Πρόληψη-αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας μέσα από την πρόληψη και θεραπεία της εξάρτησης

Μαρία Σμυρνάκη1 & Αθηνά Λιοδάκη2

1Ψυχολόγος, Διδάκτωρ Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Κρήτης, Υπεύθυνη Ανοικτής Δομής Υποστήριξης ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, Διεύθυνση: Σμπώκου 6, Ηράκλειο Κρήτης, Τ. Κ. 71306, Τηλέφωνο: 2810 319505, E-mail: mariasmyrn@gmail.com, smirnaki@kethea-ariadni.gr

2Κοινωνιολόγος, Υπεύθυνη Τμήματος Έρευνας και Τεκμηρίωσης ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, Διεύθυνση: Διονυσίου 1 και Σεφέρη, Ν. Αλικαρνασσός, Ηράκλειο Κρήτης, Τ.Κ. 71601, Τηλέφωνο: 2810 331001-2 (εσωτ. αρ. 4), E-mail: research@kethea-ariadni.gr

 

Περίληψη

Κυρίαρχο ζητούμενο της σημερινής κοινωνίας αποτελεί η προαγωγή της υγείας των ατόμων (σωματικής, ψυχικής, κοινωνικής) για τη διασφάλιση μιας στοιχειώδους ποιότητας ζωής, η οποία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Στις περιπτώσεις που αυτό δεν επιτυγχάνεται, η ανθρώπινη ζωή τίθεται σε κίνδυνο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι όποιες τάσεις ή απόπειρες αυτοκτονίας, εκφρασμένες ή όχι, υλοποιημένες ή μη, αποτελούν εκδηλώσεις ανθρώπων που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση, δίχως την αναγκαία για την (υγιή) λειτουργικότητα ψυχική ανθεκτικότητα, οι οποίοι χρειάζονται άμεσα βοήθεια/υποστήριξη. Είτε σε επίπεδο πρόληψης, είτε σε επίπεδο αντιμετώπισης, η αυτοκτονικότητα, αποτελεί μείζον ψυχοκοινωνικό πρόβλημα που χρήζει της απαραίτητης προσοχής και φροντίδας (κρατικής/πολιτικής, κοινωνικής, οικογενειακής, προσωπικής). Επειδή, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, καθώς και δεδομένα από το Τμήμα Έρευνας και Τεκμηρίωσης του ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, έχει βρεθεί ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην αυτοκτονικότητα και την εξάρτηση, ένας βασικός τρόπος μέσα από τον οποίο μπορεί να μεθοδευτεί η πρόληψη και αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας είναι μέσα από την πρόληψη και θεραπεία των εξαρτήσεων, οι οποίες βαθμιαία οδηγούν τους ανθρώπους που τις βιώνουν, αλλά και τις οικογένειές τους, σε απώλεια ελέγχου του εαυτού τους, της ζωής τους και αδιέξοδο.

 

Λέξεις-κλειδιά: αυτοκτονικότητα, εξάρτηση, θεραπεία, πρόληψη, ψυχική ανθεκτικότητα.

 

Εισαγωγή: Προαγωγή Υγείας

Όταν μιλάμε σήμερα για υγεία δεν αναφερόμαστε τόσο στην απουσία αρρώστιας, όσο στο κατά πόσο είμαστε σε μια κατάσταση κοινωνικής, ψυχικής και σωματικής ευρωστίας, σε μια κατάσταση δηλαδή ισορροπίας και αρμονίας με τον εαυτό μας, το περιβάλλον μας και τους ανθρώπους γύρω μας. Λαμβάνοντας υπόψη μας όλους εκείνους τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία μας οφείλουμε να κινηθούμε δραστήρια και αποφασιστικά προς την κατεύθυνση της προαγωγής της υγείας, η οποία έρχεται να δώσει έμφαση στην ίδια την υγεία παρά στην αρρώστια, στην οποία κατά παράδοση επικεντρώνεται η θεραπεία και η προληπτική ιατρική. Η προαγωγή της υγείας, μέσα από την αγωγή υγείας που αφορά στην παρέμβαση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, καθώς, επίσης, και μέσα από παρεμβάσεις στους ευρύτερους κοινωνικούς παράγοντες, έρχεται να δώσει ένα νέο νόημα, μια νέα στρατηγική προσέγγιση στα θέματα της υγείας. Οπότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα ολιστικό μοντέλο αντιμετώπισης των ζητημάτων υγείας στην εποχή μας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τον πολιτισμό, τον τρόπο ζωής και εργασίας του σύγχρονου ανθρώπου, τις συνθήκες της οικογένειας, της κοινότητας και της ευρύτερης κοινωνίας και όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα ενιαίο πλαίσιο, το οποίο καθορίζει αποφασιστικά την υγεία μας (Τούντας, 2001).

Σύμφωνα με τη «Χάρτα της Οττάβα», η προαγωγή της υγείας αναφέρεται στη διαδικασία μέσα από την οποία τα άτομα γίνονται ικανά να ελέγχουν και να βελτιώνουν την υγεία τους. Για να επιτευχθεί η κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, ο άνθρωπος ή η ομάδα θα πρέπει να μπορούν να καθορίσουν και να πραγματοποιήσουν τις προσδοκίες τους, να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους και να αλλάξουν ή να συνεργαστούν με το περιβάλλον τους. Το ιδιάζον στην προαγωγή της υγείας είναι η προσοχή που δίνει στην προώθηση ενός υγιούς τρόπου ζωής, όπου η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι δεν αρκεί απλά να λες στους ανθρώπους τι θα πρέπει να αλλάξουν στον τρόπο ζωής τους, χωρίς να αλλάξεις το κοινωνικό, οικονομικό και οικολογικό τους περιβάλλον. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση, να έχουν τα δεδομένα, τις δυνατότητες, ώστε να έχουν έναν υγιή τρόπο ζωής. Η προαγωγή της υγείας δεν σκοπεύει να εργαστεί μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο των κοινωνικοοικονομικών δομών, προκειμένου να ενθαρρύνει τη δημιουργία και εφαρμογή υγιών κρατικών πολιτικών σε όλους τους τομείς ζωής και δράσης των ανθρώπων (Pilgrim & Rogers, 2004).

Η δράση για την προαγωγή της υγείας έχει στόχο τη μείωση των διαφορών στην υγεία και την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και πόρων, ώστε όλοι οι άνθρωποι να είναι ικανοί να επιτύχουν το μέγιστο δυνατό του δυναμικού της υγείας τους. Αυτό κατά βάση περιλαμβάνει μια ασφαλή βάση σε υποστηρικτικό περιβάλλον, πρόσβαση στην ενημέρωση, ευκαιρίες για την ανάπτυξη δεξιοτήτων απαραίτητων για τη ζωή και ευκαιρίες για υγιείς επιλογές (Μεταλληνού, 2004).

 

Ψυχική Ανθεκτικότητα

Η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας (resilience) έχει οριστεί ως η ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται αρνητικές εμπειρίες και βιώματα χωρίς να εκδηλώσει κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής (Bowes & Arseneault, 2013). Σχετίζεται με τις ικανότητες του ατόμου για θετική προσαρμογή, παρά την ύπαρξη αντίξοων συνθηκών, παρά την έκθεση σε παράγοντες επικινδυνότητας (Luthar, 2006. Masten, 2007. Rutter, 2006).

Δεν περιορίζεται σε κάποιες ικανότητες διαφυγής από αντίξοες συνθήκες, ούτε απλώς ταυτίζεται με κάποια ικανότητα συμμόρφωσης/προσαρμογής στο περιβάλλον, που μπορεί να είναι επιφανειακή και να υποκρύπτει σοβαρότερες ελλείψεις ή αδυναμίες, οι οποίες μπορούν να αναδειχθούν αργότερα, όταν οι αναπτυξιακές ή κοινωνικές απαιτήσεις αλλάξουν ή γίνουν πιο έντονες (Κουρκούτας & Xavier, 2012).

Αφορά στο θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει από τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων κινδύνου και των προστατευτικών παραγόντων στη ζωή του ατόμου. Ένας από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας αφορά στην ύπαρξη μιας ζεστής/υποστηρικτικής σχέσης με ένα σημαντικό ενήλικα κατά την παιδική ηλικία που να μεταφέρει στο παιδί το μήνυμα ότι είναι σημαντικό (Henderson & Milstein, 2008). Ακόμη, οι φιλίες αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις τραυματικών οικογενειακών βιωμάτων ή άλλων αρνητικών εμπειριών βοηθώντας το άτομο να διατηρεί επαρκείς διαπροσωπικές σχέσεις στην πορεία της ζωής του (Kourkoutas, Vitalaki, & Fowler, 2015. Κουρκούτας & Xavier, 2012).

Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν αναφέρεται σε ένα σταθερό χαρακτηριστικό του ατόμου αλλά σε μια δυναμική διαδικασία που μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος (Condly, 2006. Kolar, 2011). Και ενώ ένα άτομο μπορεί να αποδειχθεί ψυχικά ανθεκτικό σε μια περίοδο της ζωής του, ενδέχεται να αντιδράσει αρνητικά σε δύσκολες συνθήκες σε μια μεταγενέστερη περίοδο (Luthar, 2006).

Η ψυχική ανθεκτικότητα θεωρείται σημαντικό συστατικό στοιχειό για τη διατήρηση και την προαγωγή της ψυχικής υγείας των ατόμων. Ατομικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί/περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την ψυχική ανθεκτικότητα. Η επένδυση στην ψυχική ανθεκτικότητα των ατόμων από τα πρώιμα χρόνια της ζωής τους θεωρείται ένα ιδιαίτερα δυναμικό βήμα που προάγει πλεονεκτήματα εφ’ όρου ζωής, περιλαμβάνοντας δυναμικές βελτιώσεις στο σχολείο, στην εργασία, αντισταθμίζοντας τις κοινωνικοοικονομικές διαφορές μεταξύ των ατόμων (Khanlou & Wray, 2014).

Ειδικότερα, τέσσερις βασικοί τομείς για την ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας είναι: 1) η αίσθηση του ανήκειν, 2) η ικανότητα διαχείρισης συναισθημάτων, 3) οι δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, στοχοθέτησης και σχεδιασμού, 4) η θετική, αισιόδοξη στάση ζωής (Hoffman, 2012). Τα θεμέλια για τους τομείς αυτούς ανάπτυξης τίθενται σε μεγάλο βαθμό κατά την παιδική ηλικία, μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του παιδιού με τα πρωταρχικά πλαίσια ζωής και δράσης του, την οικογένεια, το σχολείο, την τοπική κοινότητα.

 

Παράγοντες επικινδυνότητας και προστατευτικοί παράγοντες

Ως παράγοντες επικινδυνότητας (risk factors) ορίζονται οι μεταβλητές, οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων σε διάφορους τομείς της ανάπτυξης και της προσαρμογής (Zolkoski & Bullock, 2012). Οι παράγοντες επικινδυνότητας εντοπίζονται στην κοινότητα, το σχολείο, τις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, την οικογένεια, το άτομο. Συχνά συνυπάρχουν και συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου και η επίδρασή τους είναι περισσότερο πολλαπλασιαστική παρά αθροιστική (Wright & Masten, 2005).

Ως προς τους οικογενειακούς παράγοντες επικινδυνότητας για τη λειτουργικότητα και την προσαρμογή του αναπτυσσόμενου ατόμου, αναφέρονται οι εξής: η μητρότητα στην εφηβεία, ο πρόωρος τοκετός, η έλλειψη έκφρασης ζεστασιάς και αγάπης από τη μητέρα, η παραμέληση, η κακοποίηση, η έλλειψη σταθερών ορίων και μεθόδων επιβολής πειθαρχίας, το διαζύγιο με έντονες συγκρούσεις, η ύπαρξη ασθένειας ή ψυχοπαθολογίας στους γονείς, η φτώχεια, το ψυχικό τραύμα από κάποια απώλεια, πόλεμο ή φυσική καταστροφή κ.ά. (Alegre, 2011. Brigham, Bakken, & Rotatori, 2012. Reddy, Rhodes, & Mulhall, 2003).

Όσον αφορά στους σχολικούς παράγοντες επικινδυνότητας, αναφέρονται οι εξής: η σχολική αποτυχία/διακοπή, η απομόνωση και απόρριψη από τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς, οι αρνητικές προσδοκίες εκ μέρους των εκπαιδευτικών, οι τιμωρητικές τους πρακτικές, η ελλιπής επικοινωνία και μη υποστήριξη της θέσης των παιδιών αυτών μέσα στο σχολείο, η θυματοποίηση των παιδιών αυτών, η ανυπαρξία συνεργασίας ανάμεσα στην οικογένεια και το σχολείο, η ύπαρξη προκαταλήψεων από πλευράς εκπαιδευτικών, η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών, η ανυπαρξία συμβουλευτικών υπηρεσιών, η απουσία μακροχρόνιων παρεμβάσεων με στόχο την ένταξη, η περιορισμένη ανταπόκριση των εκπαιδευτικών στην εφαρμογή εναλλακτικών προγραμμάτων, η γενικότερη φιλοσοφία του σχολείου που αποθαρρύνει την ένταξη των παιδιών με ιδιαιτερότητες κ.ά. (Dwairy, 2011. Kracher, 2004. Young, Marchant, & Wilder, 2004).

Ωστόσο, οι μαθητές που εκδηλώνουν δυσκολίες προσαρμογής έχουν πραγματικά ανάγκη από εκπαιδευτικούς που θα πιστέψουν σε αυτούς, ότι μπορούν να τα καταφέρουν στη ζωή τους. Ο ρόλος του σχολείου στην ενδυνάμωση της ψυχικής ανθεκτικότητας των μαθητών είναι ακόμη πιο σημαντικός και κρίσιμος για τους συγκεκριμένους μαθητές (Abreu & Xavier, 2006). Η αποτυχία ένταξης στο σχολικό σύστημα αποτελεί έναν παράγοντα κινδύνου για τη μελλοντική κοινωνική ενσωμάτωση για τα παιδιά που δυσλειτουργούν. Αντίθετα, η ποιότητα της σχολικής ενσωμάτωσης φαίνεται να αποτελεί διευκολυντικό παράγοντα για την ψυχοκοινωνική εξέλιξη και προσαρμογή του παιδιού. Επομένως, το σχολείο αναγνωρίζεται βασικός παράγοντας στην έκλυση, διατήρηση ή επίλυση των δυσλειτουργιών του παιδιού (Kracher, 2004. Osborne, 2004).

Πέρα από τους οικογενειακούς και σχολικούς επιβαρυντικούς παράγοντες, υπάρχουν και οι προσωπικοί παράγοντες (προδιάθεσης και διατήρησης), οι οποίοι είναι οι εξής: οι ιδιοσυγκρασιακές δυσκολίες, η χαμηλή εικόνα εαυτού, οι μαθησιακές δυσκολίες, η υπερκινητικότητα, οι τάσεις επιθετικότητας, η χαμηλή αυτοαποτελεσματικότητα, οι ανώριμοι μηχανισμοί άμυνας, οι δυσλειτουργικές στρατηγικές προσαρμογής, η χαμηλή νοημοσύνη, οι εγγενείς δυσκολίες απόκτησης κοινωνικών γνώσεων, τα φτωχά εσωτερικά πρότυπα λειτουργίας, τα αρνητικά γνωστικά σχήματα, τα αρνητικά πρότυπα σχέσεων. Επομένως, η δυσλειτουργική συμπεριφορά και ο τρόπος εξέλιξής της θωρείται ότι αποτελεί συνάρτηση της δυναμικής αλληλεπίδρασης προσωπικών, οικογενειακών, σχολικών παραγόντων κινδύνου (Frick, 2006. Carr, 1999).

Από την άλλη υπάρχουν πολλοί ενδογενείς και περιβαλλοντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας. Αυτοί ονομάζονται προστατευτικοί παράγοντες και αναφέρονται σε οτιδήποτε μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων. Οι παράγοντες αυτοί εντοπίζονται στο άτομο, στην κοινότητα, στο σχολείο, στις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, στην οικογένεια (Masten, 2007).

Οι ενδογενείς προστατευτικοί παράγοντες αφορούν στο ίδιο το άτομο και περιλαμβάνουν την ύπαρξη κοινωνικών δεξιοτήτων (ικανότητα λήψης αποφάσεων, διεκδικητικότητα, έλεγχος της παρορμητικότητας και ικανότητα επίλυσης προβλημάτων), την κοινωνικότητα και τη δημιουργία υγιών διαπροσωπικών σχέσεων, την αίσθηση του χιούμορ, τον αυτοέλεγχο, τη θετική αυτοαντίληψη, την αυτονομία, τον ευπροσάρμοστο χαρακτήρα, την ικανότητα για μάθηση, την προσωπική επάρκεια, την αναγνώριση της προσωπικής αξίας/αυτοεκτίμηση, τις καλές γνωστικές λειτουργίες, την πίστη και ύπαρξη νοήματος στη ζωή, την αισιοδοξία και την ελκυστικότητα στους άλλους, την ικανότητα έκφρασης και διαχείρισης συναισθημάτων, τις δεξιότητες επικοινωνίας, το σεβασμό, την αποδοχή, την εμπιστοσύνη, την ικανότητα ρύθμισης της συμπεριφοράς κ.ά. (Esquivel, Doll, & Oades-Sese, 2011. Noltemeyer & Bush, 2013. Wright & Masten, 2005. Zolkoski & Bullock, 2012).

Οι περιβαλλοντικοί προστατευτικοί παράγοντες εντοπίζονται στα πλαίσια που ζει το άτομο και περιλαμβάνουν: την ύπαρξη στενών διαπροσωπικών σχέσεων, τον ασφαλή δεσμό με έναν ενήλικα που παρέχει φροντίδα και ενδιαφέρον, τη δημιουργία σχέσεων με ανθρώπους που μπορούν να λειτουργήσουν ως θετικά πρότυπα, την παροχή ευκαιριών στα παιδιά να διδαχθούν δεξιότητες και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες με στόχους και νόημα, την ενθάρρυνση της μάθησης, τις υψηλές αλλά ρεαλιστικές προσδοκίες για επιτυχία, τα σαφή όρια, τη στήριξη της ικανότητας των παιδιών να θέτουν στόχους και να έχουν τον έλεγχο, την ανάπτυξη αξιών και θετικών μορφών κοινωνικής συμπεριφοράς, την αναγνώριση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων κάθε ατόμου κ.ά. (Zolkoski & Bullock, 2012).

Ένα από τα σημαντικότερα πλαίσια για τα παιδιά που μεγαλώνουν είναι η οικογένειά τους και ο ρόλος των γονέων τους στην προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας είναι ιδιαίτερα σημαντικός (Χατζηχρήστου, 2011). Αντίστοιχα, στην οικογένεια οι προστατευτικοί παράγοντες είναι το σταθερό, υποστηρικτικό και ήρεμο περιβάλλον, οι καλές σχέσεις, η καλή επικοινωνία, το θετικό κλίμα, το καλά δομημένο-οργανωμένο περιβάλλον (με όρια και κανόνες), το καλό μορφωτικό επίπεδο των γονέων, η εμπλοκή των γονέων στη μάθηση, το καλό κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, η ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων των ίδιων των γονέων και επίλυσης των προβλημάτων τους, η ικανότητά τους να προάγουν μια αισιόδοξη στάση ζωής (Bowes & Arseneault, 2013. Masten, 2014. Noltemeyer & Bush, 2013. Wright & Masten, 2005. Zolkoski & Bullock, 2012).

Επιπλέον, ένα σχολείο που παρέχει τη δυνατότητα στους μαθητές όχι μόνο να αποκτήσουν γνώσεις, αλλά και να δημιουργήσουν στενές διαπροσωπικές σχέσεις αποτελεί σημαντικό προστατευτικό παράγοντα και προϋπόθεση για την προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας. Οι προστατευτικοί παράγοντες στο σχολικό πλαίσιο μπορούν να συμβάλλουν, ώστε τα σχολεία να επιτύχουν την αποστολή τους προετοιμάζοντας τους μαθητές να έχουν καλή ψυχική υγεία και θετική προσαρμογή στην ενήλικη ζωή, ανεξαρτήτως των παραγόντων επικινδυνότητας που τα παιδιά φέρνουν μαζί τους στη σχολική τάξη (Esquivel et al., 2011). Ειδικότερα, έξι βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας στο σχολικό περιβάλλον είναι: α) η ανάπτυξη θετικών συναισθηματικών δεσμών, β) η δημιουργία σαφών και ξεκάθαρων ορίων, γ) η εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, χρήσιμων για τη ζωή, δ) η παροχή στήριξης και φροντίδας, ε) η ύπαρξη υψηλών/ρεαλιστικών προσδοκιών και η σαφής έκφρασή τους και στ) η παροχή ίσων ευκαιριών για ουσιώδη συμμετοχή όλων των μελών της σχολικής κοινότητας (Henderson & Milstein, 2008).

Στην κοινότητα οι προστατευτικοί παράγοντες αφορούν στην ασφάλεια, το χαμηλό επίπεδο βίας, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, τη δυνατότητα εύρεσης εργασίας, τη φροντίδα για τη δημόσια υγεία. Όσον αφορά στους πολιτιστικούς ή κοινωνικούς προστατευτικούς παράγοντες, αυτοί περιλαμβάνουν προστατευτικές πολιτικές για το παιδί, εκπαίδευση, πρόληψη και παρέμβαση σχετικά με την πολιτική βία, όπως και τη χαμηλή αποδοχή της σωματικής βίας (Wright & Masten, 2005).

 

Εξάρτηση: η σύνδεσή της με την αυτοκτονικότητα

H εξάρτηση αναφέρεται στην κατανάλωση ουσιών ή στην επανάληψη συμπεριφορών με τέτοιο τρόπο, ώστε να επηρεάζεται αρνητικά η υγεία, η ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, η συμπεριφορά και η λειτουργικότητα του ατόμου, έχοντας αρνητικό αντίκτυπο στις σχέσεις του με τον εαυτό του, τους άλλους, την κοινωνία. Μεταξύ των παραγόντων επικινδυνότητας που μπορούν να συμβάλλουν στην εξάρτηση, έχουν αναφερθεί οι ακόλουθοι: το φύλο (άρρεν), το νεαρό της ηλικίας, η ανεργία, το χαμηλό εισόδημα, οι σκληρές συνθήκες εργασίας, το εργασιακό στρες, η ψυχοπαθολογία των γονέων, οι συζυγικές συγκρούσεις, τα ασαφή όρια, η υπερπροστασία, η κοινωνική ανοχή της χρήσης-εξάρτησης, η προσβασιμότητα, η ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού εξάρτησης, το ψυχικό τραύμα (πένθος, διαζύγιο, κακοποίηση, παραμέληση, απόρριψη, σωματική/ψυχική ασθένεια, σωματικός ή/και ψυχικός πόνος) (Οικονόμου, Θεοδώρου & Παπαδημητρίου, 2016. Πουλόπουλος, 2011).

Η εξάρτηση οδηγεί βαθμιαία το άτομο σε δυσλειτουργία στα ακόλουθα επίπεδα: α) στη σχέση του με τον εαυτό του (υγεία, διάθεση, λειτουργικότητα κ.ά.), β) στην εργασία του (μη ασφαλής εργασία, μειωμένη παραγωγικότητα, ασυνέπεια, αναξιοπιστία, επιδείνωση σχέσεων με συναδέλφους και προϊστάμενο/εργοδότη, ανεργία, οικονομικά προβλήματα κ.ά.), γ) στις οικογενειακές σχέσεις (έντονες συγκρούσεις, σοβαρές επιπτώσεις στα παιδιά κ.ά.), δ) στις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις (ανειλικρίνεια, εκμετάλλευση, ανεμπιστοσύνη, απομόνωση, αδιέξοδο, σκέψεις-απόπειρες αυτοκτονίας κ.ά.), ε) στη σχέση με την κοινωνία (μη συμμετοχικότητα, αύξηση κόστους υγειονομικής περίθαλψης κ.ά.), στ) στη σχέση με τον νόμο (νομικά προβλήματα).

Από την άλλη, η αυτοκτονικότητα (suicidality) προσδιορίζεται από ένα φάσμα ή/και συνεχές ιδεών και συμπεριφορών που αρχίζει με τον αυτοκτονικό ιδεασμό προχωρά στον σχεδιασμό της απόπειρας, στη συνέχεια στην απόπειρα αυτοκτονίας, καταλήγοντας στην αυτοκτονία. Η φασματική αυτή διάσταση παρουσιάζει προοδευτικά φθίνουσα πορεία. Έτσι, ενώ ο ιδεασμός αυτοκτονίας είναι σχετικά συχνός, η απόπειρα αυτοκτονίας είναι σπανιότερη και η αυτοκτονία είναι ακόμα σπανιότερη κατάσταση. Η φασματική διάσταση της αυτοκτονικότητας δεν είναι απαραίτητο να λειτουργεί ως συνεχές. Έτσι, ένα άτομο μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκτονία χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια απόπειρα ή ένα άτομο μπορεί να έχει πραγματοποιήσει απόπειρες, χωρίς να καταλήξει στην αυτοκτονία (Κονταξάκης, Λύκουρας, Χαβάκη-Κονταξάκη, & Χριστοδούλου, 2013).

Τα τελευταία 50 χρόνια έχουν αυξηθεί οι αυτοκτονίες κατά 60% παγκοσμίως. Έχει υπολογιστεί, ότι κάθε χρόνο καταγράφονται 1.000.000 αυτοκτονίες. Μία αυτοκτονία πραγματοποιείται κάθε 20 δευτερόλεπτα, ενώ οι απόπειρες αυτοκτονίας είναι περίπου εικοσαπλάσιες των αυτοκτονιών (μια απόπειρα πραγματοποιείται κάθε δευτερόλεπτο). Περισσότεροι θάνατοι από αυτοκτονία καταγράφονται ετησίως σε σχέση με το σύνολο των θανάτων από ανθρωποκτονίες, πολεμικές συγκρούσεις και τρομοκρατικές ενέργειες. Η αυτοκτονία σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των 10 συχνότερων αιτιών θανάτου για το σύνολο του πληθυσμού και μεταξύ των 3 συχνότερων αιτιών θανάτου για τους έφηβους και του νεαρούς ενήλικες. Μάλιστα, μεταξύ των σοβαρότερων παραγόντων κινδύνου αυτοκτονίας είναι η ύπαρξη προηγούμενης απόπειρας ή αποπειρών (ιδιαίτερα αν είναι βίαιες και σοβαρές) και η ύπαρξη ταυτόχρονα ψυχικής διαταραχής (Curtin, Warner, & Hedegaard, 2016. Κονταξάκης και συν., 2013).

Η έρευνα δείχνει ότι η ύπαρξη κάποιας ψυχικής διαταραχής είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας επικινδυνότητας για την αυτοκτονία και ότι πάνω από το 90% των ανθρώπων που αυτοκτονούν έχουν κάποια ψυχική διαταραχή ή κάποια εθιστική διαταραχή. Ειδικότερα, οι διαταραχές που σχετίζονται συχνότερα με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και απόπειρα αυτοκτονίας είναι: συναισθηματικές διαταραχές (κυρίως η μονοπολική ή διπολική κατάθλιψη), σχιζοφρένεια, αλκοολισμός, κατάχρηση ουσιών, εξάρτηση από το διαδίκτυο, εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια, οργανικό ψυχοσύνδρομο, αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές προσωπικότητας (π.χ. οριακή, αντικοινωνική). Ωστόσο, κανένας παράγοντας από μόνος του δεν είναι αρκετός για να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Συνήθως, η αυτοκτονία προκύπτει από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων, όπως ψυχική ασθένεια ή εξάρτηση, οικογενειακή κατάρρευση, οικονομικά προβλήματα, σωματική ασθένεια, επιδείνωση σωματικής υγείας, σημαντική απώλεια ή έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης (Kwon, & Kim, 2012. Navaneelan, 2012. Οικονόμου και συν., 2016. Yuodelis-Flores & Ries, 2015).

Ως προς την εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια, έχει βρεθεί ότι η πλειονότητα των παθολογικών παικτών εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονικού ιδεασμού (12–24% σε δείγματα εξαρτημένων παικτών) σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (Οικονόμου και συν., 2016). Τα άτομα που είναι εθισμένα στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά διατρέχουν 5-10 φορές υψηλότερο κίνδυνο αυτοκτονίας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό (Voss et al., 2013). Όσον αφορά στη χρήση ναρκωτικών, έχει βρεθεί ότι η αυτοκτονική συμπεριφορά είναι ιδιαίτερα συχνή σε άτομα που κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών (Dragisic, Dickov, Dickov, & Mijatovic, 2015). Περίπου το 40% των ατόμων που αναζητούν θεραπεία για την εξάρτησή τους από τα ναρκωτικά αναφέρουν ιστορικό αποπειρών αυτοκτονίας.

Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι η εξάρτηση από το διαδίκτυο σχετίζεται σημαντικά με αυτοκτονικές συμπεριφορές, ενώ η αυτοκτονικότητα που συνδέεται με τον εθισμό στο διαδίκτυο μπορεί να ελεγχθεί μέσω της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας (Cheng et al., 2018. Kim et al., 2017. Lin et al., 2014). Ακόμη, μελέτες σχετικά με τη μη ιατρική χρήση συνταγογραφούμενων φαρμάκων δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην εξάρτηση από συνταγογραφούμενα φάρμακα και την αυξημένη αυτοκτονικότητα (Borgschulte, Corredor-Waldron, & Marshall, 2018. Guo, et al., 2016. Zullig & Divin, 2012). Γι’ αυτό και τα προγράμματα απεξάρτησης χρειάζεται να μεριμνούν, ώστε να συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό, σκέψεις και ενδεχόμενα σχέδια αυτοκτονίας των εξαρτημένων ατόμων στα διάφορα στάδια της θεραπείας τους (Yuodelis-Flores & Ries, 2015).

Μάλιστα, σε μελέτη που έχει γίνει για την εκτίμηση της συννοσηρότητας αυτοκτονικής συμπεριφοράς και χρήσης ναρκωτικών ουσιών σε νεοσύλλεκτους στρατιώτες στην Ελλάδα, η συννοσηρότητα αυτοκτονικότητας και χρήσης τοξικών ουσιών βρέθηκε να κυμαίνεται από 16,5–33,3% και από 31,4–44,2%, ανάλογα με το είδος της ουσίας. Τα άτομα που έκαναν χρήση τοξικών ουσιών βρέθηκε ότι είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες για αυτοκτονικότητα σε σχέση με τα άτομα που δεν είχαν ιστορικό χρήσης ουσιών (Γιωτάκος, 2003).

Βέβαια, η ίδια η επιλογή της χρήσης, της κατάχρησης και εν τέλει της εξάρτησης, η οποία μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές μορφές (ναρκωτικά, αλκοόλ, συνταγογραφούμενα φάρμακα, τυχερά παιχνίδια, διαδίκτυο κ.ά.), επί της ουσίας αποτελεί μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, συνιστώντας μια μορφή άλλοτε φανερής, άλλοτε συγκαλυμμένης βίας, στραμμένης προς τον εαυτό. Ειδικότερα, όσον αφορά στην αυτοκαταστροφική διάσταση της χρήσης ναρκωτικών, έχει περιγραφεί ως εξής: «Η χρήση ναρκωτικών για τους ανθρώπους που περιφέρουν τη δυστυχισμένη τους ύπαρξη σε δρόμους και πλατείες, γίνεται μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο. Αναζητούν απελπισμένα τη δόση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση. Επιμένουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη. Η ίδια η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός που μετατρέπει τη ζωή τους σε κόλαση. Ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή» (Μάτσα, 2012).

Σύμφωνα, άλλωστε, και με τον ορισμό του Durkheim (1897), «η αυτοκτονικότητα αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις θανάτου που είναι αποτέλεσμα άμεσης ή έμμεσης ενέργειας του ατόμου προς τον εαυτό του γνωρίζοντας ότι θα καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO, 1998), «η αυτοκτονία είναι η πράξη αυτοκαταστροφής που πραγματοποιείται με πρωτοβουλία του ατόμου γνωρίζοντας ή προσδοκώντας τη θανατηφόρο της έκβαση». Στους δύο παραπάνω ορισμούς της αυτοκτονικότητας μπορεί κανείς να αναγνωρίσει και την αυτοκαταστροφική διάσταση των ίδιων των εξαρτήσεων. Οι εξαρτημένοι γνωρίζουν πολύ καλά που μπορεί να τους οδηγήσει η εξάρτησή τους, αλλά αδυνατούν να επιλέξουν μια διαφορετική στάση ζωής από μόνοι τους, επικρατούν και τους πιέζουν οι άμεσες ανάγκες τους, να επιβιώσουν ψυχικά, να αντέξουν άλλη μια μέρα. Γι’ αυτό και η πρόληψη της εξάρτησης και κατ’ επέκταση της αυτοκτονικότητας δεν είναι απλά θέμα γνώσης/ενημέρωσης, αλλά ευρύτερης ψυχοσυναισθηματικής και κοινωνικής αγωγής, εκπαίδευσης και φροντίδας.

Η αυτοκαταστροφική στάση-συμπεριφορά του ατόμου που εκφράζεται μέσα από τις διάφορες εξαρτήσεις, στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μόνο δεν γίνεται αντιληπτή/συνειδητή, αλλά βιώνεται εντελώς διαφορετικά, ως κάτι ευεργετικό και αναγκαίο για το ίδιο το άτομο, την ύπαρξη και τη λειτουργικότητά του. Τα άτομα που καταφεύγουν στην εξάρτηση, συνήθως το κάνουν για να ανακουφίσουν τον εαυτό τους από κάποια επώδυνα/δυσάρεστα συναισθήματα που βιώνουν, όπως άγχος, πόνο, θυμό, απογοήτευση, αδικία, ενοχή κ.ά. Μέσα από την επιλογή αυτή, αισθάνονται ότι «βοηθούν» τον εαυτό τους να νιώσει καλύτερα και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής. Δεν αντιλαμβάνονται την προσωρινότητα μιας τέτοιας ανακούφισης και δίχως να το καταλαβαίνουν καταλήγουν ολοένα και πιο σταθερά/συστηματικά σε αυτή την επιλογή, οδηγώντας βαθμιαία τον εαυτό τους, την οικογένεια και τις σχέσεις τους σε αδιέξοδο. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις οι άνθρωποι καταφεύγουν συνειδητά στις εξαρτήσεις (ναρκωτικά, αλκοόλ, συνταγογραφούμενα φάρμακα) ως μια άμεση απόπειρα αυτοκτονίας προσπαθώντας σκόπιμα να βλάψουν τον εαυτό τους και να απαλλαγούν από το βάρος μιας δυσβάσταχτης ζωής.

Και είναι αυτοκαταστροφική η επιλογή της εξάρτησης, όχι μόνο γιατί το άτομο δεν αντιλαμβάνεται το τι πραγματικά του συμβαίνει επιλέγοντας το αντικείμενο της εξάρτησής του ως τρόπο/μέσο διαφυγής από τα δυσάρεστα συναισθήματα που βιώνει λόγω των ψυχοσυναισθηματικών του ελλειμμάτων, αλλά και γιατί μέσω της επιλογής αυτής ολοένα και περισσότερο δραπετεύει από την καθημερινότητά του και τις πραγματικές προκλήσεις της ζωής. Μακροπρόθεσμα η στάση αυτή λειτουργεί εις βάρος της λειτουργικότητας και της εξέλιξής του, μην επιτρέποντας στο άτομο να είναι παρόν στη ζωή του και να βιώνει τις συγκινήσεις που συνοδεύουν έναν νηφάλιο τρόπο/αγώνα ζωής. Έτσι, το άτομο χάνει βαθμιαία την προσωπική του ελευθερία, τον έλεγχο της ζωής του και τις σχέσεις του, καταλήγοντας να βιώνει αφόρητη μοναξιά και αδιέξοδο.

 

Τμήμα Eρευνας και Τεκμηρίωσης ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ

Σύμφωνα με τα δεδομένα που προέκυψαν από το Τμήμα Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Θεραπευτικού Προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, βάσει του ερωτηματολογίου EuropASI (Δείκτης Σοβαρότητας της Εξάρτησης/Ευρωπαϊκή Προσαρμογή), το οποίο πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 280 χρηστών ναρκωτικών, κατά την έναρξη της θεραπείας τους, με Μ.Ο. ηλικίας: 33,5 έτη και εύρος ηλικίας από 18 έως 54 ετών:

Σκέψεις για αυτοκτονία τις τελευταίες 30 ημέρες
Frequency Percent
ΟΧΙ 234 83,6
ΝΑΙ 45 16,1
ΔΕΝ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,3
TOTAL 280 100,0

Το 16,1% αναφέρει ότι είχε σκέψεις αυτοκτονίας τις τελευταίες 30 μέρες.

Σκέψεις για αυτοκτονία σε όλη τη ζωή
Frequency Percent
ΟΧΙ 147 52,5
ΝΑΙ 132 47,2
ΔΕΝ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,3
TOTAL 280 100,0

Το 47,2% αναφέρει ότι είχε σκέψεις αυτοκτονίας σε όλη τη ζωή.

Απόπειρα αυτοκτονίας τις τελευταίες 30 ημέρες
Frequency Percent
ΟΧΙ 264 94,3
ΝΑΙ 15 5,4
ΔΕΝ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,3
TOTAL 280 100,0

Το 5,4% αναφέρει ότι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας τις τελευταίες 30 μέρες.

Απόπειρα αυτοκτονίας σε όλη τη ζωή
Frequency Percent
ΟΧΙ 195 69,6
ΝΑΙ 84 30,1
ΔΕΝ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,3
TOTAL 280 100,0

Το 30,1% αναφέρει ότι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας σε όλη τη ζωή.

Ένα χρόνο μετά, όπου γίνεται η επανάληψη του ερωτηματολογίου EuropASI, από τους 280 αρχικά χρήστες, βρέθηκε να συνεχίζει τη θεραπεία το 52,1% (N=146).

Σκέψεις για αυτοκτονία τις τελευταίες 30 ημέρες
Frequency Percent
ΟΧΙ 142 97,3
ΝΑΙ 3 2,1
ΔΕ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,6
TOTAL 146 100,0

Στο συγκεκριμένο δείγμα (N=146), μόνο το 2,1% αναφέρει σκέψεις για αυτοκτονία τις τελευταίες 30 μέρες.

Απόπειρα αυτοκτονίας τις τελευταίες 30 ημέρες
Frequency Percent
ΟΧΙ 145 99,4
ΝΑΙ 0 0,0
ΔΕ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1 0,6
TOTAL 146 100,0

Κανένας δεν αναφέρει απόπειρα αυτοκτονίας τις τελευταίες 30 μέρες.

Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν, τόσο την ύπαρξη συσχέτισης/σύνδεσης ανάμεσα στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά και την αυτοκτονικότητα, όσο και τη θετική επίδραση/συνεισφορά της θεραπείας της εξάρτησης από τα ναρκωτικά στη μείωση της αυτοκτονικότητας. Τα ποσοτικά αυτά δεδομένα, συμπληρώνονται ακολούθως με ποιοτική πληροφορία, η οποία αφορά στη μαρτυρία ενός μέλους από την ομάδα θεραπείας του αλκοόλ της Ανοικτής Δομής Υποστήριξης του Θεραπευτικού Προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ.

 

Μαρτυρία μέλους ομάδας θεραπείας αλκοόλ

«Σας γράφω μια δραματική στιγμή της ζωής μου που εύχομαι να μην τη ζήσει κανένας άνθρωπος. Από παλιά έπινα, ώσπου κάποια στιγμή αρρώστησε ένα παιδί μου και εκεί άρχισα να πίνω πιο πολύ. Σιγά σιγά δεν ήθελα να πηγαίνω στη δουλειά, κλειδωνόμουν σε ένα δωμάτιο στα σκοτεινά και δεν ήθελα να βλέπω κανένα. Από μια ήσυχη οικογένεια το σπίτι μου μετατράπηκε σε ένα σπίτι με φασαρίες, καθημερινούς καβγάδες με τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είχα χάσει τον έλεγχο με το ποτό. Η οικογένεια μου αναγκάστηκε να με σταματήσει από τη δουλειά γιατί δούλευα ως οδηγός και είχα δημιουργήσει πολλά τροχαία. Τα πράγματα χειροτέρεψαν, για να πίνω έβαζα το παιδί μου ως δικαιολογία, ό,τι χειρότερο για ένα πατέρα. Ένα βράδυ πολύ πιωμένος γύρισα στο σπίτι σε χάλια κατάσταση. Απέναντι από το σπίτι μου ήταν μια ελιά, πήγα στην αποθήκη και πήρα ένα σχοινί, το κρέμασα στη ελιά και το πέρασα στο λαιμό μου, κρεμάστηκα. Μετά από λίγο βρέθηκα στο πάτωμα του χωραφιού με τα παιδιά μου από πάνω να προσπαθούν να με επαναφέρουν στη ζωή. Έκλαιγαν όλα μαζί και η γυναίκα μου. Φαντάσου σε ποιο σημείο με είχε φέρει το ποτό. Η γυναίκα μου, μου είπε την άλλη μέρα ότι ο γιος μου με σήκωνε από τα πόδια και η κόρη μου έβγαλε τη θηλιά από το λαιμό. Έπειτα από αυτό τα παιδιά μου με πήγαν σε ένα ψυχίατρο. Άρχισα μια αγωγή και μετά πήγα στο ΚΕΘΕΑ. Είμαι πια καλά. Τώρα, μετά από τρία χρόνια προσπάθειας και θεραπείας, απολαμβάνω τα εγγόνια μου και την οικογένεια μου σαν ένας φυσιολογικός άνθρωπος και παππούς. Θέλω να ζητήσω για άλλη μια φορά συγγνώμη από την οικογένειά μου και να τους ευχαριστήσω για αυτό που ζω σήμερα…».

Η παραπάνω μαρτυρία, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η εξάρτηση από το αλκοόλ μπορεί να συνδέεται με την αυτοκτονικότητα, η οποία ωστόσο είναι εφικτό να περιοριστεί ή να αντιμετωπιστεί μέσα από τη θεραπεία της εξάρτησης από το αλκοόλ.

 

Πρόληψη-θεραπεία/αντιμετώπιση εξάρτησης και αυτοκτονικότητας

Το 2014 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) δημοσίευσε την πρώτη παγκόσμια έκθεσή του στην πρόληψη της αυτοκτονίας. Κύριος στόχος της έκθεσης ήταν η ενημέρωση/ευαισθητοποίηση του κόσμου σχετικά με την αυτοκτονία, η οποία συνιστά σημαντικό ζήτημα της δημόσιας υγείας, προκειμένου να δοθεί προτεραιότητα στην πρόληψη των αυτοκτονιών σε όλο τον κόσμο. Ως προς αυτό, ένας βασικός τρόπος μέσα από τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί τόσο η πρόληψη, όσο και η αντιμετώπιση της αυτοκτονίας, είναι μέσω της θεραπείας και πρόληψης των εξαρτήσεων, εξαιτίας της συσχέτισης που υπάρχει μεταξύ τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα στις διάφορες μορφές εξάρτησης (ναρκωτικά, αλκοόλ, συνταγογραφούμενα φάρμακα, τυχερά παιχνίδια, διαδίκτυο κ.ά.) δεν είναι οι διαφορετικοί τρόποι, με τους οποίους η εξάρτηση εκδηλώνεται, αλλά η ίδια η εξάρτηση, ο μηχανισμός της, ο προβληματικός, ανελεύθερος, αυτοκαταστροφικός της χαρακτήρας, ο οποίος είναι κοινός σε όλες τις εξαρτήσεις. Με σχετικά παρόμοιες αιτίες και επιπτώσεις στους διαφορετικούς ανθρώπους, στις οικογένειές τους, στις σχέσεις τους, στην τοπική κοινότητα, στην ευρύτερη κοινωνία.

Η ευθύνη της πολιτείας (επίσημο κράτος, σύστημα υγείας κ.ά.), των ειδικών (ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.ά.), αλλά και κάθε υπεύθυνου πολίτη, ο οποίος καλείται να αναλάβει την προσωπική και κοινωνική του ευθύνη σε όσα συμβαίνουν δίπλα του, είναι μεγάλη ως προς την πρόληψη και θεραπεία των εξαρτήσεων, καθώς και την πρόληψη και αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας. Κάθε διαφορετική πλευρά, μπορεί να συνεισφέρει με το δικό της τρόπο και στο βαθμό που της αναλογεί, στα δύο αυτά σημαντικά ζητήματα της δημόσιας υγείας, που επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, την ποιότητα ζωής όλων.

Ειδικότερα, οι παρεμβάσεις για την πρόληψη της εξάρτησης και της αυτοκτονικότητας, τόσο σε επίπεδο ανηλίκων, όσο και σε επίπεδο ενηλίκων, χρειάζεται να επικεντρωθούν στα εξής τρία βασικά επίπεδα: α) στην ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική αγωγή/ανάπτυξη, εκπαίδευση και φροντίδα, η οποία είναι αναγκαία για την προαγωγή της ψυχικής ανθεκτικότητας (σύναψη και διατήρηση υγιών σχέσεων αποδοχής, αγάπης και υποστήριξης, έκφραση / διαχείριση συναισθημάτων, επίλυση συγκρούσεων, κοινωνικές δεξιότητες, ενσυναίσθηση, συνεργατικότητα, αλληλοβοήθεια / αλληλεγγύη, αυτογνωσία/αυτοβελτίωση, προσωπική ανάπτυξη, κ.ά.), β) στην αναζήτηση εναλλακτικών/δημιουργικών τρόπων ζωής, έκφρασης και δράσης (ενασχόληση με την τέχνη, τη σωματική άσκηση, το διάβασμα, την επαφή με τη φύση, τις εκδρομές, τις πεζοπορίες κ.ά.), γ) στη διασύνδεση με τη γειτονιά, την τοπική κοινότητα, την ευρύτερη κοινωνία (συμμετοχή στα κοινά, εθελοντισμός, ανθρωπιστικό έργο κ.ά. για την κοινωνική ανάπτυξη και την ενίσχυση του αισθήματος του ανήκειν).

Σε κάθε περίπτωση, η πρόληψη χρειάζεται να αποβλέπει στην επανεξέταση και την αλλαγή της στάσης ζωής των ατόμων μέσα στην κοινότητα που ζουν, στην ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλεγγύης, στη διαρκή σύγκρουση με όλους τους όρους που οδηγούν στην αποξένωση, την αλλοτρίωση, της μιζέρια της καθημερινής ρουτίνας. Πρέπει να συμβάλλει στη δημιουργία των όρων μέσα στους οποίους διαμορφώνεται μια στάση ζωής με ενδιαφέροντα, αξίες και στόχους. Μάλιστα, βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων/πολιτικών πρόληψης θεωρούνται οι εξής: να είναι σχεδιασμένες κεντρικά, να έχουν διάρκεια, να εξελίσσονται, να αξιολογούνται, να δίνουν έμφαση στους κοινούς γενεσιουργούς παράγοντες των σύγχρονων ψυχοκοινωνικών προβλημάτων, να πραγματοποιούνται παράλληλα σε ομάδες υψηλού κινδύνου και σε ολόκληρο τον πληθυσμό, να επανεξετάζονται, να οδηγούν σε βελτιωτική αλλαγή της στάσης ζωής, να διαθέτουν καινοτόμο/ριζοσπαστικό πνεύμα, να συνδέουν την ατομική με την κοινωνική παθολογία, να συμβάλλουν στην ανάληψη της προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης (Μάτσα, 2006).

Όσον αφορά στη θεραπεία της εξάρτησης, επί της ουσίας μέσα από τη θεραπεία του, ο εξαρτημένος επαναπροσδιορίζει τη σχέση του με τον εαυτό του και τους άλλους. Η απεξάρτηση αναφέρεται στην αλλαγή του τρόπου, της στάσης ζωή του ατόμου μέσα από την προσωπική και κοινωνική του ανάπτυξη. Κατά την απεξάρτηση ο άνθρωπος επεξεργάζεται το παρελθόν του, κατανοεί την ιστορία του, τα συναισθήματά του και μαθαίνει να τα διαχειρίζεται αποτελεσματικά, να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής του και όχι να τις αποφεύγει. Με λίγα λόγια η απεξάρτηση αναφέρεται στην αγάπη, την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, τη φιλία, την υποχώρηση προσωπικών συμφερόντων μπροστά στο συλλογικό καλό, την ανάληψη προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης, την αυτογνωσία, την αυτοβελτίωση, την αυτοπραγμάτωση (Ζαφειρίδης, 2009).

Σχετικά με το ρόλο της οικογένειας στην απεξάρτηση, έχει βρεθεί ότι η πίεση από την οικογένεια είναι ο δεύτερος παράγοντας κινητοποίησης μετά την πίεση από το ποινικό σύστημα. Επομένως, η συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπεία είναι καθοριστικής σημασίας για την κινητοποίηση, την παραμονή στη θεραπεία και την κοινωνική επανένταξη του εξαρτημένου μέλους της. Και αυτό, γιατί η οικογένεια έχει συμμετοχή στην πρόκληση ενός κοινωνικού φαινομένου, όπως η εξάρτηση. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως είναι απόλυτα υπεύθυνη, αλλά ούτε και απόλυτα αθώα (Γεωργάκας, 2007). Μάλιστα, θεωρείται ότι η εξάρτηση γίνεται ο τόπος συνάντησης της ατομικής με την κοινωνική κρίση, διαμέσου της κρίσης της οικογένειας (Μάτσα, 2008).

Οπότε, μέσα από τη θεραπεία οικογένειας, τα μέλη της οικογένειας εντοπίζουν και αναλαμβάνουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης βελτιώνοντας τη σχέση τους με το εξαρτημένο άτομο. Η βελτίωση των οικογενειακών σχέσεων που συνήθως επιτυγχάνεται, όταν τα μέλη της οικογένειας καταφέρνουν να δημιουργήσουν μεταξύ τους ένα κλίμα ουσιαστικής/αμοιβαίας αποδοχής, αγάπης και υποστήριξης/φροντίδας, βελτιώνει την αίσθηση του εαυτού, την άποψη του ατόμου για την προσωπική του αξία, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνει προηγούμενες αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό του, καθώς και τις συνακόλουθες αυτοκαταστροφικές του τάσεις. Και το σημαντικότερο, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα κατανόησης, το άτομο μαθαίνει να αγαπά και να φροντίζει τον εαυτό του διαθέτοντας πλέον το ψυχικό σθένος να κάνει επιλογές που να συνάδουν με τις βαθύτερες πεποιθήσεις του για την προσωπική του αξία. Κάτι τέτοιο είναι φυσικά ωφέλιμο και ευεργετικό για όλα τα μέλη της οικογένειας, καθώς βιώνουν «έναν καλύτερο άλλο», κάτι που διαμορφώνει ανάλογα και τη δική τους στάση και συμπεριφορά. Επομένως, η θεραπεία του εξαρτημένου και της οικογένειάς του, βοηθάει στην αποκατάσταση του αισθήματος ανήκειν, στη βελτίωση της διαχείρισης των συναισθημάτων, της επίλυσης προβλημάτων, στην υιοθέτηση μιας θετικής στάσης ζωής και ευρύτερα στη βελτίωση της ποιότητας ζωής όλων.

 

Βιβλιογραφία

Abreu, M., & Xavier, M. (2006). The protection factors role in promoting resilience among adolescents (a case study). Faculty of Education and Psychology: Catholic University of Portugal.

Alegre, A. (2011). Parenting styles and children’s emotional intelligence: what do we know? The Family Journal: Counseling and Therapy for Couples and Families, 19, 56-62. doi:10.1177%2F1066480710387486

Borgschulte, M., Corredor-Waldron, A., & Marshall, G. (2018). A path out: prescription drug abuse, treatment, and suicide. Journal of Economic Behavior and Organization, 149, 169-184. doi.org/10.1016/j.jebo.2018.03.006

Bowes, L., & Arseneault, L. (2013). Ψυχική ανθεκτικότητα σε παιδιά και νέους-θύματα εκφοβισμού. Στο Η. Κουρκούτας, & Θ. Θάνος (Επιμ.), Σχολική βία και παραβατικότητα (σσ. 165-172 ). Αθήνα: Τόπος.

Brigham, F., Bakken, J., & Rotatori, A. (2012). Families and Students with Emotional and Behavioral Disorders. In J. Bakken, F. Obiakor, & A. Rotatori (Eds.), Behavioral disorders: Practice concerns and students with EBD (Advances in Special Education, Volume 23) (pp. 207-222). Bingley, UK: Emerald Group Publications.

Γεωργάκας, Π. (2007). Εξάρτηση, μια ατομική επιλογή. Απεξάρτηση, μια συλλογική διαδικασία. Αθήνα: Επίκεντρο.

Γιωτάκος, Ο. (2003). Συνοσηρότητα αυτοκτονικότητας και χρήσης ναρκωτικών ουσιών σε νεοσύλλεκτους. Ιατρική Επιθεώρηση Ένοπλων Δυνάμεων, 37, 57-63. http://iatrotek.org/ioArt.asp?id=17279

Carr, A. (1999). Handbook of Child and Adolescent Clinical Psychology. New York: Klewer Academic/ Plenum Publishers.

Cheng, Υ., Tseng, P., Lin, P., Chen, T., Stubbs, B., Carvalho, A., et al. (2018). Internet addiction and its relationship with suicidal behaviors: a meta-analysis of multinational observational studies. Journal of Clinical Psychiatry, 79, 17r11761. doi:10.4088/JCP.17r11761

Condly, S. (2006). Resilience in children: a review of literature with implications for education. Urban Education, 41, 211-236. doi:10.1177%2F0042085906287902

Curtin, S., Warner, M., & Hedegaard, H. (2016). Increase in suicide in the United States, 1999-2014. USA: Department for Health and Human Services.

Dragisic, T., Dickov, A., Dickov, V., & Mijatovic, V. (2015). Drug Addiction as Risk for Suicide Attempts. Mater Sociomed, 27, 188-191. doi:10.5455/msm.2015.27.188-191

Durkheim, E. (1897). Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας (μτφ. Μ. Μαρκάκη). Αθήνα: Εκδόσεις Γερ. Αναγνωστίδη.

Dwairy, M. (2011). Perceived family and school rejection and adolescents’ psychological states. Psychology, 2, 535-541. doi:10.4236/psych.2011.26083

Esquivel, G., Doll, B., & Oades-Sese, G. (2011). Introduction to the special issue: resilience in schools. Psychology in Schools, 48, 649-651. doi:10.1002/pits.20585

Frick, P. (2006). Developmental pathways to conduct disorder. Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America, 15, 311-331. doi:10.1016/j.chc.2005.11.003

Ζαφειρίδης, Φ. (2009). Εξαρτήσεις και κοινωνία. Αθήνα: Κέδρος.

Guo, L., Xu, Y., Deng, J., Huang, J., Huang, G., Gao, X., et al. (2016). Association between nonmedical use of prescription drugs and suicidal behavior among adolescents. JAMA Pediatrics, 170, 971-978. doi:10.1001/jamapediatrics.2016.1802

Henderson, N., & Milstein, M. (2008). Σχολεία που προάγουν την ψυχική ανθεκτικότητα (Eπιμέλεια Χ. Χατζηχρήστου, Mετάφραση Β. Βασσάρα). Εκδόσεις: Τυπωθήτω.

Hoffman, J. (2012). Kids can cope: parenting resilient children at home and at school. The Psychology Foundation of Canada.

Khanlou, N., & Wray, R. (2014). A whole community approach toward child and youth resilience promotion: a review of resilience literature. International Journal of Mental Health and Addiction, 12, 64–79. doi: 10.1007/s11469-013-9470-1

Kim, K., Lee, H., Hong, J., Cho., Fava, M., Mischoulon, D., et al. (2017). Poor sleep quality and suicide attempt among adults with internet addiction: a nationwide community sample of Korea. PLoS ONE 12(4): e0174619. doi:10.1371/journal.pone.0174619

Kolar, K. (2011). Resilience: revisiting the concept and its utility for social research. International Journal of Mental Health and Addiction, 9, 421-433. doi:10.1007/s11469-011-9329-2

Κονταξάκης, Β., Λύκουρας, Λ., Χαβάκη-Κονταξάκη, Μ., & Χριστοδούλου, Χ. (2013). Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Αθήνα: ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις.

Kourkoutas, E., Vitalaki, E., & Fowler, A. (2015). Resilience based inclusive models of students with social-emotional and behavioral difficulties or disabilities. In E. Kourkoutas, & A. Hart (Eds.). Innovative practices for children and adolescents with psychosocial difficulties and disabilities (pp. 8-20). Cambridge, UK: Cambridge Scholar Publications.

Κουρκούτας, Η., & Xavier, R. (2012). Ενδυνάμωση ψυχικής ανθεκτικότητας σε παιδιά και εφήβους με ακαδημαϊκές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες/διαταραχές: παρεμβάσεις στο πλαίσιο του σχολείου. Στο Η. Κουρκούτας, & R. Caldin (Επιμ.), Οικογένειες παιδιών με ιδιαίτερες δυσκολίες και σχολική ένταξη (σσ. 131-160). Αθήνα: Πεδίο.

Kracher, M. (2004). Connectedness and school violence: A framework for developmental interventions. In E. Gerler (Ed.), Handbook of School Violence (pp.7-40). New York: The Haworth Press.

Kwon, M., & Kim, D. (2012). Internet addiction and suicide. Journal of the Korean Medical Association, 55, 335-340.

Lin, I-H., Ko, C., Chang, Y., Liu, T., Wang, P., Lin, H., et al. (2014). The association between suicidality and internet addiction and activities in Taiwanese adolescents. Comprehensive Psychiatry, 55, 504-510. doi:10.1016/j.comppsych.2013.11.012

Luthar, S. (2006). Resilience in development: a synthesis of research across five decades. In D. Cicchetti & D. Cohen (Eds.), Developmental Psychopathology: risk, disorder and adaptation (2nd ed., pp. 739-795). New York, NY:Wiley.

Masten, A. (2007). Resilience in developing systems: progress and promise as the fourth wave rises. Development and Psychopathology, 19, 921-930. doi:10.1017/S0954579407000442

Masten, A. (2014). Ordinary magic. Resilience in Development. New York, NY: Guilford Press.

Μάτσα, Κ. (2006). Η περίπτωση Ευρυδίκη. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

Μάτσα, Κ. (2008). Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση: το «παράδειγμα» του 18 ΑΝΩ. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

Μάτσα, Κ. (2012). Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη. Ο τοξικομανής και ο θάνατος. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

Μεταλληνού, Μ. (2004). Η προσωπική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών μέσα από την εφαρμογή προγραμμάτων Αγωγής Υγείας στο σχολείο. (Μεταπτυχιακή Διατριβή). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη.

Navaneelan, Τ. (2012). Suicide rates: an overview. Canada: Health Statistics Division.

Noltemeyer, A., & Bush, K. (2013). Adversity and resilience: a synthesis of international research. School Psychology International, 34, 474-487. doi:10.1177%2F0143034312472758

Οικονόμου, Μ., Θεοδώρου, Β., & Παπαδημητρίου, Γ. (2016). Η ψυχοπαθολογία των τυχερών παιχνιδιών: σύγχρονα διαγνωστικά, θεραπευτικά και αιτιολογικά δεδομένα. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 33, 165-179. http://mail.mednet.gr/archives/2016-2/pdf/165.pdf

Osborne, J. (2004). Identification with academics and violence in schools. In E. Gerler (Ed.), Handbook of School Violence (pp.41-74). New York: The Haworth Press.

Pilgrim, D. & Rogers, A. (2004). Κοινωνιολογία της Ψυχικής Υγείας και Ασθένειας. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Πουλόπουλος, Χ. (2011). Κοινωνική εργασία και εξαρτήσεις: οι κοινότητες της αλλαγής. Αθήνα: Τόπος.

Reddy, R., Rhodes, J., & Mulhall, P. (2003). The influence of teacher support on student adjustment in the middle school years: A latent growth curve study. Development and Psychopathology, 15, 119-138. doi: 10.1017.S0954579403000075

Rutter, M. (2006). Implications of resilience concepts for scientific understanding. Annals of the New York Academy of Science, 1094, 1-12. doi: 10.1196/annals.1376.002

Τούντας, Ι. (2001). «Η σημασία της πρόληψης και η νέα στρατηγική της προαγωγής της υγείας», Ημερίδα για τη μείωση της ζήτησης ναρκωτικών και το ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης: το παράδειγμα των κέντρων πρόληψης, Θεσσαλονίκη, 30/11/2001, ΚΕΔΚΕ.

Voss, W., Kaufman, E., O’ Connor, S., Comtois, K., Conner, K., & Ries, R. (2013). Preventing addiction related suicide: a pilot study. Journal of Substance Abuse Treatment, 44, 565-569. doi:10.1016/j.jsat.2012.10.006

WHO (1998). Primary Prevention of Mental, Neurological and Psychosocial Disorders. Geneva: World Health Organization.

WHO (2014). Preventing suicide – A global imperative. WHO: Geneva.

Wright, M., & Masten, A. (2005). Resilience processes in development: fostering positive adaptation in the context of adversity. In S. Goldstein, & R. Brooks (eds.), Handbook of resilience in children (pp. 17-37). New York, NY: Springer.

Χατζηχρήστου, Χ. (2011). Σχολική ψυχολογία. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Young, K., Marchant, M., & Wilder, L. (2004). School-based interventions for students with emotional and behavioral disorders. In P. Allen-Mears, & M. Fraser (Eds.), Interventions with children and adolescents: an interdisciplinary perspective (pp. 175-204). Boston: Pearson.

Yuodelis-Flores, C., & Ries, R. (2015). Addiction and suicide: a review. The American Journal of Addictions, 24, 98-104. doi:10.1111/ajad.12185

Zolkoski, M., & Bullock, L. (2012). Resilience in children and youth: a review. Children and Youth Services Review, 34, 2295-2303. doi:10.1016/j.childyouth.2012.08.009

Zullig, K., & Divin, A. (2012). The association between non-medical prescription drug use, depressive symptoms, and suicidality among college students. Addictive Behaviors, 37, 890-899. doi:10.1016/j.addbeh.2012.02.008

 

Print Friendly, PDF & Email