αδυναμία του ατόμου να προσαρμοστεί και να ενστερνιστεί ρόλους και κανόνες στο σχολικό περιβάλλον, οδηγεί στην αντίδραση και υιοθέτηση αντισυμβατικής και παραβατικης συμπεριφοράς. Τέλος, η εμπλοκή με τον νόμο και η χρήση ουσιών, τίθενται στη λίστα με τους αιτιολογικούς παράγοντες του φαινομένου, όχι όμως ως ξεκάθαρα άμεση αιτία. Η χρήση και οι νομικές «εκκρεμότητες» συνδέονται συνήθως με κυκλική αιτιότητα (Παπαθεοφίλου & Βοσνιάδου, 1998).

Σύμφωνα με τους Suh και Suh (2007), ως επικίνδυνοι παράγοντες σχολικής διαρροής, εντοπίζονται οι αδικαιολόγητες απουσίες και η ελλιπής παρακολούθηση, η έλλειψη κινήτρων και στόχων, αλλά και οι σχέσεις με ομότιμους.

Οικογένεια: Τον ίδιο καταλυτικό ρόλο παίζει στην εγκατάλειψη, όσο και στη σχολική αποτυχία. Η απουσία (κατά κύριο λόγο) συνεργασίας σχολείου–οικογένειας είναι πιθανό να οδηγήσει σε μια μη αναστρέψιμη κατάσταση. Μια δυσλειτουργική οικογένεια, είναι πολύ πιθανό να συμβάλει στην «λανθασμένη» ανάπτυξη του ατόμου. Η σύγχυση ρόλων σε συνδυασμό με την απουσία επικοινωνίας, η βία κάθε είδους, σε οποιοδήποτε μέλος, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η αρνητική στάση απέναντι στην εκπαίδευση είναι ορισμένα στοιχεία δυσλειτουργίας στο οικογενειακό περιβάλλον, που δεν βοηθούν, ούτε προάγουν τη σχολική επιτυχία του ανήλικου (Φιλίππου & Χρίστου, 1996).

Σύμφωνα και πάλι με τους Suh και Suh, έρευνα που διεξήχθη σε 12.551 μαθητές, επιβεβαιώνει ότι το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των οικογενειών συμβάλει στην εμφάνιση και εξέλιξη του φαινομένου σχολικής διαρροής.

 

ΧΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ

Σύμφωνα με τον Γεωργάκα (2007), συνοπτικά οι αιτιολογικοί παράγοντες της χρήσης είναι οι εξής: βιολογικοί και ψυχολογικοί (σε επίπεδο ατόμου), οικογενειακοί και κοινωνικοί.

Κατά τον Πουλόπουλο (2005), οι γενετικοί δρόμοι προς τη χρήση ουσιών είναι δύο. Από βιολογικούς γονείς με αντικοινωνική συμπεριφορά, και από βιολογικούς γονείς με κατάχρηση αλκοόλ, χωρίς αντικοινωνική συμπεριφορά, χωρίς όμως να γίνεται ξεκάθαρό εάν οι παράγοντες που ουσιαστικά δρουν, είναι βιολογικοί ή κοινωνικοί (Κουτρουβίδης, 2015).

Ο Γεωργάκας (2007), συνδέει την ευάλωτη προσωπικότητα του ατόμου με τη διαφυγή της χρήσης. Πολλοί ερευνητές δε, αποδίδουν τη χρήση σε καταστάσεις σωματικής ψυχολογικής και σεξουαλικής κακοποίησης, στην παιδική ηλικία.

Σύμφωνα με τον Κουτρουβίδη (2015), το οικογενειακό περιβάλλον φαίνεται να κατέχει έναν ιδιαιτέρως σημαντικό ρόλο στη χρήση ουσιών. Η έλλειψη επικοινωνίας και συναισθηματικών δεσμών, η δυσλειτουργική και λανθασμένη διαπαιδαγώγηση, συνδέονται με την ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς και εν καιρώ, με τη χρήση ουσιών.

Η εφηβεία αποτελεί μια μεταβατική περίοδο από την παιδική, στην ώριμη ηλικία. Είναι το πέρασμα από μια ουσιαστικά, παρασιτική, παιδική, σε μια αυτόνομη ζωή. Η περίοδος αυτή, μόνο από ισορροπία και τάξη δεν διακατέχεται. Αντίθετα, η ανάγκη για αυτοκυριαρχία σε συνδυασμό με την πλειάδα αλλαγών στη φυσιολογία του σώματος και της ψυχοσύνθεσης, οδηγεί σε κρίσεις και εκρήξεις. Σε αυτή τη φάση της ζωής του, ο έφηβος προσπαθεί να βρει και να υιοθετήσει την ταυτότητα και τον ρόλο του στην κοινωνία. Τόσο το σχολείο, όσο και η οικογένεια, σε συνάρτηση με τις παρέες συνομήλικων, θέτουν το άτομο σε διαφορετικούς ρόλους, μέσα στους οποίους ο έφηβος καλείται άλλοτε να διαμορφώσει, και άλλοτε να αποδείξει, την ταυτότητά του. Ο έφηβος βρίσκεται εν μέσω πάλης, ώστε να απαλλαγεί από τα γονικά πρότυπα και να διαμορφώσει μια μοναδική και αναλλοίωτη, στον χρόνο, ταυτότητα. Το στάδιο αυτό είναι εντελώς μεταβατικό και αφήνει το άτομο να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανεξαρτησία και την εξάρτηση, τη συμμόρφωση και την επανάσταση και εν τέλει την αποδοχή ή την απόρριψη (Κοκκέβη & Φωτίου & Σταύρου & Καναβού, 2010).

Συνήθως, ως ψυχοκοινωνική πρόγνωση για την εξάρτηση, αποτελεί η παρέα ομοτίμων (όπως αναφέρθηκε παραπάνω) και η οικογένεια. Συχνά η ανάγκη των έφηβων για «ανήκειν», και ο φόβος της απόρριψης, οδηγεί στην αποδοχή και σύμπραξη σε παραβατικές ή παρεκκλίνουσες πράξεις. Ορισμένες τέτοιες συμπεριφορές είναι η χρήση παράνομων ουσιών και η παραβατικότητα. Οι έφηβοι ξεκινούν με τη χρήση αλκοόλ και καπνού, τις λεγόμενες «νόμιμες» ουσίες. Χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγηθούν και στη χρήση παράνομων ψυχότροπων ουσιών (DuRant & Buchanan, 2011).

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει ένα συγκεκριμένο παθογνωμικό προφίλ για τις οικογένειες χρηστών, ούτε στοιχεία των οποίων η ύπαρξη οδηγεί με ακρίβεια στη χρήση. Υπάρχουν όμως ορισμένοι επιβαρυντικοί και προστατευτικοί προάγοντες που ωθούν ή απομακρύνουν ένα άτομο από τη χρήση. Συνολικά λοιπόν, η έλλειψη πλαισίου επικοινωνίας, η σύγχυση ρόλων με αποτέλεσμα την απουσία προτύπων, η χρήση ουσιών, αλκοόλ, ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε εξαρτητική συμπεριφορά γονέων, η κακοποίηση κάθε μορφής (σωματική, λεκτική σεξουαλική), η αδιαφορία ή υπερπροστασία, αλλά και η παρουσία οικογενειακού ιστορικού χρήσης και ψυχικών διαταραχών, είναι μερικά εκ των χαρακτηριστικών που σωρευτικά ή μεμονωμένα εμφανίζουν -ή όχι- οικογένειες χρηστών και αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Τα ακριβώς αντίθετα, είναι οι προστατευτικοί (παράγοντες) για την πρόληψη της εξάρτησης (Τσούνης, 2013).

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Σύμφωνα με πολλούς, το σχολείο, αποτελεί για τον ανήλικο «δεύτερη οικογένεια», μέσα στην οποία περνά το μεγαλύτερο, ίσως, μέρος της ημέρας. Στον σχολικό χώρο ο μαθητής αναπτύσσει κοινωνικές σχέσεις και συναναστρέφεται με συνομηλίκους. Κάνει έναν αγώνα ώστε να αποκτήσει το αίσθημα του «ανήκειν», και να βγει από πιθανά περιθώρια. Στην προσπάθεια αυτή, δεν είναι λίγες οι φορές, που ένας έφηβος αποκτά την παρθενική του επαφή με τις ουσίες (Herbert, 1994). Συχνά την εν λόγω «δοκιμή», ακολουθεί η σχολική αποτυχία και διαρροή. Φυσικά, δεν έπεται ότι η σχέση χρήσης και σχολικής εγκατάλειψης, είναι απαραίτητα αιτιακή ή ευθύγραμμα αιτιακή. Ακόμη όμως κι εάν είναι, δεν αποτελεί ξεκάθαρο εύρημα εάν μιλάμε για γραμμική ή κυκλική αιτιότητα (Γεωργάκας, 2005).

Αναλύοντας το φαινόμενο τμηματικά. Ο μαθητής που ξεκινά ν’ απομακρύνεται από το σχολικό περιβάλλον, έχει πολλές πιθανότητες να ενταθεί σε ένα κύκλο ομοτίμων, που σχετίζονται με χρήση. Από την άλλη, ο έφηβος που ξεκινά να κάνει χρήση αναπόφευκτα εν καιρώ, θα ενταχθεί σε κύκλους ομοτίμων.

Συχνά το υπό μελέτη φαινόμενο συνοδεύεται από φαινόμενα παραβατικότητας και εμπλοκής με τον νόμο. Ιδιαίτερα δε, αν μιλάμε για σχολική εγκατάλειψη λόγω χρήσης. Η ανάγκη εύρεσης της δόσης, η απόδειξη ικανότητας με στόχο την ένταξη, αλλά και η απόκτηση ενός «τίτλου» οδηγεί συχνά σε παραβατικές συμπεριφορές. Ούτε εδώ όμως υπάρχει απαραίτητα η γραμμική αιτιότητα (Γεωργάκας, 2005).

Το σχολείο, ασκώντας πρωτογενή πρόληψη, έχει τη δυνατότητα να ενημερώνει μαθητές και γονείς, για τις ουσίες, τη χρήση και την εξάρτηση, για τις παρέες ομοτίμων, τη σχολική διαρροή, και για όλο το συρφετό της χρήσης, που ακόμη και σαν απορία τους οδηγεί στη πειραματική επαφή μαζί της (Ρουσέας & Βρετάκου, 2006).

 

ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Πολλοί ερευνητές εστίασαν στους αιτιολογικούς παράγοντες που έχουν ως βάση το άτομο. Ουσιαστικά κατά τον ίδιο, η χρήση ουσιών και εν τέλει η εξάρτηση από αυτές, είναι μια λανθασμένη διαδικασία αναζήτησης ισορροπίας, αρμονίας και ευφορίας, για τον έφηβο. Βασικό στοιχείο της «μη φυσιολογικής» ψυχικής ανάπτυξης ενός ατόμου, είναι η έλλειψη αγάπης κατά την παιδική ηλικία και η στέρηση επικοινωνίας που τα κάνει ευάλωτα στη κοινωνία (Κανδυλάκη, 2009).

Στον αντίποδα, οι Hawkins υποστηρίζουν πως τα στοιχεία προβληματικής έως και αντικοινωνικής συμπεριφοράς του ατόμου σε μικρή ηλικία, είναι παράγοντες επικινδυνότητας για τη χρήση ουσιών (Κανδυλάκη, 2001).

Η κακοποίηση κάθε τύπου, ιδιαιτέρως σεξουαλική, η βία (λεκτική σωματική) στην πρώιμη ηλικία, καθώς και η κληρονομικότητα (υπό την έννοια των προτύπων, και όχι γονιδιακά), αποτελούν επίσης παράγοντες πρόβλεψης της εξάρτησης (Γεωργάκας, 2007).

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Η εμπλοκή με τη χρήση, ιδίως στην εφηβεία, αναπόφευκτα συνδέεται με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, έλλειψη δεξιοτήτων και γνώσεων απαραίτητων για την αναζήτηση, και εύρεση εργασίας, κοινωνικό αποκλεισμό και κώλυμα στην ένταξη στην αγορά. Πέραν τούτου, η πρόωρη, λόγω χρήσης, σχολική εγκατάλειψη, αφήνει κοινωνικά, εκπαιδευτικά καθώς και προσωπικά κενά στο άτομο.

Πολλοί φορείς Πρόληψης και Θεραπείας, συμβάλλουν στην «κάλυψη» των κενών αυτών. Το ΚΕΘΕΑ, με τη λειτουργία του Μεταβατικού Σχολείου, το οποίο απευθύνεται σε εφήβους και ενήλικες πρώην χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών και μέλη αναγνωρισμένων θεραπευτικών προγραμμάτων, δίνει τη δυνατότητα στα άτομα αυτά, να προετοιμαστούν κατάλληλα για τη συμμετοχή τους στις πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή τους στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, ενώ παράλληλα να φοιτούν σ’ένα σχολείο που δουλεύει με τις αρχές και τις αξίες της Θεραπευτικής Κοινότητας σ’ένα περιβάλλον όμως, που πιστεύει στις δυνάμεις των μαθητών και προσπαθεί να τις αναδείξει με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Εδώ δεν προσφέρεται μόνο η δυνατότητα επανασύνδεσης με την εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά, η ανασυγκρότηση και η θέσπιση νέων προσωπικών στοιχημάτων και στόχων, για μια καλύτερη ζωή (ΚΕΘΕΑ, Απολογισμός 2019).

Τέλος, επειδή το προλαμβάνειν εστί θεραπεύειν, το ΚΕΘΕΑ υλοποιεί το Τμήμα Πρωτογενούς Πρόληψης στη Σχολική Κοινότητα του Δικτύου, σχεδιάζοντας και εφαρμόζοντας προγράμματα πρόληψης για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς σε σχολικές κοινότητες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σύμφωνα με την Gasper (2011), χρησιμοποιώντας ένα δείγμα 11.395 μαθητών από την Εθνική Εκπαιδευτική Διαχρονική Μελέτη (NELS), η χρήση ουσιών σχετίζεται άμεση με τη σχολική εγκατάλειψη, ενώ στρέφει το ενδιαφέρον της έρευνας στη σχολική πρόληψη. Οι μαθητές σε χρήση εγκαταλείπουν το σχολείο αδυνατώντας ν’ ανταποκριθούν στις εκπαιδευτικές απαιτήσεις.

Σύμφωνα με έρευνα των Mench και Kandel (1988) για τη συσχέτιση χρήσης παράνομων ουσιών και σχολικής εγκατάλειψης σε δείγμα 12.000 ατόμων, ηλικίας 19-27, επιβεβαιώνουν τη συμβολή της εξάρτησης στη σχολική διαρροή, σε ένα πλαίσιο «προβληματικής συμπεριφοράς». Η χρήση ουσιών, σύμφωνα με τους ίδιους, αποτελεί έναν επιπρόσθετο, διακριτό παράγοντα, ο οποίος σε συνδυασμό με άλλους οδηγούν στην πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τονίζεται δε, ότι όσο πιο πρώιμη είναι η ηλικία έναρξης χρήσης, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες για σχολική διαρροή.

Οι Ρουσέας και Βρετάκος (2008) σε έρευνα που διεξήχθη σε σχολεία δεκατριών περιφερειών διαπίστωσαν ότι το ποσοστό σχολικής διακοπής ανάμεσα στα ακαδημαϊκά έτη 2000-01 και 2003-04 αυξήθηκε από 6,09% σε 6,51%, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένη σχολική διαρροή σε αγροτικές περιοχές της χώρας. Οι ίδιοι, αναφέρουν πως τα κοινωνικοοικονομικά στοιχεία σχετίζονται άμεσα με τη σχολική διακοπή. Η ενασχόληση με αγροτική εργασία, τα χαμηλά εισοδήματα και η αναζήτηση εργασίας, αποτελούν τις κυριότερες αιτίες.

Η Παπαχριστοπούλου (2016) διεξάγοντας ποιοτική έρευνα με συνεντεύξεις από 26 εγκαταλείψαντες-φοιτούντες του ΣΔΕ Πάτρας, ανέδειξε ως αιτιολογικούς παράγοντες σχολικής εγκατάλειψης, την αναζήτηση εργασίας, τις μαθησιακές δυσκολίες και τη χρήση ουσιών σε συνδυασμό με την παραβατικότητα. Επιπλέον, τόνισε τον ιδιαίτερα μικρό ρόλο της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος στην απόφαση της εγκατάλειψης.

 

Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Στόχος της έρευνας και Ερευνητικά ερωτήματα

Στην παρούσα μελέτη, αναζητείται η προσωπική ματιά και εμπειρία των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σχετικά με τη σχολική αποτυχία και εγκατάλειψη, λόγω χρήσης των μαθητών. Στόχος, είναι η διερεύνηση των παραμέτρων, των αιτιών, των αποτελεσμάτων και της διαχείρισης του εν λόγω φαινομένου, πάντοτε από τη σκοπιά των προαναφερθέντων. Η άρτια και ολοκληρωμένη μελέτη των παραπάνω, βασίστηκε σε πέντε (5) ερευνητικά ερωτήματα που αποτέλεσαν τον κορμό των συνεντεύξεων, και εν τέλει ολόκληρης της μελέτης.

 

Τα ερευνητικά ερωτήματα:

  1. Ποιος ο ρόλος της οικογένειας στην έναρξη και εγκατάσταση χρήσης;
  2. Ποιο κοινωνικό προφίλ ενός μαθητή σε χρήση και ποια τα κοινά χαρακτηριστικά;
  3. Ποιο είναι το μαθησιακό προφίλ των μαθητών σε χρήση;
  4. Γνώση των εκπαιδευτικών και ικανότητα διαχείρισης, του υφιστάμενου ή πιθανολογούμενου φαινομένου της χρήσης ουσιών από μαθητές.
  5. Σχολική αποτυχία/εγκατάλειψη και χρήση, ποια η σχέση των φαινομένων με τη σχολική λειτουργία και δομή;

 

Μέθοδος συλλογής δεδομένων – Ερευνητικά Εργαλεία

Για την προσέγγιση του συγκεκριμένου πεδίου έρευνας, χρησιμοποιήθηκε η ποιοτική μέθοδος, η οποία σύμφωνα με τον Patton (2002) «είναι μια προσπάθεια για την κατανόηση καταστάσεων μέσα στη μοναδικότητά τους, ως μέρος συγκεκριμένου περιεχομένου, και περιγράφει τις αλληλεπιδράσεις τους μέσα σε αυτό. Στην ποιοτική έρευνα δεν εμπεριέχεται η προσπάθεια για πρόβλεψη του τι πιθανόν να γίνει στο μέλλον υποχρεωτικά, αλλά η κατανόηση της παρούσας κατάστασης –τι νόημα έχει για τους συμμετέχοντες η κατάσταση που βιώνουν ή περιγράφουν, με τι μοιάζουν οι ζωές τους, τι συμβαίνει με αυτούς, ποια είναι τα νοήματα που δίνουν σε αυτά που διαδραματίζονται, με τι μοιάζει ο κόσμος στην παρούσα φάση, κ.λπ. Η ανάλυση αποσκοπεί στη σε βάθος κατανόηση» (Patton, 2002).

Θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη για τη μελέτη κοινωνικών φαινομένων, διότι επιτρέπει τη φυσιολογική ροή της συζήτησης χωρίς κατευθυντήριες γραμμές και περιορισμούς, την παρατήρηση και καταγραφή από την πλευρά του ερευνητή, την αβίαστη έκφραση της υποκειμενικής γνώμης και της περιγραφής γεγονότων όπως ο συμμετέχων τα έχει βιώσει.

Ως εργαλείο για την παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι ημιδομημένες συνεντεύξεις καθώς αποτελούν τις πλέον χρήσιμες και διαδεδομένες μεθόδους συλλογής και συγκέντρωσης πληροφοριών (Patton, 2002). Σκοπός τους, η οργάνωση μιας σχέσης προφορικής επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, τον ερευνητή και τον ερωτώμενο, έτσι ώστε να επιτρέψει στον πρώτο τη συλλογή ορισμένων πληροφοριών από τον δεύτερο πάνω σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.

 

Συμμετέχοντες – Πληθυσμός έρευνας

Ως συμμετέχων πληθυσμός, επιλέχθηκε μια ομάδα δώδεκα (12) εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης. Στόχος ήταν η άμεση επαφή με καθηγητές λυκείου και η έρευνα της σχολικής αποτυχίας και εγκατάλειψης λόγω χρήσης, μέσω των δικών τους εμπειριών. Σκοπός της ερευνήτριας, ήταν η ανάδειξη των προσωπικών βιωμάτων του εκάστοτε καθηγητή για το υπό μελέτη θέμα. Η αβίαστη έκφραση συναισθημάτων, απόψεων, γνώσεων, και εν τέλει η ανάδειξη της δικής τους πραγματικότητας σχετικά με το φαινόμενο.

Ο συνολικός αριθμός των εκπαιδευτικών ήταν δώδεκα (12), εκ των οποίων πέντε (5) ήταν άνδρες και επτά (7) γυναίκες. Όλοι διδάσκοντες σε δημόσιο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Λύκειο), με ηλικίες από 35 έως 50 και εμπειρία στην εκπαίδευση από 10 έως 30 έτη.

 

Μέθοδος Ανάλυσης Δεδομένων

Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα έρευνα, με στόχο την ανάλυση των δεδομένων, είναι η «ανάλυση περιεχομένου». Η ανάλυση περιεχομένου, έχει καθιερωθεί ως μια από τις καλύτερες, πιο αποτελεσματικές και ευέλικτες μεθόδους ανάλυσης, στους κόλπους των κοινωνικών επιστημών. Ουσιαστικά στοχεύει στην παρατήρηση κοινωνικών φαινομένων και στην εξαγωγή νοημάτων από την υποκειμενική οπτική των συμμετεχόντων (Κόλλιας, 2014).

 

Περιορισμοί έρευνας

Εξ αιτίας της δυνατότητας, υποκειμενικής απόδοσης των γεγονότων, και παρουσίασης προσωπικών εμπειριών -που προσφέρει η ποιοτική έρευνα- είναι δύσκολη, έως επικίνδυνη, η εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων που πιθανόν να οδηγούν σε θεωρία. Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει το ζητούμενο στον συγκεκριμένο ερευνώμενο πληθυσμό, δεν αποφέρει, απαραίτητα, γενικεύσιμα αποτελέσματα (Mason, 2009).

Επιπλέον, η έλλειψη κατάλληλης γνώσης, και παροχής ενημέρωσης, για το υπό μελέτη θέμα, αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την «ευκολία» απόδοσης των εμπειριών. Χρειάστηκε συνεπώς, επιπλέον χρόνος επεξήγησης και ανάλυσης του υπό μελέτη θέματος, καθώς και του κοινωνικού φαινομένου της χρήσης εφήβων, γενικότερα Τέλος, βασικός περιορισμός στις έρευνες με κεντρικό θέμα ένα ιδιαιτέρως ευαίσθητο, και λεπτό ζήτημα όπως αυτό της χρήσης ουσιών, αποτελεί η εμπιστοσύνη για εκμυστήρευση των προσωπικών εμπειριών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ

Η οικογένεια

Απαντώντας στο πρώτο, και ίσως βασικότερο ερευνητικό ερώτημα, κανείς εκ των συμμετεχόντων δεν φάνηκε να έχει δυσκολία στη σύνδεση της χρήσης ουσιών με το οικογενειακό περιβάλλον. Έγινε πολύ γρήγορα ξεκάθαρο, πως η οικογένεια κατέχει αν όχι τον βασικότερο, έναν από τους πιο βασικούς ρόλους στη χρήση ουσιών από ανήλικο.

 

«Προβληματική Οικογένεια»

Η πλειονότητα, απέδωσε το τίτλο της «ιδιαιτέρως προβληματικής κατάστασης», ως απόρροια διαζυγίων, χρήσης γονέων, ανεργίας, απουσίας (ενός εκ των δυο γονέων), αδιαφορίας, έλλειψης επικοινωνίας. Θεωρήθηκε και αποδόθηκε ως λογική συνέπεια των παραπάνω, η χρήση ουσιών από τον ανήλικο μαθητή, ως «διέξοδος», «διαφυγή» ή «αντίδραση». Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, σχεδόν απόλυτα, δήλωσαν την συνάφεια της δυσλειτουργικής οικογένειας, με τη χρήση ουσιών από τον ανήλικο.

«είχε μαμά στα ναρκωτικά… ο μπαμπάς απών… τι περίμενες;… ήταν αντίδραση του»

Θεωρείται άμεση συνέπεια η χρήση ουσιών, όταν ο μαθητής δεν έχει τον ρόλο που του αρμόζει, τη στήριξη, το ενδιαφέρον και την επικοινωνία εντός οικογενειακού πλαισίου.

«δεν ήξερε καν τι τάξη είναι το παιδί της… καμία επαφή μεταξύ τους. Ερχόταν μονίμως βρώμικο, νηστικό, με τα ίδια ρούχα…»

Ένας μικρός αριθμός εκπαιδευτικών, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δήλωσε πως η οικογένεια δεν παίζει σημαντικό ρόλο σε μια τέτοια κίνηση του μαθητή, αφού είναι καθαρά δική του απόφαση.

«ε… δεν μπορείς να είσαι σίγουρος… από τριαντάφυλλα βγαίνουν αγκάθια…»

Αδιάφοροι… έως επιθετικοί γονείς

Περιγράφηκε με αρνητική χροιά, η αδιάφορη έως και επιθετική στάση των γονέων (στο άκουσμα της χρήσης ουσιών), ενώ δόθηκε έμφαση στην πλήρη άγνοια των προαναφερθέντων για τη χρήση του μαθητή.

«αδιάφοροι, εντελώς αδιάφοροι… δεν ξέρω, δουλεύουν και δεν έχουν χρόνο, δεν νοιάζονται… ούτε μια φορά δεν ήρθαν, ούτε όταν είπα συγκεκριμένα πως πρόκειται για ναρκωτικά»

Ο φόβος των εκπαιδευτικών στις παραπάνω αντιδράσεις, και η φανερή προτίμηση της σιωπής, στον βωμό της «διατήρησης της τάξης», φάνηκε παρακάτω.

«καταρχάς φοβάσαι για τη ζωή σου, δεν ξέρεις τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι και τι είναι αυτοί οι άνθρωποι… και αν είναι και οι ίδιοι χρήστες, πώς να φερθείς…; Άσε που όταν ένας συνάδελφος προσπάθησε να μιλήσει για ένα άλλο παιδί, του έκαναν μήνυση και τον απειλούσε ο πατέρας, δεν ξέρω όμως παραπάνω να σου πω. Μίλησα με το παιδί… τέλος.»

 

Τα οικονομικά προβλήματα και το status quo της οικογένειας

Οι συνεντεύξεις, δόθηκαν από εκπαιδευτικούς σχολείων σε περιοχές της δυτικής Θεσσαλονίκης, όχι ιδιαιτέρως ευκατάστατες. Συνεπώς, κοινωνικό-οικονομικά, γίνεται λόγος για χαμηλά στρώματα, με ορισμένες εξαιρέσεις. Οι καθηγητές δήλωσαν πως οι χρήστες μαθητές, ήταν παιδιά φτωχών οικογενειών με έλλειψη μόρφωσης (ακαδημαϊκής και κοινωνικής) και εργασίας. Τονίζεται η άποψη ότι οι περισσότεροι μαθητές-χρήστες λόγω οικονομικής κατάστασης, αλλά και δυσλειτουργικής, οικογενειακής συμπεριφοράς, αποκτούν άμεση επαφή με τη χρήση, εντασσόμενοι σε ένα σύνολο παραβατικης συμπεριφοράς που περιλαμβάνει κλοπές, χρήση ουσιών, βία και εγκλεισμό.

«μια μαμά είχε μόνο, και αυτή δεν δούλευε… το δημοτικό είχε τελειώσει νομίζω, φτωχή οικογένεια»

«κοίτα, αν δεν κλέψει με τι λεφτά θα τα βρει, άντε το χαπάκι εντάξει… τα άλλα ;»

Μοιάζει κοινή άποψη των συμμετεχόντων πως το φαινόμενο της χρήσης ουσιών, εμφανίζεται μόνον σε οικογένειες με χαμηλό κοινωνικό–οικονομικό προφίλ. Για τους περισσότερους, όπως φάνηκε, τα χρήματα, η μόρφωση κάθε είδους, ακόμη και η καταγωγή, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη σχέσης με τις ουσίες.

Στον αντίποδα, μια ομάδα εκπαιδευτικών εξέφρασε την απορία πως μπορεί να συνάδει η ακαδημαϊκή και κοινωνική μόρφωση των γονέων, με τη χρήση του παιδιού. Η κοινωνική θέση, η επαγγελματική αποκατάσταση, καθώς και η οικονομική δυνατότητα των γονέων, αποτελεί, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε (σύμφωνα με τους καθηγητές), ασπίδα ασφαλείας για την επαφή με των ανηλίκων με τα ναρκωτικά.

«ήταν καλά, πολύ καλά θα έλεγα οικονομικά, δεν θέλω να σου πω τα επαγγέλματα, όμως είχαν χρήματα πολύ πάνω από τον μέσο όρο, γνωστοί σαν οικογένεια… κατάλαβες… να ήταν φτωχοί να το καταλάβω, αλλά εύπορη οικογένεια και ναρκωτικά δεν πάει…»

 

Στοιχεία κοινωνικής συμπεριφοράς των μαθητών

«Επιθετικός και νευρικός»

Το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα, βασίστηκε στο κοινωνικό προφίλ του μαθητή σε χρήση. Ως απάντηση, οι εκπαιδευτικοί τόνισαν τα παρακάτω. Κατά κύριο λόγο, έγινε αναφορά σε ανήλικους με έντονα επιθετική και νευρική στάση, ενώ ήταν έκδηλη η τάση απομόνωσης και αποφυγής κοινωνικών σχέσεων. Η συναναστροφή με παρέες ομοτίμων, καθώς και η επιφυλακτική στάση απέναντι σε καθηγητές και λοιπούς συμμαθητές, τονίσθηκε αρκετά.

«ιδιαιτέρως απομονωμένη και επιθετική. Δεν μιλούσε σε κανέναν και δυο φίλους που είχε ήταν ίδια κατάσταση… δεν πλησιάζαμε.»

Το πλαίσιο αυτό, προβλημάτιζε φανερά τους εκπαιδευτικούς, αφού σύμφωνα με τους ίδιους, αγνοούσαν πλήρως τον τρόπο διαχείρισης της εν λόγω κατάστασης. Ενώ ταυτόχρονα, εκδηλώθηκε φανερά η ανάγκη για εκπαίδευση στον τομέα των εξαρτήσεων.

«δεν ήξερα πώς να φερθώ, αν του μιλούσα θα θύμωνε, αν τον άφηνα, θα πέθαινε… να τον πήγαινα στο διευθυντή… πες μου εσύ. Ήθελα να βοηθήσω αλλά δεν ήξερα πως»

«μα πότε κανείς δεν μας εκπαίδευσε σε αυτό, είμαι εγώ αρμόδιος; … και αν πω χαζά; Μα ήταν και επιθετικός, θα τον νευρίαζα, δεν θα ξανά ερχόταν.»

 

«Δεκτικός» και «Επιφυλακτικός»

Οι ανήλικοι χρήστες κατονομάστηκαν ως ευαίσθητοι και ευάλωτοι, από ορισμένους εκπαιδευτικούς, αφού εκδήλωσαν θετική και δεκτική στάση σε μια προσπάθεια προσέγγισης τους. Η ερμηνεία που δόθηκε από τους ίδιους (εκπαιδευτικούς), βασίζεται στην ανάγκη των μαθητών σε χρήση για κατανόηση και στήριξη.

«ήταν φιλικός μαζί μου… με συγκίνησε το ευχαριστώ του. Ήθελε τη στήριξη και το ενδιαφέρον μου, δέχτηκε το χέρι βοηθείας μου… ένιωσα ότι μιλάω στο παιδί μου.»

 

Οι επιδόσεις στα μαθήματα

«Αδιάφορος και αμέτοχος στα μαθήματα»

Το μαθησιακό προφίλ, αποτέλεσε ίσως ένα από τα βασικότερα ερευνητικά ερωτήματα. Εδώ οι απαντήσεις αναδεικνύουν το μοτίβο εκπαιδευτικής συμπεριφοράς των μαθητών σε χρήση. Οι σχολικές επιδόσεις, είτε βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα εξ’ αρχής (μαθητές με χαμηλές επιδόσεις σε όλη τη μαθητική τους πορεία), είτε ακολουθούν φθίνουσα πορεία, ανάλογα με το είδος της ουσίας και το χρονικό διάστημα εμπλοκής. Στη πλειονότητα τους, ήταν έφηβοι αδιάφοροι και αμέτοχοι κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Εμφάνιζαν έντονα το φαινόμενο της σχολικής διαρροής, ενώ συχνά εγκατέλειπαν εντελώς το σχολείο. Η παρουσία τους στη τάξη, όσο και η απόδοση στα μαθήματα, μηδαμινές. Στον αντίποδα, υπήρξε και ένας αριθμός μαθητών με μέτριες και υψηλές επιδόσεις, με ενδιαφέρον και ζήλο για την εκπαιδευτική διαδικασία, που όμως μετά την έναρξη της χρήσης, ακολούθησαν φθίνουσα πορεία.

«δεν διάβαζε καθόλου, όλα κάτω από τη βάση… μα δεν ερχόταν καν, στο διάβασμα κολλήσαμε…;»

«Αδιάβαστος πάντα, αδιάφορος… εντάξει δεν μιλάμε για συμμετοχή ή για τεστ… καμία επαφή»

 

Οι απουσίες

Τη φθίνουσα εκπαιδευτική πορεία, ακολουθούσε η σχολική διαρροή. Όπως γλαφυρά παρουσιάζει ένας εκ των εκπαιδευτικών, το σχολείο αποτελούσε πλέον χώρο κοινωνικών συναναστροφών με εβδομαδιαία επίσκεψη και τίποτα άλλο.

«έλειπε πολύ συχνά, και αυτή και οι φίλοι της… είχε τόσες απουσίες που έμεινε στην τάξη…»

Αναφέρεται δε, πως η απουσία του μαθητή, από ένα σημείο και μετά έγινε συνήθεια ακόμη και για τους ίδιους τους καθηγητές. Με το πέρας του χρόνου η άδεια καρέκλα στο θρανίο αποτελούσε συνήθεια, με αναπάντεχη έκπληξη μάλιστα, την παρουσία.

«τον πρώτο καιρό ανησυχούσα, είμαι και υπεύθυνος τμήματος… οπότε… έπαιρνα τηλέφωνα, έψαχνα στον διάδρομο… ε, μετά το συνήθισα»

 

Σχολική αποτυχία. Τα αίτια.

«Χρήση. Η αιτία…»

Καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια να απαντηθεί το ερευνητικό ερώτημα σχετικά με τη γνώση, καθώς και την αντίληψη των εκπαιδευτικών για το φαινόμενο της χρήσης, οι ίδιοι απάντησαν σε μια σειρά αναγνωριστικών ερωτήσεων, από τις απαντήσεις των οποίων προκύπτει η επαφή τους, με το φαινόμενο. Για τους συμμετέχοντες, η σχέση σχολικής αποτυχίας και χρήσης, είναι απόλυτα αιτιακή, δίνοντας μάλιστα τη χροιά της «συνέπειας», και όχι του «αποτελέσματος». Αυτό πιθανά δίδει μια πρώτη απάντηση σχετικά με την εκπαίδευση που έχουν λάβει οι καθηγητές, για το εν λόγω φαινόμενο. Η σχολική αποτυχία για τους μαθητές σε χρήση, είναι (κατά τους καθηγητές) άμεση και λογική συνέπεια των πράξεών τους. Η μη συμβατότητα της σχολικής επιτυχίας, με τη χρήση ουσιών δηλώθηκε εξ αρχής, ενώ στον ίδιο παρονομαστή τοποθετήθηκε και η σχολική εγκατάλειψη.

«ναρκωτικά και σχολείο… ε πώς να το κάνουμε… δεν πάνε μαζί. Πήρε ναρκωτικά… τέλος το σχολείο, απλά πράγματα. Σώμα και νους παύουν να λειτουργούν, τέλος…»

Εδώ εμφανίζεται έντονα το στοιχείο «δίδυμο» σχολικής αποτυχίας και χρήσης, με το δεύτερο να προηγείται εμφανώς. Όπως πολλοί δήλωσαν, η εμπλοκή με τις ουσίες καθιστά αδύνατη την επιτυχή ενασχόληση των μαθητών με την εκπαιδευτική διαδικασία, αποδίδοντάς το κυρίως στην επιρροή των ουσιών σε νοητικές και σωματικές λειτουργίες.

«…θα μπορούσε να προσχωρήσει από τη στιγμή που παίρνει τέτοιες ουσίες; Αδύνατο. Μονίμως χαμένη, ξαπλωμένη, στον ύπνο. Αφού σταματάει ο εγκέφαλος με αυτά…»

Η πλήρης αποχή και αδιαφορία, η σωματική και νοητική καταστολή, καθώς και συνεχόμενες απουσίες, είναι ορισμένα κοινά σημεία των εφήβων, που καταδεικνύουν τη χρήση ουσιών ως υπαίτια μιας φθίνουσας σχολικής πορείας, σε ένα πλαίσιο «αιτίου–αποτελέσματος».

Στο πλαίσιο διερεύνησης των γνώσεων των εκπαιδευτικών, σχετικά με το φαινόμενο της χρήσης, οι ίδιοι, κλήθηκαν να απαντήσουν σε μια σειρά ερωτήσεων, τα αποτελέσματα των οποίων παρουσιάζονται εδώ.

 

Το επόμενο βήμα.

Σχολική εγκατάλειψη

Η σχολική αποτυχία, συνδέθηκε από τους συμμετέχοντες με την σχολική εγκατάλειψη υπό το πρίσμα της χρήσης ουσιών. Η σχολική εγκατάλειψη αποτελεί το επόμενο βήμα, και έπεται της σχολικής αποτυχίας. Είναι «σκαλιά» με συνέχεια και αλληλουχία που ξεκινούν από τη χρήση, και καταλήγουν στη πλήρη εγκατάλειψη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Παρόλη τη σύνδεση, η σχολική αποτυχία αποτελεί ένα σχετικά σύνηθες φαινόμενο, εν μέρει αντιμετωπίσιμο, που δεν φέρει (στον έφηβο), ιδιαιτέρως σοβαρές επιπτώσεις. Στον αντίποδα, η σχολική εγκατάλειψη αποτελεί μια καταστροφική απόφαση για κάθε μαθητή, ο οποίος έτσι στερείται γνώσεων, κοινωνικοποίησης, εξέλιξης, και ευκαιριών.

«είναι σαν σειρά, πώς να το πω… τα κάνει με τη σειρά. Ναρκωτικά, καμία επαφή με το σχολείο και τα μαθήματα… εξαφάνιση από το σχολείο. Θεωρεί ότι δεν έχει να κάνει κάτι εδώ, του είναι αδιάφορο, αλλού είναι το ενδιαφέρον. Το σχολείο τον καταπίεζε…»

 

Η ανάγκη για χρήματα

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα, θεωρούν ότι η αιτία της σχολικής εγκατάλειψης δεν είναι αμιγώς η χρήση, αλλά οι οικονομικές ανάγκες. Τονίσθηκε αρκετά, πως γίνεται λόγος για μαθητές προερχόμενους από οικογένειες με πολύ χαμηλά εισοδήματα, και ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα. Ως εκ τούτου, ένας έφηβος σε χρήση χρειάζεται τα χρήματα ώστε να εξασφαλίσει την ημερήσια δόση ουσιών.

 

Παραβατικότητα και εμπλοκή με τον νόμο

Η χρήση είναι άμεσα συνυφασμένη με παραβατικότητα κάθε είδους. Τα δυο φαινόμενα συνδέονται άμεσα, όχι όμως πάντοτε με την ίδια αιτιακή σχέση. Από τη μια κατονομάστηκε ως αιτία παραβατικης συμπεριφοράς, η ανάγκη εξασφάλισης της δόσης. Ενώ αντίθετα, η επίδραση των ουσιών στον οργανισμό του ανηλίκου, έχει ως αποτέλεσμα τα ξεσπάσματα θυμού και την έλλειψη συνείδησης.

«εννοείται πως ήταν παραβατικός, είναι δυνατόν… πώς αλλιώς θα έβρισκε λεφτά για τη δόση. Ευτυχώς μιλάμε για εκτός σχολείου, εντός ήταν ήσυχος… εντάξει. Έξω έκλεβε μέχρι μηχανάκια. Καλά, πες μου ποιος ναρκομανής δεν κλέβει…»

 

Παρέες ομοτίμων

Οι παρέες, μετά την οικογένεια, αποτελούν τη δεύτερη βασική αιτία επαφής του ανήλικου με τη χρήση. Κατά τους εκπαιδευτικούς, η παρέα έχει την ικανότητα και συνάμα τη δύναμη, να παρασύρει. Η ανάγκη του έφηβου να ανήκει κάπου, να είναι αποδεκτός, να μπορεί να μιμείται και να ενσωματώνεται.

«η παρέα του ήταν ίδια αυτός… μέχρι και ίδια παπούτσια φορούσαν. Ίδια συμπεριφορά, ξέρεις… μαγκιά, βρισιές, τσιγάρο στο χέρι, σκουλαρίκι στο αυτί… και μηχανάκι. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτεροι βέβαια αυτοί. Στα ναρκωτικά, το ίδιο…»

 

Στίγμα και περιθώριο

Το παραπάνω «γκετοποιημένο πλαίσιο ένταξης», ενέχει ταυτόχρονα τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης. Το σχολείο τους έθετε στο περιθώριο, είτε από φόβο, είτε από αδιαφορία. Οι ανήλικοι στιγματίζονταν και περιθωριοποιούνταν από τα υπόλοιπα παιδιά. Έφεραν το στίγμα του «ναρκομανή» και έμπαιναν σε ένα περιθώριο χωρίς ευκαιρία επανένταξης στο σύνολο.

«τους χαρακτήριζαν πρεζάκια, ναι, κάπως έτσι ή χασικλήδες… αν δεν κάνω λάθος. Δεν τους μιλούσε κανείς, ίσα ίσα όταν περίμεναν στο κυλικείο στην ουρά, πολλοί μαθητές δεν τους ακουμπούσαν καν…»

 

Ανάγκη για κυριαρχία

Η περιθωριοποίηση αυτή, αποτελεί επιδιωκόμενο στόχο για τους έφηβους χρήστες. Στην ανάγκη για υπεροχή και κυριαρχία, ικανοποιούνταν με την αίσθηση του «φόβου» που προκαλούσαν σε συμμαθητές και καθηγητές.

«ένιωθαν μάγκες του σχολείου… ένιωθαν την υπεροχή αλλά και τον φόβο των άλλων. Τους άρεσε να γνωρίζουμε για τα ναρκωτικά και την αστυνομία. Δεν ξέρω, το θεωρούσαν μαγκιά…»

 

Σχολείο και καθηγητές

Η αναγνώριση και αντιμετώπιση του φαινομένου

Φανερά πλέον, δίνεται η απάντηση των εκπαιδευτικών στο ερευνητικό ερώτημα της γνώσης των ίδιων για το φαινόμενο της χρήσης, καθώς και σε αυτό της σχολικής λειτουργίας και δομής. Δηλώθηκε άγνοια, ενώ τόνισαν πως τα μόνα αναγνωριστικά (για τους ίδιους) σημάδια χρήσης από ένα μαθητή, είναι η εικόνα του. Η πλήρης εστίαση στη στείρα γνώση, καθώς και το δασκαλοκεντρικό σύστημα, είχε ως αποτέλεσμα τη μερική ή παντελή έλλειψη γνώσεων για το εν λόγω φαινόμενο. Ανέφεραν διστακτικά, πως είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τα εξωτερικά σημάδια και μόνον, και τούτο με επιφύλαξη. Κόκκινα και θολά μάτια, χαμένο βλέμμα, αστάθεια στο βάδισμά, ο ασύντακτος λόγος, ατημέλητη ένδυση, νωχελικότητα στις κινήσεις, απώλεια βάρους και έλλειψη καθαριότητας, είναι ορισμένα από τα σημάδια που δήλωσαν οι εκπαιδευτικοί ότι παρατηρούν.

«εντάξει κοίτα, ειδικός δεν είμαι… θα σου πω αυτό που έβλεπα. Είχε κόκκινα μάτια πάντα, σαν να μην κοιμόταν, ερχόταν βρώμικος, πολύ βρώμικος και σαν υπνωτισμένος, σαν σε νιρβάνα»

Στο πλαίσιο της άγνοιας για το φαινόμενο της χρήσης γενικά, εκφράστηκε, από τους συμμετέχοντες, η δυσκολία της αντιμετώπισής του. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιου είδους εκπαίδευση στον εν λόγω τομέα, γεγονός που συχνά οδηγεί σε πανικό ή και αδιαφορία, στο άκουσμα της χρήσης ουσιών από μαθητή. Η πρώτη άμεση επαφή με τον ανήλικο, δόθηκε ως πρακτική από ένα μέρος των εκπαιδευτικών.

«προσπάθησα να μιλήσω μαζί του, να δω τι συμβαίνει… όχι σαν καθηγήτρια του, σαν φίλη. Ήξερα όμως από την αρχή ότι δεν θα το δεχτεί… εντάξει λογικό, είμαι στη ηλικία της μαμάς του…»

Η άμεση επαφή με τον ανήλικο πιθανά να ενέχει κινδύνους, ενώ η συζήτηση με τους γονείς ίσως να αποφέρει καρπούς.

«Πίστευα ότι είναι πιο καλά να μιλήσω με μαμά ή μπαμπά… πίστευα ότι θα συνεννοηθούμε καλύτερα και θα βοηθήσουμε λίγο ο ένας λίγο ο άλλος. Μεγάλοι άνθρωποι είμαστε»

Στον αντίποδα αυτών, η παραπομπή στον διευθυντή προς συμμόρφωση, θεωρήθηκε από ορισμένους η καταλληλότερη πρακτική

«Μίλησα απευθείας στον προϊστάμενο, εκείνος ίσως ξέρει καλύτερα… τι να σου πω τώρα… δεν ξέρω εκεί απευθύνθηκα.»

 

Η ανάγκη για εκπαίδευση

Το ερευνητικό ερώτημα σχετικά με τη σχολική λειτουργία, και το φαινόμενο της χρήσης, απαντάται ξεκάθαρα εδώ. Η μονόπλευρη προσφορά στείρας γνώσης, καθώς και η διαδικασία τιμωρίας ή επιβράβευσης στα μαθήματα, δεν έδωσε ποτέ χώρο στην ενασχόληση με το φαινόμενο της χρήσης, στη διερεύνηση αυτού, ούτε και στην προσπάθεια εκπαίδευσης με στόχο (έστω) τη κατανόηση. Συνεπώς, αναφέρθηκε ιδιαιτέρως έντονα, και τονίστηκε, ως φλέγον ζήτημα, η ανάγκη για εκπαίδευση, στο φαινόμενο των εξαρτήσεων. Συχνά οι ίδιοι, βρίσκονται σε θέση άγνοιας και δυσκολεύονται τόσο να αναγνωρίσουν, όσο και να βοηθήσουν σε ένα τόσο δύσκολο και μείζον πρόβλημα.

«θα στο πω καθαρά… άγνοια, πλήρη άγνοια έχουμε και ντρέπομαι γι’αυτό που σου λέω. Είναι ανάγκη, δεν ξέρω πόσο πιο δυνατά να το πω… ανάγκη να εκπαιδευτούμε»

Παράλληλα μερίδα εκπαιδευτικών δήλωσε φανερά την άρνηση του στην ανάμειξη με το φαινόμενο της χρήσης, κατονομάζοντας «κατάλληλους» άλλους φορείς.

«εμείς είμαστε εδώ για άλλο λόγο… εκπαιδεύουμε τους νέους, τα υπόλοιπα έξω από το σχολείο. Θα ήταν βοηθητικό… εντάξει τι να σου πω, αλλά όχι αμάν και ντε δεν ξέρω…»

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στην έρευνα, φαίνεται να παρουσιάζουν ένα ξεκάθαρο οικογενειακό, καθώς και κοινωνικό προφίλ των μαθητών σε χρήση. Στην πλειοψηφία τους, οι οικογένειες χαρακτηρίστηκαν ως «προβληματικές», όρος ο οποίος συμπεριλαμβάνει κατά βάση τη χρήση ναρκωτικών από τους γονείς, ανεργία και ανέχεια, καθώς και τη μονογονεϊκή από εγκατάλειψη, θάνατο ή διαζύγιο, οικογένεια. Η χρήση από τον γονέα αποτελεί παράγοντα πρόβλεψης της χρήσης, διότι είτε λειτουργεί ως πρότυπο για τον ανήλικο, είτε η αδυναμία ύπαρξης συναισθηματικών δεσμών και φέρνει σταδιακά τη «λύση» της χρήσης ως διέξοδο (Γεωργάκας, 2007). Σε απόλυτη ταύτιση με τη θεωρία, στην έρευνα αναφέρθηκαν τα εξής, απουσία ορίων και ρόλων, μερική ή και πλήρης έλλειψη συναισθηματικών δεσμών, μονογονεϊκή (κυρίως από εγκατάλειψη ή διαζύγιο), καθώς και χρήση ουσιών από τους γονείς, ως παράγοντες έντονης επικινδυνότητας για την εμπλοκή του μαθητή με τη χρήση (Wills, 1994,‧ Hops, 1996 στον Πουλόπουλο, 2005). Η έλλειψη επικοινωνίας και η αδιαφορία, φαίνεται να οδηγούν τον έφηβο στην επιλογή της χρήσης είτε ως αντίδραση, είτε ως απελπισμένη προσπάθεια ενσωμάτωσης, σε μια ομάδα με κοινά, ο μαθητής εμπλέκεται με τη χρήση (Τσούνης, 2013). Επιπλέον, ο φόβος του στίγματος, εύρημα που απαντάται στη θεωρία, οδηγεί συχνά στην κάλυψη, αποσιώπηση ή την έντεχνη αδιαφορία των γονέων για το θέμα (Τσαούσης, 2006 και Μαυρίδης, 2007).

Ο μαθητής σε χρήση, σύμφωνα με την έρευνα, παρουσιάζει ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό και κοινωνικό προφίλ. Αδιάφορος και αμέτοχος στην εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ παράλληλα επιθετικός και επιφυλακτικός σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης καθηγητών. Η απομόνωση καθώς και το περιθώριο, ήταν επιλογή ή συνέπεια της απόμακρης συμπεριφοράς του ανήλικου. Επέλεγε την παρέα ομοτίμων και μόνο, με έντονο το αίσθημα του «ανήκειν» ή ακόμη και τη μοναξιά. Τούτο διότι, αδυνατεί να ενσωματωθεί στο σύνολο και να συνάψει διαπροσωπικές σχέσεις ή στιγματίζεται και τίθεται στο περιθώριο από τους συνομηλίκους (Γεωργάκας, 2007). Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς, οι περισσότεροι μαθητές σε χρήση, εμφάνιζαν παραβατική συμπεριφορά εντός ή εκτός σχολικού χώρου.

Σύμφωνα με τις απόψεις των εκπαιδευτικών, οι μαθητές σε χρήση, εμφάνιζαν έντονα το φαινόμενο της σχολικής αποτυχίας. Συνολικά η ομάδα των εκπαιδευτικών κατονόμασε τη χρήση ως αιτία της σχολικής αποτυχίας, ταυτίζοντας απόλυτα τα δυο φαινόμενα. Το δίδυμο χρήση-σχολική αποτυχία είναι ισχυρό ενώ τονίστηκε πως είναι σχεδόν αδύνατο ένας μαθητής-χρήστης να ανταποκρίνεται στις μαθητικές του υποχρεώσεις. Μέσα από την έρευνα φαίνεται πως για τους εκπαιδευτικούς η χρήση και η σχολική αποτυχία εμφανίζουν μια απόλυτα αιτιακή σχέση με το πρώτο να αποτελεί αιτία, και το δεύτερο αποτέλεσμα. Παρότι στη θεωρία τα δυο φαινόμενα, δεν συνδέονται με μια γνησίως αιτιατή σχέση, αλλά κάθε μια από τις συμπεριφορές αυτές μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αιτία είτε ως αποτέλεσμα της άλλης, εν τούτοις οι εκπαιδευτικοί όρισαν τη χρήση ως αιτία της σχολικής αποτυχίας (Γεωργάκας, 2005). Παράλληλα με τη σχολική αποτυχία, αναφέρθηκε η σχολική εγκατάλειψη, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «επόμενο βήμα» σε μια λογική ακολουθία των συνεπειών της χρήσης. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί κατονόμασαν ως συνέπεια της χρήσης τη σχολική αποτυχία, και εν συνεχεία τη διακοπή. Σε άμεση συνάφεια με τα παραπάνω, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί η άγνοια των καθηγητών σχετικά με το φαινόμενο της χρήσης, καθώς και το ξεκάθαρο αίτημα τους για εκπαίδευση. Η άγνοια αυτή, είναι πιθανό να οδήγησε στην απόλυτη απάντηση πως η χρήση αποκλειστικά οδηγεί σε σχολική εγκατάλειψη. Η ανάγκη για γνώση μπορεί να ερμηνευθεί και ως πρόληψη (από μια άλλη σκοπιά), αποκτώντας τη δυνατότητα ερμηνείας και αποκωδικοποίησης των μηνυμάτων που οι έφηβοι στέλνουν (Leger κ.ά., 1999 στο Κουτρουβίδης 2015).

 

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία

Γεωργάκας, Π. (1998). Σχολείο γονέων – Το πείραμα της Μοντένα, Θεσσαλονίκη: Δωδώνη

Γεωργάκας, Π. (2003). Σας χρειαζόμουν αλλά ήσασταν… αλλού – Οι αφηγήσεις ενός παιδιού εξαρτημένων γονέων. Ασπροβάλτα: Λυδία

Γεωργάκας, Π. (2005). «Γροθιά στο στομάχι» – Ιστορίες της σκόνης, Θεσσαλονίκη: Δωδώνη

Γεωργάκας, Π. (2007). Εξάρτηση μια ατομική επιλογή. Απεξάρτηση μια συλλογική διαδικασία. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο

Δρεττάκη, Μ. (1993). Η εγκατάλειψη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και παράγοντες που σχετίζονται μ’ αυτήν. Αθήνα: Γρηγόρη

Κανδυλάκη, Α. (2001). Η Συμβουλευτική στην Κοινωνική Εργασία. Δεξιότητες επικοινωνίας και τεχνικές παρέμβασης. Αθήνα: Μετασπουδή

Κανδυλάκη, Α. (2009). Κοινωνική εργασία σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Αθήνα: Τόπος

Κοκκέβη, Α., Φωτίου Α., Σταύρου, Μ., Καναβού, Ε. (2010). Η ψυχοκοινωνική υγεία των εφήβων. Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής. Αθήνα

Κόλλιας, Α. (2014). Ανάλυση περιεχομένου. Εξέλιξη, τεχνικές και εφαρμογές της μεθόδου στη μελέτη της επικοινωνίας. Αθήνα: Παπαζήση

Κωσταντίνου, Χ., Πλειος, Γ. (1999). Σχολική αποτυχία και κοινωνικός αποκλεισμός: Αιτίες, συνέπειες και αντιμετώπιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Μαυρίδης, Μ. (2007). Κυρίαρχος ρόλος και κοινωνικός αποκλεισμός. Τα πεδία της πολιτικής, της επιστήμης και της εκπαίδευσης. Θεσσαλονίκη: Βάνιας

Παπαδάτος, Ι. (2010). Ναρκωτικά και Εφηβεία. Ελλάδα: GUTENBERG

Παπαθεοφίλου, Ρ. & Βοσνιάδου, Σ. (1998). Η Εγκατάλειψη του Σχολείου: αιτία, επιπτώσεις, προτάσεις. Αθήνα: Gutenberg

Παπαχριστοπούλου, Ε. (2016). Σχολική διαρροή και συμβολή των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας στην ενδυνάμωση της ταυτότητας των φοιτούντων. Μεταπτυχιακή εργασία. Πανεπιστήμιο Πατρών.

Πουλόπουλος, Χ. (2005). Εξαρτήσεις, οι θεραπευτικές κοινότητες. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πουρκός, Μ. (2010). Η διαμάχη μεταξύ ποιοτικής και ποσοτικής έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες: Διευρύνοντας τις προοπτικές στη μεθοδολογία και τον ερευνητικό σχεδιασμό. Στο Μ. Πουρκός & Μ. Δαφέρμος, Ποιοτική έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες: Επιστημολογικά, μεθοδολογικά και ηθικά ζητήματα. Αθήνα: Τόπος

Ρουσέας, Π., Βρετάκου, Β. (2006). 3η Έρευνα Μαθητικής Διαρροής (γενιά μαθητών 2000-1). Η μαθητική διαρροή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Παρατηρητήριο Μετάβασης. Αθήνα

Ρουσέας, Π., Βρετάκου, Β. (2008). Έρευνα καταγραφής μαθητικής διαρροής στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέσω διαδικτύου (γενιά 2013-14). Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο

Τσαούσης, Γ. (2006). Η κοινωνία του ανθρώπου. Αθήνα: Gutemberg

Τσούνης, Α (2013). Ο ρόλος της οικογένειας στην εγκατάσταση της ουσιοεξάρτησης: Μια απόπειρα διερεύνησης της σχέσης. Εγκέφαλος, 50, 109-113

Φιλίππου, Γ. & Χρίστου, Κ. (1996). Συναισθηματικός τομέας, αριθμοφοβία και διδασκαλία των μαθηματικών. Στο Μ. Καΐλα (επιμ.), Η Σχολική Αποτυχία. Από την «Οικογένεια» του Σχολείου στο «Σχολείο» της οικογένειας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

 

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Coolins Kathleen, M. (2013). Ability Profiling and School Failure (2nd ed.). N. York: Routledge

DuRant, R., Buchanan, C. (2011). Tobacco, alcohol and other substance use among children and adolescents. New York: Blackwell

Fergusson, D.M., Horwood, L.J. & Beautrais, A.L. (2015). Η χρήση κάνναβης και οι σχολικές επιδόσεις. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Gasper, J. (2011). Rivisiting the relationship between adolescent drug use and high school dropout. Rockville: Westat

Herbert, M. (1994). Ψυχολογικά προβλήματα εφηβικής ηλικίας. Εφαρμοσμένη Ψυχολογία 3. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Leger, L. κ.ά. (1999). The context for Health Promotion in schools – The evidence of health promotion effectivnes. European Commission by the international Union for Health Promotion and Education. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Mason, J. (2009). Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας (8η εκδ.) (μτφρ. Ε. Δημητριάδου, επιμ. Ν. Κυριαζή). Αθήνα: Πεδίο

Mench, B.S. & Kandel D.B. (1998). Dropping out of High School and Drug Involvement. Sociology of Education, 61. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Natriell, G., Pallas, A.M, Mc Dill, EL. (1986). Taking Stock: Renewing Our Research Agenda on the Causes and Consequences of Dropping out. Teachers College Record, 87, No3. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Patton, Q. M. (2002). Qualitative Research and Evolution Methods. California: Sage Publications

Suh, S. & Suh, J. (2007). Risk Factors and Levels of Risk for High School Dropout, Professional School Counseling,10, No 3. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Turner, S. (1995). Family Variables related to adolescent substance misuse: risks and resiliency factors in Cullota, T.P., Adams, G.R. and Montemayor, R. (eds), Substance misuse in adolescence, London: Sage Publications. Στο Π. Κουτρουβίδης. (2015). Σχολείο και χρήστες ναρκωτικών. Αθήνα: Φίλντισι

Wilson, R. (2011). Drug Abuse Prevention: A School and Community Partnership (3rd ed.). London: Jones & Bartlett Learning

 

Επιστημονικές Εργασίες στο Διαδίκτυο

Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής Γ.Σ.Ε.Ε. (2016) 1oς Θεματικός Κύκλος: Μαθητική Διαρροή. Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: http://www.kanep-gsee.gr/content/1os-thematikos-kyklos-mathitiki-diarroi (Ημ Πρόσβασης 29/04/2020)

 

Επιστημονικά Περιοδικά στο Διαδίκτυο

Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων, Απολογισμός Έργου 2019. Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο: https://www.kethea.gr/wp-content/uploads/2020/06/APOL_19_LOWRES.pdf (Ημ. Πρόσβασης: 19/9/2020)

 

Print Friendly, PDF & Email