«Σχέσεις Ουσίας»: Γονεϊκότητα και Διαδικασίες Απεξάρτησης

Νικόλαος Κουκιάς

Κοινωνικός Λειτουργός, MSc Κοινωνική και Ιστορική Ανθρωπολογία, PgD Χρήση Ναρκωτικών και τοξικοεξαρτηση, Υπεύθυνος Συμβουλευτικού Κέντρου ΚΕΘΕΑ ΝΟΣΤΟΣ στη Χίο

 

Περίληψη

Σκοπός: Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η μελέτη και η διερεύνηση από τη σκοπιά της κοινωνικής ανθρωπολογίας των μεταβολών που υφίσταται η οικογένεια, όταν ένα μέλος της αντιμετωπίζει θέμα «εξάρτησης» από κάποια ουσία, καθώς και οι «σχέσεις» που αναπτύσσονται μεταξύ οικογένειας, κράτους, κοινωνίας και εξάρτησης.

Σχεδιασμός: Η παρούσα έρευνα διεξήχθη το 2016 στα πλαίσια της Διπλωματικής εργασίας του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας) με τίτλο «Κοινωνική και Ιστορική Ανθρωπολογία» υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Κας Βενετίας Καντσά.

Η έρευνα που διεξήχθη, ως προς το είδος των εμπειρικών δεδομένων που συνέλλεξε είναι ποιοτική. Πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της ανοιχτής συνέντευξης, χωρίς να απουσιάζει σε αρκετές περιπτώσεις η μορφή αφηγηματικού χαρακτήρα από τους/ις συνεντευξιαζόμενους/ες.

Συμμετέχοντες: Το πεδίο της έρευνας αφορούσε γονείς εξαρτημένων ατόμων που είχαν απευθυνθεί στη Μονάδα οικογενειακής υποστήριξης του ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης, για να δεχτούν συμβουλευτική υποστήριξη για το εξαρτημένο μέλος της οικογένειάς τους. Η έρευνα διεξήχθη σε χώρο του ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης. Η επιλογή των συμμετεχόντων έγινε τυχαία. Ο αριθμός των γονέων που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν 16 (δέκα γυναίκες, έξι άνδρες) και ηλικίας 45 – 60 ετών. Όσον αφορά στην οικογενειακή τους κατάσταση, 11 ήταν έγγαμοι και οι 5 σε διάσταση/διαζευγμένοι. Αναφορικά, με το εκπαιδευτικό τους επίπεδο, οι γονείς, ήταν στην πλειοψηφία τους απόφοιτοι Λυκείου.

Ευρήματα: Τα ευρήματα που αναδύθηκαν από την πραγματοποίηση της έρευνας, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η εξάρτηση εμφανίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας στην διαμόρφωση των συνθηκών οργάνωσης και λειτουργίας της οικογένειας. Το πολιτισμικό πλαίσιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και λειτουργία της οικογένειας και στη στάση που υιοθετούν τα μέλη της απέναντι στο πρόβλημα της εξάρτησης. Παράλληλα, κυρίαρχες εννοιολογήσεις του φύλου και της γονεϊκότητας αναπαράγονται στις περιπτώσεις που εξετάστηκαν, με τις μητέρες να είναι στην πλειονότητά τους πιο ανοιχτές για υποστήριξη, ενώ οι πατέρες να διατηρούν μία περισσότερο «εξωτερική» θέση, δίνοντας έμφαση σε άλλα θέματα, όπως η εργασία τους. Όσον αφορά, τη «σχέση» που αναπτύσσεται μεταξύ οικογένειας και κράτους, οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν το θέμα της εξάρτησης, προβάλλουν αντιστάσεις απέναντι στις υπηρεσίες υποστήριξης που παρέχουν οι τοπικές δομές, γεγονός που σχετίζεται κυρίως με το οικογενειακό πρότυπο που έχουν διαμορφώσει και συνδέεται με στάσεις και αντιλήψεις που έχουν υιοθετήσει τα μέλη της οικογένειας εντός και εκτός του οικιακού τους χώρου. Αναφορικά με τη «σχέση» που αναπτύσσεται μεταξύ οικογένειας και ΚΕΘΕΑ, διαφαίνεται ότι μεταξύ των δύο υπάρχει διαφορετική εννοιολόγηση. Το
ΚΕΘΕΑ, ως Πρόγραμμα απεξάρτησης προβάλει στους γονείς διαφοροποιημένα πρότυπα, ενώ οι γονείς προσπαθούν να «μετακινηθούν», να αλλάξουν. Ο μετασχηματισμός που προκύπτει απαιτεί χρόνο και συνεχή προσπάθεια. Οι αντιλήψεις και η κουλτούρα της τοπικής κοινωνίας λειτουργούν αρνητικά στο οικογενειακό περιβάλλον που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της εξάρτησης και δυσκολεύουν τα μέλη της οικογένειας στην προσπάθειά τους για κινητοποίηση και αντιμετώπιση του προβλήματος.

 

Λέξεις κλειδιά: Οικογένεια, γονεϊκότητα, εξάρτηση από ουσίες, διαδικασία απεξάρτησης.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η οικογένεια και η συγγένεια έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων από τα πρώτα χρόνια ανάδυσης της ανθρωπολογίας ως διακριτής επιστήμης στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ κατείχαν κεντρική θέση στη διαμόρφωση των ανθρωπολογικών θεωριών μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα.

Η μετακίνηση της ανθρωπολογίας από τις «φυλετικές» κοινωνίες στις «σύγχρονες» δυτικές χώρες, θα οδηγήσει την ανθρωπολογία της συγγένειας στην απομάκρυνσή της από τα πλαίσια της καταγωγής και της αγχιστείας και θα κατευθυνθεί σε νέα θεωρητικά πεδία. Από τη δεκαετία του 1970 οι οικογενειακοί και συγγενικοί δεσμοί αποδυναμώθηκαν με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση νέας κοινωνικής πραγματικότητας και οικογενειακών δεσμών στο δυτικό κόσμο (αύξηση διαζυγίων και μονογονεΐκών οικογενειών, εμφάνιση νέων τεχνολογιών αναπαραγωγής, κ.ά.) (Τουντασάκη 2008:43, 48).

Τις τελευταίες δεκαετίες, οι μεταβολές που επέφεραν οι νέες συνθήκες στις κοινωνίες, έκαναν τους ανθρωπολόγους να εστιάσουν κάτω από ποιους όρους κάποιος προσδιορίζεται ως συγγενής. Με τη διάδοση νέων μεθόδων αναπαραγωγής και την εμφάνιση νέων μορφών γαμήλιων σχέσεων επικρίθηκε η άποψη ότι οι κοινωνικές σχέσεις στηρίζονται στη «βιολογία» ή τη «φύση» και ήρθε στην επιφάνεια το ερώτημα αν η έννοια της οικογένειας και της συγγένειας σχετίζεται με διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια (Καντσά 2013:21).

Μέσα από το εθνογραφικό υλικό για τις μορφές οικογένειας και συγγενειακών δομών στη νησιωτική και αγροτική Ελλάδα, αναδύονται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες διαστάσεις, που αφορούν στις σχέσεις και το συγγενειακό σύστημα που αναπτύσσονταν και διαμορφώνονταν μεταξύ ανδρών και γυναικών στις συγκεκριμένες τοπικές κοινωνίες.

Στην Ελλάδα, όπως και στις δυτικές κοινωνίες, τις τελευταίες δεκαετίες η μελέτη της συγγένειας και της οικογένειας εστιάζουν στη μητρότητα και στη σύνδεσή της με το κράτος, τον νόμο, την τεχνολογία και την κατανάλωση.

Παράλληλα, τα τέλη του 19ου αιώνα δεν ήταν μόνο μία περίοδος κατά την οποία αναπτύχθηκε η ανθρωπολογία, αλλά την ίδια εποχή η τοξικοεξάρτηση αναγνωρίστηκε ως παθολογική κατάσταση.

Παρά την ιστορική και χρονική σχέση που είχαν μεταξύ τους, η ανθρωπολογία δεν έσπευσε να δώσει την πρέπουσα σημασία και προσοχή στον εθισμό ή ακόμα και στη χρήση των διαφόρων ουσιών. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ανθρωπολογία δεν είχε αναπτύξει έρευνες σχετικά με την χρήση ουσιών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι η ανθρωπολογία επεδίωκε να κατανοήσει την κανονιστική συμπεριφορά στις πολιτισμικές καταστάσεις και δεν ήρθε να κατονομάσει και να αναλύσει τις αποκλίνουσες συμπεριφορές (Singer 2012:1744).

Όπως σημειώνει ο Philippe Bourgois, ιστορικά, οι ανθρωπολόγοι απέφυγαν την αντιμετώπιση ταμπού, όπως η προσωπική βία, η σεξουαλική κακοποίηση, ο εθισμός σε ουσίες και η αυτοκαταστροφή. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 αυτό άρχισε να αλλάζει, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η έξαρση των ναρκωτικών και η σημαντική αύξηση του αριθμού των ατόμων που αναφέρονται να αντιμετωπίζουν θέμα εξάρτησης από ουσίες στη Δύση, καθώς και η ανθρωπολογική εστίαση και εφαρμογή της ανθρωπολογίας στις δυτικές κοινωνίες για τη μελέτη και την αντιμετώπιση των διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων. Επίσης, μείζων παράγοντας για την εστίαση κι ενασχόληση της ανθρωπολογικής επιστήμης με το πεδίο της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών, αποτέλεσε ο ρόλος της χρήσης ναρκωτικών ουσιών στην εξάπλωση του συνδρόμου ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV/AIDS) (βλ. στο ίδιο, σελ. 1748).

Οι ανθρωπολόγοι, κατά την προσπάθεια κατανόησης της χρήσης ναρκωτικών και της τοξικομανίας, ανέπτυξαν διαφορετικά επεξηγηματικά μοντέλα: το Πολιτισμικό μοντέλο, το μοντέλο του Τρόπου Ζωής, το μοντέλο της Κριτικής Ιατρικής Ανθρωπολογίας, Συσσωματώσεις Ασθενειών και Ναρκωτικά και το Βιωματικό μοντέλο.

Κατά το Πολιτισμικό μοντέλο, οι περισσότερες συνέπειες της κατανάλωσης αλκοόλ, για παράδειγμα, προκαλούνται από πολιτισμικούς παράγοντες, αντί να καθορίζονται από φάρμακο-βιολογικούς παράγοντες. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αρνείται ότι το αλκοόλ είναι χημική ουσία, αλλά θεωρεί ότι το κλειδί για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων της μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ είναι το πολιτισμικό στοιχείο (Singer 2012:1748).

Στο μοντέλο Τρόπου Ζωής αντικατοπτρίζονται δύο διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «πολιτισμός». Όπως αναφέρει ο Heath, ο πολιτισμός αναφέρεται στον διακριτό τρόπο με τον οποίο όλες οι ανθρώπινες κοινότητες παράγουν ένα κοινό σύνολο αντιλήψεων, έννοιες και αξίες. Επιπλέον, στο μοντέλο Τρόπου Ζωής οι ανθρωπολόγοι μιλούν για συγκεκριμένους πολιτισμούς και υποκουλτούρες, που έχουν τη δική τους μοναδική διαμόρφωση και εξέλιξη των γνώσεων, των στάσεων, των κανόνων και των συμπεριφορών, όπως φαίνεται στην κουλτούρα της χρήσης ναρκωτικών στον δρόμο (Carlson, Singer, Stephens, Sterk, 2009, 39:57-70).

Το μοντέλο της Κριτικής Ιατρικής Ανθρωπολογίας επικεντρωνόταν σε τρία ζητήματα: την κοινωνική παραγωγή του πόνου, τη χρήση ναρκωτικών για αυτοθεραπεία, κυρίως για συναισθηματικά θέματα και θέματα κακομεταχείρισης, και τη πολιτική οικονομία των νόμιμων και παράνομων αγορών ναρκωτικών (βλ. στο ίδιο, σελ. 1750).

Όσον αφορά στο μοντέλο των Συσσωματώσεων, σχετίζεται με τα ναρκωτικά και τις διάφορες ασθένειες. Η συνύπαρξη διαφόρων ασθενειών και η χρήση ναρκωτικών στο άτομο, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές συνθήκες μειώνουν τις πιθανότητες θεραπείας του.

Σύμφωνα με το Βιωματικό μοντέλο, ο εθισμός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη χάραξη της προσωπικής ταυτότητας και είναι κάτι περισσότερο από τον πόνο και την κοινωνική απόρριψη. Επίσης, οι υποστηρικτές του παραπάνω μοντέλου, πιστεύουν, ότι ορισμένες εξαρτήσεις μπορούν να είναι δημιουργικές και βιώσιμες έως κάποιο βαθμό (Singer 2012:1751).

Σήμερα, πλέον, όλο και περισσότεροι ανθρωπολόγοι επιλέγουν να μελετήσουν και να διερευνήσουν την έννοια και το πεδίο των εξαρτήσεων.

Όσον αφορά στις πρώτες ανθρωπολογικές έρευνες στην Ελλάδα, αναφορικά με το θέμα των εξαρτήσεων, αυτές εστιάζουν περισσότερο στην κατανάλωση και κατάχρηση του αλκοόλ. Το θέμα του αλκοόλ φαίνεται να «κέντριζε» περισσότερο το ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων, καθώς αποτελούσε σημαντικό κομμάτι των κοινωνικό – πολιτισμικών χαρακτηριστικών των τοπικών κοινωνιών.

Σημαντική έρευνα από ανθρωπολογικής επιστήμης, αναφορικά με τα στοιχεία που έχει αναδείξει, θεωρείται του Ε. Παπαταξιάρχη (1988-1991) στη Λέσβο, όπου παρουσιάζει τις συγκεντρώσεις για κατανάλωση αλκοόλ στο καφενείο μέσα από τις συγγενικές σχέσεις, όπου η γυναικεία κυριαρχία εντός του μητρεστιακού νοικοκυριού, είναι μια κατάσταση που αναγκάζει τους άνδρες να αναζητήσουν καταφύγιο στα καφενεία. Περιγράφει τα καφενεία που πίνουν οι άνδρες και με αυτό τον τρόπο προσδιορίζεται το ανδρικό φύλο και η ανδρική ταυτότητα (Gefou-Madianou 1992:8).

Η κατάσταση μέθης σχετίζεται, σε πολλές περιπτώσεις, με αντιπαραγωγικές στάσεις και συμπεριφορές, με το ήθος, την εξουσία, την ισονομία, την κοινωνικοποίηση, την αλληλεγγύη και όχι με τα υλικά αγαθά (βλ. στο ίδιο, σελ. 12).

Αξίζει να αναφερθεί ότι η παρούσα μελέτη και έρευνα είναι η πρώτη στην Ελλάδα, από την οπτική της επιστήμης της κοινωνικής ανθρωπολογίας, που έχει ως πεδίο, το οικογενειακό περιβάλλον των εξαρτημένων ατόμων, σε αντίθεση με άλλες επιστήμες όπως η ψυχολογία, η κοινωνική εργασία, η κοινωνιολογία κ.ά., όπου έχουν διεξαχθεί αρκετές έρευνες.

Η θεραπευτική υποστήριξη των εξαρτημένων ατόμων στηρίζεται ως ένα σημαντικό βαθμό στην αναγνώριση της σχέσης μεταξύ εξάρτησης και οικογένειας. Η σύνδεση εξάρτηση και οικογένεια, μπορεί να πάρει τις ακόλουθες σημασίες: η ουσία ως συμπεριφορά, ως παραβατικότητα, ως εξουσία, ως σχέση, ως επικοινωνία, συνεργασία, κοινωνικοποίηση, ανεξαρτησία, ασφάλεια, ένταξη, επιβίωση, αλλαγή κ.ά.

Η οικογένεια, ως ένα από τα πρωταρχικά συστήματα της κοινωνίας, ενδέχεται να συμβάλει στην εμφάνιση της εξάρτησης. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να ενοχοποιήσει την οικογένεια για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το εξαρτημένο μέλος της, αλλά ούτε να θεωρήσει ότι είναι «αθώα» (Γεωργάκας, 2007:72).

Ο ρόλος της οικογένειας σχετικά με την εξάρτηση φαίνεται να είναι σημαντικός. Το εξαρτημένο μέλος της οικογένειας δεν είναι το πρόβλημα, ούτε η εξάρτηση προσωπικό του θέμα. Η εξάρτηση είναι το σύμπτωμα δυσλειτουργίας της οικογένειας, αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας (Μάτσα, 1994). Ο χρήστης είναι εκείνος που αναλαμβάνει υποστήριξη για τον εαυτό του και κατ’ επέκταση για τους οικείους του (Παπατριανταφύλλου, 2017:129). Η οικογένεια, ωστόσο, είναι εκείνη που στις περισσότερες περιπτώσεις προσεγγίζει πρώτη κάποιο θεραπευτικό Πρόγραμμα για υποστήριξη. Το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην εμφάνιση της εξάρτησης, αλλά μπορεί και να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα στην κινητοποίηση, εμπλοκή και παραμονή του χρήστη στη θεραπευτική διαδικασία, όσο και στην πρόληψη των υποτροπών.

Με βάση τα προαναφερθέντα, στόχος της παρούσας έρευνας είναι να μελετήσει και να διερευνήσει από την πλευρά της ανθρωπολογικής σκοπιάς, τις συνθήκες που βιώνουν οι γονείς των εξαρτημένων ατόμων, όταν κάποιο μέλος της οικογένειας αντιμετωπίζει θέμα εξάρτησης, καθώς και τις «σχέσεις» που αναπτύσσονται μεταξύ οικογένειας, κράτους, κοινωνίας και εξάρτησης. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα αφορούν: ποια είναι η αιτιολόγηση σύμφωνα με τους γονείς του εξαρτημένου μέλους για τη συγκεκριμένη συνθήκη που βιώνει η οικογένεια, ο ρόλος των γονέων αν έχει αλλάξει μορφή, σε ποια κατάσταση βρίσκεται το οικογενειακό περιβάλλον, ποια είναι η συναισθηματική κατάσταση των γονέων και η σχέση μεταξύ των μελών της οικογένειας, ποια η σχέση της οικογένειας με το κράτος και τις υπηρεσίες του, καθώς και οι σχέσεις των γονέων με την τοπική κοινωνία.

 

Μεθοδολογία

Υπάρχει ακόμα και σήμερα ένα σημαντικό πεδίο ανεξερεύνητο από την ανθρωπολογική σκοπιά, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις άλλες δυτικές κοινωνίες, που σχετίζεται με το οικογενειακό περιβάλλον του εξαρτημένου ατόμου. Σύμφωνα, με τις κοινωνικές επιστήμες, που έχουν ήδη ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα, οι έρευνες που έχουν πραγματοποιήσει καταλήγουν στο ότι η οικογένεια σε όλα τα στάδια θεραπείας του ατόμου (κινητοποίηση, κυρίως θεραπεία, κοινωνική επανένταξη) μπορεί να αποτελέσει το υποστηρικτικό περιβάλλον στην προσπάθειά του για απεξάρτηση. Επομένως, η ενασχόληση της ανθρωπολογικής επιστήμης με το πεδίο των εξαρτήσεων (έως τώρα εστιάζει στην κατάχρηση αλκοόλ και ψυχότροπων ουσιών), θα είναι εποικοδομητικό να στραφεί και στο κομμάτι της οικογένειας, όπου τα ερευνητικά ευρήματα, όπως φαίνεται και παρακάτω στην έρευνα που διεξήχθη, είναι ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μια σειρά παραγόντων συνετέλεσε, ώστε το ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης (το οποίο ανήκει στο Θεραπευτικό Πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΝΟΣΤΟΣ) να επιλεχθεί, ως ερευνητικό πεδίο για τη συγκεκριμένη εργασία. Αρχικά, το γεγονός ότι η Λέσβος, όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου, είναι τόποι έντονου ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος για τη μελέτη της οικογένειας και της συγγένειας (Παπαταξιάρχης & Παραδέλλης, 1995). Επίσης, η λειτουργία μονάδας θεραπευτικού Προγράμματος στη Λέσβο, το οποίο παρέχει και υπηρεσίες οικογενειακής υποστήριξης, αποτέλεσε μία θετική προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας, καθώς οι γονείς αισθάνονται ασφαλείς να μιλήσουν γι’ αυτό που βιώνουν σε ένα προστατευόμενο πλαίσιο, το οποίο γνωρίζουν ήδη.

Η έρευνα που διεξήχθη, ως προς το είδος των εμπειρικών δεδομένων που έχουν συλλεχθεί, είναι ποιοτική. Πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της ανοιχτής συνέντευξης (υπήρξε μία αρχική δομή με άξονες ερωτήσεων, αλλά παράλληλα ευελιξία ως προς αυτούς τους άξονες και θεματικές με τον συνεντευξιαζόμενο). Οι συνεντεύξεις είχαν περισσότερο τη μορφή αφηγηματικού χαρακτήρα και τα άτομα που συμμετείχαν σε αυτές είχαν τη δυνατότητα να περιγράψουν ελεύθερα το προσωπικό τους βίωμα – την εμπειρία τους από τη στιγμή που ανακάλυψαν ότι το παιδί τους αντιμετωπίζει θέμα εξάρτησης από κάποια ουσία.

Οι ερωτήσεις που έγιναν, αφορούσαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Οι τύποι ερωτήσεων ήταν: ανοιχτές ερωτήσεις, εισαγωγικές ερωτήσεις, ερωτήσεις αντιλήψεων και γνώμης, ερωτήσεις «γέφυρα», δομικές ερωτήσεις, διευκρινιστικές ερωτήσεις.

Το πεδίο έρευνας ήταν γονείς που έχουν απευθυνθεί στη μονάδα οικογενειακής υποστήριξης του ΚΕΘΕΑ Νόστος στη Μυτιλήνη, προκειμένου να δεχτούν συμβουλευτική υποστήριξη. Από τους 16 γονείς που συμμετείχαν στην έρευνα οι 10 ήταν γυναίκες και οι 6 άνδρες. Και οι 16 ερωτώμενοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Λέσβου. Από αυτούς περίπου τα 2/3 κατοικούν σε χωριά της Λέσβου.

Ο αριθμός των ανδρών συμμετεχόντων ήταν μικρότερος, λόγω της μειωμένης προσέλευσής τους στο κέντρο, κατά τη χρονική περίοδο διεξαγωγής της έρευνας και λόγω κάποιων αστάθμητων παραγόντων που εμπόδισαν κάποιους από αυτούς να παραβρεθούν στην έρευνα (οικογενειακοί και προσωπικοί λόγοι).

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό τους επίπεδο, οι γονείς ήταν, στην πλειοψηφία τους, απόφοιτοι Λυκείου. Σχετικά με το φύλο, οι περισσότεροι άνδρες ήταν απόφοιτοι κάποιας τεχνικής ή τεχνολογικής σχολής, ενώ οι γυναίκες απόφοιτες Γυμνασίου ή Λυκείου.

Όσον αφορά στην εργασιακή τους κατάσταση, οι άνδρες στην πλειονότητά τους ήταν ελεύθεροι επαγγελματίες (κάτοχοι ιδιωτικών επιχειρήσεων), ενώ ένας από τους έξι ήταν συνταξιούχος. Οι γυναίκες στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ασχολούνταν με τα οικιακά, εκ των οποίων δύο μόλις από αυτές εργάζονταν ως υπάλληλοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Τέλος, σύμφωνα με την επαγγελματική τους κατάσταση, το εισόδημα στην πλειονότητά τους δεν ξεπερνάει τα 1000 Ευρώ μηνιαίως. Ένας πολύ μικρός αριθμός γονέων (2 στο σύνολο), ανέφερε ότι το εισόδημά τους μπορεί να φτάσει έως 1200 Ευρώ μηνιαίως. Ως ελάχιστο εισόδημα, αναφέρθηκε από 2 μητέρες, όπου το ποσό αμοιβής τους κυμαινόταν από 350 έως 450 Ευρώ.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στον χώρο του ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης, στην αίθουσα των θεραπευτικών διαδικασιών του κέντρου. Οι συνεντεύξεις έγιναν εντός 10 εργάσιμων ημερών, αφού προηγήθηκε η υπογραφή του ερευνητικού πρωτοκόλλου με το ΚΕΘΕΑ. Επίσης, οι συνεντεύξεις έγιναν κατόπιν ενημέρωσης και συγκατάθεσης των συνεντευξιαζόμενων και μαγνητοφωνούνταν με σκοπό την επεξεργασία και ανάλυση του υλικού της έρευνας.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας είναι η πολύ μεγάλη δυσκολία εξεύρεσης ελληνικής και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων για την άντληση των απαραίτητων θεωρητικών και ερευνητικών στοιχείων που ενασχολούνται με τη μελέτη της οικογένειας των εξαρτημένων ατόμων (από την σκοπιά της ανθρωπολογικής επιστήμης). Ενώ υπάρχουν αρκετές ανθρωπολογικές μελέτες για τη χρήση ουσιών και για το αλκοόλ, δεν υπάρχουν μελέτες που να εστιάζουν στο κομμάτι οικογένεια. Ιδιαίτερα, όσον αφορά στον ελλαδικό χώρο οι πηγές ήταν ελάχιστες. Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν ξενόγλωσσες πηγές, προκειμένου να υπάρχουν επιπλέον στοιχεία.

Επίσης, στην συγκεκριμένη έρευνα, υπήρξε η ανθρωπολογική προσέγγιση της «ανθρωπολογίας οίκοι». Με τον όρο «ανθρωπολογία οίκοι» εννοείται η μελέτη του οικείου «πολιτισμού» του ανθρωπολόγου, τη μελέτη δηλαδή κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων που ζουν στο ίδιο στενό ή ευρύτερο πλαίσιο με αυτό στο οποίο ζει και εργάζεται ο εθνογράφος (Γκέφου-Μαδιανού 1998:366).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ερευνητής ανθρωπολόγος υπήρξε μέρος του πεδίου. Αυτό συνεπάγεται, σύμφωνα με την «ανθρωπολογία οίκοι», τα εξής:

Ως προσέγγιση, η «ανθρωπολογία οίκοι», αναδεικνύει ορισμένα σημαντικά θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Το πρώτο είναι το ζήτημα της ετερότητας, το δεύτερο του αναστοχασμού και το τρίτο της παρατήρησης από μία συγκεκριμένη θέση. Σήμερα, όλο και περισσότεροι ανθρωπολόγοι επιλέγουν τη μελέτη του οικείου τους πολιτισμού.

Ένας τρόπος για να διατηρήσουν οι εντόπιοι ανθρωπολόγοι την ταυτότητά τους είναι να κάνουν την κοινότητα που μελετούν να φαίνεται ως «άλλος». Με τον ίδιο τρόπο λειτούργησε και ο συνεντευκτής, λόγω της επαγγελματικής του θέσης και ιδιότητας (ως θεραπευτικό προσωπικό) στο ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης, κρατώντας μία απόσταση και κάνοντας να φαίνονται ως «άλλοι» οι συνεντευξιαζόμενοι, ώστε να ανακαλύψει τον «άλλο», στην συγκεκριμένη περίπτωση τους γονείς των χρηστών ουσιών.

Σε κάποιες παρόμοιες περιπτώσεις, όπως αναφέρει η Abu–Lughod (1991), πολλές φορές ο ανθρωπολόγος μελετώντας τον «άλλο» καλείται να μελετήσει και τον ίδιο του τον «εαυτό» ή έστω μέρος του (Lughod 1991:140).

Σύμφωνα με τους Delmos Jones (1970, 1993) και Stephenson και Greer (1981), όντας οι ίδιοι εντόπιοι, έχουν υποστηρίξει ότι η «από τα μέσα» ή η «οικεία» εθνογραφία παρέχει στον ερευνητή ευκολότερη πρόσβαση στην απόκτηση της εντόπιας γνώσης (Γκέφου-Μαδιανού 1998:391).

Ιδιαίτερα, αν ο ανθρωπολόγος είναι ταυτισμένος με την τοπική κοινωνία (στην συγκεκριμένη περίπτωση μέσα από τον ρόλο του συνεντευκτή ως θεραπευτικό προσωπικό του ΚΕΘΕΑ) τα στοιχεία της έρευνάς του μπορεί να λειτουργήσουν ως κίνητρο για καλύτερη κατανόηση μέσω της συμπάθειας (Jones 1970).

Επιπροσθέτως, η διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας οίκοι εξασφαλίζει στον εθνογράφο το προνόμιο να αναγνωρίζει τα πολιτισμικά πρότυπα, ακόμα και αν αυτά εμφανίζονται με τρόπο συγκαλυμμένο. Τέλος, «από τα μέσα» επιτόπιας παρατήρησης, έχουν περιγραφεί ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς του ατόμου, τις οποίες ο εντόπιος ανθρωπολόγος είναι σε θέση να κατανοεί καλύτερα και ευκολότερα (Γκέφου-Μαδιανού 1998:392).

Στην παρακάτω έρευνα έγινε προσπάθεια οι σχέσεις μεταξύ ερευνητή και συνεντευξιαζόμενων να προσδιοριστούν εκ νέου και από άλλη οπτική. Στη συνέχεια, ο ερευνητής να πάρει απόσταση από τον «εαυτό» του, ως επαγγελματίας, και απόσταση από το «οικείο», τους γονείς και αυτά που γνώριζε για τους ίδιους (να τους δει μέσα από τα μάτια ενός άλλου, ενός «από τα έξω ερευνητή»). Το μεθοδολογικό ζήτημα που τέθηκε για τον συγγραφέα ως ανθρωπολόγο οίκοι ήταν διπλό: από τη μια πλευρά πώς θα εκμεταλλευτεί την «από τα μέσα» θέαση που διαθέτει, που τον ταύτιζε με έναν συγκεκριμένο ρόλο (του θεραπευτή) και από την άλλη, πώς θα εξασφάλιζε την απαιτούμενη απόσταση για να αντικειμενοποιήσει ως έναν βαθμό τη γνώση του. Με άλλα λόγια, πώς θα διατηρούσε μία θέση «από τα έξω» και από απόσταση παρατηρητή, ενώ διεξήγαγε έρευνα «από τα μέσα». Το παραπάνω επιτεύχθηκε σε υψηλό βαθμό, γεγονός που διαφαίνεται από την πληθώρα των πληροφοριών που έδωσαν οι συνεντευξιαζόμενοι κατά την διεξαγωγή της έρευνας.

 

Ανάλυση Συνεντεύξεων

Μέσα από την ανάλυση των συνεντεύξεων, διαφαίνεται η ύπαρξη συγκρουσιακού περιβάλλοντος στην οικογένεια, όπου η εξάρτηση βρήκε τον κατάλληλο χώρο (δυσκολίες στην επικοινωνία και στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της οικογένειας) να εισέλθει στην οικογένεια και να την «αιφνιδιάσει», ξαφνιάζοντας και βρίσκοντας «απροετοίμαστους» τους γονείς. Επίσης, είναι εμφανής η δυσκολία από την πλευρά των γονέων να ανταποκριθούν στον ρόλο που τους αναλογεί και να έχουν χάσει σε αρκετές περιπτώσεις τον έλεγχο του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Οι μητέρες φαίνεται να είναι πιο κοντά συναισθηματικά και επικοινωνιακά με τα παιδιά τους, γεγονός που αποδίδεται και σε κοινωνικό-πολιτισμικά στοιχεία. Η «σχέση» μεταξύ γονέων και τοπικής κοινωνίας τους απασχολεί ιδιαίτερα, καθώς όπως αναφέρουν η κοινωνία έχει «χτίσει» μία εικόνα αρνητική για τους ίδιους και για τα παιδιά τους και η οποία σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάζει με αρνητικό τρόπο τις προσπάθειες που καταβάλουν, προκειμένου να βελτιώσουν την ενδοοικογενειακή κατάσταση η οποία έχει διαμορφωθεί.

Όσον αφορά στη σύνδεσή τους με δομές και υπηρεσίες του κράτους (εντός και εκτός Λέσβου), αναδεικνύεται η ανάγκη για περισσότερη και ουσιαστικότερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση για θέματα εξαρτήσεων. Επίσης, η πολιτεία είναι αναγκαίο να ενισχύσει σε μεγαλύτερο βαθμό τις υπάρχουσες δομές, ώστε να ανταποκρίνονται επαρκώς στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες. Η ύπαρξη Μονάδας Προγράμματος απεξάρτησης στο νησί (ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης) φαίνεται να έχει συμβάλλει σημαντικά σε αλλαγές που έχουν επιτελέσει οι γονείς σε σχέση με τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους.

 

Συνάντηση οικογένειας και «ουσιών»

Η συντριπτική πλειοψηφία των γονέων που συμμετείχαν στην έρευνα, ανεξαρτήτου φύλου, ηλικίας, εκπαίδευσης και χρονικού διαστήματος που παρακολουθούν το Πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ στη Μυτιλήνη, ξεκίνησαν τις αφηγήσεις τους από τον τρόπο και το χρονικό διάστημα που ανακάλυψαν ότι το παιδί τους κάνει χρήση ουσιών.

«Έμαθα για το θέμα του γιού μου, όταν με πήραν τηλέφωνο από την αστυνομία για τη σύλληψή του για κατοχή ναρκωτικών ουσιών».
[6ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Καθώς και για το πως αισθάνθηκαν μετά την επιβεβαίωση ότι το παιδί τους κάνει χρήση ουσιών:

«Δεν πίστευα ποτέ πως ο … θα είχε θέμα με τη χρήση, σοκαρίστηκα».
[4ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Είναι πολύ βαρύ να μαθαίνεις ότι το παιδί σου είναι χρήστης ουσιών».
[6ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Ακολούθησε η περιγραφή από τους γονείς του τι ακολούθησε μετά την επιβεβαίωση των γονέων για τη χρήση ουσιών από το παιδί τους:

«Με την αποκάλυψη της χρήσης από τον γιό μας ξεκίνησε η οικογενειακή κατρακύλα».
[15ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Στην πλειονότητά τους οι συνεντευξιαζόμενοι ανέφεραν ότι πριν γνωρίσουν το θέμα της εξάρτησης του παιδιού τους, δεν γνώριζαν αυτά (κάποιες ενδείξεις) που για εκείνους ως γονείς θα ήταν απαραίτητα εφόδια (δεν είχαν την απαραίτητη ενημέρωση ή θεωρούσαν ότι είναι κάτι που δεν τους αφορά) και που θα τους βοηθούσαν να προλάβουν και να αντιμετωπίσουν με διαφορετικό τρόπο αυτά που προέκυψαν.

«Δεν είχα ενημέρωση από πουθενά πριν απευθυνθώ στο ΚΕΘΕΑ για βοήθεια, ούτε για τις ουσίες, ούτε για το πώς θα προφυλαχτώ ως γονέας».
[8ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Δε γνώριζαν και έτσι δεν ήταν υποψιασμένοι και δεν είχαν επίγνωση του κινδύνου και το πώς μπορεί να εξελιχθεί η χρήση σε ένα άτομο:

«Οι επιδόσεις του στο σχολείο έπεσαν κατακόρυφα, έκανε πολλές απουσίες».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Η χρήση του άλλαξε τη συμπεριφορά, έγινε άλλος άνθρωπος από το παιδί που γνώριζα».
[10ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Επίσης, θεωρούσαν, ως γονείς, ότι η χρήση ουσιών είναι κάτι που θα το ξεπεράσει μόνος/μόνη του/της, ότι ήταν κάτι παροδικό, κάτι της ηλικίας, της εφηβείας όπως πολλά άλλα. Πιστεύουν, πως αν γνώριζαν θα το αντιμετώπιζαν πιο άμεσα, πιο δραστικά και θα αναζητούσαν πιο γρήγορα υποστήριξη από τα αντίστοιχα Κέντρα, που απευθύνονται σε οικογένειες εξαρτημένων ατόμων.

Στην πλειονότητά τους, οι γονείς εμφανίζονται να ενοχοποιούν τους φίλους και τις παρέες, θεωρώντας πως εκείνοι «οδήγησαν» τα παιδιά τους στον δρόμο των ουσιών, χωρίς να αναφέρουν άλλους αιτιολογικούς παράγοντες που ενδεχομένως διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, όπως το οικογενειακό περιβάλλον, κοινωνικό – πολιτισμικοί παράγοντες, η προσωπικότητα του ατόμου, η δράση της ουσίας κ.ά. Χαρακτηριστικό, ότι μόνο 4 γονείς από τους 16 υποστήριξαν ότι ευθύνες είχαν και οι ίδιοι (αναλαμβάνουν την ευθύνη που τους αναλογεί) για την κατάσταση που βίωνε η οικογένεια. Το γεγονός ότι ρίχνουν περισσότερο κάποιοι γονείς τις ευθύνες στις παρέες των παιδιών τους, σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν έχουν αποδεχθεί ακόμη κάποια πράγματα, όπως τις δικές του ευθύνες ως γονείς μέσα από τον γονεΐκό ρόλο που τους αναλογεί και δεν παρακολουθούν αρκετό χρονικό διάστημα το πρόγραμμα, ώστε να δουλέψουν θεραπευτικά κάποια θέματά τους ή δεν έχουν δουλέψει αρκετά το συγκεκριμένο θέμα τους, μέσα από τις θεραπευτικές διαδικασίες της μονάδας που συμμετέχουν. Υπάρχουν και μερικοί, οι οποίοι πιστεύουν πως θα μπορούσαν να είχαν διαχειριστεί αλλιώς κάποιες καταστάσεις:

«Οι παρέες του τον παρέσυραν».
[1ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Οι φίλοι που έκανε παρέα έκαναν χρήση ουσιών και εκείνος ήταν λογικό να κάνει».
[8ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Θα έπρεπε να δούμε πρώτα εμείς τι κάνουμε λάθος και να αλλάξουμε στάση απέναντι στο πρόβλημα».
[13ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Νομίζαμε ότι όλα τα κάναμε σωστά ως γονείς, τα ναρκωτικά ήταν εκείνα που μας ‘ξύπνησαν’ από αυτό που ζούσαμε και μας έβαλαν σε έναν άλλο τρόπο ζωής».
[11ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

 

Οικογενειακό περιβάλλον, ρόλοι μελών, συναισθήματα

Η ύπαρξη συγκρουσιακών σχέσεων στην οικογένεια, μεταξύ όλων σχεδόν των μελών της, είχε ως αποτέλεσμα το οικογενειακό κλίμα να είναι δυσάρεστο, να υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των μελών της οικογένειας, έλλειψη ορίων, κανόνων και, σε αρκετές περιπτώσεις, η ύπαρξη λεκτικής και σωματικής βίας.

«Με τον πρώην σύζυγό μου είχαμε πολλά προβλήματα και δυσκολίες επικοινωνίας».
[2ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Πολλές φορές όταν δεν του δίνουμε άλλα χρήματα μας σπρώχνει και μας βρίζει».
[3ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Είναι φορές που επικοινωνούμε τυπικά μεταξύ μας και σαν ζευγάρι και με τα παιδιά».
[14ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Σχεδόν κάθε μέρα τσακωνόμαστε επειδή ο… κάνει του κεφαλιού του και δεν ακούει κανέναν».
[16ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι γονείς στάθηκαν στο γεγονός, ότι τον ρόλο του γονέα που τους αντιστοιχούσε τον εκτελούσε συνήθως κάποιο συγγενικό άτομο (παππούς, γιαγιά, θείος, θεία), καθώς οι ίδιοι αδυνατούσαν για διάφορους λόγους (π.χ. εργασιακούς) να ανταποκριθούν στον ρόλο που τους αναλογούσε ως πατέρας ή μητέρα αντίστοιχα. Η παραπάνω κατάσταση «εξυπηρετούσε» για ξεχωριστούς λόγους, τόσο το ζευγάρι των γονέων, όσο και το παιδί. Το παραπάνω δείχνει ότι το συγγενικό περιβάλλον σε αρκετές περιπτώσεις υποκαθιστά την οικογένεια και τον ρόλο των γονέων και έχει μέχρι και σήμερα ενεργό ρόλο και θέση σε αυτή. Έτσι, προκύπτει ότι η οικογένεια και η συγγένεια σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονται μεταξύ τους, ιδίως σε οικογένειες που κατοικούν σε χωριά έξω από την πόλη. Επίσης, οι δεσμοί της ευρύτερης συγγένειας φαίνεται να είναι ισχυροί και άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους.

«Κάποιες φορές οι συγγενείς κάλυπταν τον ρόλο μου ως μητέρα».
[4ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Ο παππούς και η γιαγιά ήταν σαν γονείς του και τον είχαν στα ‘πούπουλα’».
[8ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Έβρισκε καταφύγιο στη γιαγιά του και έκανε ό,τι ήθελε».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Μία άλλη παράμετρος στην οποία εστίασαν οι ερωτώμενοι, αφορούσε τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν ως γονείς το πρόβλημα της εξάρτησης στην οικογένεια (άρνηση, αποποίηση ευθυνών κ.ά.) και τα αρνητικά συναισθήματα που τους διακατείχαν μέσα από όλη αυτή την κατάσταση (αποτυχία, φόβο, ενοχές, άρνηση κ.ά.).

«Συμμετείχαμε κατά κάποιον τρόπο (με τη στάση μας) στη χρήση του γιού μας … τώρα μαζί με τον σύζυγο προσπαθούμε να βελτιώσουμε όσο γίνεται την κατάσταση».
[3ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Κλείναμε τα μάτια στο πρόβλημα λες και δεν υπήρχε».
[14ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Επίσης, όσον αφορά στις έμφυλες διαφοροποιήσεις, οι μητέρες εμφανίζονται να βρίσκονται πιο κοντά στα παιδιά τους, να είναι περισσότερο προστατευτικές και ευάλωτες συναισθηματικά απ’ ότι οι άνδρες σύζυγοί τους, γεγονός που το αποδίδουν σε βιολογικούς παράγοντες (οι μητέρες πάλι που θεωρούν ότι είναι το βιολογικό στοιχείο που τις κάνει να είναι πιο προστατευτικές και ευάλωτες συναισθηματικά απέναντι στα παιδιά τους) και κοινωνικό-πολιτισμικούς (περιλαμβάνουν πολιτισμικά στοιχεία, καθώς είναι απόψεις που μεταφέρονται και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και από τα πρότυπα και τα σύμβολα που παρέχει η εκάστοτε κοινωνία που ζει και μεγαλώνει κάποιος). Θεωρούν ότι ως γυναίκες – μητέρες σε αρκετές περιπτώσεις νοιάζονται περισσότερο για την εξέλιξη των παιδιών τους (στη συγκεκριμένη περίπτωση του εξαρτημένου μέλους) σε σχέση με τους άνδρες – συζύγους και ότι αυτό οφείλεται στα πολιτισμικά στοιχεία που επικρατούν τόσο στην τοπική όσο και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία. Για τις μητέρες είναι ξεκάθαρο ότι η κουλτούρα της κοινωνίας τους έχει αναθέσει τον ρόλο να είναι πιο κοντά στα παιδιά τους απ’ ότι οι άνδρες σύζυγοι τους.

Στους προαναφερθέντες παράγοντες, αποδίδουν σε σημαντικό βαθμό και την απουσία των συζύγων τους από το Κέντρο Οικογενειακής Υποστήριξης του ΚΕΘΕΑ στη Μυτιλήνη. Οι μητέρες δεν παραλείπουν να σχολιάσουν το γεγονός ότι οι σύζυγοί τους δε συμμετέχουν και δεν παρακολουθούν προγράμματα απεξάρτησης, καθώς οι ίδιοι θεωρούν ότι είτε δε θέλουν να αποδεχτούν το πρόβλημα, είτε δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητά του έχοντας άγνοια, είτε βάζουν σε προτεραιότητα άλλα θέματα όπως την εργασία τους. Τέλος, αρκετές μητέρες αναγνωρίζουν και θεωρούν απαραίτητη τη συμβολή του συζύγου στην προσπάθεια που κάνουν για να υποστηρίξουν την οικογένειά τους, αλλά πιστεύουν παράλληλα πως ο ρόλος της γυναίκας σε πολλές περιπτώσεις είναι καθοριστικός και μπορεί να διαμορφώσει μία νέα κατάσταση στο οικογενειακό περιβάλλον. Μόνο δύο ζευγάρια γονέων συμμετείχαν στη συγκεκριμένη έρευνα.

«Η μητέρα που γεννά το παιδί είναι αλλιώς από τον άνδρα».
[3ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Ο άνδρας μου έβαζε άλλες προτεραιότητες τη δουλειά και την προσωπική του ζωή».
[5ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Οι μητέρες θεωρούν υποχρέωση να βοηθήσουν τα παιδιά τους και είναι πιο συναισθηματικές από τους πατέρες».
[7ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Δε με στήριξε ο σύζυγος μου, είμαι μόνη μου σε αυτή την προσπάθεια που κάνω για το παιδί μας … Ήμουν η μαμά και έπρεπε να τρέχω. Οι πατεράδες δεν έχουν το ίδιο δέσιμο με τα παιδιά τους όπως η μάνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τα αγαπούν και δεν τα νοιάζονται».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Αρνητικά συναισθήματα

Οι γονείς δεν παραλείπουν να αναφερθούν εκτενώς σε όλες τις συνεντεύξεις τους για τα αρνητικά συναισθήματα από τα οποία διακατέχονται ή περιβάλλονται ακόμη (ενοχές, απογοήτευση, λύπη, αδυναμία, οργή, απόγνωση κ.ά.). Ενώ, μερικές φορές δεν παραλείπονται φράσεις από τους γονείς σε σχέση με την εξάρτηση του παιδιού τους, που δείχνουν πόσο συναισθηματικά είναι επηρεασμένοι και φορτισμένοι. Επίσης, αναφέρουν σε ποιο βαθμό το συγκεκριμένο θέμα που εμφανίστηκε στην οικογένεια έχει διαμορφώσει με αρνητικό τρόπο τη ζωή τους, και σε ποιο βαθμό κάποιοι έχουν ταυτιστεί με την κατάσταση του ίδιου του παιδιού:

«Αισθανόμουν πολλές φορές αποτυχημένη ως μάνα, είχα ενοχές ως γονέας απέναντι σε όλους».
[2ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Ως γονιός αισθανόμουν ότι απέτυχα και ότι εγώ ευθύνομαι για την κατάσταση του…».
[7ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Μερικές φορές νιώθω ότι όσο κινδυνεύει η ζωή του, δεν έχω ζωή και εγώ».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Δεν προχωράει η ζωή όταν έχεις ως γονιός ένα τέτοιο πρόβλημα».
[10ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Υπήρχαν φορές που δεν ήθελα το ίδιο μου το παιδί με αυτά που έκανε».
[12ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Επιπροσθέτως, το περιουσιακό στοιχείο και η μεταβίβασή του από γονιό σε παιδί, εκφράστηκε ότι απασχολεί σε μεγάλο βαθμό αρκετούς από τους γονείς που συμμετείχαν στην έρευνα. Θεωρούν ότι αν δεν απεξαρτηθεί το παιδί τους ολοκληρώνοντας κάποιο ειδικό πρόγραμμα, η μεταβίβαση της περιουσίας τους σε εκείνο/η πριν ή αφού αποβιώσουν, μπορεί να αποβεί μοιραίο, πρώτα από όλα για εκείνον/η, που το πιθανότερο είναι να ξοδεύει χρήματα και να πουλάει αντικείμενα, προκειμένου να πάρει τη δόση του/της και έτσι να οδηγηθεί πιο γρήγορα στον θάνατο. Είναι μία ανησυχία των γονέων, που, κυρίως σε εκείνους που είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, περνάει όλο και πιο συχνά, όπως είπαν, από το μυαλό τους.

«Όσο περνάνε τα χρόνια σκέφτομαι και προβληματίζομαι τι θα κάνω και που και αν μπορώ να του αφήσω την περιουσία που μας άφησε ο πατέρας του».
[10ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Φοβάμαι να του αφήσω το παραμικρό από την περιουσία μας γιατί γνωρίζω την κατάσταση που θα περιέλθει ο ίδιος αλλά και τα πάντα».
[11ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Πώς να εμπιστευτείς ένα τέτοιο άτομο ακόμα και παιδί σου να είναι, αν σου έχει αποδείξει μέχρι τώρα, πως προκειμένου να πάρει τη δόση του πουλάει τα πάντα, ρισκάροντας για τη ζωή του».
[15ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Γονείς και Δομές απεξάρτησης σε τοπικό και εθνικό επίπεδο

Για όλους τους γονείς που συμμετείχαν στην έρευνα, αποτελεί σημαντικό και κομβικό σημείο η χρονική στιγμή που απευθύνθηκαν στο ΚΕΘΕΑ για υποστήριξη. Όπως ανέφεραν, άλλοι σε μεγαλύτερο βαθμό και άλλοι σε μικρότερο, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που υποστηρίζονται από τη μονάδα οικογενειακής υποστήριξης το ΚΕΘΕΑ, τους βοήθησε να αποδεχτούν το πρόβλημα του παιδιού τους, να ενδυναμώσουν ψυχολογικά οι ίδιοι και να εκπαιδευτούν με τρόπους που θα μπορούσαν να είναι υποστηρικτικοί για τα παιδιά τους.

Αρκετοί από αυτούς, πριν απευθυνθούν στο ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης, είχαν ζητήσει υποστήριξη για το πρόβλημά τους από δομές και υπηρεσίες κοινωνικής και ψυχικής υγείας, ιδιώτες ψυχολόγους και ψυχίατρους, καθώς και από κλινικές αποτοξίνωσης και άλλα κέντρα απεξάρτησης (Λέσβος, Αθήνα και Θεσσαλονίκη). Κάποιοι υποστήριξαν ότι δεν πήραν τη βοήθεια που περίμεναν ως προς το συγκεκριμένο θέμα (της εξάρτησης) από τις προαναφερθείσες υπηρεσίες ή κέντρα και αισθάνονται ότι στο ΚΕΘΕΑ υποστηρίζονται καλύτερα, ενώ τους ταιριάζει περισσότερο και ως πλαίσιο θεραπείας.

Σε τοπικό επίπεδο, θεωρούν ότι υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερο βαθμό ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης αναφορικά με το φαινόμενο των εξαρτήσεων από τις τοπικές δομές και υπηρεσίες. Επιπλέον, θεωρούν απαραίτητο το κράτος να ενισχύσει και να στηρίξει περισσότερο τις υπάρχουσες δομές απεξάρτησης, προκειμένου να καλύπτονται επαρκώς και σε μεγαλύτερο βαθμό οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες της τοπικής κοινωνίας. Φαίνεται, πως για διάφορους λόγους, πολιτισμικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία του κράτους, υπάρχουν δυσκολίες σύνδεσης μεταξύ οικογένειας, τοπικών δομών και πολιτείας.

«Δεν είχα ιδέα γι’ αυτά τα πράγματα, καμία ενημέρωση από πουθενά».
[4ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Το κράτος παρά την κρίση που περνάμε, οφείλει να στηρίζει και να έχει Θεραπευτικά Προγράμματα στην επαρχεία, γιατί δεν είναι εύκολο ο καθένας να αφήνει τη δουλειά του, την οικογένειά του και να τρέχει από εδώ και από εκεί».
[5ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Είναι πολύ σημαντικό ο γονέας να γνωρίζει ότι υπάρχει κάποιο Πρόγραμμα ειδικά για την περίπτωσή του, ώστε να πάει εκεί για να βοηθηθεί».
[6ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Στα νησιά έχουμε ανάγκη από τέτοια Προγράμματα όπως το ΚΕΘΕΑ, διότι πολλοί γονείς δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να πηγαίνουμε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για να επισκεφτούμε τέτοιες υπηρεσίες».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

 

Οικογένεια και αλλαγή

Για την πλειοψηφία των γονέων που συμμετείχαν στην έρευνα, οι αλλαγές που έκαναν σε σχέση με τον εαυτό τους, μέσα από την παρακολούθηση των υπηρεσιών του Κέντρου στη Μυτιλήνη, φαίνεται να θεωρείται πολύ σημαντικό εφόδιο για τη βελτίωση της ατομικής τους ζωής αλλά και του οικογενειακού κλίματος. Η αλλαγή λειτουργεί για τους γονείς ως «ουσία» που μεταβάλλει μία κατάσταση, που σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται αν έχει παγιωθεί ή αλλιώς λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός για ένα καλύτερο και ευδόκιμο, για τα μέλη του, οικογενειακό περιβάλλον. Υπήρξαν, βέβαια και γονείς, που όπως ανέφεραν, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να πετύχουν πράγματα, σύμφωνα με κατευθύνσεις που παίρνουν από την θεραπευτική ομάδα του Κέντρου που συμμετέχουν.

«Πλέον έχουμε αλλάξει σε πολλά θέματα, αποδεχθήκαμε το πρόβλημα του γιού μας και μέσα από τα όρια, τους κανόνες και την αλλαγή στη συμπεριφορά μας, απέναντί του έχουμε δει και αισθανθεί ότι είμαστε καλύτερα και ζούμε με τον σύζυγό μου καλύτερα».
[9ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Στο ΚΕΘΕΑ έπαψα να κλείνω τα μάτια στο πρόβλημα και να το αποφεύγω».
[10ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Δεν τολμούσαμε με τη σύζυγό μου να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας και να δούμε τα λάθη μας, έκανα επτά χρόνια να αναλάβω τον ρόλο του γονέα, έμαθα να θωρακίζομαι και να μην επιτρέπω σε κανέναν να με χειριστεί, ήμουν στη λάσπη ως γονιός και βγήκα στην επιφάνεια στο νερό».
[11ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Μέσα στο Κέντρο γνώρισα τις αδυναμίες και τις δυνατότητές μου».
[14ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

 

Γονείς και τοπική κοινωνία

Όσον αφορά στη σχέση – σύνδεση μεταξύ γονέων και τοπικής κοινωνίας, φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τους γονείς. Οι αντιλήψεις και η κουλτούρα της τοπικής κοινωνίας λειτουργούν αρνητικά στο οικογενειακό περιβάλλον που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της εξάρτησης. Έτσι, η οικογένεια επιβαρύνεται περισσότερο συναισθηματικά, προσπαθεί να κρύψει το θέμα της εξάρτησης, αντί να ζητήσει βοήθεια και υποστήριξη από κάποια εξειδικευμένη υπηρεσία, διότι φοβούνται ότι η τοπική κοινωνία θα τους περιθωριοποιήσει, τόσο τους ίδιους όσο και τα παιδιά τους. Στα χωριά, όπου η κοινωνία είναι ακόμα πιο «κλειστή» φαίνεται κάποιοι γονείς να δυσκολεύονται περισσότερο να διαχειριστούν πρόσωπα και καταστάσεις, από κάποιους που ζουν στο κέντρο του νησιού. Έτσι, επιλέγουν αρκετοί από εκείνους να «κρύβουν» το πρόβλημα και να το συντηρούν.

«Δεν έχουν σε εκτίμηση τους χρήστες και σχολιάζουν τους γονείς, ότι δεν μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά τους και ότι δεν αξίζουν για γονείς».
[2ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Ένιωθα ντροπή μη μας δουν με τον σύζυγό μου που θα χτύπαγα την πόρτα του ΚΕΘΕΑ».
[7ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Πολλές φορές ερχόμουν αντιμέτωπη με τα υπονοούμενα των γύρω μου για το παιδί μου και αισθανόμουν χάλια».
[8ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Δεν άντεχα και μέχρι σήμερα δεν αντέχω τους χαρακτηρισμούς της τοπικής κοινωνίας για τα άτομα που έχουν τέτοιο θέμα, τους λεν ‘αλήτες – ναρκομανείς’».
[10ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

Είναι εμφανές από το βίωμα των γονέων ότι μέχρι και το συγγενικό περιβάλλον είναι σύμφωνα με τα λόγια τους σε αρκετές περιπτώσεις σκληρό και επικριτικό μαζί τους, ενώ θα επιθυμούσαν οι συγγενείς (από εκείνους έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις από ότι με τους γνωστούς) να είναι σύμμαχοι στη δύσκολη προσπάθεια που κάνουν και όχι να τους έχουν απέναντί τους και σε κάποιες περιπτώσεις από άγνοιά τους οι συγγενείς να ενισχύουν την εξαρτητική και παραβατική συμπεριφορά του παιδιού τους.

«Αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια και άνεση να μιλάς για το πρόβλημα σου σε άτομα που ζουν εκτός Λέσβου, για παράδειγμα όταν είχα πάει για κάποιο λόγο στην Αθήνα και συνάντησα μια πολύ καλή μου φίλη, ήταν ευκολότερο για μένα να μιλήσω γι’ αυτό που με απασχολεί».
[3ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

«Δεν μπορώ να μοιραστώ το πρόβλημά μου με τους συγγενείς, διότι θα κρίνουν όλους μας».
[5ο μέλος οικογενειακής υποστήριξης]

 

Συζήτηση

Μέσα από την επεξεργασία των στοιχείων της έρευνας, αναδείχθηκε ο αρχικός σκοπός της παρούσας μελέτης, δηλαδή, η ανάδειξη των συνθηκών που βιώνουν οι γονείς και οι μεταβολές που υφίσταται η οικογένεια, όταν κάποιο μέλος της αντιμετωπίζει θέμα εξάρτησης από κάποια ουσία, καθώς και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ οικογένειας, κράτους, τοπικής κοινωνίας και εξάρτησης από ψυχότροπες ουσίες. Σε καμία περίπτωση, στόχος της έρευνας δεν είναι να θεωρηθεί ως αποκλειστικά υπεύθυνη η οικογένεια, αναφορικά με την κατάσταση του εξαρτημένου παιδιού της (η εξάρτηση είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο), αλλά να περιγραφούν οι συνθήκες και οι καταστάσεις που βιώνει η οικογένεια, με την εμφάνιση της εξάρτησης, εντός και εκτός του οικιακού χώρου.

Ειδικότερα, η ανάλυση των συνεντεύξεων έδειξε ότι η εξάρτηση από ουσίες κάποιου μέλους της οικογένειας αφορά, πρωταρχικά, στην οικογένεια, εφόσον, όπως διαπιστώνεται από τις απόψεις και τα βιώματα των περισσότερων συμμετεχόντων γονέων, η οικογένεια και κυρίως οι γονείς σηκώνουν όλο το πολιτισμικό και συναισθηματικό βάρος που τους μεταφέρει, τόσο η κοινωνία, όσο και το ίδιο το εξαρτημένο άτομο. Η παραπάνω αντίληψη φαίνεται να επηρεάζει με αρνητικό τρόπο τις ζωές των γονέων και αυτό το συνειδητοποιούν ακόμα περισσότερο όταν απευθύνονται σε κάποιο θεραπευτικό Πρόγραμμα για υποστήριξη και συνειδητοποιούν την κατάσταση και την οικογενειακή συνθήκη κάτω από την οποία ζουν.

Αναφορικά με την αιτιολόγηση για τη συγκεκριμένη συνθήκη που βιώνει η οικογένεια, σύμφωνα με τους γονείς του εξαρτημένου μέλους, κύριος υπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικογένεια είναι τα ίδια τα μέλη της και το εξαρτημένο μέλος της, αλλά και σε περιπτώσεις που κάποιοι γονείς παρακολουθούν για μικρό χρονικό διάστημα το πρόγραμμα, φαίνεται να θεωρούν υπαίτιους για τη χρήση του παιδιού τους, τις παρέες και λιγότερο το οικογενειακό περιβάλλον. Οι γονείς που δέχονται τις υπηρεσίες οικογενειακής υποστήριξης του ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από άλλους, έχουν από κοινού την άποψη ότι πρώτα το πρόβλημα αυτό ξεκίνησε από τη μη σωστή οργάνωση και λειτουργία της οικογένειας. Το παραπάνω σχετίζεται με την κυρίαρχη άποψη που επικρατεί στην κοινωνία, λόγω κοινωνικό-πολιτισμικών χαρακτηριστικών και που συνδέει τον χρήστη ουσιών με την οικογένεια.

Επίσης, οι γονείς, στην πλειονότητά τους, εστίασαν στο γεγονός ότι με την εμφάνιση της χρήσης ουσιών στο σπίτι διαταράσσεται το οικογενειακό κλίμα, η λειτουργία της οικογένειας και του συγγενικού συστήματος, οι ρόλοι των γονέων και επηρεάζεται κοινωνικό-ψυχολογικά το κάθε μέλος της οικογένειας. Ειδικότερα, εξαιτίας της εμφάνισης της χρήσης ουσιών στο σπίτι από κάποιο μέλος της, παρατηρούνται σε μεγαλύτερο βαθμό έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας, συχνές εντάσεις και αρνητικά συναισθήματα.

Ένας άλλος σημαντικός άξονας, που υπογραμμίστηκε από τους γονείς, αφορά στην ατομική αλλαγή των γονέων μέσα από την προσπάθεια που κάνουν στο συγκεκριμένο Πρόγραμμα. Σε συνάφεια με αυτό, αρκετοί στον αριθμό υποστηρίζουν ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα, που βελτίωσε την ποιότητα της ζωής τους και συνέβαλλε σε κάποιες περιπτώσεις στην επαναλειτουργία της οικογένειας και στην κινητοποίηση του εξαρτημένου μέλους, ώστε να είναι δεκτικό για υποστήριξη και θεραπεία.

Η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι θεωρούν πως είναι σε μεγαλύτερο βαθμό συνδεδεμένες με τα παιδιά τους, λόγω του ότι είναι πιο ευαίσθητες με αυτά και ενεργοποιούνται πιο εύκολα από τους άνδρες συζύγους τους, προκειμένου να απευθυνθούν σε κάποιο Πρόγραμμα απεξάρτησης. Πιστεύουν, επίσης, ότι από τη «φύση» τους ως γυναίκες-μητέρες είναι διαμορφωμένες, ώστε μέσα από τη στάση και την συμπεριφορά τους να είναι πιο κοντά στα παιδιά τους σε σχέση με τους άνδρες-συζύγους τους και, επιπλέον, ότι αυτή είναι μία αντίληψη που είναι άμεσα συνυφασμένη με τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας από γενιά σε γενιά και στο πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και μεγάλωσαν. Έτσι εξηγούν και το γεγονός ότι περισσότερες γυναίκες-γονείς συμμετέχουν στα Κέντρα Οικογενειακής Υποστήριξης Προγραμμάτων που παρέχουν υπηρεσίες σε γονείς εξαρτημένων ατόμων, όπως συμβαίνει στο ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης. Σε κάποιες περιπτώσεις οι μητέρες – σύζυγοι δεν παραλείπουν να υποστηρίξουν την σημασία που έχει η παρουσία του πατέρα στο Πρόγραμμα, στην προσπάθεια που κάνουν για υποστήριξη της οικογένειάς τους και ότι θα τον ήθελαν σε μεγαλύτερο βαθμό «σύμμαχό» τους.

Συνεχίζοντας, οι γονείς, ανεξαρτήτου φύλου, υποστήριξαν ότι λόγω της κλειστής τοπικής κοινωνίας στην οποία ζουν, δυσκολεύονται τόσο να απευθυνθούν σε κάποιο Κέντρο εξειδικευμένο αναφορικά με το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, όσο και να αισθάνονται άνετα με αυτό σε σχέση με τους συντοπίτες τους, εφόσον, όπως ανέφεραν, η αρνητική αντίληψη και άποψη που έχουν οι συγγενείς, οι γνωστοί και η ευρύτερη τοπική κοινωνία για τους χρήστες ουσιών και για την οικογένειά τους (τους γονείς κυρίως), αναγκάζει στην ουσία τους γονείς να αποκρύπτουν το πρόβλημά τους με όποια συνέπεια γι’ αυτούς, να μην εμπιστεύονται να το μοιραστούν με κάποιον ακόμα και με συγγενή τους (οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις αναπαριστούν και υποκαθιστούν τον ρόλο των γονέων με το να είναι πιο κοντά στα παιδιά τους) και να αποτελεί παράλληλα το παραπάνω εμπόδιο, στο να απευθυνθούν για υποστήριξη σε κάποια σχετική δομή, μήπως τους δουν και τους σχολιάσουν έως και τους στιγματίσουν οικογενειακώς. Τέλος, κάποιοι συνεντευξιαζόμενοι πιστεύουν ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν κάνει βήματα, ως προς την οπτική που βλέπουν και αντιμετωπίζουν την εξάρτηση και το εξαρτημένο άτομο.

Όσον αφορά στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των γονέων και των διάφορων δομών και υπηρεσιών κοινωνικής και ψυχικής υγείας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, φαίνεται ότι οι γονείς που απευθύνθηκαν στο ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης είναι έως τώρα ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες που λαμβάνουν και κάποιοι ανέφεραν περισσότερο από άλλες αντίστοιχες δομές, που επισκέφτηκαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Αυτό που τους έχει κάνει εντύπωση και θα ήθελαν σε μεγαλύτερο βαθμό είναι η μεγαλύτερη συχνότητα ενημερώσεων της τοπικής κοινωνίας για θέματα εξάρτησης, ώστε να έχουν μεγαλύτερη γνώση για τις ψυχότροπες ουσίες. Επίσης, κρίνουν αναγκαία την ενίσχυση των τοπικών δομών και υπηρεσιών από το κράτος, ώστε να καλύπτονται σε μεγαλύτερο βαθμό οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες των ίδιων και των οικογενειών τους.

Τέλος, είναι εμφανές ότι παράμετροι όπως οι οικογενειακοί δεσμοί, το συγγενικό δίκτυο και η επαφή με αυτό, η μεταβίβαση της περιουσίας, το φύλο, το κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο, συνθέτουν και συνδιαμορφώνουν αυτό που αποκαλούμε οικογένεια τον 21ο αιώνα στην Ελλάδα.

Μέσα από την επεξεργασία των παραπάνω στοιχείων γεννιέται η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα. Θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να μελετηθεί μεγαλύτερο δείγμα ανδρών, ώστε να παρουσιαστεί σε μεγαλύτερο βαθμό η δική τους οπτική και θέση αναφορικά με τη συνθήκη που βιώνουν στο σπίτι (λόγω του εξαρτημένου μέλους), καθώς και το πώς αισθάνονται και αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του παιδιού τους. Στην παραπάνω έρευνα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο αριθμός των ανδρών ήταν μικρότερος από των γυναικών που συμμετείχαν.

Επιπρόσθετα, ενδιαφέρον θα είχε να μελετηθεί μελλοντικά το ποσοστό των γονέων που ολοκλήρωσαν από τις υπηρεσίες οικογενειακής υποστήριξης του ΚΕΘΕΑ Μυτιλήνης, το ποσοστό εκείνων που διέκοψαν και για ποιον λόγο, καθώς και ο αριθμός των γονέων που κατάφεραν να κινητοποιήσουν το παιδί τους για θεραπεία και εκείνο να ολοκληρώσει, παράλληλα με εκείνους, κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ.

Επίσης, μία έρευνα που θα είχε αντικείμενο «τα αδέρφια» των εξαρτημένων ατόμων στην Μυτιλήνη, ενδεχομένως να έδινε μία άλλη οπτική, τόσο του οικογενειακού περιβάλλοντος, όσο και του ρόλου και της κατάστασης, την οποία βιώνουν τα αδέρφια στην κλειστή τοπική κοινωνία του νησιού.

Εξίσου σημαντική θα ήταν μία αντίστοιχη μελέτη σε άλλο νησί του Αιγαίου, ώστε να πραγματοποιηθεί μία συγκριτική μελέτη, όπου θα έδινε χρήσιμα στοιχεία και συμπεράσματα για την εξάρτηση στις συγκεκριμένες τοπικές κοινωνίες. Η συγκεκριμένη έρευνα θα είχε θετική συμβολή στο έργο των επαγγελματιών κοινωνικής και ψυχικής υγείας, καθώς και στην εκτίμηση των τοπικών αναγκών. Τέλος, θα αναδείκνυε σημαντικά κοινωνικό – πολιτισμικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με το οικογενειακό περιβάλλον των εξαρτημένων ατόμων, αλλά και με την εξάρτηση.

Βιβλιογραφία

Γεωργάκας, Π. (2007). Εξάρτηση Μια Ατομική Επιλογή Απεξάρτηση Μια Συλλογική Διαδικασία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο.

Γκέφου-Μαδιανού, Δ. (1998). Ανθρωπολογική Θεωρία και Εθνογραφία. Σύγχρονες Τάσεις. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Καντσά, Β. (2015). Ανθρωπολογία της συγγένειας. Ενότητα 8: Οικογένεια και οικιακή ομάδα. Πανεπιστήμιο Αιγαίου τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας.

Κάντσα, Β. (2006). «Μια Άρρηκτη Σχέση: Η Συνύπαρξη Φύλου και Συγγένειας στην Ανθρωπολογική Θεωρία και Πρακτική». Σύγχρονα Θέματα 94: 72-78.

Μάτσα, Κ. (1994). Ο Τοξικομανής στο Ρόλο του Εξιλαστήριου Θύματος της Οικογένειας και της Κοινωνίας. Τετράδια Ψυχιατρικής, 45, 83-91.

Παπαταξιάρχης, Ε., & Παραδέλλης Θ. (2006). Ταυτότητες και Φύλο στη Σύγχρονη Ελλάδα, Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις. Αθήνα, Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια.

Παπατριανταφύλλου Σ. (2017). Εξάρτηση και Εξαρτήσεις. Αθήνα: Π. Ασημάκης.

Τουντασάκη, Ε. (2008). Ανθρωπολογικές Θεωρήσεις της Συγγένειας κατά τον 20ο Αιώνα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Abu-Lughod L. 1991. «Writing against culture». In: Recapturing working in the Present. Edited by Richard G. Fox,  research Press Santa Fe, New Mexico.

Carlson, R., Singer, M., Stephens, R., Sterk,C. (2009). «Reflections on 40 years of ethnographic drug abuse research: Implications for the Future». J Drug Issues: 39:57-70.

Gefou – Madianou D. (1992), Alcohol, Gender and Culture. London, New York: Routledge.

Jones D. (1970). «Towards a Native Anthropology». Human Organization, Vol 29, No. 4, pp. 251-259, City University of New York.

Loizos, P., & Papataxiarchis, Ε. (1991). Contested Identities: Gender and Kinship in Modern Greece. Πρίνστον: Princeton University Press

Papataxiarchis, E. (1995). «Male Mobility and Matrifocality in the Aegean Basin». In Brother and Others: Essays in Honor of John Peristiany. Damianakos, Stathis, Marie-Elisabeth Handman, and Others, eds. Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.

Schneider, D. (1968). American Kinship. A Cultural Account. Σικάγο –Λονδίνο: The University of Chicago Press. – 1972, «What is Kinship All About?» Στο Reining P., (επιμ.), Kinship Studies in the Morgan Centennial Year, 32-63. Ουάσιγκτον: The Anthropological Society of Washington.

Stephenson John B. & Greer L. Sue (1981). «Ethnographers in Their Own Cultures: Two Appalachian Cases». Human Organization 40 (2): 123-130, U.S.A.

Singer, M. (2012) «Anthropology and Addiction: An Historical Review». Addiction and its Sciences. Department of Anthropology, University of Connecticut, CT USA 107, 1747-1755.

Print Friendly, PDF & Email