Τέχνη και πρόληψη εξαρτητικών συμπεριφορών στο σχολείο: οι απόψεις των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας

Ελευθερία Παππά1 & Αυγουστίνος Λαδάς2

 

Περίληψη

Στόχος της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση των απόψεων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών μέσα στα Δημοτικά σχολεία καθώς και με τον ρόλο της τέχνης ως ένα εργαλείο για την εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων. Πρόκειται για μία ποσοτική μελέτη ακολουθώντας δειγματοληπτικό ερευνητικό σχεδιασμό με τη χρήση ερωτηματολογίου. Στην έρευνα συμμετείχαν 109 εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν. Αχαΐας. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με την αξιοποίηση του στατιστικού πακέτου SPSS v.27. Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν τον μεγάλο βαθμό ενημερότητας των εκπαιδευτικών σχετικά με το ζήτημα της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών των μαθητών, τη θετική τους στάση σχετικά με μια ολιστικού τύπου πολιτική του σχολικού συστήματος σχετικά με το θέμα της πρόληψης καθώς και τη χρησιμότητα της τέχνης ως ένα εργαλείο πρόληψης. Το φύλο και τα χρόνια εργασίας των εκπαιδευτικών φαίνεται πως δεν επηρεάζουν τις αντιλήψεις τους, ενώ το μορφωτικό επίπεδο καθώς και η επιμόρφωσή τους εκτός των βασικών τους σπουδών σε θέματα που αφορούν την πρόληψη φαίνεται πως επηρεάζουν τις αντιλήψεις τους σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών και τον ρόλο της τέχνης ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο πρόληψης. Από τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύεται η ανάγκη για τον σχεδιασμό συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής που αφορά στην πρόληψη, μέσα από την εφαρμογή καινοτόμων προγραμμάτων που χρησιμοποιούν εργαλεία όπως η τέχνη, αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το σχολικό περιβάλλον ως ένας ισχυρός προστατευτικός παράγοντας για την πρόληψη της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών.

Λέξεις Κλειδιά: πρόληψη, εξαρτητικές συμπεριφορές, εκπαίδευση, τέχνη, επιμόρφωση εκπαιδευτικών

Εισαγωγή

Την τελευταία δεκαετία φαινόμενα όπως επιθετικότητα, θυμός, άγχος, ανασφάλεια, συναισθήματα και καταστάσεις που βιώνουν οι μαθητές, εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα μέσα στο σχολικό περιβάλλον (Κοκκέβη, Φωτίου, Καναβού & Σταύρου, 2019). H εκδήλωση αρνητικών συναισθημάτων και συμπεριφορών γίνεται ακόμα πιο έντονη κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας, περίοδο που συντελούνται πολύ μεγάλες αλλαγές σε όλο το φάσμα της ζωής του ατόμου.

Σύμφωνα με τον μεγάλο Αμερικανό παιδαγωγό John Dewey (Γάκης, Τσερεγκούνης & Τσινιά, 1983) το σχολείο είναι κύτταρο, κυψέλη της αυριανής κοινωνίας. Η σχέση σχολείου και κοινωνίας είναι άρρηκτη. Το σχολείο είναι σχολείο ζωής και ακτινοβολεί στα παιδιά όλα αυτά τα στοιχεία που χρειάζονται για να βγουν δυνατά στη ζωή. Έτσι το σχολείο δεν είναι απλά προετοιμασία για τη ζωή. Είναι η ίδια η ζωή. Σύμφωνα με τους Παυλόπουλο και Τσιάντη (2000) το σχολείο καλείται να υποστηρίξει τους μαθητές του με τέτοιους τρόπους, ώστε αυτοί να μπορέσουν να ακολουθήσουν σταθερή πορεία ανάπτυξης. Με τη στάση του, τόσο το σχολείο όσο και κάθε εκπαιδευτικός ξεχωριστά, θα δείξει ότι ο σχολικός χώρος είναι χώρος που προάγει την ψυχική ισορροπία και ευεξία του παιδιού (σ.31). Το σχολείο, και ιδιαίτερα το Δημοτικό, ως ισχυρός παράγοντας κοινωνικοποίησης του ατόμου διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή, την κοινωνικοποίηση και την συναισθηματική μάθηση του παιδιού (Μπαμπάλης, 2009). Είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας, μετά την οικογένεια, που συντελεί στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και μπορεί να λειτουργήσει ως προστατευτικός παράγοντας απέναντι στην εμφάνιση συμπεριφορών υψηλού κινδύνου, όπως χρήση ψυχοδραστικών ουσιών ή εξάρτηση από το διαδίκτυο (Καλούρη-Αντωνοπούλου & Σιγάλας, 2009).

Έρευνα του Cuijpers (2003) έχει δείξει ότι τα παιδιά ηλικίας 10 έως 14 ετών είναι πιο ευάλωτα, πιο ανοιχτά στην πίεση των ομότιμων και σκέφτονται τη χρήση μιας ψυχοδραστικής ουσίας. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι τα παιδιά είναι ευάλωτα σε επικίνδυνες καταστάσεις όταν βρίσκονται σε μεταβατικές περιόδους της ζωής τους (Καλώτα, 2010). Η μετάβαση από το Δημοτικό σχολείο στο Γυμνάσιο μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον άγχος για το παιδί, οι απαιτήσεις είναι μεγαλύτερες, όπως και η πίεση από ομότιμους και η χρήση κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας ή επικίνδυνης συμπεριφοράς είναι πολύ πιθανή.

Τα δεδομένα από το KETHEA (2021) δείχνουν ότι ο μέσος όρος ηλικίας έναρξης χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών είναι 16 έτη, κατά την περίοδο που ο έφηβος φοιτά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Σύμφωνα με τον Clayton (1992), ο οποίος ανέπτυξε τη θεωρία των προστατευτικών και επιβαρυντικών παραγόντων, ως προστατευτικός παράγοντας θεωρείται κάποιο χαρακτηριστικό του ατόμου, μια συγκυρία ή ένα περιβάλλον το οποίο θα μπορούσε να σταθεί ως εμπόδιο στην πιθανότητα έναρξης ή συνέχισης της εμπλοκής με τη χρήση ουσιών ή άλλων εξαρτητικών και επικίνδυνων συμπεριφορών. Στον αντίποδα, επιβαρυντικός παράγοντας θεωρείται ένα χαρακτηριστικό του ατόμου, μια συγκυρία ή ένα περιβάλλον το οποίο είναι πιθανό να ενισχύσει την πιθανότητα έναρξης ή συνέχισης της εμπλοκής με εξαρτητικές συμπεριφορές.

Οι χαμηλές εκπαιδευτικές προσδοκίες και η χαμηλή βαθμολογία είναι πιθανόν να αποτελέσουν επιβαρυντικούς παράγοντες στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, καθώς υπογραμμίζεται και η σχέση ανάμεσα στη σχολική αποτυχία και τη χρήση ουσιών (Newcomb & Felix-Ortiz, όπ.αναφ. στην Κυρίτση, 2013).

Χαρακτηριστικά ενός κακού σχολικού περιβάλλοντος όπως το αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα, η μη συμμετοχικότητα των μαθητών στις διαδικασίες, η έλλειψη της σύνδεσης σχολείου, κοινότητας και οικογένειας μπορεί να αποτελέσουν παράγοντες που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μη σχολική προσαρμογή και τη σχολική αποτυχία του μαθητή, στοιχεία που ίσως να σχετίζονται με τη εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών (Γεωργούλας, 2000).

Η εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα μέσο αναχαίτισης στην πορεία του μαθητή προς τη χρήση (ό.π.). Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα έρευνας των Δρίτσα & Θεοδωράτου (2017) όπου μετά από εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος πρόληψης, οι μαθητές δήλωσαν ότι απέκτησαν νέες δεξιότητες και μηχανισμούς διαχείρισης και απόλαυσαν την όλη διαδικασία.

Σε όλη την παραπάνω διεργασία η χρήσης της τέχνης ίσως μπορεί να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο με στόχο την ενίσχυση των δεξιοτήτων που θα κατέχει ένας μαθητής στην εργαλειοθήκη του προκειμένου να είναι ψυχικά ανθεκτικός και να προλάβει την εκδήλωση επικίνδυνων συμπεριφορών.

Η Τέχνη ως εργαλείο πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών

Από τους βασικούς σκοπούς της εκπαίδευσης είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου σε επίπεδο γνωστικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, ηθικό (Ντούλια, 2012). Ο εκπαιδευτικός βοηθά τον μαθητή του να κατανοήσει με δημιουργικό τρόπο τη δική του πραγματικότητα μέσα από την κριτική σκέψη και το στοχαστικό διάλογο και να οδηγηθεί «από την κουλτούρα της σιωπής στην αποκρυπτογράφηση των τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας» (Μάνθου, 2007, σ.10).

Η κριτική σκέψη είναι μια ενεργητική διαδικασία, με μεταγνωστικά χαρακτηριστικά, διαμορφώνεται και εξελίσσεται με βάση τις εμπειρίες των μαθητών, μέρος των οποίων διαμορφώνονται μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο (Μέγα, 2011). Η επαφή με όλες τις μορφές τέχνης μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο σε αυτή την κατεύθυνση καθώς μπορεί να συμβάλει στην προσωπική ανάπτυξη και στη διαμόρφωση υγιών αξιών και στάσεων για τη ζωή.

Η αισθητική εμπειρία καλλιεργεί τη δημιουργική ικανότητα του ανθρώπου και προάγει τον κριτικό στοχασμό. «Οι τέχνες ενεργοποιούν τη στοχαστική διάθεση των μαθητών» (Μέγα, 2011, σ.21). Έτσι, η αξιοποίηση της τέχνης στην εκπαίδευση αποτελεί εγχείρημα εξαιρετικής εκπαιδευτικής αξίας για το μαθητή. H αξιοποίηση των εικαστικών έργων στο σχολείο και οι δραστηριότητες που αφορούν στην ενασχόληση με την τέχνη βελτιώνει τη στάση των μαθητών απέναντι στο σχολείο και συμβάλλει στην συνολική τους σχολική επιτυχία (Bamford, 2006).

Η ενασχόληση με τα έργα τέχνης είναι αναγνωρισμένη ως μία εκπαιδευτική πρακτική που έχει απελευθερωτική προοπτική (Κόκκος, 2017). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η εκπαιδευτική διαδικασία περιλαμβάνει ριζική επανεκτίμηση και αλλαγή δυσλειτουργικών πεποιθήσεων μέσα από τη διεργασία του κριτικού στοχασμού και των εναλλακτικών τρόπων μάθησης (ό.π.).

Από την παραπάνω βιβλιογραφική επισκόπηση κρίνεται σημαντικό να δει κανείς και το ρόλο της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε θέματα που αφορούν στην προαγωγή της ψυχικής υγείας των μαθητών και ειδικότερα σε ζητήματα που αφορούν την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Επιμόρφωση εκπαιδευτικών στην προαγωγή υγείας

Ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία είναι φανερό πως η επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού είναι μια έννοια πολύ σημαντική για τον ίδιο (Υφαντή, 2014). Μέσα από τη συνεχή επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση ο εκπαιδευτικός καταφέρνει να αποκτήσει νέες γνώσεις ανάλογα με τις εξελίξεις κάθε εποχής, αυξάνει την αποδοτικότητά του στη διδακτική διαδικασία καθώς επίσης μπορεί και ανταποκρίνεται στις ευθύνες και τις απαιτήσεις του ρόλου του ως επαγγελματίας (Day, 1999).

Ως επαγγελματισμό του εκπαιδευτικού ο Hoyle, από τους πρώτους θεωρητικούς που ασχολήθηκαν με το ζήτημα, ορίζει ως «την ικανότητά του να εντάσσει τη διδασκαλία του σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και να ενδιαφέρεται για τη θεωρία και τις τρέχουσες εξελίξεις της Παιδαγωγικής» (1980, στην Παπαναούμ, 2003, σ.49). Η επιμόρφωση ως διαδικασία μπορεί να αναδειχθεί σε θεσμό στρατηγικής σημασίας εφόσον προσφέρει μια δυναμική στη μετασχηματιστική πορεία του εκπαιδευτικού προς την προσωπική και επαγγελματική του ανάπτυξη (ό.π.).

Θέλοντας να επικεντρωθούμε και να δώσουμε έμφαση στην Αγωγή Υγείας, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να βοηθά τον μαθητή ώστε να εξοικειωθεί με ποικίλες καταστάσεις στη ζωή του, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να αποκτήσεις τέτοιες δεξιότητες που θα τον ενισχύσουν στο να υιοθετήσει θετικές στάσεις και συμπεριφορές στη ζωή του (ΥΠΕΠΘ, 2000). Αντίστοιχα ο ΠΟΥ (1986, σ.8) αναφέρει πως οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να βοηθούν τους μαθητές με τέτοιο τρόπο ώστε να τους δίνεται «η δυνατότητα να αυξήσουν τον έλεγχο πάνω τους και να βελτιώσουν την υγεία τους».

Όπως όμως διαπιστώνεται σε αποτελέσματα έρευνας της Φρούντα (2014), η έλλειψη κατάρτισης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε θέματα Αγωγής Υγείας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που παρουσιάζονται στην ανάπτυξη των προγραμμάτων Αγωγής Υγείας και αποτελεί σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα για την εφαρμογή προγραμμάτων μέσα στα σχολείο. Αντίστοιχα, η Δαρβίρη (2007) αναφέρει πως ένα πολύ βασικό εμπόδιο στην ανάπτυξη προγραμμάτων Αγωγής Υγείας είναι η ύπαρξη μη κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού.

Φαίνεται λοιπόν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Βεργίδης (1995), η επιμόρφωση να είναι η ελπίδα για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και για την ποιοτική βελτίωση του σχολείου. Έτσι, το σχολείο θα μπορεί να αποτελεί έναν χώρο ο οποίος θα μπορέσει να προσφέρει στον μαθητή τα εφόδια εκείνα και τις δεξιότητες ζωής, θα τον υποστηρίξει ψυχοκοινωνικά με αποτέλεσμα να τον βοηθήσει ώστε να μην εκδηλώσει επικίνδυνες ή εξαρτητικές συμπεριφορές.

Ερευνητική μεθοδολογία

Στόχος της Έρευνας

Στόχος της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση των απόψεων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας σχετικά με την αναγκαιότητα της εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών μέσα στα Δημοτικά σχολεία καθώς και με τον ρόλο της τέχνης ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την ψυχοκοινωνική υποστήριξη των μαθητών με στόχο την πρόληψη εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Ερευνητικά Ερωτήματα

Ποιες είναι οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την ικανότητα διαχείρισης περιστατικών εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών από τους ίδιους;

Ποιες είναι οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εμπλοκή του σχολείου για τους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών;

Ποιες είναι οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τον ρόλο της τέχνης στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των μαθητών με στόχο την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών;

Σχετίζονται τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας όπως το μορφωτικό επίπεδο, το φύλο, τα χρόνια εργασίας και η επιμόρφωση σε ζητήματα σχετικά με την πρόληψη εξαρτητικών συμπεριφορών με την αναγνώριση της αναγκαιότητας εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα Δημοτικά σχολεία καθώς και της τέχνης ως αποτελεσματικό εργαλείο;

Μέθοδος

Η μέθοδος που επιλέχθηκε ως πιο κατάλληλη για τη διεξαγωγή της έρευνας είναι η ποσοτική. Συγκεκριμένα, πρόκειται για δειγματοληπτική έρευνα με τη χρήση ερωτηματολογίου.

 

Ερευνητικό Εργαλείο και Ανάλυση Δεδομένων

Στην έρευνα ερωτηματολόγιο, το οποίο βασίστηκε στο ερωτηματολόγιο της Li (2008) που διερευνά τις απόψεις εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σε σχέση με το cyberbulling. Το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο επιλέχθηκε καθώς στο σύνολό του διερευνά απόψεις εκπαιδευτικών με θέματα που αφορούν στην ψυχική υγεία των μαθητών, την αναγκαιότητα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε σχετικά ζητήματα και την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης επικίνδυνων συμπεριφορών μέσα στα σχολεία. Έγιναν οι απαραίτητες μετατροπές στις ερωτήσεις ώστε να σχετίζεται με το θέμα που διερευνά η παρούσα έρευνα. Η μετάφρασή του στα ελληνικά έγινε από τον Τουλούπη (2018) και αξιοποιήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, συμπληρώνοντας ερωτήσεις που αφορούν στην τέχνη ως εργαλείο ενίσχυσης των ψυχοκοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών. Το ερωτηματολόγιο που χορηγήθηκε αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος του ερωτηματολογίου περιλαμβάνονται δημογραφικά στοιχεία (ερωτήσεις 1-8). Στο δεύτερο μέρος υπάρχουν 22 κλειστές ερωτήσεις βαθμονόμησης (Javeau, 2000) αξιοποιώντας την κλίμακα Likert. Συγκεκριμένα, στις ερωτήσεις 9-12 διερευνώνται οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την αντιλαμβανόμενη ικανότητα διαχείρισης περιστατικών εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών από τους εκπαιδευτικούς. Στις ερωτήσεις 13-27 διερευνώνται οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την αντιλαμβανόμενη εμπλοκή του σχολείου για τους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών. Τέλος, στις ερωτήσεις 28-31 διερευνώνται οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τον ρόλο της τέχνης στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των μαθητών ως εργαλείο πρόληψης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Για την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας αξιοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS v.27 τόσο για την περιγραφική ανάλυση των δεδομένων όσο και για τη συσχέτιση των επιθυμητών μεταβλητών. Μετά από τον έλεγχο κανονικότητας που έγινε με το στατιστικό τεστ των Kolmogorov-Smirnov βρέθηκε πως η p<0,05 άρα η κατανομή του πληθυσμού από τον οποίο προέρχεται το δείγμα μας δεν είναι κανονική. Επομένως, για τη συσχέτιση των μεταβλητών αξιοποιήθηκε ο συντελεστής συσχέτισης του Kendall (1938). Ο συντελεστής του Kendall μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση που έχουμε κατηγορικές μεταβλητές οι οποίες όμως είναι υποχρεωτικά σε κλίμακα διάταξης. Είναι δηλαδή διατακτικές κατηγορικές μεταβλητές.

Πλεονέκτημα της μεθόδου είναι πως οι συντελεστές του Kendall υπολογίζονται με βάση τις τάξεις μεγέθους των δεδομένων κάτι που επιτρέπει την ελευθερία ως προς τη μη ικανοποίηση της κανονικότητας των μεταβλητών.

Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρήθηκε το κατάλληλο στατιστικό εργαλείο για τον έλεγχο της συσχέτισης των επιθυμητών μεταβλητών.

 

Δείγμα έρευνας

Η συγκεκριμένη μελέτη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παρέμβασης σε μαθητικό πληθυσμό Δημοτικών σχολείων, όπου εφαρμόστηκε ένα νέο πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που χρησιμοποιεί την τέχνη ως εργαλείο ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας και των κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών, με τελικό σκοπό την πρόληψη από την εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών.

Έτσι, στο πρώτο στάδιο της παρέμβασης αυτής έγινε διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης μέσα στο σχολείο και με το ρόλο της τέχνης στη διεργασία αυτή.

Το δείγμα της έρευνας που υλοποιήθηκε αποτέλεσαν εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και συγκεκριμένα εκπαιδευτικοί σε Δημοτικά σχολεία του Νομού Αχαΐας. Ο αριθμός του δείγματος ανέρχεται στα 109 άτομα. Η διαδικασία που ακολουθήσαμε για την επιλογή του δείγματος είναι η απλή τυχαία δειγματοληψία. Στην απλή τυχαία δειγματοληψία κάθε μέλος του πληθυσμού που εξετάζουμε έχει την ίδια πιθανότητα να επιλεγεί για το σχηματισμό δείγματος. Για να εφαρμοστεί αυτό, τα στοιχεία του στατιστικού πληθυσμού θα πρέπει να είναι καταγεγραμμένα σε ένα κατάλογο, ο οποίος θα αξιοποιηθεί ως δειγματοληπτικό πλαίσιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ζητήθηκε ο κατάλογος όλων των Δημοτικών σχολείων του Ν. Αχαΐας από την Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας. Έγινε κωδικοποίηση και κάθε σχολείο πήρε έναν αριθμό. Από τη λίστα που δημιουργήθηκαν επιλέχθηκαν ανά δύο τα σχολεία που τελικά θα συμμετείχαν ως δείγμα. Στη συνέχεια στα σχολεία αυτά απεστάλη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το ερωτηματολόγιο μαζί με εισηγητική επιστολή στους εκπαιδευτικούς που εργάζονται εκεί, με την παρότρυνση να το συμπληρώσουν.

Αξιοπιστία – Εγκυρότητα

Για τον έλεγχο της εσωτερικής αξιοπιστίας της έρευνας χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής α του Cronbach. Στο σύνολό της η έρευνα χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλό βαθμό αξιοπιστίας, καθώς σε σύνολο 29 μεταβλητών, ο βαθμός της αξιοπιστίας είναι 0,878 με ελάχιστο αποδεκτό όριο 0,6 (Cohen, Manion & Keith, 2007). Στις επιμέρους θεματικές ενότητες του ερωτηματολογίου (ερωτήσεις 9-12, 13-27 και 28-31) ο δείκτης α του Cronbach είναι 0,822, 0,898 και 0,966 αντίστοιχα.

Αποτελέσματα

Στην παρούσα ενότητα παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας, μετά από την εφαρμογή στατιστικής ανάλυσης των δεδομένων. Αρχικά αναλύονται τα αποτελέσματα που αφορούν στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών αναφορικά με στην καταγραφή των απόψεων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης για την εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των συσχετίσεων που προκύπτουν, τα οποία πραγματοποιήθηκαν με στόχο τη διερεύνηση των διμερών σχέσεων μεταξύ των υπό μελέτη μεταβλητών.

Δημογραφικά Χαρακτηριστικά Συμμετεχόντων

Στο δείγμα των συμμετεχόντων φαίνεται πως οι γυναίκες υπερτερούν σε μεγάλο βαθμό, καθώς το ποσοστό συμμετοχής τους είναι 69,7% έναντι των ανδρών που συμμετέχουν σε ποσοστό 30,3%. Η διαφορά αυτή μπορεί να εξηγηθεί καθώς μελετώντας τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής του 2011 φαίνεται πως οι γυναίκες στην Ελλάδα είναι ελαφρώς περισσότερες από τους άνδρες αλλά και παραδοσιακά έρευνες έχουν δείξει πως οι γυναίκες στον κλάδο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι περισσότερες από τους άνδρες (Ανθόπουλος και Κανταρτζή, 2006. Νιώτα, 2018).

Ως προς το επίπεδο σπουδών τους οι 72 συμμετέχοντες (66,1%) κατέχουν βασικό πτυχίο σπουδών, οι 33 (30,3%) δηλώνουν κάτοχοι μεταπτυχιακού και 4 συμμετέχοντες (3,7%) δηλώνουν κάτοχοι διδακτορικού τίτλου σπουδών.

Στο σύνολο των συμμετεχόντων στην έρευνα οι ηλικίες των ερωτηθέντων κατανέμονται ως εξής: οι 6 (5,5%) ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 25-35 ετών, οι 48 (44%) ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 36-45 ετών και τέλος οι 55 (50,5%) ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα
46-65 ετών. Αναφορικά με τα χρόνια εργασίας των συμμετεχόντων στην έρευνα οι 7 (6,4%) εργάζονται 5-10 χρόνια ως εκπαιδευτικοί, οι 50 (45,9%) εργάζονται 11-20 χρόνια, οι 51 (46,8%) εργάζονται 21-30 χρόνια, 9 συμμετέχοντες (0,9%) δεν απάντησαν στην ερώτηση.

Απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών στο Δημοτικό Σχολείο και το ρόλο της τέχνης ως ένα εργαλείο πρόληψης

Στην ενότητα που ακολουθεί θα γίνει προσπάθεια να αποτυπωθούν περιγραφικά οι απόψεις των εκπαιδευτικών όπως αυτές δηλώθηκαν από τους ίδιους σχετικά με εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών στο Δημοτικό σχολείο και το ρόλο της τέχνης ως ένα εργαλείο ενίσχυσης των Δεξιοτήτων Ζωής και της ψυχικής ανθεκτικότητας των μαθητών με τελικό στόχο την πρόληψη εκδήλωσης εξαρτητικών και άλλων επικίνδυνων συμπεριφορών.

Απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την ικανότητα διαχείρισης περιστατικών εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών από τους ίδιους

Οι εκπαιδευτικοί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία και σε ποσοστό (72,5%), θεωρούν πως η εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη ζωή των μαθητών/τριών. Οι ίδιοι όμως όπως δηλώνουν (58,7%) δεν θεωρούν πως είναι ικανοί να αναγνωρίσουν μία εξαρτητική συμπεριφορά και δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν παιδαγωγικά περιπτώσεις μαθητών που μπορεί να εκδηλώσουν τέτοιες τάσεις (60,6%). Βέβαια οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν πως αν γνώριζαν για περιπτώσεις μαθητριών/τών στο σχολείο τους που συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε να διατρέχουν κίνδυνο να εκδηλώσουν εξαρτητικές συμπεριφορές σε ποσοστό 63,3% θα έκαναν κάτι για να το σταματήσουν.

Οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εμπλοκή του σχολείου για τους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Από το σύνολο των εκπαιδευτικών φαίνεται πως οι περισσότεροι (74,3%) συμφωνούν με το ότι τα Δημοτικά σχολεία θα πρέπει να εφαρμόζουν συγκεκριμένη πολιτική σχετικά με την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών μαθητριών/των εντός σχολείου και αναφέρουν πως πρέπει να καθιερωθούν ημέρες επαγγελματικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών (π.χ. σεμινάρια, ομιλίες) σχετικά με τους κινδύνους που ελλοχεύει η εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών για τις μαθήτριες/τές.

Ισχυρή είναι η θέση των εκπαιδευτικών (47,7%) στο ότι χρειάζεται στο πρόγραμμα μαθημάτων του σχολείου να υπάρχει μάθημα που να αφορά στην πρόληψη εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών, το οποίο θα αξιοποιούν οι εκπαιδευτικοί, όπως και στο ότι πρέπει οι ίδιοι να οργανώνουν και να υλοποιούν δραστηριότητες στην τάξη σχετικά με την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών (π.χ. συζήτηση/ενημέρωση). Επιπλέον, οι εκπαιδευτικοί, σε ποσοστό 56,9%, θεωρούν πως οι διευθύντριες/ντές των Δημοτικών σχολείων θα πρέπει να οργανώνουν σχολικές δραστηριότητες (π.χ. σεμινάρια, ομιλίες από ειδικούς) για την πρόληψη/αντιμετώπιση των εξαρτητικών συμπεριφορών που μπορεί να εκδηλώσουν μαθητές/τριες.

Η επικοινωνία του σχολείου με τους γονείς είναι ένα θέμα πολύ σημαντικό για τους εκπαιδευτικούς καθώς σε ποσοστό 56,9% θεωρούν πως τα Δημοτικά σχολεία θα πρέπει να συζητούν και να συνεργάζονται με τους γονείς σχετικά με την πρόληψη/αντιμετώπιση της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών στους μαθητές/τριες. Σχετικά με το αν στις σχολικές συνελεύσεις θα πρέπει να θίγεται το ζήτημα της πρόληψης/αντιμετώπισης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών στους μαθητές/τριες, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών και σε ποσοστό 45,9% απαντά πως συμφωνεί. Σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς τα Δημοτικά σχολεία θα πρέπει να συνεργάζονται με κοινοτικούς φορείς (π.χ. κέντρα συμβουλευτικής, πρόληψης κ.λπ.) καθώς και με τα ΜΜΕ για τη στήριξη των μαθητών/τριών που μπορεί να εκδηλώσουν ή εκδηλώνουν εξαρτητικές συμπεριφορές.

Το 57,8% των εκπαιδευτικών δηλώνει πως θα πρέπει να παρέχονται συμβουλευτικές υπηρεσίες εντός του σχολείου σε μαθητές/τριες Δημοτικού που συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να επιφέρει την εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών και δηλώνουν επίσης πως θα ήθελαν οι βασικές του σπουδές να τους έχουν προετοιμάσει/καταρτίσει καλύτερα στο ζήτημα των κινδύνων που ελλοχεύει η εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών στους μαθητές/τριες.

Απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με το ρόλο της τέχνης στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των μαθητών

Τέλος, σχετικά με το αν θεωρούν πως η ενασχόληση με την Τέχνη (εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος κλπ.) είναι χρήσιμη στο Δημοτικό σχολείο, οι εκπαιδευτικοί σε ποσοστό 61,5% απαντούν πως συμφωνούν. Συμφωνούν πως η χρήση της τέχνης μπορεί να ενισχύσει την Ψυχική Ανθεκτικότητα των μαθητών σε ποσοστό 60,6% και σε ποσοστό 36,7% συμφωνούν απόλυτα, αναδεικνύοντας έτσι το μεγάλο βαθμό θετικής αντίληψης που έχουν οι εκπαιδευτικοί για το ότι η τέχνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας του μαθητή με στόχο την πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών των μαθητών. Αντίστοιχα, οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό (60,6% συμφωνούν και 35,8% συμφωνούν απόλυτα) πως η χρήση της τέχνης μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη Δεξιοτήτων Ζωής των μαθητών σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί σε ποσοστό 61,6% συμφωνούν πως μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης του μαθητή, με στόχο την πρόληψη εκδήλωσης κάποιας εξαρτητικής συμπεριφοράς.

Σχέση δημογραφικών χαρακτηριστικών των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας σχετικά με τις απόψεις τους σχετικά την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία και το ρόλο της τέχνης ως εργαλείο πρόληψης

Για τη συσχέτιση των υπό μελέτη μεταβλητών με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στην έρευνα αξιοποιήθηκε ο μη παραμετρικός έλεγχος Kendall. Στη συνέχεια περιγράφονται τα αποτελέσματα της ανάλυσης.

Φύλο

Οι αναλύσεις μετά την επεξεργασία των δεδομένων, δείχνουν πως οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία δεν επηρεάζονται από το φύλο του εκπαιδευτικού (p > .05).

Προϋπηρεσία

Οι αναλύσεις δεν αποκάλυψαν τη στατιστικώς σημαντική επίδραση της προϋπηρεσίας εκπαιδευτικών (p > .05) στις υπό μελέτη αντιλήψεις και στις απαντήσεις τους σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία.

Επίπεδο Σπουδών

Μετά από την επεξεργασία των δεδομένων με στόχο τη συσχέτιση των υπό μελέτη μεταβλητών, φαίνεται πως οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία επηρεάζονται από το μορφωτικό επίπεδο του εκπαιδευτικού (p < .05).

Επιμόρφωση (Εκτός Βασικών Σπουδών) σε ζητήματα Πρόληψης της εμφάνισης εξαρτητικών συμπεριφορών των Μαθητών/τριών

Οι αναλύσεις αποκάλυψαν τη στατιστικώς σημαντική κύρια επίδραση που έχει η (εκτός βασικών σπουδών) επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σχετικά με ζητήματα πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών. Μετά από την επεξεργασία των δεδομένων με το στατιστικό έλεγχο Kendall tau-b, με στόχο τη συσχέτιση των υπό μελέτη μεταβλητών, φαίνεται πως οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία επηρεάζονται από την επιμόρφωση που έχουν λάβει εκτός των βασικών τους σπουδών σχετικά με ζητήματα πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών (p < .05).

Συζήτηση

Η παρούσα έρευνα ανέδειξε μια σειρά ευρημάτων που αφορούν στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν. Αχαΐας σχετικά με την αναγκαιότητα της εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών μέσα στα Δημοτικά σχολεία καθώς και με τον ρόλο της τέχνης ως ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο για την ψυχοκοινωνική υποστήριξη των μαθητών με στόχο την πρόληψη εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πως στη συντριπτική πλειοψηφία τους και σε ποσοστό 93,6%, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν παρακολουθήσει κάποιο μάθημα που να σχετίζεται με την πρόληψη και την αντιμετώπιση της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών σε μαθητές Δημοτικού σχολείου στο πλαίσιο των βασικών τους σπουδών. Τα στοιχεία αυτά συμφωνούν με τα αποτελέσματα και άλλων ερευνών σε πανεπιστημιακά ιδρύματα άλλων χωρών, που φαίνεται πως στο πλαίσιο των βασικών τους σπουδών, οι εκπαιδευτικοί δεν παρακολουθούν κάποιο μάθημα που να σχετίζεται με την πρόληψη ή την αντιμετώπιση εξαρτητικών συμπεριφορών σε μαθητές/τριες (Tupper, 2008. Harris, 1998. Midford, 2007).

Εκτός των βασικών τους σπουδών το ποσοστό των εκπαιδευτικών που δηλώνει πως έχει παρακολουθήσει κάποια επιμορφωτική δράση σχετικά με την πρόληψη/αντιμετώπιση εξαρτητικών συμπεριφορών είναι 33%. Οι εκπαιδευτικοί που απαντούν πως δεν έχουν παρακολουθήσει κάποια επιμόρφωση σχετικά με το θέμα, αναφέρουν ως κύριο αίτιο την έλλειψη χρόνου.

Σε γενικές γραμμές οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί εκδήλωσαν θετικές αντιλήψεις ως προς το σοβαρότητα του θέματος της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών αναφέροντας υψηλό ποσοστό ενημερότητας και επίγνωσης, ωστόσο δηλώνουν πως δεν θεωρούν πως είναι αρκετά ικανοί να διαχειριστούν το εν λόγω ζήτημα. Συγκεκριμένα δεν θεωρούν ότι είναι ικανοί να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα που μπορεί να εκδηλώσει ένας μαθητής με εξαρτητική συμπεριφορά καθώς και ότι δεν θεωρούν πως είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν παιδαγωγικά μία τέτοια κατάσταση. Παρόλα αυτά δηλώνουν πως αν έπεφτε στην αντίληψή τους περίπτωση μαθητή με συμπτώματα εξαρτητικής συμπεριφοράς θα προσπαθούσαν να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν. Γι’ αυτό και δηλώνουν πως θα επιθυμούσαν κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών τους να παρακολουθούν μαθήματα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα.

Σχετικά με την εμπλοκή του σχολείου για τους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών φαίνεται πως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί συμφωνούν στο ότι τα Δημοτικά σχολεία θα πρέπει να εφαρμόζουν συγκεκριμένη πολιτική σχετικά με την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών μαθητριών/των εντός σχολείου. Τα στοιχεία συμφωνούν με προγενέστερες έρευνες που διερευνούν απόψεις εκπαιδευτικών σχετικά με την πολιτική που πρέπει να εφαρμόζουν τα σχολεία σχετικά με την πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών (Tobler et al., 2000. Deed, 2007. Fletcher et al., 2008. Jourdan et al., 2008. Marks, 2009. Frey et al., 2011. Van Hout et al., 2012). Αντίστοιχα, έρευνα της Παππά (2019) αναδεικνύει πως οι εκπαιδευτικοί είναι θετικοί στο ότι το σχολείο είναι ένας χώρος που μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που προωθεί την πρόληψη μέσα από την υλοποίηση συγκεκριμένων δράσεων.

Συγκεκριμένα, οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν πως χρειάζεται να καθιερωθούν επιμορφωτικές ημέρες για τους εκπαιδευτικούς για θέματα που αφορούν στην εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών, κάτι που συμφωνεί με την έρευνα της Παππά (ό.π.) στην οποία οι συμμετέχοντες εκπαιδευτικοί αναφέρουν πως χρειάζονται περισσότερα εφόδια και εκπαίδευση πάνω στο ζήτημα και πρόληψης τόσο στο πλαίσιο των προπτυχιακών τους σπουδών όσο και κατά της διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής ως εκπαιδευτικοί.

Η ολιστικού τύπου εμπλοκή του σχολείου στο ζήτημα της πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών (δραστηριότητες μέσα στην τάξη που να σχετίζονται με την πρόληψη, συνεργασία με τους γονείς, συνεργασία με ειδικούς και κοινοτικούς φορείς, σύσταση ειδικών σχολικών επιτροπών, συμβουλευτικές υπηρεσίες στους μαθητές μέσα στο χώρο του σχολείου) είναι κάτι που φαίνεται πως η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών θεωρεί πως πρέπει να εφαρμόζεται.

Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με έρευνες που μελετούν τις απόψεις των εκπαιδευτικών για το εξεταζόμενο ζήτημα (Τουλούπης, 2018. Ηλιόπουλος, 2019) που αναδεικνύουν τη σημαντικότητα της εμπλοκής του σχολείου ως έναν παράγοντα που θα λειτουργήσει προστατευτικά και προληπτικά στην εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών σε μαθητές. Σε αντίστοιχη έρευνα του Δρίτσα (2020), οι εκπαιδευτικοί, μετά από την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος πρόληψης εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών, δηλώνουν πως το εργασιακό τους περιβάλλον βελτιώθηκε και η επικοινωνία με τους μαθητές ήταν πολύ καλύτερη.

Από τα ευρήματα της έρευνας φαίνεται πως οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών επηρεάζονται από το μορφωτικό επίπεδο του εκπαιδευτικού. Αντίστοιχα, φαίνεται πως οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με την εφαρμογή των προγραμμάτων πρόληψης μέσα στα σχολεία επηρεάζονται από την επιμόρφωση που έχουν λάβει εκτός των βασικών τους σπουδών σχετικά με ζητήματα πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Από την άλλη μεριά, μετά από την συσχέτιση των υπό μελέτη αντιλήψεων με τη μεταβλητή Χρόνια Εργασίας καθώς και με τη μεταβλητή Φύλο φαίνεται ότι δεν να επηρεάζουν τις απόψεις τους σχετικά με το ζήτημα της πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών.

Αναφορικά με το ρόλο της τέχνης στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των μαθητών η μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών δηλώνει πως συμφωνεί πως η ενασχόληση με την Τέχνη είναι χρήσιμη στο Δημοτικό σχολείο και ότι μέσα από τη χρήση της Τέχνης οι μαθητές μπορούν να ενισχύσουν την ψυχική τους ανθεκτικότητα, την ανάπτυξη των κοινωνικών και προσωπικών τους δεξιοτήτων και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης με στόχο την πρόληψη της εκδήλωσης κάποιας εξαρτητικής συμπεριφοράς. Τα ευρήματα της έρευνας φαίνεται πως συμφωνούν με τα αποτελέσματα της έρευνας του Bamford (2006) που έχει δείξει πως η αξιοποίηση των εικαστικών έργων στο σχολείο και οι δραστηριότητες που αφορούν στην ενασχόληση με την τέχνη βελτιώνουν τη στάση των μαθητών απέναντι στο σχολείο και συμβάλλουν στην συνολική τους σχολική επιτυχία. Αντίστοιχα, έρευνα της Τσαμπούκα (2019) δείχνει ότι η Δραματική Τέχνη στην Εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει αρκετά στοιχεία των κοινωνικών δεξιοτήτων ενός μαθητή και συγκεκριμένα τη διάθεσή τους για συνεργασία, την ενσυναίσθησή τους, την παρορμητικότητά τους και τη συμπεριφορά τους στις σχέσεις τους με τους άλλους. Τα ευρήματα συμφωνούν με τη θέση της Μέγα (2011) πως η αισθητική εμπειρία καλλιεργεί τη δημιουργική ικανότητα του ανθρώπου και προάγει τον κριτικό στοχασμό. Ο Κόκκος (2017) συμπληρώνει πως η ενασχόληση με τα έργα τέχνης είναι αναγνωρισμένη ως μια εκπαιδευτική πρακτική που έχει απελευθερωτική προοπτική.

Οι εκπαιδευτικοί δείχνουν να βλέπουν τα οφέλη της τέχνης για τους μαθητές. Κατανοούν τα οφέλη από την πλευρά της προσωπικής ψυχολογικής ανάπτυξης και έκφρασης των συναισθημάτων καθώς βλέπουν και την επαφή με την τέχνη ως ευκαιρία για κοινωνική συνδιαλλαγή και δημιουργία δεσμών αλλά και ως μια δραστηριότητα που ενισχύει τις γνωσιακές δεξιότητες και τη μάθηση. Η χρήση της τέχνης συμβάλει στη διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής των εννοιών της διαφορετικότητας και της ενσυναίσθησης από εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν πως η τέχνη μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση, στην πλήρη συνειδητοποίηση και αποδοχή των εννοιών της διαφοροποίησης και της ενσυναίσθησης, κυρίως στο χώρο της εκπαίδευσης και κατά τη μαθησιακή διεργασία. Επίσης, η τέχνη μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση ως εργαλείο για την ανάπτυξη του κριτικού στοχασμού. Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα ευρήματα των μελετών της Τσανούλα (2017) και της Καρρά (2015).

Φαίνεται, πως η χρήση της τέχνης μπορεί να βοηθήσει τον μαθητή στο να αναπτύξει κοινωνικές και προσωπικές δεξιότητες, να αυξήσει τον βαθμό της ψυχικής του ανθεκτικότητας καθώς και το επίπεδο του κριτικού στοχασμού. Εφόδια που θα τον βοηθήσουν στην ανάπτυξη θετικών στάσεων, συμπεριφορών και ανάλογης κοσμοθεωρίας που θα λειτουργήσουν ως τοίχος προστασίας και πρόληψης απέναντι σε καταστάσεις που μπορεί να τον οδηγήσουν σε λήψη επικίνδυνων αποφάσεων για τη ζωή του, όπως οι εξαρτήσεις.

Στην πρόληψη των εξαρτητικών συμπεριφορών η ενίσχυση της δημιουργικότητας των μαθητών, η έκφραση των συναισθημάτων τους καθώς και η ανάπτυξη των ικανοτήτων και των ταλέντων τους, αποτελεί κομβικό σημείο. Ο μαθητής όσο έχει την ευκαιρία να εκφράσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του με δημιουργικό τρόπο, μπορεί να απομακρυνθεί από την επιλογή του να καταφύγει σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.

 Η τέχνη είναι ένας τομέας που μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη δεξιοτήτων που συμβάλλουν στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών. Συμβάλλει στην προαγωγή ενός υγιούς τρόπου ζωής και μπορεί να δώσει τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Μέσα από την τέχνη και τα οφέλη που προσφέρει αυτή, ο μαθητής δυναμώνει συναισθηματικά και μπορεί να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της ζωής του με μεγαλύτερη ευελιξία και να αποφύγει να επιλέξει συμπεριφορές που μπορεί να τον βλάψουν όπως είναι οι εξαρτήσεις.

Περιορισμοί της έρευνας

Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υπόκεινται σε κάποιους περιορισμούς. Συγκεκριμένα, το μέγεθος και ο γεωγραφικός προσδιορισμός των συμμετεχόντων καθιστά το δείγμα μη αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού.

Επιπλέον, οι απαντήσεις που ίσως δόθηκαν από μερίδα του δείγματος να χαρακτηρίζονται ως κοινωνικά αποδεκτές και αυτό να έχει επηρεάσει την εσωτερική εγκυρότητα των δεδομένων. Τέλος, η ηλεκτρονική συμπλήρωση του ερωτηματολογίου ίσως έχει αποκλείσει από το δείγμα εκπαιδευτικούς που έχουν περιορισμένη πρόσβαση στη χρήση των νέων τεχνολογιών.

Συμπεράσματα-Προτάσεις

Στην έρευνά μας θελήσαμε να διερευνήσουμε τις απόψεις των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με την ικανότητα διαχείρισης περιστατικών εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών, την εμπλοκή του σχολείου για τους τρόπους με τους οποίους αυτό μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών καθώς και τις απόψεις τους με το ρόλο της τέχνης στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των μαθητών.

Επίσης, θελήσαμε να διερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ των υπό μελέτη αντιλήψεων με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών που αφορούν στο Φύλο, στο Μορφωτικό Επίπεδο, στα Χρόνια Εργασίας και τέλος στην επιμόρφωσή τους εκτός βασικών σπουδών σε ζητήματα που αφορούν στην πρόληψη της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών. Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν πως το φύλο και τα χρόνια εργασίας των εκπαιδευτικών φαίνεται πως δεν επηρεάζουν τις αντιλήψεις τους ενώ το μορφωτικό επίπεδο καθώς και η επιμόρφωσή τους εκτός των βασικών τους σπουδών σε θέματα που αφορούν την πρόληψη φαίνεται πως επηρεάζουν τις αντιλήψεις τους σχετικά με την εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών και το ρόλο της τέχνης ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο πρόληψης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, αν και δεν μπορούν να γενικευτούν καθώς πρόκειται για μία μικρού εύρους μελέτη και το δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού, αναδεικνύουν τις θετικές αντιλήψεις που έχουν οι εκπαιδευτικοί σχετικά με το ζήτημα της πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών στο Δημοτικό σχολείο, αναγνωρίζουν τη σημαντικότητα του ρόλου του σχολείου σε αυτό το θέμα καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής μίας ολιστικής πολιτικής προκειμένου να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά η όποια παρέμβαση. Από την άλλη φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί νιώθουν πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην αναγνώριση της συμπτωματολογίας μια εξαρτητικής συμπεριφοράς και, αν και θέλουν να βοηθήσουν σε μία τέτοια περίπτωση, δηλώνουν πως δεν είναι εκπαιδευμένοι κατάλληλα και εκφράζουν την ανάγκη για περαιτέρω εκπαίδευσή τους τόσο σε προπτυχιακό επίπεδο όσο και στη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής.

Είναι κοινώς αποδεκτό πως η συνεχής και οργανωμένη επιμόρφωση και υποστήριξή των εκπαιδευτικών σε θέματα αγωγής υγείας, και συγκεκριμένα σε θέματα που αφορούν στην πρόληψη για την εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση και την κινητοποίησή τους στη διαδικασία της πρόληψης και μπορεί να τους δώσει έναν διαφορετικό ρόλο μέσα στη σχολική τάξη αναπτύσσοντας τους μαθητές μια νέα σχέση μέσα από τη διδακτική πράξη.

Σε συνέχεια των ευρημάτων της μελέτης προτείνεται να γίνει μια καλή αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αναγκών των εκπαιδευτικών σε θέματα πρόληψης για την εκδήλωση εξαρτητικών συμπεριφορών. Στη συνέχεια να σχεδιάζονται και να εφαρμόζονται συγκεκριμένες ενέργειες και τέτοια εκπαιδευτική πολιτική από το Υπουργείο Παιδείας, προκειμένου να δίνονται κίνητρα και να ευαισθητοποιούνται οι εκπαιδευτικοί στο να εκπαιδευτούν και να υλοποιήσουν προγράμματα πρόληψης μέσα στη σχολική τάξη, αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το σχολικό περιβάλλον ως ένας ισχυρός προστατευτικός παράγοντας για την πρόληψη της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών.

Τέλος, φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται θετικά τη χρησιμότητα της Τέχνης ως ένα εργαλείο ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας, των κοινωνικών και προσωπικών δεξιοτήτων καθώς και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών με στόχο την εκδήλωση κάποια εξαρτητικής συμπεριφοράς στο μέλλον. Έτσι, η δημιουργία ενός καινοτόμου πρωτοποριακού προγράμματος πρόληψης της εκδήλωσης εξαρτητικών συμπεριφορών που θα αξιοποιεί την τέχνη, φαίνεται πως θα αποτελέσει ένα επιπλέον εργαλείο στα χέρια των ειδικών ψυχικής υγείας καθώς και των εκπαιδευτικών.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ανθόπουλος, Κ. & Κανταρτζή, Ε. (2006). Η συμμετοχή των δύο φύλων στη στελέχωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, 77, 5-19.

Αναγνωστοπούλου, Μ. (2005). Οι διαπροσωπικές σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών στη σχολική τάξη. Κυριακίδη.

Bamford, A. (2006). The Wow Factor: Global research compendium on the impact of arts in education. Waxmann Verlag.

Βεργίδης, Δ.(1995). Υποεκπαίδευση, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Ύψιλον.

Βryman, A. (2017). Μέθοδοι Κοινωνικής Έρευνας. Gutenberg.

Clayton, R. R. (1992). Transitions in drug use: Risk and protective factors. In M. D. Glantz & R. W. Pickens (Eds.), Vulnerability to drug abuse (pp. 15–51). American Psychological Association. https://doi.org/10.1037/10107-001

Cohen, L., Manion, L., & Morrison, K. (2007). Research Methods in Education. 6th ed. Routledge. https://doi.org/10.4324/9780203029053

Creswell, J. (2016). Έρευνα στην Εκπαίδευση – Σχεδιασμός Διεξαγωγή και Αξιολόγηση Ποσοτικής και Ποιοτικής Έρευνας, (μτφ. Ν. Κουβαράκου, επιμ. Χ.Τσορμπατζούδης). Ίων.

Cuijpers, P. (2003). Three decades of drug prevention research. Drugs: Education, Prevention & Policy, 10(1), 7–20. https://doi.org/10.1080/0968763021000018900

Γάκης, Γ.Κ., Τσερεγκούνης, Δ.Ν. & Τσίνια Ε.Π. (1983). John Dewey Ο παιδαγωγός στη θεωρία και στην πράξη. Ολυμπιάς.

Γεωργούλας, Σ. (2000). Ανήλικοι παραβάτες στην Ελλάδα: Κοινωνική αναπαράσταση και αντιμετώπιση. Ελληνικά Γράμματα.

Δαρβίρη, Χ. (2007). Προαγωγή Υγείας. Εκδόσεις Πασχαλίδη

Day, C. (1999). Developing Teachers. The Challenges of Lifelong Learning. Routledge – Falmer Press.

Deed, C. (2007). Policy implications of teacher perspectives on early intervention for substance misuse. Drugs: Education, Prevention and Policy, 14(5), 415-428. https://doi.org/10.1080/09687630601133858

Dritsas, I. (2020). The Clinical Observatory for the diagnosis and support of adolescents with internet addiction and risky behaviors: an innovative approach to helping schools and vulnerable families in Western Greece. International Journal of Recent Scientific Research, 11 (12), 40298-40304. https://recentscientific.com/sites/default/files/17126-A-2020.pdf

Dritsas, I, Theodoratou, M. (2017). Findings from a Large-Scale Empirical Research on Substance Abuse Prevention in Greece. Glob J Add & Rehab Med, 2(5), 555-598. https://doi.org/ 10.19080/GJARM.2017.02.555598

ΕΚΤΕΠΝ (1999). Ετήσια Έκθεση για την κατάσταση των Ναρκωτικών στην Ελλάδα. ΕΚΤΕΠΝ.

Fletcher, A., Bonell, C. & Hargreaves, J. (2008). School effects on young people’s drug use: a systematic review of intervention and observational studies. Journal of Adolescent Health, 42 (3), 209–220. https://doi.org/10.1016/j.jadohealth.2007.09.020

Frey, A., Lingo, A. & Nelson, C.M. (2011). Positive behavior support and response to intervention in elementary schools. In: H. Walker and M.K. Shinn, eds. Interventions for achievement and behavior problems: preventive and remedial approaches (pp. 397–433). National Association for School Psychologists.

Ηλιόπουλος, Λ. (2019). Διερεύνηση απόψεων εκπαιδευτικών, σχετικά με τον εθισμό των μαθητών στο διαδίκτυο, και την συνεργασία τους με τους γονείς για την αντιμετώπιση του φαινομένου. [Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία] Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Harris, S. (1998). Drugs education for whom? Journal of Education for Teaching, 24(3), 273-284. https://doi.org/10.1080/02607479819791

Javeau, C. (2000). Η έρευνα με ερωτηματολόγιο. Τυπωθήτω.

Jourdan, D., et al. (2008). The future of health promotion in schools goes through the strengthening of teacher training at a global level. Promotion & Education, 15 (3), 36–38.

Καλούρη-Αντωνοπούλου, Ρ., Σιγάλας, Χ., (2009). Γενική διδακτική μεθοδολογία. Γενικά ψυχοπαιδαγωγικά θέματα: Διαγωνισμός ΑΣΕΠ για την πρόσληψη των εκπαιδευτικών. Μεταίχμιο.

Καλώτα, Ε. (2010). Η αποτελεσματικότητα προγράμματος πρωτογενούς πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. [Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία]. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Καρρά, Σ. (2015). Η δύναμη της τέχνης ως εργαλείο εκπαίδευσης του παιδαγωγού για την ενίσχυση της ενσυναίσθησης και της κατανόησης της διαφορετικότητας: εφαρμογές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. [Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία]. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

ΚΕΘΕΑ (2021). Απολογισμός Έργου 2020. διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο https://www.kethea.gr/wp-content/uploads/2021/07/%CE%91POL_SITE.pdf

Kendall, M. (1938). A New Measure of Rank Correlation. Biometrika,30(1/2), 81-93. https://doi.org/10.2307/2332226

Κοκκέβη Ά., Φωτίου, Α., Καναβού, Ε. & Σταύρου, Μ. (2019). Η ψυχοκοινωνική υγεία των εφήβων. Σειρά θεματικών τευχών: Έφηβοι, Συμπεριφορές & Υγεία. ΕΠΙΨΥ.

Κόκκος, Α. (2017). Χειραφέτηση και Εκπαίδευση. Επιστημονική Ένωση Εκπαίδευσης Ενηλίκων.

Κούτρας, Β. (1990). Ναρκωτικά και μαθητές Μέσης Εκπαίδευσης. [Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων] Ανάκτηση από https://www.didaktorika.gr/eadd/browse?type=author&order=ASC&sort_by=2&rpp=20&value=%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%A3%2C+%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%95%CE%99%CE%9F%CE%A3

Κυριαζή, Ν. (2002). Η κοινωνιολογική έρευνα: κριτική επισκόπηση των μεθόδων και των τεχνικών. Ελληνικά Γράμματα.

Κυρίτση, Ι. (2013). Πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση στη χρήση ουσιών στην εφηβεία. Στο: Εξαρτήσεις στην εφηβεία. (pp.217-237). Τμήμα Ψυχιατρικής Παιδιών και Εφήβων Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ- ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ.

Li, Q. (2008). Cyberbullying in schools: An examination of preservice teachers’ perception. Canadian Journal of Learning and Technology, 34(2), 75-90. https://files.eric.ed.gov/fulltext/EJ1073833.pdf

Μάνθου, Χ. (2007). «Το παιδαγωγικό πρόγραμμα του Freire». Εκπαίδευση Ενηλίκων, 10, 22-26.

Marks, R. (2009). Schools and health education e what works, what is needed, and why? Health Education, 109 (1), 4–8. http://doi.org/10.1108/09654280910970929

Μέγα, Γ. (2011). Η Τέχνη στο Σχολικό Σύστημα ως Στοχαστική Διεργασία, Στο Κόκκος, Α. και συν. Εκπαίδευση μέσα από τις Τέχνες. Μεταίχμιο.

Midford, R. (2007). Is Australia «fair dinkum» about drug education in schools? Drug and Alcohol Review, 26(4), 421-427. https://espace.curtin.edu.au/bitstream/handle/20.500.11937/35074/19848.pdf?sequence=3

Μπαμπάλης, Θ. (2009). Η ζωή στη σχολική τάξη. Ατραπός.

Νιώτα, Μαρίνα. (2020). «Το φαινόμενο της υποαντιπροσώπευσης των γυναικών στη διοίκηση της εκπαίδευσης: Η σύγκρουση επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων ως ανασταλτικός παράγοντας ανάληψης του διευθυντικού ρόλου». Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης. 8, 810-821. https://doi.org/10.12681/edusc.2725

Ντούλια, Α. (2012). Δημιουργική Μάθηση μέσα από την Τέχνη: Μια πρόταση διδασκαλίας στην Ιστορία. Στο Σ. Κανάκη –Πρωτόπαπα (Επιμ.), 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.). 5-7 Οκτωβρίου 2012. www.elliepek.gr/gr_html/gr_proceedings/6th_conference.html Παπαναούμ, Ζ. (2003). Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού: θεωρητική και εμπειρική προσέγγιση. Τυπωθήτω.

Παππά, Ε. (2019). Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην πρόληψη της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών. Διερεύνηση της δυνατότητας αξιοποίησης της μεθόδου «Μετασχηματίζουσα Μάθηση μέσα από την Αισθητική Εμπειρία». [Αδημοσίευτη Διπλωματική εργασία)] Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Παυλόπουλος, Χ., Τσιάντης, Ι. (2000). Αγωγή Υγείας. Ψυχική υγεία – Διαπροσωπικές σχέσεις 11-14 ετών. Τόμος Ι – Εγχειρίδιο για εκπαιδευτικούς. ΥΠΕΠΘ. Διεύθυνση Σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Γραφείο Αγωγής Υγείας. Εθνικό ίδρυμα Νεότητας.

Tupper, K.W. (2008). Teaching teachers to just say “know”: Reflections on drug education. Teaching and Teacher Education, 24(2), 356-367. https://www.kcba.org/kcba/druglaw/pdf/Tupper2008.pdf

Tobler, N. S., Roona, M. R., Ochshorn, P., Marshall, D. G., Streke, A. V., & Stackpole, K.M. (2000). School-based adolescent drug prevention programs: 1998 meta-analysis. The Journal of Primary Prevention, 20, 275-336. https://doi.org/10.1023/A:1021314704811

Τουλούπης, Α. (2018). Η οπτική των εκπαιδευτικών ως προς τη ριψοκίνδυνη διαδικτυακή συμπεριφορά στη σχολική ηλικία: ο ρόλος των εργασιακών παραγόντων. [Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο]. https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/44285?lang=el#page/1/mode/2up

Τσανούλα, Ε. (2017). Η αξιοποίηση της τέχνης για την ενίσχυση της δημιουργικότητας. Οι εμπειρίες των δασκάλων. [Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία]. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Τσαμπούκα, Κ. (2019). Η Δραματική τέχνη στην εκπαίδευση ως μέσο καλλιέργειας των κοινωνικών δεξιοτήτων σε παιδιά δημοτικού σχολείου. [Αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία]. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Van Hout, M.C., Foley, M., McCormack, A., Tardif, E. (2012). Teachers’ perspectives on  their role in school-    based alcohol and cannabis prevention. International Journal of Health Promotion and Education, 50(6), 328-341. https://doi.org/10.1080/14635240.2012.735388

Υφαντή, Α. (2014). Επιμόρφωση και Επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών. Πολιτικές και πρακτικές στην Ελλάδα. Διάδραση.

ΥΠΕΠΘ (2000). «Συζητήσεις Εφήβων», «Ψυχική Υγεία- Διαπροσωπικές Σχέσεις», Εγχειρίδιο για τον καθηγητή, εκδ. Ερευνητικό Παν/κό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, Δ/νση Σπουδών Δ/θμιας Εκ/σης Γραφείο Αγωγής Υγείας στα Σχολεία, σ.45. ΕΙΝ

Φραγκουδάκη, Α. (1985). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, Θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο Σχολείο. Εκδόσεις Παπαζήση.

Φρούντα, Μ. (2014). Καινοτομικά Προγράμματα Αγωγής Υγείας στη Μέση Εκπαίδευση: Καθηγητές και Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση Εφήβων (ΣΔΕ). [Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων]. https://www.didaktorika.gr/eadd/bitstream/10442/36233/1/36233.pdf

WHO(1986).http://www.who.int/entity/healthpromotion/conferences/previous/ottawa/en/index.html

Print Friendly, PDF & Email