Πατρότητα, εξάρτηση και εγκλεισμός

Δανάη Ράφτη (1) & Χαράλαμπος Πουλoπουλος (2)

(1) MSc, Ψυχολόγος στο ΚΕΘΕΑ, e-mail: rafti@kethea-ariadni.gr Συμβουλευτική Μονάδα Χανίων ΚΕΘΕΑ Αριάδνη, Κ. Σφακιανάκη 13, τκ 73135 Χανιά

(2) Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης chpoulo@sw.duth.gr

* Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος της διπλωματικής εργασίας που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Ποινικό Δίκαιο & Εξαρτήσεις.

 

Περίληψη
Η παρούσα μελέτη διερευνά το βίωμα της πατρότητας σε συνθήκες εξάρτησης και εγκλεισμού. Στοχεύει στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο κρατούμενοι ή αποφυλακισμένοι πατέρες, υπό θεραπεία απεξάρτησης, περιγράφουν την εμπειρία της πατρότητας. Με ποιον τρόπο την ορίζουν, πώς βιώνουν τη μετάβαση στην πατρική λειτουργία από τη στιγμή της είδησης της εγκυμοσύνης, κατά τη διάρκεια αυτής και πώς βιώνουν την πρώτη επαφή με το παιδί τους και τις αλλαγές που επιφέρει η γέννησή του. Επιπλέον, διερευνά με ποιον τρόπο η εξάρτηση επηρεάζει και διαμορφώνει την πατρική λειτουργία. Η πατρότητα προσεγγίζεται με άξονα το παρελθόν, καθώς οι συμμετέχοντες καλούνται να περιγράψουν τη σχέση με το δικό τους πατέρα, και με άξονα το μέλλον, καθώς τους δίνεται η ευκαιρία να οραματιστούν ποια κληρονομιά θα ήθελαν οι ίδιοι να αφήσουν στα παιδιά τους. Αντικείμενο επίσης των συνεντεύξεων αποτελεί και η διαχείριση του εγκλεισμού και της εξάρτησης, καθώς οι συμμετέχοντες περιγράφουν με ποιον τρόπο έχουν εξηγήσει την απουσία από τη ζωή των παιδιών τους κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, πώς έχουν ενσωματώσει στη βιογραφία τους την εμπειρία της χρήσης ουσιών και του εγκλεισμού και τι επιλέγουν να αποκαλύψουν στα παιδιά τους και πώς φαντασιώνονται τη διαχείριση της ενδεχόμενης χρήσης ουσιών από τα παιδιά τους. Τέλος, διερευνάται η προοπτική της σύνδεσης του κρατούμενου πατέρα με το παιδί του, καθώς και η δυνατότητα αξιοποίησης της παραμέτρου της πατρότητας στη θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης.

Για τη μελέτη των παραπάνω αξιοποιήθηκε η ποιοτική μεθοδολογία και η επεξεργασία και ανάλυση των δεδομένων έγινε σύμφωνα με την ανάλυση περιεχομένου. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά 11 σε βάθος συνεντεύξεις με μέλη του θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης ΚΕΘΕΑ, εκ των οποίων οι 7 πραγματοποιήθηκαν εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων και οι 4 με μέλη που είχαν εμπειρία εγκλεισμού.

Η πατρότητα αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της ταυτότητας των συμμετεχόντων, το οποίο επιχειρούν να διαφυλάξουν σε συνθήκες εξάρτησης και εγκλεισμού. Η πατρική ταυτότητα ανακατασκευάζεται σε συνάρτηση με τη θεραπευτική πορεία των συμμετεχόντων και ενισχύει την συγκρότηση της νέας «καθαρής» ταυτότητας. Η ευθύνη, ο ψυχικός πόνος, η ενοχή, η απουσία, η ανάγκη αναπλήρωσης του κενού και ο φόβος της μίμησης είναι τα κύρια συναισθήματα που συνοδεύουν το βίωμα της πατρότητας. Ο καθοριστικός ρόλος της μητέρας στη διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στον κρατούμενο πατέρα και το παιδί του και η ανάγκη προστασίας του παιδιού μέσα από την εξιστόρηση της προσωπικής εμπειρίας στη χρήση και την παραβατικότητα αναδεικνύονται στο λόγο των συμμετεχόντων. Η πατρότητα φαίνεται να αποτελεί κινητήρια δύναμη για την προσπάθεια για απεξάρτηση, μια αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη.

Λέξεις κλειδιά: εξάρτηση, πατρότητα, πατρική λειτουργία, πατρική ταυτότητα, εγκλεισμός

 

Εισαγωγή
Εξάρτηση και παραβατικότητα είναι δυο έννοιες, οι οποίες πολύ συχνά συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης (2019) ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων ανέρχεται σε 10.654. Από αυτούς οι 2.372, δηλαδή ποσοστό περίπου 22,2%, κρατείται για παραβάσεις του Νόμου περί Ναρκωτικών ενώ υπάρχουν και άλλα άτομα που είναι εξαρτημένα από ουσίες και βρίσκονται στη φυλακή με άλλη κατηγορία. Επομένως, ένας χρήστης παράνομων ουσιών έχει αυξημένες πιθανότητες εμπλοκής με το ποινικό σύστημα.

Η μελέτη της γονεϊκότητας στo πλαίσιo της εξάρτησης και του εγκλεισμού κατά κύριο λόγο αφορά τις μητέρες εξαρτημένες ή κρατούμενες (Collins, Grella & Hser, 2003). Ο ρόλος του πατέρα συχνά παραβλέπεται υπό το καθεστώς της παραδοσιακής αντίληψης ότι το κύριο πρόσωπο φροντίδας είναι συνήθως η μητέρα (Williams, 2014; McBride et al., 2005). Η συμβατική σύνδεση της πατρικής λειτουργίας αποκλειστικά με τον ρόλο του «κουβαλητή» και η παράλληλη έλλειψη επαρκών ερευνητικών δεδομένων σχετικά με τους εξαρτημένους πατέρες γεννούν προκαταλήψεις και στερεότυπα που ταυτίζουν τους εξαρτημένους ή έγκλειστους πατέρες με την αδιαφορία, την παραμέληση και την ανεπάρκεια (Peled, Gavriel-Fried & Katz, 2012; McMahon & Rounsaville, 2002). Επιπλέον, η πατρότητα ως κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας του εξαρτημένου ή του κρατούμενου άντρα πολύ λίγο λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό της θεραπείας απεξάρτησης ή της εκπαίδευσης και επανένταξης των κρατούμενων και αποφυλακισμένων (Phares, 2002).

Η παρούσα έρευνα πραγματεύεται το υποκειμενικό βίωμα της πατρότητας σε ένα πληθυσμό που βιώνει έναν διπλό στιγματισμό: αυτόν της εξάρτησης και του εγκλεισμού (Πουλόπουλος, 2011β, Goffman, 2001). Η κατανόηση και η αξιοποίηση της πατρικής εμπειρίας φαίνεται να έχει θεραπευτικό όφελος, καθώς η πατρότητα φέρει ένα διττό ρόλο στη διαδικασία της απεξάρτησης: αφενός μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αλλαγή τρόπου ζωής για τους συμμετέχοντες, αφετέρου ενισχύει τις γονικές τους δεξιότητες και συμβάλλει στην πρόληψη της εμφάνισης εξαρτητικών και παραβατικών συμπεριφορών στα παιδιά τους (Phares, 2002). Σημαντικές επίσης προεκτάσεις έχει στον σχεδιασμό και την εφαρμογή προγραμμάτων εκπαίδευσης σε ζητήματα υπεύθυνης πατρότητας (responsible fathering, Hairston 2002) για κρατούμενους και αποφυλακισμένους στα ελληνικά σωφρονιστικά καταστήματα.

 

Πατρότητα και εξάρτηση
Η πατρική ιδιότητα των εξαρτημένων από ουσίες ανδρών σπάνια λαμβάνεται υπόψη κατά το σχεδιασμό της δημόσιας πολιτικής, της παροχής υπηρεσιών ή της έρευνας αναφορικά με τις αρνητικές συνέπειες της κατάχρησης ουσιών και αλκοόλ (McMahon & Rounsaville, 2002).

Από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τη συνύπαρξη πατρότητας και εξάρτησης προκύπτουν τα ακόλουθα ζητήματα, τα οποία τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα της παρούσας έρευνας. Πρώτον, ενώ οι άνδρες αποτελούν την πλειοψηφία των εξυπηρετούμενων στα προγράμματα απεξάρτησης και συντήρησης και το αντίστοιχο ποσοστό των πατέρων υπερέχει αυτού των μητέρων, οι σχετικές έρευνες εστιάζουν κυρίως στη σύνδεση της μητρότητας με την εξάρτηση και στις συνέπειες αυτής στην ανάπτυξη των παιδιών (Collins, Grella & Hser, 2003). Δεύτερον, ο παράγοντας της πατρότητας φαίνεται ότι δεν συμπεριλαμβάνεται σχεδόν καθόλου στον κλινικό σχεδιασμό της θεραπείας των εξαρτημένων πατέρων (Williams, 2014; Phares, 2002), ενώ τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ο βαθμός εμπλοκής των πατέρων στην ανατροφή των παιδιών τους σχετίζεται με υψηλότερο αίσθημα αυτοαποτελεσματικότητας και φαίνεται να έχει θετικό αντίκτυπο στη θεραπευτική τους πορεία (Collins et al., 2003). Τρίτον, εξαιτίας της κυρίαρχης παραδοσιακής αντίληψης που προσδοκά από τον πατέρα να εκπληρώσει πρωτίστως τον ρόλο του «κουβαλητή» μέσα στην οικογένεια και της παράλληλης έλλειψης ερευνητικών δεδομένων που να αφορούν τους εξαρτημένους πατέρες, παρατηρείται το φαινόμενο της προκατάληψης απέναντί τους και της a priori κατάταξής τους στην ομάδα των αδιάφορων, ανεπαρκών και ανεύθυνων πατέρων (Peled et al., 2012; McMahon & Rounsaville, 2002). Τέταρτον, η ενασχόληση με το ζήτημα της πατρότητας τόσο σε ερευνητικό όσο και σε θεραπευτικό επίπεδο, καθώς και η ενίσχυση της πατρικής (αλλά και μητρικής) λειτουργίας στα υπό θεραπεία άτομα, θα λειτουργήσει προληπτικά στην εμφάνιση ψυχοπαθολογίας και στα παιδιά αυτών (Phares, 2002).

Οι άντρες αποτελούν την πλειοψηφία των εξυπηρετούμενων στα προγράμματα απεξάρτησης (Substance Abuse and Mental Health Services Administration, 2011).

Σύμφωνα με τους McMahon, Winkel, & Rounsaville (όπως αναφέρεται στο Williams, 2014) ενώ η γονική κατάσταση των ανδρών και των γυναικών στα προγράμματα θεραπείας απεξάρτησης έχει τεκμηριωθεί εμπειρικά ότι είναι ισότιμης σημασίας, η παράμετρος της πατρότητας καθώς και οι ιδιαίτερες ανάγκες των ανδρών δεν λαμβάνονται υπόψη επαρκώς και παραμένουν στο περιθώριο της έρευνας για τη γονεϊκότητα στο πλαίσιο της θεραπείας.

Επιπλέον, υπάρχουν σαφείς αποδείξεις (McMahon et al., 2005) ότι η χρήση ουσιών του πατέρα συνδέεται με αναπτυξιακές δυσκολίες των παιδιών και ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο για διαγενεολογική μετάδοση της κατάχρησης ουσιών (transmission of substance abuse across generations). Παρομοίως, η εξάρτηση του πατέρα έχει συνδεθεί με πλήθος άλλων προβλημάτων, όπως διαταραχή της προσωπικότητας, φτωχή επαγγελματική προσαρμογή, κακές συζυγικές σχέσεις, διαταραχή του οικογενειακού περιβάλλοντος, κακοποίηση της συζύγου και των παιδιών και γονική παραμέληση. Παρόλα αυτά, η παράμετρος της πατρότητας ελάχιστα λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό των ερευνών που αφορούν τις αρνητικές συνέπειες της μακροχρόνιας χρήσης ουσιών και αλκοόλ. Ενώ, λοιπόν, οι έρευνες επικεντρώνονται στο θέμα της χρήσης ουσιών από την πλευρά της μητέρας, της γονεϊκότητας και των συνεπειών στην ανάπτυξη των παιδιών, πολύ λίγα είναι εν τέλει αυτά που γνωρίζουμε για τη δυναμική της πατρικής λειτουργίας σε συνάρτηση με τη χρόνια χρήση ουσιών.

Αντίστοιχο έλλειμμα εντοπίζεται και στον θεραπευτικό σχεδιασμό των κλινικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση του πατρικού ρόλου στους εξαρτημένους άνδρες (Williams, 2014). Ως απόρροια της παραδοσιακής αντίληψης που ορίζει τον πατέρα πρωτίστως ως «κουβαλητή», οι εξαρτημένοι πατέρες συχνά θεωρούνται, λόγω της χρήσης, ανεπαρκείς, ακατάλληλοι και ανεύθυνοι, καθώς έχουν εγκαταλείψει τα γονικά τους δικαιώματα. Κατά συνέπεια, οι ιδιαίτερες ανάγκες των ανδρών αναφορικά με την πατρική τους λειτουργία μπορεί να αγνοηθούν από το θεραπευτικό προσωπικό των προγραμμάτων απεξάρτησης και ως εκ τούτου να μην συμπεριληφθούν στον θεραπευτικό σχεδιασμό που αφορά τη διαταραχή της χρήσης ουσιών.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η ενίσχυση της πατρικής ταυτότητας στον υπό θεραπεία εξαρτημένο, ενδυναμώνει την προσπάθειά του να δομήσει μια νέα μη-εξαρτημένη ταυτότητα, το οποίο αποτελεί εν τέλει και τον στόχο της θεραπείας απεξάρτησης (Williams, 2014). Η ανάρρωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαδικασία αφηγηματικής (ανα-)κατασκευής της πατρικής ταυτότητας.

Οι McIntosh & McKeganey (2000) περιγράφουν πως η αφήγηση της ανάρρωσης είναι ένας μηχανισμός που χρησιμοποιούν οι εξαρτημένοι προκειμένου να καταφέρουν να δομήσουν τη νέα τους ταυτότητα. Στην «καριέρα» της χρήσης ενός εξαρτημένου, εντοπίζεται ένα ορόσημο, στο οποίο ο χρήστης λαμβάνει ή/και εδραιώνει την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χρήση. Το ορόσημο αυτό συνήθως συνδέεται με εμπειρίες ή γεγονότα ικανά να πυροδοτήσουν μια τέτοια απόφαση. Τα γεγονότα αυτά μπορεί να είναι είτε θετικά, όπως η εξασφάλιση σταθερής εργασίας, η έναρξη μιας σχέσης ή η γέννηση ενός παιδιού, είτε αρνητικά όπως ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, ο θάνατος ενός κοντινού προσώπου ή η προοπτική του εγκλεισμού. Μια σημαντική όψη της απόπειρας κατασκευής της νέας μη-εξαρτημένης ταυτότητας αφορά τη διαφοροποίηση του ποιοι αληθινά είναι και της εικόνας που έχουν για αυτούς οι σημαντικοί άλλοι. Ανάμεσα στους σημαντικούς άλλους κυρίαρχη θέση έχουν η οικογένεια και τα παιδιά. Ένας από τους συμμετέχοντες στην έρευνα των McIntosh & McKeganey (2000) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Νομίζω ότι αυτό που πραγματικά με τράβηξε ήταν βασικά το να βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν και τον πόνο στα μάτια της πρώην γυναίκας μου…» (σ.1506). Η γέννηση ενός παιδιού αναφέρθηκε από τους συμμετέχοντες ως κίνητρο για διακοπή της χρήσης. Επιπλέον, σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα ο μεγαλύτερος βαθμός γονικής εμπλοκής συνδέθηκε με χαμηλότερο δείκτη σοβαρότητας της εξάρτησης, χαμηλότερα επίπεδα ψυχικού πόνου και με υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και αντίληψης για τις γονικές δεξιότητες (Collins et al., 2003). Συνεπώς, ο παράγοντας της πατρότητας μπορεί να αξιοποιηθεί ως κίνητρο για την αναζήτηση αλλά και την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επίσης, σύμφωνα με τους Parke & Clarke-Stewart (όπως αναφέρεται στο Parke, 2002) σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο υποτροπής.

Οι Peled et al. (2012) μελέτησαν 12 πατέρες που συμμετείχαν σε πρόγραμμα υποκατάστασης. Περιγράφουν πώς οι συμμετέχοντες βίωσαν τη διαδικασία της διαμόρφωσης της γονικής τους ταυτότητας, η οποία συντελέστηκε μέσα από τέσσερα ξεχωριστά στάδια: την απουσία, την αφύπνιση, την ανάληψη ευθύνης και την απόφαση για αλλαγή, καθώς και την αναμορφωμένη/διορθωμένη πατρική λειτουργία. Η μελέτη φωτίζει τον εξελικτικό χαρακτήρα της εν λόγω διαδικασίας, καθώς και τους τρεις παράγοντες που διαμορφώνουν την πατρική ταυτότητα: η θεραπεία της εξάρτησης, η νεοσυσταθείσα ταυτότητα του ατόμου ως «καθαρού-πρώην εξαρτημένου» και οι κοινωνικές αντιλήψεις περί της πατρότητας και εξάρτησης.

Μια ακόμη εξαιρετικά σημαντική παράμετρος, η οποία αξίζει να αναφερθεί είναι η χρησιμότητα της ενασχόλησης με τη γονεϊκότητα στo πλαίσιo της εξάρτησης για την πρόληψη εμφάνισης ψυχοπαθολογίας και ενδεχόμενης χρήσης ουσιών στα παιδιά των εξαρτημένων (Phares, 2002). Η ενίσχυση της πατρικής λειτουργίας στo πλαίσιo της θεραπείας θα έχει θετικό αντίκτυπο όχι μόνο στην προσπάθεια για απεξάρτηση του γονέα αλλά και στην ψυχική υγεία των παιδιών.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι γονικές πρακτικές των εξαρτημένων ατόμων έχουν διερευνηθεί σχεδόν αποκλειστικά με άξονα τη μητρότητα και τη χρήση ουσιών, αφήνοντας του πατέρες στο περιθώριο (McMahon, Winkel, & Rounsaville, 2007). Η έλλειψη γνώσης στο συγκεκριμένο πεδίο οδήγησε σε ένα στιγματισμένο κοινωνικό λόγο (stigmatized social discourse), ο οποίος σκιαγραφεί τα εξαρτημένα από ουσίες άτομα γενικά είτε ως άρρωστα είτε ως προβληματικά. Οι δε εξαρτημένοι πατέρες παρουσιάζονται ως ανεύθυνοι, ακατάλληλοι και επικίνδυνοι. Οι λιγοστές έρευνες που έχουν γίνει με πατέρες εξαρτημένους αντλούν το δείγμα τους κυρίως από προγράμματα συντήρησης με μεθαδόνη και καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα που αποδίδουν στην πατρότητα οι πατέρες. Προσπαθούν να είναι υπεύθυνοι γονείς απέναντι στα παιδιά τους, ενώ ταυτόχρονα παλεύουν με την εξάρτησή τους, τους είναι ωστόσο δύσκολο να διατηρήσουν την προσπάθεια αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η έρευνα που διεξήγαγαν οι Klingemann & Gomez (όπως αναφέρεται στο Peled et al., 2012) πάνω στην αρρενωπότητα και τις θεραπευτικές ανάγκες σε δείγμα διακοσίων εξαρτημένων αντρών από αλκοόλ στην Ελβετία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι οι πατέρες είχαν ψηφιακή επικοινωνία με τα παιδιά τους καθ’όλη τη διάρκεια της θεραπείας, δήλωσαν ότι τα παιδιά τους είναι «σημαντικά» ή «πολύ σημαντικά» για τους ίδιους και αναλογίστηκαν σε ποιο βαθμό τα παιδιά τους θα ήθελαν να βελτιώσουν τη σχέση τους μαζί τους. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι σε διάφορες έρευνες οι συμμετέχοντες περιέγραψαν τους δικούς τους πατέρες ως εξαρτημένους από ουσίες, συναισθηματικά και φυσικά απόντες και δήλωσαν ότι αυτό δυσχέρανε και τη δική τους καλή πατρική λειτουργία. Συμπερασματικά, τα ερευνητικά δεδομένα διαψεύδουν την στερεοτυπική εικόνα του αδιάφορου εξαρτημένου πατέρα. Οι πατέρες συχνά αναφέρουν αισθήματα ντροπής και ενοχής αναφορικά με την πατρική τους λειτουργία στο παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον. Επίσης, αναγνωρίζουν τη θεραπεία της εξάρτησής τους ως προϋπόθεση για την εκ νέου ανάληψη του πατρικού τους ρόλου. Η επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα που αποδίδουν οι χρήστες ουσιών στην πατρότητά τους και δίνει έμφαση στην αναγκαιότητα για περαιτέρω έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο. Επιπλέον, διαφωτίζει τον ρόλο του νοήματος που προσδίδουν στην πατρότητα, η οποία αποδεικνύεται κεντρική στην κατασκευή της πατρικής τους ταυτότητας και υποδεικνύει πόσο σημαντικό είναι να «ακούσουμε» τις αφηγήσεις τους για την πατρική τους λειτουργία. Σύμφωνα με τους Peled et al. (2012) δεν υπάρχουν διαθέσιμες έρευνες που να μελετούν τον τρόπο, με τον οποίο οι εξαρτημένοι από ουσίες πατέρες αντιλαμβάνονται την πατρική τους ταυτότητα. Κατ’ επέκταση, η παρούσα έρευνα έρχεται να καλύψει ένα επιπλέον κενό: τη διερεύνηση της αντίληψης και του βιώματος της πατρότητας στους εξαρτημένους έγκλειστους ή αποφυλακισμένους. Η πρόκληση της εν λόγω έρευνας είναι ότι καλείται να πραγματευθεί το υποκειμενικό βίωμα της πατρότητας σε έναν πληθυσμό που βιώνει έναν διπλό στιγματισμό: αυτόν της εξάρτησης και του εγκλεισμού (Πουλόπουλος, 2011β, Goffman, 2001).

Πατρότητα και εγκλεισμός
Ένας πολύ σημαντικός όγκος της διεθνούς έρευνας και βιβλιογραφίας πραγματεύεται το ζήτημα της πατρότητας και των επιπτώσεών της στα παιδιά, στην οικογενειακή ζωή και στην ευρύτερη κοινωνία (Rodriguez, 2016; Tasca, 2018). Ωστόσο, μικρή έμφαση έχει δοθεί στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η πατρότητα διαπλέκεται με το βίωμα του εγκλεισμού και των συνεπειών του τελευταίου στην οικογενειακή ζωή των κρατούμενων πατέρων (Haiston, 2002; Chui, 2016). Ως εκ τούτου σημαντικό ερευνητικό έλλειμμα συνεχίζει να υπάρχει στη μελέτη του τρόπου με τον οποίο η συνθήκη του εγκλεισμού διαμορφώνει την πατρική ταυτότητα και την άσκηση της πατρικής λειτουργίας. Οι Dyer, Pleck, & McBride (2012) σε μια επισκόπηση περίπου 1000 ερευνών που αφορούσαν το ζήτημα των πατέρων, της οικογένειας και του σωφρονιστικού συστήματος εντόπισαν ότι μόνο οι 39 από αυτές μελέτησαν τη σχέση του κρατούμενου άνδρα με την οικογένειά του, ενώ μόλις 19 από αυτές επικεντρώνονταν κυρίως στο ζήτημα της πατρότητας.

Στις ΗΠΑ περισσότερο από ενάμισι εκατομμύρια παιδιά έχουν τον πατέρα τους σε κάποια πολιτειακή ή ομοσπονδιακή φυλακή (Greif, 2014). Εκατομμύρια επιπλέον παιδιά έχουν κάποιον γονιό τους σε κάποια τοπική φυλακή (Makariev & Shaver, 2010). Επίσης, περίπου τα δύο τρίτα των κρατουμένων στις αμερικανικές φυλακές είναι γονείς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου Children of Prisoners (2018) στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 800.000 παιδιά έχουν κάποιον γονέα τους στη φυλακή, αριθμός που ανεβαίνει στα 2,1 εκατομμύρια αν συμπεριληφθούν όλες οι χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία για την οικογενειακή κατάσταση των κρατουμένων. Σύμφωνα, ωστόσο, με το παραπάνω δίκτυο ο αριθμός των παιδιών προκύπτει από τον αριθμό των ανδρών κρατουμένων πολλαπλασιαζόμενο επί 1,3. Στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης (2019) ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων ήταν 10.654, στους οποίους αντιστοιχούν 13.850 παιδιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τους 10.654 συνολικά κρατούμενους, οι 2.372 κατηγορούνται για παραβάσεις του Νόμου περί Ναρκωτικών.

Τα παιδιά των κρατουμένων βιώνουν το στίγμα, την κοινωνική απομόνωση, την ντροπή και το φόβο (Children of Prisoners, 2018). Επιπλέον, αντιμετωπίζουν οικονομική ανασφάλεια, προβλήματα διαμονής και είναι πιο επιρρεπή στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς (Greif, 2014). Επίσης, παρουσιάζουν συχνότερα προβλήματα συμπεριφοράς, ακαδημαϊκές δυσκολίες και ψυχολογική δυσφορία (Chui, 2016). Τέλος, ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο πατέρας ζούσε με τα παιδιά πριν τον εγκλεισμό του και αποτελούσε το κύριο πρόσωπο προσκόλλησης και φροντίδας, η φυλάκιση αποκόπτει τα παιδιά από την ασφαλή τους βάση. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης (Bowlby, όπως αναφέρεται στο Makariev & Shaver, 2010) η απομάκρυνση αυτή βιώνεται τραυματικά και μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες.

Ο πατρικός εγκλεισμός επηρεάζει με ποικίλους τρόπους την άσκηση της πατρικής λειτουργίας και κατά συνέπεια το οικογενειακό σύστημα, την κοινότητα και εν τέλει την ευρύτερη κοινωνία (Rodriguez, 2016). Οι συνέπειες αφορούν την εμπλοκή των πατέρων στη ζωή των παιδιών τους και την αποσταθεροποίηση του συναισθηματικού τους δεσμού, την οικονομική δυσχέρεια και τη διατάραξη των συζυγικών σχέσεων.

Στην ποιοτική έρευνα που διεξήγαγαν πάνω στο ζήτημα των έγκλειστων πατέρων οι Arditti, Smock & Parkman (2005) οι συμμετέχοντες κατέθεσαν το αίσθημα της «ανημποριάς» (helplessness) και της δυσκολίας τους να είναι καλοί πατέρες κατά τη διάρκειά της κράτησής τους. Οι ίδιοι βίωναν το διάστημά της κράτησής τους ως μια «αδρανή» περίοδο όσον αφορά την άσκηση του πατρικού τους ρόλου, ενώ αντιλαμβάνονταν την επάνοδό τους στην κοινωνία και την οικογένειά τους ως μια ευκαιρία «επανεκκίνησης» της πατρικής τους λειτουργίας. Τέλος, καταλυτικό ρόλο στη διευκόλυνση της άσκησης της πατρότητας έπαιζε η μητέρα των παιδιών (maternal gatekeeping). Στις περιπτώσεις που η μητέρα απέτρεπε την επαφή πατέρα-παιδιού, οι κρατούμενοι τόνιζαν το συναίσθημα της «αδυναμίας» τους (powerlessness).

Ο Greif (2014) στην έρευνά του παρουσίασε τα κεντρικά θέματα που παραπάνω από 250 πατέρες επεξεργάστηκαν κατά τη διάρκεια ομάδων πατρότητας (τεσσάρων εβδομάδων) στo πλαίσιo εκπαιδευτικού προγράμματος μέσα σε κατάστημα κράτησης. Οι συζητήσεις κινήθηκαν γύρω από δυο κεντρικούς άξονες: την αγωνία τους σχετικά με την αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά τους και την αλληλεπίδρασή τους με τις μητέρες των παιδιών τους. Στον πρώτο άξονα σχετικά με την ανατροφή των παιδιών τους αναδείχθηκαν τα ακόλουθα επτά κοινά ζητήματα. Πρώτον, οι πατέρες αγωνιούσαν για το πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν την άσκηση της πατρικής του λειτουργίας ενώ βρίσκονται έγκλειστοι. Ιδιαίτερα οι πατέρες που δεν ήταν ενεργητικοί στο μεγάλωμα των παιδιών τους και προ εγκλεισμού, βίωναν μια σύγχυση στο πώς θα ανταποκριθούν στο ρόλο τους. Αισθήματα ενοχής μοιράστηκαν οι πατέρες που είχαν προηγουμένη εμπειρία κράτησης και απέτυχαν να τηρήσουν την υπόσχεσή τους απέναντι στα παιδιά τους ότι θα αλλάξουν. Η ενοχή τους αυτή ενισχύεται από την αδυναμία που νιώθουν να σπάσουν τον «διαγενεαλογικό κύκλο των απόντων πατέρων» (intergenerational cycle of absent fathers, Bowen όπως αναφέρεται στο Greif, 2014). Δεύτερο ζήτημα αποτελούσε το γεγονός ότι τα παιδιά τους δεν γνωρίζουν για ποιο λόγο ο πατέρας τους είναι στη φυλακή. Τρίτο ζήτημα ήταν η δυσκολία διαχείρισης της σχέσης τους με τις έφηβες κόρες τους. Το τέταρτο ζήτημα αφορούσε την αδυναμία τους να παραστούν σε σημαντικές οικογενειακές εκδηλώσεις, όπως γενέθλια, αποφοιτήσεις, αθλητικές δραστηριότητες. Ως πέμπτο θέμα αναδείχθηκε η αυτοαντίληψή τους ότι η αξία τους ως πατέρες περιορίζεται στην υλική υποστήριξη της οικογένειας. Έκτο και πολύ σημαντικό ζήτημα υπήρξε ο φόβος των πατέρων ότι τα παιδιά τους θα τους μιμηθούν υιοθετώντας επικίνδυνη και παραβατική συμπεριφορά. Τέλος, ως έβδομο θέμα κατατέθηκε η αγωνία των πατέρων που αντιμετωπίζουν μακροχρόνια ποινή κάθειρξης για το πώς θα εξηγήσουν στα παιδιά τούς τους λόγους που τους κρατάνε μακριά τους για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ποιοτικές έρευνες όπως η συγκεκριμένη αλλά και η παρούσα διπλωματική εργασία προσφέρουν στους έγκλειστους πατέρες τη δυνατότητα να ακουστεί η φωνή τους και μέσα από αυτή τη διαδικασία να γίνει ένα βήμα προς την αποδέσμευση της κοινής γνώμης από τη στερεοτυπική εικόνα του αδιάφορου, ανεπαρκή και ακατάλληλου κρατούμενου πατέρα. Κάτι τέτοιο θα διευκολύνει το δρόμο της επιστροφής τους προς το σπίτι τους, προς την κοινωνία, θα συνδράμει στην εκπαίδευση της κοινότητας στις ιδιαίτερες ανάγκες και τα χαρακτηριστικά του ευαίσθητου αυτού πληθυσμού και κατά συνέπεια στη μείωση του κινδύνου ποινικής υποτροπής (Dyer, 2005; Parke, 2002; Αλοσκόφης, 2018).

Επιπλέον, καταλυτικό ρόλο παίζει το ίδιο το πλαίσιο της φυλακής (κανονισμοί, εγκαταστάσεις κτλ), καθώς λειτουργεί εις βάρος της διαφύλαξης της πατρικής ταυτότητας. Οι νόμοι της επιβίωσης στο περιβάλλον της φυλακής δεν συνάδουν με τις επιθυμητές ιδιότητες ενός πατέρα. Όπως επισημαίνει και η Haney (όπως αναφέρεται στο Chui, 2016) «οι κρατούμενοι εμφανίζουν χαρακτηριστικά όπως η ψυχολογική αποστασιοποίηση, αποξένωση, καχυποψία, κοινωνική απόσυρση και απομόνωση, χαρακτηριστικά τα οποία όλα δεν προωθούν την αποκατάσταση των οικογενειακών σχέσεων» (σελ.74). Εξάλλου και ο Goffman (1994) έχει προβεί στην ανάλογη διαπίστωση ότι «τα ολοπαγή ιδρύματα (όπως η φυλακή ή το ψυχιατρείο) είναι επίσης ασύμβατα και μ’ ένα άλλο αποφασιστικό στοιχείο της κοινωνίας μας, την οικογένεια» (σελ.30). Σύμφωνα και με την Hairston (2002) ανάμεσα στους παράγοντες που επηρεάζουν την άσκηση της πατρικής λειτουργίας του κρατουμένου συγκαταλέγεται και το ίδιο το περιβάλλον της φυλακής. Οι συμπεριφορές που υπαγορεύουν οι κανόνες της φυλακής και της κουλτούρας των κρατουμένων δεν προάγουν τις πατρικές δεξιότητες. Η προσαρμογή στο πλαίσιο της φυλακής προϋποθέτει μια «παιδική εξάρτηση», καθώς όλες οι κινήσεις ενός εγκλείστου (πχ πότε θα πλυθούν, θα φάνε κτλ) διέπονται από τους κανονισμούς της φυλακής. Η υπευθυνότητα που καλείται να δείξει ο κρατούμενος περιορίζεται στην τήρηση των κανονισμών. Η κοινωνική επιβίωση στη φυλακή επιβάλλει την ανάπτυξη συμπεριφορών εξαπάτησης, καθώς και επιθετικής και υπερβολικά αρρενωπής στάσης (macho). Η διαγωγή αυτή διασφαλίζει την θεσμική τάξη εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, αλλά ταυτόχρονα αποθαρρύνει την ανάπτυξη των συμπεριφορών που χαρακτηρίζουν έναν υπεύθυνο πατέρα. Άλλωστε στο παθολογικό σύστημα της φυλακής καλλιεργείται «μια κουλτούρα που έχει πολλά παρανοϊκά, καταθλιπτικά και καταναγκαστικά (compulsive) χαρακτηριστικά» (Πουλόπουλος, 2011α, σελ. 267).

Οι προαναφερθείσες έρευνες εστίασαν κύρια στο υποκειμενικό βίωμα της πατρότητας σε συνθήκες εγκλεισμού. Η διαφύλαξη, ωστόσο, της πατρότητας κατά τη διάρκεια και μετά τον εγκλεισμό, δεν αποτελεί μόνο μια υπόθεση ατομική του ίδιου του πατέρα ή της οικογένειάς του και της συζύγου του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από θεσμικούς παράγοντες, όπως τους κανονισμούς της φυλακής αναφορικά με τα επισκεπτήρια και την τηλεφωνική επικοινωνία των κρατουμένων με τα παιδιά τους, τις πολιτικές που αφορούν τη διατροφή των παιδιών (όπως ορίζεται δικαστικά σε διαζευγμένους έγκλειστους πατέρες), τις υπηρεσίες παιδικής πρόνοιας και τις πολιτικές κοινωνικής και επαγγελματικής επανένταξης των αποφυλακισμένων (Hairston, 2002). Επομένως, ο δημόσιος λόγος σχετικά με τον κρατούμενο πατέρα χρειάζεται να αναπλαισιωθεί και να προχωρήσει πέρα από τις προσωπικές δυσκολίες του ιδίου και στο ρόλο των διαφόρων πολιτικών στη διαμόρφωση και την άσκηση της πατρικής λειτουργίας, καθώς και των επιθυμητών κοινωνικών στόχων.

Από την κριτική ανασκόπηση της υπάρχουσας διεθνούς βιβλιογραφίας διαπιστώνεται ένα σημαντικό έλλειμμα σε ποιοτικές έρευνες που να εξετάζουν την ταυτόχρονη συνύπαρξη των τριών συνθηκών: πατρότητα – εξάρτηση – εγκλεισμός.

 

Η μεθοδολογία της έρευνας
Σκοπός της έρευνας-ερευνητικοί άξονες
Ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να μελετήσει τον τρόπο, με τον οποίο οι ταυτότητες του εξαρτημένου, του έγκλειστου και του πατέρα διαπλέκονται μεταξύ τους. Μέσα από τις αφηγήσεις των συμμετεχόντων επιχειρείται η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ένας κρατούμενος πατέρας που βρίσκεται σε θεραπεία απεξάρτησης, ορίζει και βιώνει την πατρότητα. Επίσης, διερευνάται η ενδεχόμενη διαφοροποίηση του βιώματος της πατρότητας σε συσχέτιση με τη φάση θεραπείας, στην οποία βρίσκεται ο κάθε συμμετέχων. Προσεγγίζονται οι στρατηγικές, με τις οποίες προσπαθεί να διαχειριστεί τον εγκλεισμό του και να ασκήσει τον πατρικό του ρόλο. Τέλος, επιχειρείται η διερεύνηση της δυνατότητας αξιοποίησης της πατρότητας και η σύνδεσή της με τη θεραπευτική διαδικασία.

Οι ερευνητικοί άξονες που συμπεριλήφθηκαν είναι οι εξής:

Άξονας 1: Ο ορισμός της πατρότητας

Άξονας 2: Το βίωμα της πατρότητας:
2.1 Η αντίδραση στην επικείμενη πατρότητα (Η είδηση της εγκυμοσύνης)
2.2 Η περίοδος της εγκυμοσύνης της συντρόφου
2.3 Η πρώτη επαφή με το παιδί τους
2.4 Οι αλλαγές που έφερε η πατρότητα στη ζωή τους

Άξονας 3: Πατρότητα και εξάρτηση:
3.1 Η εμπειρία της πατρότητας σε περίοδο χρήσης/εξάρτησης
3.2 Η εμπειρία της πατρότητας σε περίοδο αποχής

Άξονας 4: Η πατρότητα με άξονες:
4.1 Το παρελθόν (Η σχέση με τον πατέρα τους)
4.2 Το μέλλον (Η κληρονομιά προς το παιδί τους)

Άξονας 5: Η διαχείριση του εγκλεισμού και της εξάρτησης:
5.1 Η γνώση των παιδιών τους για τον εγκλεισμό
5.2 Η γνώση των παιδιών τους για την πορεία τους στη χρήση και την απεξάρτηση
5.3 Η διαχείριση της ενδεχόμενη χρήσης του παιδιού τους

Άξονας 6: Η προοπτική:
6.1 Η σύνδεση του κρατούμενου πατέρα με το παιδί του
6.2 Η αξιοποίηση της πατρότητας στη θεραπευτική διαδικασία

Θεωρητική μεθοδολογική προσέγγιση
Για την προσέγγιση του συγκεκριμένου ερευνητικού πεδίου επιλέχθηκε η ποιοτική μέθοδος, καθώς αυτή παρέχει τη δυνατότητα ανάδυσης των προσωπικών «νοηματικών πλαισίων αναφοράς» μέσα από τη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων από τη σκοπιά των ίδιων των εμπλεκόμενων υποκειμένων (Τσιώλης, 2014; Flick, Kardoff & Steinke, 2004). Ο προσανατολισμός της εν λόγω προσέγγισης στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο τα υποκείμενα ερμηνεύουν, κατανοούν και βιώνουν τον κοινωνικό κόσμο, πάντα σε συνάρτηση με το κοινωνικό πλαίσιο (Mason, 2011), συνάδει απόλυτα με τον στόχο της παρούσας έρευνας να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχοντες ερμηνεύουν, κατανοούν και βιώνουν την πατρότητα μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του εγκλεισμού και της εξάρτησης. Άλλωστε, η πατρότητα είναι μια διάσταση της ανδρικής ταυτότητας μη μετρήσιμη και μη ποσοτικοποιημένη που μόνο ποιοτικά μπορεί να διερευνηθεί. Επιπλέον, η συγκεκριμένη μεθοδολογία δίνει έμφαση στο βάθος της περιγραφής και ερμηνείας του υπό διερεύνηση φαινομένου και εστιάζει στις «διαδικασίες, στη βιωμένη εμπειρία, στα νοήματα και στις αναπαραστάσεις» (Ιωσηφίδης, 2017, σελ. 6). Όπως υποστηρίζει και ο Geertz (όπως αναφέρεται στο Patenaude, 2004) «Αυτό που συχνά διαφεύγει σε όσους διεξάγουν ποσοτικές έρευνες –όχι εξαιτίας δικού τους λάθους– είναι ο πλούτος του νοήματος, το βάθος της κατανόησης και η ευελιξία, τα οποία είναι και τα χαρακτηριστικά της ποιοτικής έρευνας» (σελ. 70S).

 

Μεθοδολογία παραγωγής των δεδομένων
Για την παραγωγή3 των δεδομένων αξιοποιήθηκε η συνέντευξη σε βάθος (depth interview), καθώς το εργαλείο αυτό επιτρέπει την πρόσβαση στις βαθύτερες νοηματοδοτήσεις των υποκειμένων, στην περιγραφή των εμπειριών, ερμηνειών και στάσεών τους αναφορικά με το υπό μελέτη φαινόμενο (Ιωσηφίδης, 2017). Επιπλέον, προσφέρει τη δυνατότητα κατανόησης του κοινωνικού κόσμου και των κοινωνικών φαινομένων μέσα από την οπτική των ίδιων των συμμετεχόντων και ενδείκνυται για τη μελέτη των προσωπικών αφηγήσεων σχετικά με το πώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται ένα συγκεκριμένο φαινόμενο (Robson, 2010).

 

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα
Στo πλαίσιo της ποιοτικής έρευνας οι συμμετέχοντες δεν θεωρούνται απλώς ως η πηγή των πληροφοριών, τις οποίες ο ερευνητής επιθυμεί να συλλέξει, αλλά αποτελούν τους ερευνητικούς συνεργάτες, με τους οποίους ο ερευνητής συν-δημιουργεί το επικοινωνιακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο παράγονται νοήματα και αναπαραστάσεις (Ιωσηφίδης, 2017).

Στην παρούσα έρευνα οι συμμετέχοντες επιλέχθηκαν βάσει της σκόπιμης δειγματοληψίας (Robson, 2010; Τσιώλης, 2014), καθώς ήταν αναγκαίο να πληρούν τις τρεις συνθήκες: την πατρότητα, την εμπειρία εξάρτησης από ψυχοδραστικές ουσίες στο παρόν ή το παρελθόν και την εμπειρία του εγκλεισμού. Το δείγμα προσεγγίστηκε μέσα από τις ομάδες αυτοβοήθειας του ΚΕΘΕΑ που συντονίζει η ερευνήτρια στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων και στην Αγροτική Φυλακή της Αγυιάς Χανίων και σε θεραπευτικές δομές του ΚΕΘΕΑ στα Χανιά και το Ηράκλειο. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν 11 συνεντεύξεις. Οι επτά συμμετέχοντες ήταν έγκλειστοι κατά τη διάρκεια της έρευνας, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις ήταν αποφυλακισμένοι. Η σύνθεση αυτή του δείγματος προσφέρει τη δυνατότητα σύγκρισης του πατρικού βιώματος των συμμετεχόντων σε διαφορετικές φάσεις θεραπείας.

 

Ψευδώνυμο Ηλικία Οικογενειακή
κατάσταση
Φύλο και ηλικίες
παιδιών
Θεραπευτική φάση Συνολικός χρόνος κράτησης
Μπάμπης 52 Έγγαμος ♂31, ♂30,

23,♀22

Θεραπευτ.Πρόγραμμα εντός Καταστήματος Κράτησης (ΘΠΚΚ) 10 χρόνια
Ιάσονας 64 Διαζευγμένος ♀13 ΘΠΚΚ 3 μήνες
Κώστας 47 Διαζευγμένος ♂17, ♀15 ΘΠΚΚ 2 χρόνια
Λεωνίδας 44 Διαζευγμένος ♀18 ΘΠΚΚ 5 μήνες
Στέλιος 39 Διαζευγμένος ♂ 10 ΘΠΚΚ 4 μήνες
Άγγελος 28 Έγγαμος ♀3, ♂9μηνών ΘΠΚΚ 1,5 χρόνος
Νίκος 27 Άγαμος ♂ 11 ΘΠΚΚ 7 χρόνια
Βασίλης 38 Διαζευγμένος ♂ 15 Θεραπευτ.Πρόγραμμα στην κοινωνία (ΘΠΚ) 6 χρόνια
Χριστόφορος 34 Άγαμος ♂ 1 ΘΠΚ 3 μήνες
Παντελής 42 Έγγαμος ♂13, ♀9 ΘΠΚ 6 χρόνια
Τάσος 43 Έγγαμος ♀10, ♂4 ΘΠΚ 3 μήνες

Μεθοδολογία ανάλυσης των δεδομένων
Το υλικό των συνεντεύξεων απομαγνητοφωνήθηκε πλήρως (Robson, 2010) με ακρίβεια και συστηματικότητα (Mason, 2011). Μέσα στο κείμενο έγινε προσπάθεια να αποδοθούν και οι μη λεκτικές εκφράσεις (συγκίνηση, ένταση, θυμός, παύσεις, γέλια κτλ, Kowal &
O’Connell, 2004). Επίσης, κατά την απομαγνητοφώνηση η ερευνήτρια κράτησε σημειώσεις που αφορούσαν αυθόρμητες σκέψεις και συνδέσεις με τη θεωρία και με τα λεγόμενα των υπόλοιπων συμμετεχόντων.

Η επεξεργασία του υλικού που προέκυψε από την απομαγνητοφώνηση έγινε με τη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου. Η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου στοχεύει στη συστηματική επεξεργασία του υλικού που έχει προκύψει από κάποια μορφή επικοινωνίας (Mayring, 1995). Σύμφωνα με τον Robson (2010) πρόκειται για μια «κωδικοποιημένη κοινή λογική» (σελ. 418), δηλαδή ένα μέσο που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι προκειμένου να περιγράψουν και να εξηγήσουν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Το κύριο πλεονέκτημα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι η δυνατότητα που έχει ο ερευνητής να προβεί σε επαναλαμβανόμενες αναλύσεις και έλεγχο της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας, καθώς το ερευνητικό υλικό υπάρχει διαθέσιμο σε μια σταθερή μορφή (Ιωσηφίδης, 2017).

Στο πρώτο στάδιο της επεξεργασίας το συνολικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης διαβάστηκε και οι αποκρίσεις των συμμετεχόντων που αντιστοιχούσαν στον πρώτο ερευνητικό άξονα ομαδοποιήθηκαν σε ένα έγγραφο (Πουλόπουλος, 2010). Στην επόμενη φάση της κωδικοποίησης σε κάθε απόσπασμα δόθηκε ένας κωδικός που αποτύπωνε συνοπτικά το νόημα των λεγομένων του κάθε συμμετέχοντος. Ο κωδικός προέκυψε από μια φράση του ίδιου του συμμετέχοντα με στόχο να μείνει όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κείμενο και να «αφήσει τα δεδομένα να μιλήσουν» (Patenaude, 2004). Κάτω από κάθε κωδικό παρατέθηκε και η ταυτότητα του κάθε συμμετέχοντα: το αρχικό του ψευδωνύμου του, την ηλικία του, Ε για έγκλειστο ή Α για αποφυλακισμένο και τη θεραπευτική φάση: Α για Συμβουλευτική εντός φυλακής, Β για Θεραπευτική Κοινότητα, Γ για Κοινωνική Επανένταξη, Δ για Μεταθεραπευτική Φροντίδα και Ε για Απόφοιτο. Έτσι για παράδειγμα η ταυτότητα «Χ, 34, Α, Γ» αντιστοιχεί στον Χριστόφορο, 34 ετών, αποφυλακισμένο που βρίσκεται στη φάση της Επανένταξης. Στη συνέχεια συγκροτήθηκαν κατηγορίες στις οποίες υπάγονταν οι όμοιες απαντήσεις (κατηγοριοποίηση). Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών της κωδικοποίησης και κατηγοριοποίησης, αποτυπώθηκε το περιεχόμενο των κωδικών και των κατηγοριών σε συνοπτικούς πίνακες. Το επόμενο βήμα της ανάλυσης ήταν η ερμηνεία και ο σχολιασμός των αποτελεσμάτων και η σύνδεσή τους με την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Τέλος, προέκυψαν οι προτάσεις σχετικά με την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της παρούσας έρευνας.

 

Περιορισμοί στην έρευνα
Έναν βασικό περιορισμό της έρευνας συνιστά το γεγονός ότι η ερευνήτρια είχε πρόσβαση μόνο στις ερμηνείες και αντιλήψεις που οι ίδιο οι συμμετέχοντες επέλεξαν να αποκαλύψουν (Mason, 2011). Επιπλέον, ενδεχομένως οι απαντήσεις των συμμετεχόντων να επηρεάστηκαν και από την ύπαρξη θεραπευτικής σχέσης με την ερευνήτρια. Επίσης, σύμφωνα με τον Orne (όπως αναφέρεται στο Κοκκίνη & Πουλόπουλος, 2015) το βασικό κίνητρο συμμετοχής σε μια έρευνα είναι η πρόθεση των συμμετεχόντων να συνεργαστούν με τον ερευνητή και να βοηθήσουν στη διεξαγωγή της έρευνας, με αποτέλεσμα να επιχειρούν να δώσουν τις «σωστές» απαντήσεις που πιστεύουν ότι αναμένονται από τους ερευνητές. Άλλωστε ένα επιπλέον κίνητρο συμμετοχής σε μια έρευνα εντός φυλακής μπορεί να είναι η διακοπή της καθημερινής ρουτίνας των κρατουμένων (Patenaude, 2004). Η διαπίστωση αυτή συνδέεται και με την ιδέα του Goffman (1994) περί των δευτερογενών εναρμονίσεων που αναπτύσσονται στα ολοπαγή ιδρύματα όπως η φυλακή και οι οποίες αφορούν σε «πρακτικές που δεν προκαλούν ευθέως το προσωπικό αλλά που επιτρέπουν στους τροφίμους να πετυχαίνουν απαγορευμένες ικανοποιήσεις ή επιτρεπτές με απαγορευμένα μέσα» (σ.67). Όπως και η συμμετοχή στις ομάδες αυτοβοήθειας για απεξάρτηση μπορεί να υπάγεται στις παραπάνω δευτερογενείς εναρμονίσεις (πχ. «πηγαίνω στο ΚΕΘΕΑ για τον καφέ, για να βγω από την πτέρυγα, να ανταλλάξω τσιγάρα καθ’οδόν κτλ»), με ανάλογο τρόπο μπορεί και η συμμετοχή στην έρευνα να εξυπηρετεί αντίστοιχες λειτουργίες.

Περαιτέρω περιορισμοί της παρούσας έρευνας αφορούν το μικρό δείγμα και την περιορισμένη δυνατότητα γενίκευσης και σύγκρισης των αποτελεσμάτων (Ιωσηφίδης, 2017). Επιπλέον, η αλληλεπίδραση ερευνήτριας-θεραπεύτριας και συμμετεχόντων μπορεί να μεταβάλλει το περιεχόμενο των απαντήσεων και τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας.

 

Ευρήματα
Η αποχή από τη χρήση σε συνδυασμό με τον απεριόριστο διαθέσιμο χρόνο, μετατρέπει την περίοδο κράτησης σε μια ευκαιρία για περισυλλογή για τους συμμετέχοντες της έρευνας. Είναι μια περίοδος αναστοχασμού και αναθεώρησης της προσωπικής τους πορείας στην πατρότητα, τη χρήση, την παραβατικότητα. Ως αποτέλεσμα της περισυλλογής αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα κεντρικά θέματα.

 

Η ευθύνη
Η ευθύνη είναι ένα από τα κεντρικά θέματα που αναδείχθηκαν στις αφηγήσεις των συμμετεχόντων σε τέσσερις διαφορετικούς ερευνητικούς άξονες (Peled et al., 2012; Parke, 2002). Πρώτον, η ευθύνη αναφέρεται ως συστατικό στοιχείο του ορισμού της πατρότητας. Δεύτερον, η ανάληψη της ευθύνης συμπεριλαμβάνεται στις βασικές αλλαγές που επιφέρει η πατρότητα στη ζωή τους. Τρίτον, η προσωπική ευθύνη αναγνωρίζεται ως αιτιολογικός παράγοντας για την ενδεχόμενη χρήση των παιδιών τους. Τέταρτον, αναφορικά με την αξιοποίηση της πατρότητας στη θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης, η ευθύνη φαίνεται να έχει μια διττή λειτουργία: αφενός μπορεί να αποτελέσει κίνητρο αλλαγής για τους πατέρες, αφετέρου η αδυναμία διαχείρισής της μπορεί να αποτελέσει παράγοντα υποτροπής.

 

Ο πόνος
Η έννοια της ευθύνης συνοδεύεται από το αίσθημα του πόνου (Hairston, 2002) και του φόβου. Ο πόνος συνδέεται με την ευθύνη που είτε δεν αναλήφθηκε καθόλου είτε δεν αναλήφθηκε επαρκώς εξαιτίας της χρήσης και του εγκλεισμού. Η έκφραση αυτού του ψυχικού πόνου ξεπερνά τη στερεότυπη αντίληψη περί ανδρισμού.

«Αυτό είναι ο πατέρας. Πονάει. Παρόλο που δεν το δείχνουμε, αλλά πονάει πολύ. Και προσπαθούμε να δείχνουμε κάτι άλλο. Γιατί; Για να μην πέσει ο εγωισμός μας ότι είμαστε άντρες; Όχι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι πονάει πολύ». (Α, 28, Ε, Α)

Ο πόνος διαπερνάει και την περίοδο της εγκυμοσύνης της συντρόφου καθώς ο εγκλεισμός κρατά τον πατέρα μακριά της.

«Στη δεύτερη εγκυμοσύνη η γυναίκα μου ήταν δυο μηνών, το έμαθα, χάρηκα, αλλά μετά με πιάσανε και μπήκα μέσα και δεν το έζησα όλο αυτό που έζησε η γυναίκα μου έξω που ήταν μόνη της. (…) Η μικρή μου τότε ήταν δυο χρονών, όσο ήταν στο νοσοκομείο η γυναίκα μου ήταν μόνη της, τράβαγε τους πόνους, γέννησε μόνη της, τα πάντα μόνη της, εγώ δεν ήμουν δίπλα της. Εκεί αισθάνθηκα, ένιωσα τον πόνο που δεν ήμουνα δίπλα της. Μήπως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνουμε άλλο παιδί; Δεν ξέρω.»
(Α, 28, Ε, Α)

 

Ο φόβος
Ο φόβος επίσης εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στον λόγο των πατέρων. Αρχικά ο φόβος συνδέεται με τη νοηματοδότηση της πατρότητας. Ο φόβος του πατέρα εδώ πηγάζει από την αγωνία μήπως επαναλάβει τα λάθη των γονιών του και από τη μοναξιά, καθώς η μητέρα είναι στη χρήση και καλείται να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη εξ ολοκλήρου. Στη συνέχεια διακινείται με την είδηση της εγκυμοσύνης και την αγωνία για την επικείμενη πατρότητα, η οποία πυροδοτεί την αύξηση της χρήσης. Επίσης, εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εξαιτίας της χρήσης ουσιών από τη μητέρα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται για την υγεία του εμβρύου. Κατά την πρώτη επαφή με το βρέφος ο φόβος είναι πάλι παρών, καθώς ανησυχεί μήπως κατά λάθος βλάψει το μωρό. Τέλος, ο φόβος κορυφώνεται με την αγωνία μήπως το παιδί μιμηθεί την εξαρτητική ή/και παραβατική συμπεριφορά του πατέρα (Greif, 2014). Άλλωστε, σύμφωνα με τους McMahon et al. (2005) το ιστορικό χρήσης ουσιών από την πλευρά του πατέρα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για διαγενεολογική μετάδοση της κατάχρησης ουσιών (transmission of substance abuse across generations).

 

Η απουσία και η ανάγκη αναπλήρωσης του κενού
Ένα επιπλέον κεντρικό μοτίβο που αναδεικνύεται είναι η απουσία. Η πατρική σχέση είναι μια σχέση απουσίας. Η απουσία αυτή αφορά είτε τη σχέση του συμμετέχοντα με τον δικό του πατέρα είτε/και με το παιδί του. Η πρώτη ένδειξη απουσίας καταγράφεται ήδη στη σχέση του συμμετέχοντα με τον πατέρα του. Ο πατέρας περιγράφεται ως φυσικά ή/και συναισθηματικά απών. Η απουσία του οφείλεται είτε στον θάνατο, είτε στην εργασία είτε και στη συναισθηματική του αποστασιοποίηση απέναντι στον γιο του. Η αναπαραγωγή του ίδιου μοτίβου είναι πιθανή και στη σχέση με τα παιδιά τους (Martin, όπως αναφέρεται στο Dyer, Pleck & McBride, 2012). Η αναπαραγωγή αυτή οδηγεί σε συναισθήματα ενοχής, καθώς νιώθουν αδύναμοι να σπάσουν τον «διαγενεαλογικό κύκλο των απόντων πατέρων» (intergenerational cycle of absent fathers, Bowen όπως αναφέρεται στο Greif, 2014). Η απουσία επανέρχεται αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της συντρόφου εξαιτίας της χρήσης και του εγκλεισμού.

«Καμία από τις δύο εγκυμοσύνες δεν ήταν προγραμματισμένη. Ε, την πρώτη δεν την είχα καταλάβει. Ήταν όλα αυτά που μου συνέβαιναν, ήμουν και στη χρήση. Ήξερα ότι έχω το δικαστήριο από πίσω. Ήτανε που παντρευτήκαμε… Γιατί πήγα στο δικαστήριο δέκα μέρες μετά το γάμο μου και μπήκα για πέντε χρόνια μέσα. Και ήταν η γυναίκα μου έξι μηνών έγκυος τότε.(…) Ήμουνα απλός θεατής». (Π, 42, Α, Δ)

Η απουσία χαρακτηρίζει την εμπειρία της πατρότητας κατά την περίοδο της χρήσης. Η εξάρτηση και η προσήλωση στην εξασφάλιση της ουσίας οδηγεί σε παραμέληση των συναισθηματικών και κοινωνικών αναγκών των παιδιών (Hogan, 2007). Η πατρότητα σε συνθήκες χρήσης είναι μια «εικονική» πατρότητα ή δεν βιώνεται καν.

«Ε, είσαι εικονικά πατέρας. Ναι, δηλαδή είσαι στη χρήση, ε, όλη την ευθύνη την έχει η μαμά, η μητέρα του παιδιού και όλοι οι τριγύρω. (…) Δηλαδή όταν ήμουνα στη χρήση, δεν ήμουνα ποτέ σπίτι. (…) Να παίξεις πέντε λεπτά και να φύγεις πάλι σαν τον κλέφτη να πας στη χρήση. Ή σε ό,τι έχει σχέση με χρήση». (Π, 42, Α, Δ)

«Το διάστημα που είσαι στη χρήση, δεν βιώνεις καν την πατρότητα. Εντάξει, έκανες ένα παιδί, ωραία και καλά και τι έγινε; Εσύ κοιτάς πώς θα βρεις τους φίλους σου να πας να ξαναπιείς (γελάει). Δεν σε ενδιαφέρει τίποτα άλλο». (Τ, 43, Α, Ε)

Η απουσία, το «πάγωμα» συναισθήματος κατά τη διάρκεια της χρήσης ισοδυναμεί με τη συναισθηματική απονέκρωση απέναντι στα παιδιά (McMahon et al., 2005). Επιπλέον, η απουσία αποτελεί το πρώτο στάδιο της διαμόρφωσης της γονικής ταυτότητας (Peled et al., 2012), πριν ο πατέρας μεταβεί στο στάδιο της αφύπνισης, της ανάληψης ευθύνης και της απόφασης για αλλαγή και εν τέλει της διορθωμένης πατρικής λειτουργίας. Ενοχικά βιώνεται η απουσία από τα σημαντικά γεγονότα της ζωής των παιδιών τους. Η απουσία εντείνεται περαιτέρω και λόγω του εγκλεισμού (Chui, 2016). Η άσκηση της πατρικής λειτουργίας περιορίζεται λόγω της απουσίας από την καθημερινή ζωή των παιδιών και της αδυναμίας παροχής συναισθηματικής στήριξης. Η απουσία αυτή οδηγεί στην πεποίθηση ότι η πατρική του ταυτότητα έχει «διακοπεί» (identity interruption). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο παρακάτω συμμετέχων δεν βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν και αδυνατεί να τους παράσχει οποιαδήποτε συναισθηματική συμπαράσταση.

«Εντάξει, έκανα πολλά λάθη, αλλά θεωρώ ότι είναι πολύ σκληρό αυτό που γίνεται μ’ εμένα αυτή τη στιγμή, να μην μπορώ να δω τα παιδιά. (…) εγώ τώρα, ας πούμε, τα παιδιά μου τα ονειρεύομαι όταν ήταν μικρά, δεν τα έχω δει μεγάλα. Τα σκέφτομαι με την εικόνα που τα έχω αφήσει. (…) Δηλαδή, με τον γιο μου, ας πούμε, θέλω να κάνω δυο συζητήσεις, δεν μπορώ να τις κάνω». (Κ, 47, Ε, Α)

Ως αντίβαρο στην απουσία εμφανίζεται η ανάγκη αναπλήρωσης του κενού στη ζωή των παιδιών. Προϋπόθεση της ικανότητας για αναπλήρωση αποτελεί η αποχή από τη χρήση και τον παραβατικό τρόπο ζωής. Η ανάγκη αυτή εντοπίζεται στις αποκρίσεις των συμμετεχόντων στην ενότητα σχετικά με την εμπειρία της πατρότητας σε περίοδο αποχής από τη χρήση, καθώς και στo πλαίσιo της επανασύνδεσής τους με τα παιδιά τους μετά την αποφυλάκιση. Η ανάγκη αναπλήρωσης του κενού θα μπορούσε να πει κανείς ότι σηματοδοτεί την αφύπνιση της πατρικής λειτουργίας και δρομολογεί την ανάληψη της ευθύνης και τη διόρθωση της πατρικής ταυτότητας.

«Ο μοναδικός τρόπος είναι να βγεις από εδώ μέσα και να συμπληρώσεις το κενό που είχες αφήσει». (Α, 28, Ε, Α)

«Ε, μου έρχεται στο μυαλό οικογένεια, μου έρχεται ο γιος μου, ε, βασικά σκέφτομαι ότι μου λείπει το διάστημα που είμαι εδώ. Και θέλω να κάνω πράγματα που δεν έκανα τόσα χρόνια. Που δεν του έχω σταθεί όπως θα ήθελα και όπως θα έπρεπε». (Β, 38, Α, Β)

«Και η ανάγκη, η ανάγκη να τον δει και να κάνει πράγματα μαζί του που δεν έκανε όσο έλειπε». (Β, 38, Α, Β)

 

Η ενοχή
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η απουσία από τη ζωή των παιδιών συνοδεύεται από ενοχή. Η ενοχή ως προς την άσκηση του πατρικού του ρόλου είναι ένα από τα κυρίαρχα συναισθήματα που συνοδεύουν τον εξαρτημένο (Peled et al.; Collins, Grella & Hser, 2003; McMahon & Rounsaville, 2002) αλλά και τον έγκλειστο πατέρα (Chui, 2016; Greif, 2014).

Η πατρότητα κατά την περίοδο της χρήσης βιώνεται ενοχικά λόγω της αδυναμίας εκπλήρωσης της πατρικής λειτουργίας, η ουσία όμως κρατά το συναίσθημα «παγωμένο».

«Το να πίνω ναρκωτικά, το να παίζω ντάγκλες, να είμαι μαστουρωμένος. Ένα διάστημα που το κοπέλι μεγάλωνε και με παρατηρούσε, ένιωθα πολύ άσχημα εκεί. Αλλά μου κρατούσε και το συναίσθημα παγωμένο η χρήση. Η ουσία μου κρατούσε τα συναισθήματα παγωμένα, δεν άφηνε να ξεσπάσω μέσα μου, να το δείξω, να μαζευτώ. Και έτσι το συνέχισα όλα αυτά τα χρόνια. Έλεγα ναι μεν θα σταματήσω αλλά δεν το πίστευα». (Β, 38, Α, Β)

Ενοχές και πόνο διακινεί και η σκέψη της ενδεχόμενης χρήσης από το παιδί τους σε αρκετούς συμμετέχοντες.

«Πέρα από τον πολύ πόνο και απογοήτευση που θα ένιωθα και βάρος από ‘μενα που τα έκανα εγώ και τύψεις που μπορεί να τα έχω περάσει στον γιο μου». (Β, 38, Α, Β)

Ο ρόλος της μητέρας στη σύνδεση του κρατούμενου πατέρα με το παιδί του
Ένα κεντρικό ζήτημα που αναδείχθηκε υπό τον ερευνητικό άξονα της σύνδεσης του κρατούμενου πατέρα με το παιδί του ήταν ο καθοριστικός ρόλος της μητέρας. Το θέμα αυτό αναφέρεται πολύ συχνά στη σχετική βιβλιογραφία ως “maternal gatekeeping” (Αλοσκόφης, 2018; McBride et al., 2005; Arditti, Smock & Parkman, 2005), καθώς η μητέρα θεωρείται ως «πυλωρός» της επικοινωνίας του έγκλειστου πατέρα και του παιδιού του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο παρακάτω συμμετέχων η πατρότητα του έγκλειστου εξαρτάται από τη μητέρα.

«Ότι ένας χρήστης μέσα στη φυλακή, τα πάντα είναι η γυναίκα του. Εξαρτιέται η πατρότητά του από τη γυναίκα του. Αν τον στηρίξει η γυναίκα του, είναι όλα εντός εισαγωγικών εύκολα. Αν δεν τον στηρίξει η γυναίκα του, είναι μηδέν. Δεν εξαρτιέται πλέον από αυτόν, ιδίως όταν έχει ανήλικα παιδιά. Φωνάζεις δεν φωνάζεις, κάνεις δεν κάνεις, ό,τι και να κάνεις, ε είσαι ένα μηδέν. Οπότε αν θέλει η γυναίκα σου, η μητέρα των παιδιών σου, έχεις την πατρότητα. Δεν θέλει η γυναίκα σου, δεν έχεις τίποτα». (Π, 42, Α, Δ)

Η συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα του παιδιού ιδιαίτερα στην περίπτωση του διαζυγίου θέτει σοβαρά εμπόδια στη σχέση πατέρα- παιδιού και φαίνεται να λειτουργεί ως φίλτρο που επηρεάζει και τη στάση των παιδιών απέναντι στον πατέρα.

«Να δεις ένα κακό όνειρό και να μην μπορείς να πάρεις το πρωί τηλέφωνο να δεις αν είναι το παιδί σου καλά. Και να μην μπορείς να πάρεις και κανέναν από την οικογένεια για να μάθεις. Γιατί αν είχα κάποιον, τέλος πάντων, να έχει πρόσβαση στην οικογένεια και να μαθαίνω νέα τους, πάλι θα το έκανα, θα έπαιρνα ένα τηλέφωνο. Τώρα δεν έχω. Δηλαδή μου έχει κόψει όλες τις προσβάσεις (η πρώην σύζυγος)». (Κ, 47, Ε, Α)

«Ε, δούλεψε μετά η μητρική γλώσσα που λένε, ήξερε ότι το παιδί ότι μου είχε αδυναμία, το ένα, τ’ άλλο. Το πήρε διαφορετικά μετά, άλλαξε νοοτροπία, άρχισε να φορτώνει το παιδί για να μπορεί να ξεκόψει πιο εύκολα μετά, να μην έχει τις απαιτήσεις που είχε εκείνη τη στιγμή το παιδί. (…) Αλλά τι να πω εγώ τώρα; Δεν μπορώ να κρίνω κάποια εγώ έχω κάνει τόσα λάθη ο ίδιος. Για να κρίνεις κάποιον πρέπει να είσαι σε θέση να μπορείς να κρίνεις. Αυτό ήταν, δηλαδή άφησα πολύ περισσότερο περιθώριο στην πρώην». (Λ, 44, Ε, Α)

 

Η εξιστόρηση της προσωπικής διαδρομής στην εξάρτηση και την απεξάρτηση ως προστατευτικός παράγοντας για το παιδί
Στην ενότητα σχετικά με την αποκάλυψη της προσωπικής εμπλοκής με τη χρήση και της προσπάθειας για απεξάρτηση όλοι οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι επιθυμούν τα παιδιά τους να μάθουν την αλήθεια. Ως κεντρικό θέμα αναδείχθηκε η πεποίθηση ότι η γνώση των παιδιών για την εμπειρία των πατέρων τους και των δυσκολιών που έχουν βιώσει οι ίδιοι μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά απέναντι σε ενδεχόμενη εμπλοκή τους με τις ουσίες (Hogan, 2007). Το γεγονός ότι όλοι οι συμμετέχοντες προτίθενται να αποκαλύψουν όλη την αλήθεια στα παιδιά τους έρχεται σε σύγκρουση με το πόρισμα της έρευνας του Hogan (2007) σύμφωνα με την οποία στην αποκάλυψη της χρήσης προβαίνει η μειονότητα των πατέρων. Τα ευρήματα, ωστόσο, της παρούσας έρευνας και του Hogan συμφωνούν ως προς το κίνητρο της αποκάλυψης που όπως αναφέρθηκε είναι ο προληπτικός της χαρακτήρας.

«Θέλω να μάθουν τα πάντα, το τι έχω περάσει, το τι έχω βιώσει, το πού είμαι. Θα προσπαθήσω να προστατεύσω τα παιδιά μου για το αύριο. Να μην έρθουν στη θέση που βρίσκομαι εγώ αυτή τη στιγμή (…) Με τον τρόπο τον δικό μου, να πω την ιστορία της ζωής μου, το τι έχω τραβήξει εγώ με τη μητέρα τους. (…) Να δώσω μαθήματα, τα δικά μου μαθήματα που περνάω στα δικά μου παιδιά, να μην τα πάθουν και αυτοί οι ίδιοι». (Α, 28, Ε, Α)

« (…) αλλά να δει ο πατέρας του τι πέρασε όλο το στραπάτσο και τι τον έφερε στον ίσιο δρόμο. Θέλω να μάθει όλη την πραγματικότητα της ζωής μου». (Χ, 34, Α, Γ)

Παράλληλα με την αποκάλυψη της αλήθειας ο πατέρας αποσκοπεί και στην προβολή της προσωπικής του αλλαγής.
«Και μετά πρέπει να τους αναφέρω, γιατί κάποια στιγμή μεγαλώνοντας σε μια κλειστή κοινωνία, θα γυρίσει κανείς και θα τους πει ‘Ποιος ο πατέρας μου ήταν αυτός;’. Και πρέπει να ξέρουν ότι ο πατέρας τους ήταν αυτός αλλά άλλαξε. Δεν έχει μείνει αυτός». (Τ, 43, Α, Ε)

 

Η ανατροπή της στερεότυπης εικόνας του αδιάφορου εξαρτημένου και έγκλειστου πατέρα
Όπως αναφέρθηκε ήδη στo πλαίσιo της βιβλιογραφικής ανασκόπησης η παραδοσιακή αντίληψη που αναγνωρίζει τον πατέρα πρωτίστως ως «κουβαλητή» μέσα στην οικογένεια σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκών ερευνητικών δεδομένων για τους εξαρτημένους και έγκλειστους πατέρες, οδηγεί στη δημιουργία μιας στερεοτυπικής εικόνας που τους θέλει αδιάφορους, ανεπαρκείς και ανεύθυνους (Peled et al., 2012; McMahon & Rounsaville, 2002). Η ανάδειξη, ωστόσο, όλων των προηγούμενων κεντρικών θεμάτων διαψεύδει την εικόνα αυτή, καθώς οι αφηγήσεις της πατρικής εμπειρίας μέσα σε συνθήκες εξάρτησης και εγκλεισμού είναι αφηγήσεις ευθύνης, πόνου, φόβου, απουσίας και ενοχής, επομένως κάθε άλλο παρά αδιάφορες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Η αδιαφορία και η παραμέληση του πατρικού ρόλου αποτελούν κομμάτι του παρελθόντος της χρήσης, το οποίο μέσα από τη συμβουλευτική και τη θεραπεία οι συμμετέχοντες παλεύουν να ανατρέψουν. Οι αποφυλακισμένοι πατέρες προσπαθούν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά παρέχοντας στα παιδιά τους όσα τους στέρησαν κατά τη διάρκεια της χρήσης και του εγκλεισμού: χρόνο, συναισθηματική επένδυση, υλική υποστήριξη. Οι δε έγκλειστοι πατέρες προβάλλουν την ανάγκη αυτή της αντιστάθμισης στο μέλλον μετά την αποφυλάκισή τους. Στους αποφυλακισμένους συμμετέχοντες η πατρική λειτουργία παρουσιάζεται ενισχυμένη, καθώς βιώνεται πλέον στη ρεαλιστική της διάσταση και όχι εικονικά.

«Τώρα βιώνω πολύ περισσότερα πράγματα με τα παιδιά μου. (…) Έχω παραπάνω χρόνο να βλέπω τα παιδιά μου και ασχολούμαι με αυτά». (Τ, 43, Α, Ε)

Ο πατέρας μετακινείται από την προσήλωση στο αντικείμενο της εξάρτησης και την αδιαφορία προς τον γονεϊκό ρόλο, προς την ανάληψη της ευθύνης και την πραγμάτωση της πατρικής λειτουργίας. Η νέα «καθαρή» του ταυτότητα δομείται – μεταξύ άλλων- και πάνω στη νέα διορθωμένη πατρική ταυτότητα (Williams, 2014; Πέσσιου, 2008; Peled et al., 2012). Συνοπτικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι έγκλειστοι συμμετέχοντες υιοθετούν ένα φαντασιωσικό μοντέλο άσκησης της πατρικής λειτουργίας, καθώς επί της ουσίας απουσιάζουν από την καθημερινή ζωή των παιδιών τους (αδρανής πατρική λειτουργία) και περισσότερο προβάλλουν την επιθυμία αναπλήρωσης του κενού στο μέλλον μετά την αποφυλάκιση. Αντίθετα, οι αποφυλακισμένοι διαθέτουν ένα πραγματικό μοντέλο πατρικής λειτουργίας, καθώς έχουν ήδη ενεργό εμπλοκή στην ανατροφή των παιδιών τους (ενεργή πατρική λειτουργία).

Προτάσεις
Μέσα από την παρούσα έρευνα προκύπτουν ποικίλες προτάσεις αναφορικά με την περαιτέρω έρευνα, τη θεραπεία απεξάρτησης και την εφαρμογή προγραμμάτων για κρατούμενους και πρόσφατα αποφυλακισμένους πατέρες. Σε ερευνητικό επίπεδο θα ήταν σκόπιμη η περαιτέρω διερεύνηση της εμπειρίας της πατρότητας σε συνθήκες εξάρτησης και εγκλεισμού με συμμετέχοντες εκτός θεραπευτικών προγραμμάτων απεξάρτησης, δεδομένου ότι η «θεραπευτική γλώσσα» του ΚΕΘΕΑ σίγουρα επηρεάζει τις αντιλήψεις και τις αποκρίσεις των συμμετεχόντων.

Σε θεραπευτικό επίπεδο η βασική πρόταση που απορρέει από την παρούσα μελέτη αφορά το θεραπευτικό όφελος της αξιοποίησης της παραμέτρου της πατρότητας στη διαδικασία της απεξάρτησης. Η ενίσχυση του πατρικού ρόλου και η εκπαίδευση στις γονικές δεξιότητες θα ενδυναμώσει τη συγκρότηση μιας νέας μη-εξαρτημένης ταυτότητας. Άλλωστε σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα ο μεγαλύτερος βαθμός γονικής εμπλοκής συνδέθηκε με χαμηλότερο δείκτη σοβαρότητας της εξάρτησης, χαμηλότερα επίπεδα ψυχικού πόνου και με υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης και αντίληψης για τις γονικές δεξιότητες (Collins et al., 2003). Συνεπώς, ο παράγοντας της πατρότητας μπορεί να αξιοποιηθεί ως κίνητρο για την αναζήτηση αλλά και την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επίσης, σύμφωνα με τους Parke & Clarke-Stewart (όπως αναφέρεται στο Parke, 2002) σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο υποτροπής.

Στo πλαίσιo του σωφρονιστικού συστήματος εξαιρετικά χρήσιμη θα ήταν η υλοποίηση προγραμμάτων ενδυνάμωσης της πατρικής λειτουργίας. Τέτοια προγράμματα λειτουργούν σε μεγάλη έκταση στις ΗΠΑ και αλλού και υπάγονται στις δράσεις για την υπεύθυνη πατρότητα (responsible fatherhood, Tasca, 2018; Hairston, 2002). Τα προγράμματα αυτά ως στόχο έχουν την εκπαίδευση σε γονικές δεξιότητες, την ενθάρρυνση της επικοινωνίας και τη σύνδεση με τα παιδιά και τη σύζυγο καθώς και τη διευκόλυνση της επανένταξης στον ρόλο του πατέρα (Greif, 2014; Tasca, 2018; Williams, 2014). Τέτοιου τύπου παρεμβάσεις έχουν διπλό όφελος: αφενός ενισχύουν την προσπάθεια για αλλαγή του τρόπου ζωής του ίδιου του πατέρα μακριά από τη χρήση και την παραβατικότητα, αφετέρου λειτουργούν προστατευτικά και για τα παιδιά του, καθώς το πατρικό πρότυπο επηρεάζει τη συναισθηματική, εκπαιδευτική και κοινωνική λειτουργία των παιδιών. Θα μπορούσε ακόμη και να καθιερωθεί ένα σύστημα παροχής κινήτρων για τη συμμετοχή στα εν λόγω προγράμματα (πχ μεροκάματα). Επιπλέον, αναγκαία θα ήταν και η διευκόλυνση της επαφής των πατέρων με τα παιδιά τους εντός των καταστημάτων κράτησης (Tasca, 2018) μέσα από τη διαμόρφωση ειδικών χώρων για τα παιδικά επισκεπτήρια. Το ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης αναγνωρίζοντας τη σημασία της διατήρησης των οικογενειακών δεσμών των κρατουμένων για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών τους αλλά και για την πρόληψη της ποινικής υποτροπής των ιδίων, έχει ήδη προχωρήσει στην εφαρμογή δέσμης δράσεων για τα παιδιά των κρατουμένων (Hellenic Republic, Ministry of Justice, Transparency and Human Rights, 2019), όπως δημιουργία χώρων παιδικών επισκεπτηρίων σε κάποια καταστήματα κράτησης, μεταξύ των οποίων και στα Χανιά, όπου διεξήχθη η παρούσα έρευνα. Επιπλέον, έχει ξεκινήσει η πιλοτική λειτουργία των ηλεκτρονικών επισκεπτηρίων μέσω skype (E-Visits) σε τέσσερις φυλακές και ενός ειδικά διαμορφωμένου διαμερίσματος στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, όπου ο κρατούμενος μπορεί να δεχτεί επίσκεψη από την οικογένειά του διάρκειας έως 12 ωρών. Επίσης, μετέφρασε και εξέδωσε το βιβλίο «Θα συναντηθούμε στο όνειρο», το οποίο γράφτηκε από κρατούμενους πατέρες σε φυλακή της Λειψίας, απευθύνεται στα παιδιά αλλά και στους ίδιους τους κρατούμενους και πραγματεύεται το δύσκολο ζήτημα της αποκάλυψης στα παιδιά σχετικά με την αιτία του εγκλεισμού.

Η υποστήριξη του πατρικού ρόλου κρίνεται ακόμη πιο επείγουσα για τους πρόσφατα αποφυλακισμένους πατέρες, οι οποίοι καλούνται να επανενταχθούν τόσο στην κοινωνία όσο και στην οικογένειά τους. Επομένως, τέτοιου είδους προγράμματα θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στις υπηρεσίες που παρέχονται από τις δομές υποδοχής και επανένταξης αποφυλακισμένων που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα.

Τέλος, θα ήταν σκόπιμη η ευαισθητοποίηση των εμπλεκόμενων φορέων, της κοινότητας και της οικογένειας του κρατούμενου για το βίωμά του και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με στόχο την αποδέσμευση από τη στερεοτυπική εικόνα του κρατούμενου πατέρα που αποτελεί κακή επιρροή για τα παιδιά του (Greif, 2014). Εξάλλου, ίσως το πιο αληθινό και υγιές πρότυπο για τα παιδιά είναι ένας πατέρας που ενώ έχει «πέσει», παλεύει να ξανασηκωθεί.

Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Arditti, J. A., Smock, S. A., & Parkman, T. S. (2005) “It’s been hard to be a father”: A qualitative exploration of incarcerated fatherhood. Fathering: A Journal of Theory, Research, and Practice about Men as Fathers, 3:3, 267-288

Children of Prisoners (2018) Not my crime, still my sentence (ανάκτηση στις 5/3/2019 από https://childrenofprisoners.eu/)

Chui, W. H. (2016) Voices of the incarcerated father: Struggling to live up to fatherhood. Criminology & Criminal Justice, 16:1, 60–79

Collins, C. C., Grella, C. E., & Hser, Y.-I. (2003) Effects of Gender and Level of Parental Involvement Among Parents in Drug Treatment, The American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 29:2, 237-261

Dyer, W. J. (2005) Prison, fathers, and identity: A theory of how incarceration affects men’s paternal identity. Fathering: A Journal of Theory, Research, and Practice about Men as Fathers, 3:3, 201–219

Dyer, W. J., Pleck, J. H., & McBride, B. A. (2012) Imprisoned fathers and their family relationships: A 40-year review from a multi-theory view. Journal of Family Theory & Review, 4, 20 – 47

Flick, U., von Kardorff, E., & Steinke, I. (2004) Was ist qualitativer Forschung? Einleitung und Überblick, In: U. Flick, E. von Kardoff & I. Steinke (Hrsg.) Qualitative Forschung. Ein Handbuch. Hamburg: Rowohlt Taschebuch Verlag

Greif, G. L. (2014) The Voices of Fathers in Prison: Implications for Family Practice, Journal of Family Social Work, 17:68–80

Hairston, C. F. (2002) Fathers in Prison: Responsible Fatherhood and Responsible Public Policies, Marriage & Family Review, 32:3-4, 111-135

Hellenic Republic, Ministry of Justice, Transparency and Human Rights, Office of the Secretary General for Crime Policy (2019) Actions for the child

Hogan, D. M. (2007) The impact of opiate dependence on parenting processes: Contextual, physiological and psychological factors, Addiction Research & Theory, 15:6, 617-635

Kowal, S., & O’Connell, D. C. (2004) Zur Transkription von Gesprächen, In: U. Flick, E. von Kardoff & I. Steinke (Hrsg.) Qualitative Forschung. Ein Handbuch. Hamburg: Rowohlt Taschebuch Verlag

Makariev, D. W., & Shaver, P. R. (2010) Attachment, parental incarceration and possibilities for intervention: An overview, Attachment & Human Development, 12:4, 311-331

Mayring, P. (1995) Qualitative Inhaltsanalyse, in: U. Flick, E. von Kardoff, H. Keupp, L. von Rosenstiel & S. Wolff (Hrsg.) Handbuch Qualitativer Sozialforschung. Grundlagen, Konzepte, Methoden und Anwendungen. Weinheim: Beltz Psychologie Verlags Union

McBride, B. A., Brown, G. L., Bost, K. K., Shin, N., Vaughn, B., & Korth, B. (2005) Paternal Identity, Maternal Gatekeeping, and Father Involvement, Family Relations, 54, 360–372

McIntosh, J., & McKeganey, N. (2000) Addicts’ narratives of recovery from drug use: constructing a non-addict identity. Social Science & Medicine, 50, 1501-1510

McMahon, T. J., Winkel, J. D., & Rounsaville, B. J. (2007). Drug abuse and responsible fathering: A comparative study of men enrolled in methadone maintenance treatment. Addiction, 103, 269 – 283

McMahon, T. J., & Rounsaville, B. J. (2002) Substance abuse and fathering: adding poppa to the research agenda. Addiction, 97, 1109–1115

McMahon, T. J., Winkel, J. D, Luthar, S. S., & Rounsaville, B. J. (2005) Looking for Poppa: Parenting Status of Men Versus Women Seeking Drug Abuse Treatment, The American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 31:1, 79-91

Parke, R. D. (2002) Substance-abusing fathers: descriptive, process and methodological perspectives. Addiction, 97,1118–1119.

Patenaude, A. (2004) No promises, but I’m willing to listen and tell what I hear: conducting qualitative research among prison inmates and staff. The Prison Journal, 84: 4, 69S-91S

Peled, E., Gavriel-Fried, B., & Katz, N. (2012) I’ve fixed things up: Paternal identity of substance-dependent fathers. Family Relations, 61, 893–908

Phares, V. (2002) Finding poppa in substance abuse research. Addiction, 97, 1119–1120

Rodriguez, N. (2016) Bridging the gap between research and practice. The ANNALS of the American Academy of Political and Social Science, 665:1, 231–240

Substance Abuse and Mental Health Services Administration. (2011). Treatment Episode Data Set—Admission (TEDS-A): 2011. Retrieved from

http://www.icpsr.umich.edu/icpsrweb/SAMHDA/studies/34876

Tasca, M. (2018) The (Dis)continuity of Parenthood Among Incarcerated Fathers: An Analysis of Caregivers’ Accounts, Child Care in Practice, 24:2, 131-147

Williams, I. L. (2014) Desilencing Fatherhood: Making the Invisible Visible Within Substance Use Disorder Treatment, Journal of Groups in Addiction & Recovery, 9:2, 160-185

 

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Goffman, E. (1994) Άσυλα. Αθήνα: Ευρύαλος

Goffman, E. (2001) Στίγμα. Σημειώσεις για τη φθαρμένη ταυτότητα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια

Mason, J. (2011) Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας. Αθήνα: Πεδίο

Robson, C. (2010) Η έρευνα του πραγματικού κόσμου. Ένα μέσον για κοινωνικούς επιστήμονες και επαγγελματίες ερευνητές. Αθήνα: Gutenberg

Αλοσκόφης, Ο. (2018) Ο «Ξεχασμένος» κρατούμενος πατέρας και τα παιδιά του. Σύγχρονες έρευνες και σωφρονιστική πολιτική. Επιστημονικά Αποτυπώματα, 7 (ανάκτηση στις 9/2/2019 από http://www.crimetimes.gr)

Κοκκίνη, Ε., & Πουλόπουλος, Χ. (2015) Συμμόρφωση, αντίσταση και αλλαγή σε θεραπευτικές ομάδες για την απεξάρτηση. Εξαρτήσεις, 25, 15-41

Πέσσιου, Κ., & Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα Ψυχολογίας. (2008) Το βίωμα της πατρότητας σε άντρες που βρίσκονται σε διαδικασία ανάρρωσης από την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών: μια αφηγηματική μελέτη

Πουλόπουλος, Χ. (2010) Η ομαδικά εστιασμένη συνέντευξη. Στο: Θ. Καλλινικάκη (Επιμ.) Ποιοτικές Μέθοδοι στην Έρευνα της Κοινωνικής Εργασίας. Αθήνα: Τόπος

Πουλόπουλος, Χ. (2011α). Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής. Αθήνα: Τόπος

Πουλόπουλος, Χ. (2011β). Ιστορικό κέντρο της Αθήνας χωρίς αποκλεισμούς. Εξαρτήσεις, 18, 47-52

Τσιώλης, Γ. (2014) Μέθοδοι και τεχνικές ανάλυσης στην ποιοτική κοινωνική έρευνα. Αθήνα: Κριτική

Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (2019) Στατιστικά στοιχεία κρατουμένων (ανάκτηση στις 5/3/2019 από http://www.ministryofjustice.gr)

Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής (2018) Θα συναντηθούμε στο όνειρο. Μια ιστορία για τον μπαμπά στη φυλακή [Μετάφραση από τα γερμανικά του βιβλίου που δημιουργήθηκε το 2008 από μια ομάδα κρατούμενων πατεράδων στις φυλακές της Λειψίας. Μετάφραση: Christine Maerkl]. Εθνικό Τυπογραφείο

 

Print Friendly, PDF & Email