Στις ομάδες 12-βημάτων, η προσφορά βοήθειας βοηθάει αυτόν που την προσφέρει

 

Sarah E. Zemore, Lee Ann Kashutas & Lyndsay N. Ammon

 

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Τζάλα

Περίληψη

Στόχοι: Η αρχή της θεωρίας της αμοιβαίας βοήθειας υποστηρίζει ότι στις ομάδες αυτοί που βοηθούν άλλους βοηθούν τον εαυτό τους. Η παρούσα μελέτη εξετάζει εάν τα άτομα που κάνουν θεραπεία για προβλήματα χρήσης αλκοόλ ή ναρκωτικών ωφελούνται προσφέροντας βοήθεια σε άλλους και με ποιον τρόπο αυτή η προσφορά βοήθειας σχετίζεται με την εμπλοκή τους στα 12-βήματα.

Σχεδιασμός: Μακροχρόνια θεραπευτικά αποτελέσματα.

Συμμετέχοντες: Ένα δείγμα 279 εξαρτημένων ατόμων από αλκοόλ ή/ και ναρκωτικά (162 άνδρες, 117 γυναίκες) σε μια κοινότητα με διαφορετικές εθνότητες, συγκεντρώθηκε μέσω του τύπου ή μέσω παραπομπών από θεραπευτικές δομές από την περιοχή της Northern California Bay. Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν σε ένα από τα προγράμματα των τεσσάρων ημερών.

Μετρήσεις: Ένα ερωτηματολόγιο ελέγχου της παροχής βοήθειας μέτρησε το χρόνο που ανάλωσαν οι συμμετέχοντες στη διάρκεια της θεραπείας, προσφέροντας βοήθεια σε άλλους με το μοίρασμα εμπειριών, εξηγώντας πώς να λάβουν βοήθεια και προσφέροντας συμβουλές για την εξεύρεση κατοικίας ή εργασίας. Οι μετρήσεις για την εμπλοκή στα 12-βήματα και για τα αποτελέσματα της χρήσης ουσιών διεξήχθησαν στην αρχή και στην έρευνα follow-up έπειτα από 6 μήνες.

Ευρήματα: Η προσφορά βοήθειας και η εμπλοκή στα 12-βήματα αναδύθηκαν ως σημαντικοί και συσχετιζόμενοι παράγοντες πρόβλεψης των αποτελεσμάτων της θεραπείας.  Στο γενικό δείγμα, η αποχή στο follow-up ήταν δυνατόν να προβλεφθεί με σαφήνεια από την εμπλοκή στα 12 βήματα στο follow-up αλλά όχι από την παροχή βοήθειας στη διάρκεια της θεραπείας.  Παρ’ όλα αυτά, η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας στα άτομα που συνέχιζαν να πίνουν κατά τη διάρκεια του follow-up, προέβλεπε μικρότερη πιθανότητα υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, ενώ οι επιδράσεις για την εμπλοκή στα 12-βήματα ήταν σαφείς.

Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υποστηρίζουν την αρχή της θεωρίας της αμοιβαίας βοήθειας και αποσαφηνίζουν τη διαδικασία των ομάδων των 12-βημάτων.

Λέξεις-κλειδιά: Ομάδες 12- βημάτων, Ανώνυμοι Αλκοολικοί, προσφορά βοήθειας, θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Εισαγωγή

Οι ομάδες 12-βημάτων, όπως οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί (ΑΑ), οι Ανώνυμοι Κοκαϊνομανείς (CA), και οι Ανώνυμοι Ναρκομανείς (ΝΑ) πιστεύουν ότι η θεραπεία είναι δυνατή με την προσφορά βοήθειας σε άλλους.  Η βιβλιογραφία των ομάδων των 12-βημάτων ενισχύει ρητά την προσφορά βοήθειας ως μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας, σημείο που ενισχύεται ιδιαίτερα από το δωδέκατο βήμα των ΑΑ: «έχοντας φτάσει στην πνευματική αφύπνιση ως αποτέλεσμα αυτών των βημάτων, προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε αυτό το μήνυμα και σε άλλους αλκοολικούς, και να εφαρμόσουμε αυτές τις αρχές σε όλες μας τις σχέσεις» (Alcoholics Anonymous World Service 1991).  Η προσφορά βοήθειας είναι επίσης ένα συστατικό των ομάδων 12-βημάτων: Η προσφορά βοήθειας ενισχύει τη σχέση «μέλους-αδελφού» και μπορεί να ενισχύσει το δεσμό της ομάδας και την επικοινωνία.  Ωστόσο, η ερευνητική δουλειά, που αναφέρεται στις σχέσεις που αναπτύσσονται κατά την προσφορά βοήθειας στις ομάδες των 12-βημάτων και στην απεξάρτηση από ουσίες, είναι περιορισμένη.  Το παρόν άρθρο βοηθάει στην κάλυψη του κενού αυτού διερευνώντας το ρόλο που έχει η προσφορά βοήθειας ανάμεσα σε ένα διαχρονικό δείγμα εξαρτημένων ατόμων.

Συμμετοχή στα Δώδεκα-βήματα και επανένταξη

Από τη συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση βγαίνει το συμπέρασμα ότι η συμμετοχή σε ομάδες 12-βημάτων μπορεί να αυξήσει τα θεραπευτικά αποτελέσματα σε προβληματικούς πότες (Emrick et.al 1993; Tonigan et.al 1996; McIntire 2000).  Επίσης, η μεγαλύτερη εμπλοκή έχει συνδεθεί με καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά στην κατανάλωση αλκοόλ (Emrick et al., 1993).  Παρομοίως, έρευνα στους Ανώνυμους Ναρκομανείς υποστηρίζει την αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης (Alfond et al.,1991; Johnsen & Herringer 1993; Christo & Franey, 1995; Toumboutou et al., 2003).  Παρ’ όλο που οι ερευνητές έχουν ασκήσει κριτική στις μεθοδολογικές βάσεις των ερευνών των 12-βημάτων (Emrick et.al 1993; Kownacki & Shadish, 1999), ωστόσο, ακόμα και οι αυστηρά μεθοδολογικές μελέτες έχουν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα (Emrick et al., 1993; Kownacki & Shadish, 1999).  Το πρόγραμμα MATCH, σε μια κλινική δοκιμή η οποία εξέτασε τα αποτελέσματα της σχέσης του ατόμου με τη θεραπεία, ανέφερε θετικές, αν και μετριοπαθείς συσχετίσεις ανάμεσα στη συμμετοχή στις ομάδες των 12-βημάτων και στα ποσοστά αποχής τόσο κατά τη διάρκεια της θεραπείας όσο και στη φάση του follow-up μετά από 12 μήνες (Tonigan, 2001).  Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τα ευρήματα της μετά-ανάλυσης του Emrick et al. (1993) για θετικές, μέτριες συσχετίσεις μεταξύ της συμμετοχής στις ομάδες των ΑΑ και στη χρήση αλκοόλ.  Οι αλλαγές στα κοινωνικά δίκτυα (Humphreys & Noke 1997; Longabaugh et al.,1998; Kaskutas et al., 2002), οι στρατηγικές αντιμετώπισης (Humphreys et al., 1999) ή/ και η συνολική ψυχολογική λειτουργία (Humphreys et al., 1997) μπορεί να εξηγήσουν τέτοιου είδους θετικές συσχετίσεις.

Παρά το προφανές όφελος της συμμετοχής στις ομάδες των 12-βημάτων υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν ότι τα περισσότερα άτομα που ζητούν θεραπεία για προβλήματα σχετικά με τις εξαρτήσεις, είτε δεν αρχίζουν ποτέ, είτε αποτυγχάνουν να παρακολουθήσουν τακτικά την ομάδα στη διάρκεια της θεραπείας (Tonigan, 2003).  Συνεπώς, οι ερευνητές προσπαθούν να εντοπίσουν κάποια καθοριστικά χαρακτηριστικά των ομάδων των 12-βημάτων με μικρή επιτυχία.  Παρ’ όλο που οι έρευνες των ΑΑ δείχνουν ότι τα μέλη της ομάδας είναι κυρίως λευκοί (86%) και άνδρες (67%) (Alcoholics Anonymous 1997), το φύλο, η φυλή και οι δημογραφικοί παράγοντες έχουν ασαφή ρόλο, εαν έχουν κάποιον, στην πρόβλεψη της εμπλοκής των ατόμων που έχουν προβλήματα αλκοολισμού στη θεραπεία (Emrick et al., 1993).  Παρομοίως, η έρευνα έχει αναδείξει ελάχιστους ισχυρούς ψυχολογικούς παράγοντες πρόβλεψης της ένταξης σε θεραπεία.  Στις εξαιρέσεις περιλαμβάνεται η σοβαρότητα του προβλήματος (Humphreys et al., 1991; Emrick et al., 1993; Humphreys et al., 1998b; Brown et al., 1991; Connors et al., 2001), και η πνευματικότητα (Fitchter 1982; Winzelberg & Humphreys 1999; Fiorentine & Hillhouse 2000; Tonigan et al., 2001b) που συσχετίζεται θετικά με την πρόβλεψη της ένταξης σε θεραπεία.

Οι στάσεις και οι συμπεριφορές που σχετίζονται με την προσφορά βοήθειας, παρ’ όλο που δεν έχουν μελετηθεί αρκετά μπορεί να έχουν διαφορετικούς ρόλους σε σχέση με τις ομάδες των 12-βημάτων.  Ο προσανατολισμός προς την προσφορά βοήθειας θα μπορούσε να δράσει ως επιρροή ή ως συνέπεια της εμπλοκής στα 12-βήματα.  Η προσφορά βοήθειας θα μπορούσε επίσης να διευκολύνει ή να μετριάσει το ρόλο της εμπλοκής στα αποτελέσματα της χρήσης ουσιών.  Ανεξάρτητα από τη σχέση της ένταξης στις ομάδες των 12-βημάτων, οι ενδείξεις υποδεικνύουν ότι η προσφορά βοήθειας αποτελεί σημαντική πηγή δύναμης για την ανάκαμψη.

Η προσφορά βοήθειας και η ανάκαμψη

Ο Frank Riessman, ερευνητής των ομάδων αμοιβαίας βοήθειας, πρότεινε ότι αρχή της αμοιβαίας βοήθειας (Riessman 1965, 1976) είναι ότι αυτοί που προσφέρουν βοήθεια σε άλλους εμμέσως βοηθούν τον εαυτό τους.  Κατά την άποψη του Riessman, η προσφορά βοήθειας ωφελεί αυτόν που την προσφέρει γιατί αυξάνει τη δέσμευσή του ως προς τη θεραπεία, την αντίληψη της αξίας του για τους άλλους, τον κοινωνικό του ρόλο και την αίσθηση της ανεξαρτησίας του.  Πράγματι, έρευνες στον γενικό πληθυσμό έχουν επανειλημμένως δείξει θετικούς συσχετισμούς ανάμεσα στην προσφορά βοήθειας και στην ψυχική υγεία (π.χ. λιγότερη κατάθλιψη και μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, Piliavin 2003).

Οι ιδέες του Riessman συμπίπτουν με τη θεωρία που άσκησε μεγάλη επιρροή ως προς τις διαδικασίες αλλαγής στην ομαδική θεραπεία (Yalom 1970, 1975).  O Yalom καταγράφει τον αλτρουισμό, την αίσθηση τού να προσφέρεις βοήθεια σε μέλη της ομάδας, μέσω του μοιράσματος και της προσφοράς, ως έναν από τους 12-θεραπευτικούς παράγοντες.  Υποστηρίζοντας την κεντρική ιδέα αυτού του παράγοντα, oι Emrick, Lassen & Edwards (1977), κάνοντας ανασκόπηση της βιβλιογραφίας των ΑΑ στις έμμεσες ή άμεσες αναφορές των παραγόντων του Yalom, βρήκαν ότι ο αλτρουισμός ήταν ο παράγοντας με τις περισσότερες παραπομπές.

Αυτές οι ποσοτικές μελέτες έχουν συνδέσει την προσφορά βοήθειας με τα αποτελέσματα της ομαδικής θεραπείας.  Οι Schiff & Bargal (2000), μελετώντας 11 ομάδες αμοιβαίας βοήθειας (πχ. Ανώνυμους Υπέρβαρους, Ανώνυμους Οφειλέτες και Ομάδες Ομοφυλοφίλων) βρήκαν ότι η ανταλλαγή βιωματικών γνώσεων συσχετιζόταν με την υποκειμενικά καλύτερη ποιότητα ζωής και την ομαδική ικανοποίηση.  O Maton (1988), παίρνοντας δείγματα από τρεις ομάδες (π.χ. Ανώνυμοι Υπέρβαροι, Ομάδα Σκλήρυνσης κατά Πλάκας και οι Σπλαχνικοί Φίλοι, μια ομάδα για πενθούντες), ανέφερε ότι η προσφορά υποστήριξης μπορούσε να προβλέψει λιγότερη κατάθλιψη, υψηλότερη αυτοεκτίμηση και μεγαλύτερη ομαδική ικανοποίηση.  Η τρίτη, μια αυστηρή μεθοδολογικά μελέτη ομάδας ατόμων με νοητικά προβλήματα, ανέφερε ότι όσο περισσότερες ήταν οι περιπτώσεις όπου παρατηρήθηκε προσφορά βοήθειας τόσο περισσότερο ανεπτυγμένη ήταν η ψυχοκοινωνική προσαρμογή (Roberts et al 1999).  Ωστόσο, καμία έρευνα δεν έχει μελετήσει την προσφορά βοήθειας ανάμεσα σε εξαρτημένα άτομα.

Η παρούσα μελέτη

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τρεις υποθέσεις που συσχετίζουν την εμπλοκή στις ομάδες των 12-βημάτων, την ανταλλαγή προσφοράς βοήθειας και τα θεραπευτικά αποτελέσματα:

  1. Μεγαλύτερη εμπλοκή στα 12-βήματα πριν τη θεραπεία (όπως μετρήθηκε στο σημείο έναρξης) θα προβλέψει μεγαλύτερη προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Οι ομάδες δώδεκα-βημάτων ενθαρρύνουν τα μέλη να βοηθήσουν τον εαυτό τους προσφέροντας βοήθεια σε άλλους, να μοιραστούν εμπειρίες, να ακούσουν ιστορίες, να φτιάξουν καφέδες σε συναντήσεις κτλ.  Συνεπώς, η εμπλοκή στα 12-βήματα πριν τη θεραπεία θα πρέπει να εξοικειώσει τα άτομα στην προσφορά βοήθειας, αυξάνοντας τη βοήθεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

  1. Περισσότερη προσφορά βοηθείας κατά τη διάρκεια της θεραπείας προβλέπει μεγαλύτερη εμπλοκή στα 12- βήματα κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας. Όπως ακριβώς η εμπλοκή στα 12-βήματα πριν τη θεραπεία πρέπει να εξοικειώνει τα άτομα στην προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προετοιμάζει τα άτομα να βοηθήσουν άλλα μέλη των ομάδων των 12-βημάτων, διευκολύνοντας τη μετάβαση στην κουλτούρα των ομάδων των 12-βημάτων.
  2. Περισσότερη προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μεγαλύτερη εμπλοκή στις ομάδες των 12-βημάτων προβλέπει καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας. Θα έπρεπε η προσφορά βοήθειας και η εμπλοκή στις ομάδες των 12-βημάτων, βασιζόμενη σε προηγούμενη ανασκόπηση, να επηρεάσει τα αποτελέσματα της θεραπείας θετικά (περιλαμβανόμενης της αποχής και της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ).

Μέθοδος

Δείγμα

Συλλέχθηκε ένα δείγμα (n=279) εξαρτημένων ατόμων, ή ατόμων από την κοινότητα μεταξύ του Μαΐου του 1998 και του Δεκεμβρίου του 2000 από την περιοχή της Northern California Bay.  Η συλλογή των στοιχείων, βάσει του πρωτοκόλλου, ήταν εντατική, συγκεντρώνοντας τους συμμετέχοντες μέσω τηλεοπτικών διαφημίσεων (35%), διαφημίσεων σε εφημερίδες και αφίσες (26%) και μέσω τοπικών προγραμμάτων απεξάρτησης (39%).  Για να πάρουν μέρος στην έρευνα οι συμμετέχοντες έπρεπε να είναι από 18 ετών και άνω, με διάγνωση εξάρτησης από το αλκοόλ ή/ και τις εξαρτησιογόνες ουσίες, χωρίς ιστορικό ψυχώσεων, με σταθερή κατοικία και με 72 ή παραπάνω ώρες αποχής από τη χρήση.  Οι συμμετέχοντες έπρεπε να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για συμμετοχή σε μια τυχαία δοκιμή.  Στις προϋποθέσεις για συμμετοχή προβλεπόταν ότι οι συμμετέχοντες δε θα συμμετείχαν σε θεραπεία (πέραν της αποτοξίνωσης) τις προηγούμενες 30 ημέρες.  Η θεραπεία ήταν δωρεάν και περιελάμβανε τα έξοδα μετακίνησης.  Οι εξετάσεις και οι συνεντεύξεις διεξήχθησαν από προσωπικό έρευνας.  Οι συμμετέχοντες έλαβαν $85 για τη συμμετοχή τους.

Ένα σύνολο από 822 άτομα έδωσαν τηλεφωνική συνέντευξη.  Από αυτούς οι 303 αποκλείστηκαν γιατί δεν είχαν ολοκληρώσει την αποτοξίνωση (69%), ή είχαν ψυχιατρικά προβλήματα, ή χρειάζονταν φροντίδα διαφορετικού τύπου (11%), ή βρίσκονταν σε θεραπεία κατά την περίοδο των 30 ημερών (9%) ή για άλλους λόγους (11%). Από τους υπόλοιπους 519, οι 302 παρουσιάστηκαν για την αρχική συνέντευξη. Δεν υπήρχαν διαφορές όσον αφορά στο φύλο, ωστόσο, οι μη λευκοί απουσίαζαν λίγο πιο συχνά από τους λευκούς (p=0.02). Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν τυχαία, από τους ερευνητές, σε ένα από τα τέσσερα θεραπευτικά προγράμματα. Το 92% των συμμετεχόντων που ολοκλήρωσε την αρχική συνέντευξη έδωσε δεδομένα στη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας και περιλήφθηκε στην ανάλυση.

Το τελικό δείγμα (162 άνδρες, 117 γυναίκες) περιελάμβανε άτομα με διάγνωση τοξικοεξάρτησης (39%), εξάρτησης από αλκοόλ (27%) και εξάρτησης από αλκοόλ και εξαρτησιογόνες ουσίες (34%).  Το 51% των συμμετεχόντων ήταν λευκοί, το 37% έγχρωμοι, το 9% ισπανικής καταγωγής, και το 3% άλλοι, από διάφορες ηλικιακές ομάδες (μέσος όρος=41, SD=9.3, εύρος=19-75) και με διαφορετικό εισόδημα (μέσος όρος=$6718, SD=$14.347) παρ’ όλο που το 5% δήλωσε πως κερδίζει λιγότερα από $25.000 το χρόνο.  Ο μέσος όρος της σοβαρότητας του προβλήματος ήταν υψηλός (πχ. ASI Σοβαρότητα Αλκοολισμού, μέσος όρος=0.39, SD= 0.33 και ASI Σοβαρότητα Τοξικοεξάρτησης, μέσος όρος=0.15, SD=0.12). Οι περισσότεροι (72%) είχαν δεχτεί προηγούμενη θεραπεία για χρήση ουσιών και οι περισσότεροι (85%) δήλωσαν προηγούμενη συμμετοχή σε ομάδες 12-βημάτων.

Χώροι μελέτης

Οι χώροι μελέτης ήταν τρία προγράμματα για άνδρες και γυναίκες και ένα αποκλειστικά για γυναίκες.  Όλοι οι χώροι παρείχαν ημερήσια θεραπεία προσαρμοσμένη στην κάθε ομάδα.  Η προγραμματισμένη θεραπευτική διάρκεια εκτείνονταν από 3 μέχρι 6 εβδομάδες.  Οι συμμετέχοντες έπαιρναν μέρος σε θεραπεία μικρότερου εύρους από το προγραμματισμένο (μέσος όρος 11.3 και 13.0, αντίστοιχα, SE=-0.58).  Επιπλέον, το 22% (n=60) δεν πήρε μέρος σε θεραπευτικές συνεδρίες.  Ωστόσο, η περίοδος παραμονής δε διέφερε ανάμεσα στα προγράμματα (F (3.275)=0.64, P=0.59).

Τα προγράμματα μελέτης διέφεραν κάπως στον προσανατολισμό της θεραπείας, αλλά όλα ενσωμάτωναν τη φιλοσοφία των 12-βημάτων και κάποιο προσωπικό στο στάδιο της επανεξέτασης.  Ένα από αυτά στεγάζονταν σε νοσοκομείο (N=128) και αποτελούσε ένα υβριδικό μοντέλο που συνδύαζε την ιατρική επιστήμη και την επιστήμη του συμπεριφορισμού με τις αρχές των ομάδων των 12- βημάτων.  Τρία ήταν τα προγράμματα σε κοινότητες, που περιελάμβαναν δύο για άνδρες και γυναίκες (n= 55 n=67, αντίστοιχα) και ένα αποκλειστικά για γυναίκες (n=29).  Σε αυτά τα προγράμματα δόθηκε έμφαση στην εμπειρική μάθηση και στις αρχές των ομάδων των 12-βημάτων όσον αφορά στο περιεχόμενο του προγράμματος και στην οργάνωση, χωρίς ιατρικό προσωπικό και με πολλούς συμβούλους χωρίς πιστοποίηση.

Ερευνητικό πρωτόκολλο

Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τις ερευνητικές μετρήσεις κατά τη διάρκεια τριών συνεντεύξεων.  Οι πρώτες (σημείο έναρξης) συνεντεύξεις δόθηκαν κατά πρόσωπο, πριν τη θεραπεία.  Η συνεχιζόμενη έρευνα έγινε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας (την τελευταία ημέρα της ατομικής θεραπείας ή το συντομότερο δυνατό μετά το τέλος της) και 6 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Κύριες μετρήσεις

Συμμετοχή σε ομάδες των 12-βημάτων

Η συμμετοχή στις ομάδες των 12-βημάτων εξετάστηκε με βάση ένα ερωτηματολόγιο 8 ερωτήσεων.  Σε έξι από τα ερωτήματα οι συμμετέχοντες επέλεγαν «ναι» ή «όχι» για να δηλώσουν τις εμπειρίες τους σε ομάδες όπως οι AA/NA/CA ή άλλα γεγονότα (π.χ. η έκκληση βοήθειας από ένα μέλος, η μελέτη της βιβλιογραφίας, η προσφορά κοινωνικής εργασίας και η εμπειρία πνευματικής αφύπνισης).  Οι ερωτηθέντες δήλωναν επίσης εάν θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλος και πόσες συνεδρίες είχαν παρακολουθήσει τον προηγούμενο χρόνο (μέτρηση σημείου έναρξης) ή τους 6 μήνες (6 μήνες κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα).  Όλες οι απαντήσεις, εκτός από την ερώτηση για τη συμμετοχή σε συναντήσεις, χωρίστηκαν σε 0 (για το «όχι») και 1 (για το «ναι»). Οι απαντήσεις σχετικά με την ερώτηση για τις συναντήσεις χωρίστηκαν ανά τέταρτα και οι κατηγορίες ήταν 0.25, 0.50, 0,75 ή 1.  Υπολογίστηκε ο μέσος όρος των ερωτήσεων για να δημιουργηθούν συνοπτικές βαθμολογίες από το 0 έως το 1.  Προηγούμενη έρευνα με κλίμακα 9 ερωτήσεων υποστηρίζει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της κλίμακας (Humphreys et al.1998a).  Εδώ οι μετρήσεις του σημείου έναρξης και της συνεχιζόμενης έρευνας δείχνουν μεγάλη αξιοπιστία (α=0.82 και για τα δύο).

Προσφορά βοήθειας

Εφτά ερωτήσεις εξέτασαν την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλέπε Πίνακα 1).  Για καθεμία από αυτές, οι ερωτηθέντες δήλωσαν πόσο χρόνο είχαν αναλώσει την προηγούμενη ημέρα προσφέροντας βοήθεια σε άλλους που ήταν στη θεραπεία.  Οι επιλογές περιλάμβαναν 0 λεπτά, 1-15 λεπτά, 16-30 λεπτά, 31-45 λεπτά, 46 λεπτά-1 ώρα και πάνω από 1 ώρα.  Οι απαντήσεις καταχωρήθηκαν ως «0» (για την πρώτη κατηγορία), «1» (για τη δεύτερη κατηγορία) κτλ.  Οι αναλύσεις της κλίμακας οδήγησαν στην απόρριψη δυο ερωτήσεων με χαμηλή μεταβλητότητα και μικρές συνολικά συσχετίσεις (π.χ. το μοίρασμα εμπειριών για την εύρεση εργασίας και η προσφορά συμβουλών που αφορούν την κατοικία).

Πίνακας 1. Κατανομή του χρόνου προσφοράς βοήθειας την προηγούμενη ημέρα

  % Χρόνος προσφοράς βοήθειας με αυτόν τον τρόπο % 1-30 λεπτά προσφοράς βοήθειας με αυτόν τον τρόπο % 31-60 λεπτά προσφοράς βοήθειας με αυτόν τον τρόπο % Περισσότερη από μια ώρα προσφοράς βοήθειας με αυτόν τον τρόπο
Προσφορά ηθικής υποστήριξης και ενθάρρυνσης 31 29 14 26
Μοίρασμα εμπειριών για το πώς μένεις καθαρός και νηφάλιος 41 32 14 13
Μοίρασμα εμπειριών για άλλα προβλήματα 42 35 13 10
Εξηγώντας πώς να πάρεις βοήθεια στο πρόγραμμα 61 25 8 6
Εξηγώντας πώς να πάρεις βοήθεια έξω από το πρόγραμμα 63 26 6 5
Μοίρασμα εμπειριών για την εύρεση εργασίας 71 20 4 5
Δίνοντας συμβουλές για το σπίτι 85 12 2 1

Το γεγονός αυτό περιόρισε την αρχική κλίμακα σε πέντε ερωτήσεις (α=0.73).  Οι βαθμολογίες δημιουργήθηκαν από το μέσο όρο των ερωτήσεων, με κλίμακα από το 0 έως το 5.

Τα αποτελέσματα της χρήσης ουσιών: Τα αποτελέσματα της θεραπείας, όπως μετρήθηκαν στους 6 μήνες της συνεχιζόμενης έρευνας, περιελάμβαναν: (i) 30 ημέρες αποχής από το αλκοόλ και άλλες ουσίες, και (ii) υπερβολική κατανάλωση.  Για την εξέταση της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ οι ερωτώμενοι ανέφεραν τον αριθμό των ημερών, εάν υπήρξε, κατά τις οποίες κατανάλωσαν πέντε ή παραπάνω ποτά, στη διάρκεια των προηγούμενων 30 ημερών.  Οι ερωτώμενοι που δήλωσαν ότι κατανάλωναν αλκοόλ, αλλά ποτέ περισσότερο από τέσσερα ποτά την ημέρα κατηγοριοποιήθηκαν ως «πότες μέτριας κατανάλωσης» και όσοι δήλωσαν ότι κατανάλωναν πέντε ή περισσότερα ημερησίως ως «πότες υπερβολικής κατανάλωσης».

Δευτερεύουσες μεταβλητές

Αρχική διάγνωση και σοβαρότητα προβλήματος

Οι ερευνητές έκαναν τις αρχικές διαγνώσεις για την εξάρτηση από το αλκοόλ ή/ και τις ναρκωτικές ουσίες με τη χρήση του Quick-DIS (Bucholz et al., 1996). Η αρχική διάγνωση για τη σοβαρότητα του προβλήματος εξετάστηκε με τη χρήση του Δείκτη Σοβαρότητας της Εξάρτησης (ASI).  Το ASI είναι καθιερωμένος τρόπος μέτρησης της σοβαρότητας της εξάρτησης με μεγάλη εγκυρότητα και αξιοπιστία (McLellan et al., 1985a, 1985b).  Τα ερωτήματα (οχτώ για το αλκοόλ και 16 για τη σοβαρότητα της χρήσης ουσιών) επικεντρώνονται στη χρήση ουσιών, στα προβλήματα που σχετίζονται με τη χρήση και στην υποκειμενική αξία της θεραπείας.  Υπολογίστηκε ο μέσος όρος των απαντήσεων στις υπό-κλίμακες για τη δημιουργία σύνθετων βαθμολογιών από το 0 μέχρι το 1.

Κινητοποίηση για αλλαγή

Οι μετρήσεις στο σημείο έναρξης περιελάμβαναν επίσης ένα εργαλείο πιθανής σύγχυσης, μια κλίμακα για τη μέτρηση των σταδίων της αλλαγής, το Τεστ Αξιολόγησης της Αλλαγής του Πανεπιστημίου του Rhode Island (University of Rhode Island Change Assessment, URICA) (McConnaughy et al.1989, Diclemente & Hughes 1990).  Οι συνεντεύξεις περιελάμβαναν τρία ερωτήματα για κάθε υπό-κλίμακα (π.χ. προ-περίσκεψη, περίσκεψη, δράση, συντήρηση).  Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν πόσο συμφωνούν σε μια κλίμακα από το 1 (διαφωνώ απόλυτα) μέχρι το 5 (συμφωνώ απόλυτα).

Οι προκαταρτικές αναλύσεις έδειξαν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων (76-99%) επέλεξε μια από τις δυο απαντήσεις που είναι σε συμφωνία με την ετοιμότητα για αλλαγή, συμφωνία ή απόλυτη συμφωνία με τα ερωτήματα υπέρ της αλλαγής (π.χ. περίσκεψη, δράση, συντήρηση) και διαφωνία ή απόλυτη διαφωνία με τα ερωτήματα κατά της αλλαγής (π.χ. προ-περίσκεψη).  Συνεπώς, οι απαντήσεις κωδικοποιήθηκαν με την καταχώρηση ενός βαθμού για απαντήσεις που έδειχναν μια απόλυτη στάση υπέρ της αλλαγής («απόλυτα συμφωνώ» με τα ερωτήματα υπέρ της αλλαγής και «απόλυτα διαφωνώ» με τα ερωτήματα κατά της αλλαγής) και μηδέν βαθμούς για όλες τις άλλες απαντήσεις.  Βασιζόμενη στην ανάλυση παραγόντων και σε συμφωνία με το Πρόγραμμα MATCH (DiClemente et al. 2001), η παρούσα μελέτη άθροισε τις βαθμολογίες αντιστρέφοντας τη βαθμολογία των ερωτημάτων της προ-περίσκεψης και υπολογίζοντας το μέσο όρο.  Το αποτέλεσμα ήταν ένα ερωτηματολόγιο 12-ερωτήσεων με διακύμανση από το 0 μέχρι το 1 (α=0.83).

Μεταβλητές Προγράμματος

Οι μεταβλητές του προγράμματος περιελάμβαναν τον προσδιορισμό του προγράμματος (μια μεταβλητή κατηγοριοποίησης σε τέσσερα επίπεδα) και τον χρόνο παραμονής (συλλέχθηκε από τα αρχεία του προγράμματος).  Επειδή ο χρόνος παραμονής δε διέφερε ανάμεσα στα προγράμματα (βλέπε χώρος μελέτης), στις αναλύσεις ενσωματώθηκε αυτή η μεταβλητή, χρησιμοποιήθηκαν αυτούσιες οι αριθμητικές αξίες και δεν προσαρμόστηκαν με ακρίβεια με βάση τον αναμενόμενο χρόνο παραμονής.

Αναλυτική στρατηγική

Η βασική ανάλυση περιέλαβε ανάλυση διαδρομής με τη χρήση σταθμισμένων υπολογισμών least-squares για κατηγορίες μεταβλητών εφαρμοσμένες σε Mplus (Muthen & Muthen 1998).  Οι προβλέψεις της έρευνας εξετάστηκαν με τη χρήση δυο μοντέλων.  Το πρώτο, με τη χρήση ολόκληρου του δείγματος, εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων, στην προσφορά βοήθειας και στην αποχή από το αλκοόλ και τις ουσίες.  Το δεύτερο, απομονώνοντας τους 110 συμμετέχοντες που εξακολουθούσαν να πίνουν κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας, εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων, στην προσφορά βοήθειας και στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.  Οι τυπικοί συσχετισμοί και οι παλινδρομήσεις συμπλήρωσαν αυτές τις αναλύσεις.

Η γενική ιδέα του μοντέλου, ίδια για όλες τις αναλύσεις, διαφαίνεται στο σχήμα 1.  Το μονοπάτι Α προέρχεται από την Υπόθεση 1, δείχνοντας ότι το σημείο έναρξης για την εμπλοκή σε ομάδες των 12-βημάτων επιδρά στην προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.  Το μονοπάτι Β, προέρχεται από την Υπόθεση 2, προτείνοντας ότι η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας επιδρά στην εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας.  Η Υπόθεση 2 αναφέρει συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της χρήσης ουσιών από την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και από την εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα-γεγονός που οδηγεί στα μονοπάτια Γ και Δ.  Το μονοπάτι Ε προέρχεται από προηγούμενη έρευνα δείχνοντας ότι η εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων, κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, προβλέπει την εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων σε κάποια επόμενη χρονική στιγμή (Tonigan, 2001).  Το μονοπάτι Ζ δεν αναμένονταν να αποφέρει στατιστική σημαντικότητα καθώς προηγούμενες έρευνες δείχνουν ότι οι μετρήσεις της εμπλοκής σε ομάδες των ΑΑ καθιστούν αδύνατες τις προβλέψεις ως προς το αποτέλεσμα της θεραπείας (Miller et al. 1997, Tonigan et al. 2001a).

Όλες οι εξισώσεις που προέβλεπαν τα αποτελέσματα της θεραπείας περιελάμβαναν τις μετρήσεις του σημείο έναρξης (ASI) για τη σοβαρότητα του προβλήματος (π.χ. το μοντέλο 1 έλεγχε το μέγεθος του προβλήματος της χρήσης αλκοόλ και άλλων ουσιών κατά το σημείο έναρξης, το μοντέλο 2 το μέγεθος του προβλήματος της χρήσης του αλκοόλ κατά το σημείο έναρξης).  Εισήχθησαν επιλεκτικά επιπρόσθετες μεταβλητές ελέγχου, καθώς η υπερφόρτωση του μοντέλου θα απειλούσε την αξιοπιστία των παραμέτρων που θα προέκυπταν από τους υπολογισμούς.  Για την αναγνώριση σημαντικών ελεγχόμενων μεταβλητών, διερευνητικές αναλύσεις (π.χ. συσχετισμοί, t-τεστ, αναλύσεις μεταβλητότητας και x2) εξέτασαν τις σχέσεις μεταξύ όλων των δευτερευόντων μεταβλητών (π.χ. φύλο, φυλή, ηλικία, εισόδημα, αρχική διάγνωση, κινητοποίηση για αλλαγή, ο προσδιορισμός του προγράμματος, και χρόνος παραμονής) και όλων των ανεξάρτητων μεταβλητών.  Όλες οι δευτερεύουσες μεταβλητές που φανέρωσαν σημαντικές συνδέσεις με συγκεκριμένες εξαρτημένες μεταβλητές συμπεριλήφθηκαν στις εξισώσεις που προέβλεπαν αυτήν τη μεταβλητή.  Έτσι, οι εξισώσεις και στα δυο μοντέλα περιελάμβαναν την κινητοποίηση για αλλαγή (για την πρόβλεψη της προσφοράς βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας), τον προσδιορισμό του προγράμματος (επίσης για την πρόβλεψη της προσφοράς κατά τη διάρκεια της θεραπείας) και τον χρόνο παραμονής (για την πρόβλεψη της προσφοράς βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας), την εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα και την αποχή κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα.  Το μοντέλο 2 επίσης περιελάμβανε την αρχική διάγνωση (για την πρόβλεψη της υπερβολικής κατανάλωσης) και τη φυλή (για την πρόβλεψη της εμπλοκής σε ομάδες 12-βημάτων κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα).

Αποτελέσματα

Και τα δύο μοντέλα σύμφωνα με τους δείκτες αποδείχθηκαν κατάλληλα (Bentler & Bonett, 1980). Επιπλέον, εξήγησαν ένα σημαντικό μέρος των αντιθέσεων στα αποτελέσματα της θεραπείας, στην εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων για 6 μήνες και στην προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλέπε Πίνακα 2).

Τα σχήματα 2 και 3 αναπαριστούν υπολογιστικές παραμέτρους και επίπεδα σημαντικότητας για τα υποτιθέμενα μονοπάτια.  Το σχήμα 3 (που αντιπροσωπεύει την ανάλυση της υπερβολικής κατανάλωσης) παρουσιάζει δυο ομάδες υπολογισμών που αντιστοιχούν σε: (i) όλους τους συμμετέχοντες που εξακολουθούν να πίνουν στην συνεχιζόμενη έρευνα, και (ii) μόνο τους συμμετέχοντες με αρχική διάγνωση αλκοολισμού.  Τα τελευταία αποτελέσματα (στις παρενθέσεις) πηγάζουν από δευτερεύουσες αναλύσεις που περιλαμβάνονται στη συζήτηση.

Για να εξακριβώσουμε ότι τα αποτελέσματα που προήλθαν από το βασικό μονοπάτι των αναλύσεων δεν προέκυψαν από ιδιαιτερότητες της ανάλυσης, εφαρμόστηκε η κλασική παλινδρόμηση.  Έξι παλινδρομήσεις προέβλεψαν την πρόσφορα βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, την εμπλοκή σε ομάδες 12-βημάτων κατά την συνεχιζόμενη έρευνα και θεραπευτικά αποτελέσματα

Πίνακας 2. Σχέση μοντέλου και ερμηνείας

  x2Σημαντικότητα (d.f.n) CFI RMSEA Πολλαπλό R2. Αποτέλεσμα θεραπείας Πολλαπλό R2.  Προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια θεραπείας Πολλαπλό R2.  Προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια θεραπείας
Μοντέλο 1. απόλυτη αποχή 11.2ns (10.278) 0.99 0.02 0.30 0.27 0.27
Μοντέλο 2. υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ 5.3ns (10.106) 1.00 0.00 0.36 0.25 0.25

στο γενικό δείγμα και ανάμεσα στους πότες κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα.  Καθεμία από τις εξισώσεις ενσωμάτωσε τις ίδιες ανεξάρτητες μεταβλητές με αυτές της πρώτης διαδρομικής ανάλυσης.  Για παράδειγμα, ανάμεσα στο γενικό πληθυσμό, η εμπλοκή σε ομάδες των 12-βημάτων κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα προβλέφθηκε από την αρχική εμπλοκή, την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και το χρόνο παραμονής.  Σε όλες τις περιπτώσεις, η μορφή των αποτελεσμάτων επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα των διαδρομικών αναλύσεων.

Συζήτηση

Υπόθεση 1

Τα δεδομένα δεν υποστηρίζουν τις υποθέσεις, παρ’ όλο που μερικώς υποστηρίζονται άλλες προβλέψεις.  Η αρχική συμμετοχή σε ομάδες των 12-βημάτων δεν προβλέπει την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε οποιοδήποτε μοντέλο.  Η διαφορά ανάμεσα στις αρχικές μετρήσεις της εμπλοκής (που κάλυψαν ολόκληρο τον προηγούμενο χρόνο) και της προσφοράς βοηθείας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να βοηθήσει στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.  Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι, παρ’ όλο που οι ομάδες των 12-βημάτων ενθαρρύνουν γενικά την προσφορά βοήθειας, το παρόν δείγμα δεν ανταποκρίθηκε θετικά στην αρχική συμμετοχή, και έτσι δεν υιοθέτησε τις πράξεις των 12-βημάτων όπως είχαν κάνει άλλοι.  Το γεγονός ότι το δείγμα ζήτησε επιπλέον θεραπεία δείχνει ότι, πράγματι, δεν είχαν συνολικά οφέλη από την συμμετοχή τους.  Μια τρίτη ερμηνεία είναι ότι τα άτομα απλώς απέτυχαν στη μεταφορά της προσφοράς βοήθειας που έμαθαν στις ομάδες των 12-βημάτων στην κύρια φάση θεραπείας.

Υπόθεση 2

Τα δεδομένα υποστηρίζουν ικανοποιητικά την υπόθεση 2.  Τα αποτελέσματα του μοντέλου 1 δείχνουν ότι, μέσα στο γενικό δείγμα και δεδομένης της αρχικής συμμετοχής στις ομάδες των 12-βημάτων, η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας προέβλεψε θετικά και σημαντικά την συμμετοχή στις ομάδες των 12-βημάτων κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα.  Αυτή η σύνδεση δεν προκύπτει όταν συμπεριληφθούν ερωτήσεις που σχετίζονται με δείκτες για τη μέτρηση της συμμετοχής στις ομάδες  των 12-βημάτων: έπειτα από νέο υπολογισμό της κλίμακας, αφού αποκλείσαμε την κοινοτική εργασία, η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας εξακολουθούσε να σχετίζεται σημαντικά με την εμπλοκή στις ομάδες  των 12-βημάτων. Η εμπλοκή συσχετίστηκε μέτρια με το μοίρασμα εμπειριών για το πώς να μείνεις καθαρός και νηφάλιος (r=0.24), το μοίρασμα εμπειριών πάνω σε άλλα προβλήματα (r=0.18) και την προσφορά ηθικής στήριξης και συμπαράστασης (r=0.18).  Οι συνδέσεις ήταν κάπως πιο αδύναμες για να εξηγήσουμε πως λαμβάνεις βοήθεια εκτός προγράμματος (r=0.14) και πώς λαμβάνεις βοήθεια εντός προγράμματος (r=0.11).

Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν προηγούμενη έρευνα για τους ψυχολογικούς παράγοντες πρόβλεψης της συμμετοχής στις ομάδες των 12-βημάτων (Fichter, 1982; Winzelberg & Humphreys, 1999; Fiorentine & Hillhouse, 2000; Tonigan, et al., 2001b) και προτείνουν ότι η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας μπορεί να προετοιμάσει τα άτομα για αμοιβαίο μοίρασμα, κατανόηση και αποδοχή της φιλοσοφίας των 12-βημάτων και για κατάλληλη ανταπόκριση στις κοινωνικές απαιτήσεις, διευκολύνοντας την ενσωμάτωση μέσα στις ομάδες των 12-βημάτων. Μέχρι στιγμής, καθώς οι θεραπευτικοί στόχοι περιλαμβάνουν την εμπλοκή των πελατών σε μακρόχρονα υποστηρικτικά προγράμματα όπως οι ΑΑ και οι ΝΑ, τα προγράμματα μπορούν να προωθήσουν της προσφοράς βοήθειας ως βασικό μέρος της θεραπείας.

Εν τω μεταξύ, δεν γενικεύτηκαν τα αποτελέσματα του μοντέλου 1 για την Υπόθεση 2 στο υποσύνολο των συμμετεχόντων που εξακολουθούσαν να πίνουν κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα. Σχετικά με τα άτομα που παρέμειναν σε αποχή, τα άτομα που εξακολουθούσαν να πίνουν κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα δήλωσαν μικρά αλλά όχι μη σημαντικά επίπεδα προσφοράς βοήθειας και εμπλοκής σε ομάδες των 12-βημάτων (π.χ. το 65% των ατόμων που συνέχισαν να πίνουν δήλωσε ότι παρακολούθησε κάποιες συναντήσεις).  Επιπλέον, ο αριθμός των ποτών σε αυτές τις μεταβλητές συσχετίστηκε με τη σχετικά μεγαλύτερη διακύμανση.

Αντιθέτως, αυτό το εύρημα δείχνει μια διαφορά ως προς το πώς τα άτομα που εξακολουθούν να πίνουν προσεγγίζουν τις ομάδες των 12-βημάτων. Τα άτομα που εξακολουθούν να πίνουν, παρότι παρακολουθούν τις συναντήσεις και διαβάζουν τη βιβλιογραφία, τείνουν να αποφεύγουν τις σχέσεις αλληλεξάρτησης, ανεξαρτήτως του αν δέχονται ή όχι το στόχο της αποχής, μπορεί να μη πιστεύουν ότι οι ίδιοι είναι ικανοί να συμπαρασταθούν σε αυτούς που πιστεύουν στην αποχή. Αν ισχύει αυτό, τότε η προσφορά βοήθειας θα έπρεπε να μη συνδέεται με τη μετέπειτα εμπλοκή. Παρ’ όλο που τα δεδομένα υποστηρίζουν αυτήν την άποψη (π.χ. οι πότες που εξακολουθούσαν να καταναλώνουν αλκοόλ ανέφεραν αρκετά μικρότερη πιθανότητα στο να έχουν «μέλος-αδελφό» από τα άτομα που απέχουν από την κατανάλωση αλκοόλ με ποσοστό 15% και 51% αντίστοιχα, αλλά ανέφεραν σχετικά μεγάλο ποσοστό στη μελέτη της βιβλιογραφίας με ποσοστό 62% και 84% αντίστοιχα), η εξακρίβωση αυτών των υποθέσεων απαιτεί περαιτέρω έρευνα.

Υπόθεση 3

Τέλος, τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την υπόθεση 3. Από τους υπολογισμούς φαίνεται ότι υπάρχουν αποτελέσματα για την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και την εμπλοκή σε ομάδες των 12-βημάτων στη συνεχιζόμενη έρευνα για τη θεραπευτική έκβαση, παρ’ όλο που το πρότυπο των αποτελεσμάτων πάλι διαφοροποιείται ανάμεσα στα μοντέλα.

Το μοντέλο 1 φανέρωσε μια ισχυρή, θετική σχέση μεταξύ της εμπλοκής στα 12 βήματα πριν τη συνεχιζόμενη έρευνα και στην πιθανότητα για αποχή κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα. Ωστόσο, η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας παρήγαγε μηδενικά αποτελέσματα. Αυτά τα αποτελέσματα υποστηρίζουν πρωτύτερη έρευνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εμπλοκής σε ομάδες των 12-βημάτων σε πληθυσμούς στο στάδιο της θεραπείας (Emrick et al., 1993; Tonigan et al., 1996; McIntire, 2000; Tonigan, 2001).  Τα αποτελέσματα επίσης δείχνουν ότι, ανεξάρτητα από το εάν η προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας προσωρινά επηρεάζει την αποχή σε πληθυσμούς στο στάδιο της θεραπείας, αυτή η επιρροή αργότερα εκλείπει λόγω των αποτελεσμάτων της εμπλοκής σε ομάδες των 12 βημάτων. Επίσης, η προσφορά βοήθειας είχε σχετιστεί άμεσα με τα θεραπευτικά αποτελέσματα μέσω της επιρροής από τη εμπλοκή σε ομάδες των 12-βημάτων.

Αντίθετα, το μοντέλο 2 δεν είχε αποτέλεσμα στην εμπλοκή σε ομάδες των 12 βημάτων κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης έρευνας, ενώ είχε μια αρνητικά σημαντική σχέση ανάμεσα στη βοήθεια κατά τη διάρκεια θεραπείας και στην πιθανότητα για υπερβολική κατανάλωση κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα. Το αποτέλεσμα υποστηρίζεται από ανάλυση της διακύμανσης, φανερώνοντας ότι αναφορικά με την αποχή των ατόμων, τα άτομα με υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ανέφεραν λιγότερο (Ρ<0.01) χρόνο προσφοράς βοήθειας σε άλλους, ενώ οι μέτριοι πότες ανέφεραν ισοδύναμα (Ρ>0.02) επίπεδα (αποχή, μέσος όρος =2.64, SE=0.11, μέτριοι πότες, μέσος όρος= 2.30, SE=0.19, πότες υπερβολικής κατανάλωσης, μέσος όρος=1.89, SE=0.13).

Αυτά τα μηδενικά αποτελέσματα για την εμπλοκή σε ομάδες των 12-βημάτων έρχονται σε αντίθεση με κάποιες έρευνες που δείχνουν ότι η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μειώνει την εμπλοκή (Fiorentine, 1999). Ίσως η διαστρέβλωση αυτής της σχέσης προήλθε μόνο από το συνυπολογισμό των ατόμων που ζήτησαν θεραπεία για την εξάρτηση από ουσίες. Παρόλο που τέτοιου είδους συμμετοχή μπορεί να μειώσει τη χρήση ουσιών ως αντίδραση της εμπλοκής, ωστόσο φαίνεται αμφισβητήσιμο ότι με τον ίδιο τρόπο πρέπει να μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ. Για να διερευνήσουμε αυτήν την πιθανότητα, εφαρμόσαμε ένα τρίτο μοντέλο αποκλείοντας αυτούς τους συμμετέχοντες (με n=69, βλέπε τους αριθμούς στις παρενθέσεις, Σχ.3). Σε αυτό το μοντέλο, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ κατά τη συνεχιζόμενη έρευνα σχετιζόταν πάλι με την προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε μια σχέση σημαντική και αρνητική (β=-0.34, Ρ<0.01). Ωστόσο, το μονοπάτι μεταξύ της εμπλοκής σε ομάδες των 12-βημάτων και στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ αποδείχθηκε επίσης σημαντικό (β=-0.52, Ρ<0.01) σύμφωνα με την παραπάνω λογική.

Ο συσχετισμός της προσφοράς βοήθειας με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ φαίνεται να υποδηλώνει ότι ανάμεσα στα άτομα που εξακολουθούν να πίνουν, η βοήθεια από ομότιμους λειτουργεί θεραπευτικά και αυτό μπορεί να πηγάζει από την περιορισμένη αποτελεσματικότητα της τυπικής θεραπείας. Οι πότες στην έρευνα του follow-up έδειξαν, σε σχέση με τα άτομα που ήταν σε αποχή, ότι είχαν λιγότερο χρόνο στη θεραπεία αλλά αναμφισβήτητα μικρότερο όφελος από την παραμονή τους εκεί. Παρ’ όλο που ο μεγαλύτερος χρόνος σε θεραπεία σχετιζόταν με υψηλότερα επίπεδα αποχής στο γενικό δείγμα, ο χρόνος παραμονής δεν είχε σχέση με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ανάμεσα στους πότες. Αυτά τα άτομα φαίνεται να στράφηκαν και να ωφελήθηκαν από τις άτυπες σχέσεις, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με τη δημιουργία σχέσεων, την αυτό-εκτίμηση και τις στρατηγικές αντιμετώπισης.  Μελλοντική έρευνα μπορεί να καθορίσει γιατί τέτοια άτομα φαίνεται να ωφελούνται λιγότερο από την τυπική θεραπεία και ποιες διεργασίες εξηγούν τη σχέση ανάμεσα στην προσφορά βοήθειας και στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Επιπρόσθετα ευρήματα

Δευτερεύοντα ευρήματα οδηγούν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τους καθοριστικούς παράγοντες της βοήθειας.  Ο Πίνακας 1 δείχνει τον υψηλό μέσο όρο για τη προσφορά βοήθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας.  Ταυτόχρονα, η βοήθεια ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το πρόγραμμα, με άτομα από κοινοτικά προγράμματα να αναφέρουν λιγότερη βοήθεια σε σχέση με αυτά από νοσοκομειακά προγράμματα.  Επειδή ο διαχωρισμός των ατόμων ήταν τυχαίος, αυτός ο συσχετισμός υποδηλώνει ότι τα προγράμματα επηρεάζουν τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων ως προς την παροχή βοήθειας.  Επιπλέον, η προσφορά βοήθειας συσχετίστηκε στενά με το χρόνο παραμονής στη θεραπεία (r= 0.45) και λιγότερο στενά αλλά σημαντικά με την κινητοποίηση για αλλαγή (r= 0.13).  Αυτές οι σχέσεις μπορεί να υποδηλώνουν ότι η ετοιμότητα για θεραπεία δημιουργεί μεγαλύτερη προθυμία για προσφορά βοήθειας.  Το αποτέλεσμα για την περίοδο παραμονής μπορεί να αντανακλά μια σχέση ανάμεσα στην παραμονή σε θεραπευτικό πρόγραμμα και στις αυξημένες ευκαιρίες για βοήθεια.  Ωστόσο, καμία από αυτές τις δευτερεύουσες μεταβλητές δεν εξηγεί τη σχέση ανάμεσα στην προσφορά βοήθειας και στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και στην εμπλοκή στα 12-βήματα.  Μόνο ο χρόνος παραμονής συσχετίστηκε με αυτά τα αποτελέσματα, και αυτή η μεταβλητή περιλήφθηκε ως ελεγχόμενη μεταβλητή στα μοντέλα.

Συμπέρασμα

Η παρούσα έρευνα παρέχει μερική υποστήριξη στις τρεις υποθέσεις μας δείχνοντας ότι ανάμεσα σε αυτούς που ζητούν βοήθεια για την εξάρτηση από τις ουσίες, η βοήθεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η συμμετοχή στα 12-βήματα επηρεάζουν σημαντικά τα αποτελέσματα της θεραπείας. Η βοήθεια φαίνεται να παίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην πρόληψη της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ ανάμεσα σε άτομα που εξακολουθούν να πίνουν, παρά τη θεραπεία που δέχονται. Η βοήθεια κατά τη διάρκεια της θεραπείας φαίνεται να διευκολύνει την εμπλοκή σε μεταθεραπευτικές ομάδες των 12-βημάτων. Οι περιορισμοί της έρευνας περιλαμβάνουν το ερωτηματολόγιο για τη βοήθεια, το οποίο δεν είναι ευρέως σταθμισμένο, και το μικρό δείγμα, που αφορά την ανάλυση των ατόμων με υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Αυτοί οι περιορισμοί απαιτούν την επαλήθευση των αποτελεσμάτων. Μελλοντική έρευνα μπορεί επίσης να διερευνήσει τους μηχανισμούς δράσης που σχετίζονται με την επίδραση της παροχής βοήθειας στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Ευχαριστίες

Αυτή η έρευνα επιχορηγήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Κατάχρησης Αλκοόλ και Αλκοολισμού (R01 AA11279). Οι συγγραφείς εκφράζουν τις ευχαριστίες τους στους Dr. Jason Bond, Dr Thomasina Borkman και Ms Jennifer Mertens για τα σχόλιά τους στα χειρόγραφα.

Τίτλος πρωτοτύπου: “In Twelve-step Groups, Helping Helps the Helper” Addiction, Volume 99, Number 8, August 2004

Διεύθυνση Αλληλογραφίας: Sarah E. Zemore, Alcohol Research Group, 2000 Hearst Avenue, Suite 300, Berkeley, CA 94709-2176, USA, E-mail: szemore@arg.org

Βιβλιογραφία

Alcoholics Anonymous (1997) Alcoholics Anonymous 1996 Membership Survey.  New York: Alcoholics Anonymous.

Alcoholics Anonymous World Services (1991) Twelve Steps and Twelve Traditions.  New York: Alcoholics Anonymous.

Alford, G. S., Koehler, R. A. & Leonard, J. (1991) Alcoholics Anonymous–Narcotics Anonymous model inpatient treatment of chemically dependent adolescents: a 2= year outcome study. Journal of Studies on Alcohol, 52, 118–126.

Bentler, P. M. & Bonett, D. G. (1980) Significance tests and goodness of fit in the analysis of covariance structures. Psychological Bulletin, 88, 588–606.

Brown, B. S., O’Grady, K. E., Farrell, E. V., Flechner, I. S. & Nurco, D. N. (2001) Factors associated with frequency of 12- step attendance by drug abuse clients. American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 27, 147–160.

Bucholz, K. K., Marion, S. L., Shayka, J. J. & Marcus, S. C. (1996) A short computer interview for obtaining psychiatric diagnoses. Psychiatric Services, 47, 293–297.

Christo, G. & Franey, C. (1995) Drug user’s spiritual beliefs, locus of control and the disease concept in relation to narcotics anonymous attendance and six-month outcomes. Drug and Alcohol Dependence, 38, 51–56.

Connors, G. J., Tonigan, J. S. & Miller, W. R. (2001) Religiosity and responsiveness to alcoholism treatments. In: Longabaugh, R. & Wirtz, P. W., eds. Project MATCH Hypotheses: Results and Causal Chain Analyses, pp. 166–175.

Bethesda, MD: National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism. DiClemente, C. C., Carbonari, J., Zweben, A., Morrel, T. & Lee, R. E. (2001) Motivation hypothesis causal chain analysis. In: Longabaugh, R. & Wirtz, P. W., eds. Project MATCH Hypotheses: Results and Causal Chain Analyses, pp. 206–222.

Bethesda, MD: National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism. DiClemente, C. C. & Hughes, S. O. (1990) Stages of change pro- files in outpatient alcoholism treatment. Journal of Substance Abuse, 2, 217–235.

Emrick, C. D., Lassen, C. L. & Edwards, M. T. (1977) Nonprofessional peers as therapeutic agents. In: Gurman, A. S. & Razin, A. M., eds. Effective Psychotherapy:  a Handbook of Research, pp. 120–161.

Elmsford, NY: Pergamon.

Emrick, C. D., Tonigan, J. S., Montgomery, H. & Little, L. (1993) Alcoholics

Anonymous: what is currently known? In: McCrady, B. S. & Miller, W. R, eds.

Research on Alcoholics Anonymous: Opportunities and Alternatives, pp. 41–78. New Brunswick, NJ: Rutgers Center of Alcohol Studies.

Fichter, J. H. (1982) Rehabilitation of Clergy Alcoholics: Ardent Spirits Subdued. New York: Human Sciences Press.

Fiorentine, R. (1999) After drug treatment: are 12-step programs effective in maintaining abstinence? American Journal  of Drug and Alcohol Abuse, 25, 93–116.

Fiorentine, R. & Hillhouse, M. P. (2000) Exploring the additive effects of drug misuse treatment and twelve-step involvement: In 12-step groups, helping helps the helper 1023 © 2004 Society for the Study of Addiction Addiction, 99, 1015–1023 does twelve-step ideology matter? Substance Use and Misuse, 35, 367–397.

Humphreys, K., Mavis, B. E. & Stöffelmayr, B. E. (1991) Factors predicting attendance at self-help groups after substance abuse treatment: preliminary findings. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 59, 591–593.

Humphreys, K., Moos, R. H. & Cohen, C. (1997) Social and community resources and long-term recovery from treated and untreated alcoholism. Journal of Studies on Alcohol, 58, 231–238.

Humphreys, K. & Noke, J. M. (1997) The influence of post treatment mutual help group participation on the friendship networks of substance abuse patients. American Journal of Community Psychology, 25, 1–16.

Humphreys, K., Kaskutas, L. A. & Weisner, C. (1998a) The Alcoholics Anonymous Affiliation Scale: development, reliability and norms for diverse treated and untreated populations. Alcoholism: Clinical and Experimental Research, 22, 974–978.

Humphreys, K., Kaskutas, L. A. & Weisner, C. (1998b) The relationship of pre- treatment Alcoholics Anonymous affiliation with problem severity, social resources and treatment history. Journal of Drug and Alcohol Dependence, 49, 123–131.

Humphreys, K., Mankowski, E. S., Moos, R. H. & Finney, J. W. (1999) Do enhanced friendship networks and active coping mediate the effect of self-help groups on substance abuse? Annals of Behavioral Medicine, 21, 54–60.

Johnsen, E. & Herringer, L. G. (1993) A note on the utilization of common support activities and relapse following substance abuse treatment. Journal of Psychology, 127, 73–78.

Kaskutas, L. A., Bond, J. & Humphreys, K. (2002) Social networks as mediators of the effect of Alcoholics Anonymous.Addiction, 97, 891–900.

Kownacki, R. J. & Shadish, W. R. (1999) Does Alcoholics Anonymous work? The results from a meta-analysis of controlled experiments. Substance Use and Misuse, 34, 1897–1916.

Longabaugh, R., Wirtz, P. W., Zweben, A. & Stout, R. L. (1998) Network support for drinking: Alcoholics Anonymous and long-term matching effects. Addiction, 93, 1313–1333.

Maton, K. I. (1988) Social support, organizational characteristics, psychological well-being and group appraisal in three self-help group populations. American Journal of  Community Psychology, 16, 53–77.

McConnaughy, E. A., DiClemente, C. C., Prochaska, J. O. & Velicer, W. F. (1989)  Stages of change in psychotherapy: a follow up report. Psychotherapy: Theory,Research, Practice, Training, 26, 494–503.

McIntire, D. (2000) How well does AA work? An analysis of published AA surveys (1968–96) and related analyses/comments. Alcoholism Treatment Quarterly, 18, 1– 18.

McLellan, A. T., Luborsky, L., Cacciola, J. S. & Griffith, J. (1985a) Guide to the Addiction Severity Index: Background, Administration and Field Testing Results. Report no (ADM) 85-1419. Rockville, MD: US Department of Health and Human Services, National Institute on Drug Abuse. McLellan, A. T., Luborsky, L., Cacciola, J. S., Griffith, J., Evans, F., Barr, H. L. & O’Brien, C. P. (1985b) New data from the Addiction Severity Index: reliability and validity in three centers. Journal of Nervous and Mental Disease, 173, 412–423.

Miller, N. S., Ninonuevo, F. G., Klamen, D. L., Hoffmann, N. G. & Smith, D. E. (1997) Integration of treatment and posttreatment variables in predicting results of abstinence-based outpatient treatment after one year. Journal of Psychoactive Drugs,   29, 239–248.

Muthén, L. K. & Muthén, B. (1998) MPlus User’s Guide. Los Angeles, CA: Muthén & Muthén.

Piliavin, J. A. (2003) Doing well by doing good: benefits for the benefactor. In: Keyes, C. L. M. & Haidt, J., eds. Flourishing, Positive Psychology and the Life Well-lived, pp. 227–247. Washington, DC: American PsychologicAssociation. Riessman, F. (1965) The ‘helper therapy’ principle. Social Work, 10, 27–32.

Riessman, F. (1976) How does self-help work? Social Policy, 7, 41–45.

Roberts, L. J., Salem, D., Rappaport, J., Toro, P. A., Luke, D. A. & Seidman, E. (1999) Giving and receiving help: interpersonal transactions in mutual-help meetings and psychosocial adjustment of members. American Journal of Community Psychology, 27, 841–867.

Schiff, M. & Bargal, D. (2000) Helping characteristics of self-help and support groups. Their contribution to participants’ subjective well-being. Small Group Research, 31, 275–304.

Tonigan, J. S. (2001) Benefits of Alcoholics Anonymous attendance: replication of  findings between clinical research sites in Project MATCH. Alcoholism Treatment  Quarterly, 19, 67–78.

Tonigan, J. S., Connors, G. J. & Miller (2003) Participation and involvement in Alcoholics Anonymous. In: Babor, T. & Del Boca, F. K., eds. Matching Alcoholism Treatments to Client Heterogeneity: the Results of Project MATCH, pp. 184–204. New York: Cambridge University Press.

Tonigan, J. S., Miller, W. R. & Connors, G. J. (2001a) Prior Alcoholics Anonymous  involvement and treatment outcome. In: Longabaugh, R. & Wirtz, P. W., eds.  Project MATCH Hypotheses: Results and Causal Chain Analyses, pp. 276–284.

Bethesda, MD: National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism.

Tonigan, J. S., Miller, W. R. & Connors, G. J. (2001b) The search for meaning in life as a predictor of alcoholism treatment outcome. In: Longabaugh, R. & Wirtz, P. W., eds. Project MATCH Hypotheses: Results and Causal Chain Analyses, pp. 154–165.

Bethesda, MD: National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism.

Tonigan, J. S., Toscova, R. & Miller, W. R. (1996) Meta-analysis of the literature on Alcoholics Anonymous: sample and study characteristics moderate findings. Journal of Studies on Alcohol, 57, 65–72.

Toumbourou, J. W., Hamilton, M., U’Ren, A., Steven-Jones, P. & Storey, G. (2002) Narcotics Anonymous participation and changes in substance use and social support. Journal of Substance Abuse Treatment, 23, 61–66.

Winzelberg, A. & Humphreys, K. (1999) Should patients’ religiosity influence

clinicians’ referral to 12-step self-help groups? Evidence from a study of 3,018 male substance abuse patients. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 67, 790–794.

Yalom, I. D. (1970) The Theory and Practice of Group Psychotherapy. New York: Basic Books.

Yalom, I. D. (1975) The Theory and Practice of Group Psychotherapy, 2nd edn. New York: Basic Books.

Print Friendly, PDF & Email