Παθολογικός Τζόγος και Αλεξιθυμία: Μια Βιβλιογραφική Ανασκόπηση

Παρασκευή Μπασιώτη (2)

 

Περίληψη

Η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια έχει ταξινομηθεί στο Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders – IV της American Psychiatric Association στην κατηγορία των διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων. Η αλεξιθυμία αφορά στην ανεπάρκεια του ατόμου για συναισθηματική επεξεργασία, δηλαδή στη δυσκολία να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας ως προς τη συσχέτιση του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας. Ειδικότερα, ως στόχο έχει να ορίσει την έννοια του παθολογικού τζόγου, να παρουσιάσει τα στατιστικά πορίσματα όσον αφορά στη συχνότητα της εμφάνισής του στον γενικό πληθυσμό, να αποσαφηνίσει και να εξετάσει την έννοια της αλεξιθυμίας και να παραθέσει αναλυτικά τα ευρήματα των ερευνών σχετικά με τις ενδείξεις για τη θετική συνάφεια μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας. Τέλος, γίνεται αναφορά στο είδος αυτής της αλληλεπίδρασης και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των παθολογικών παικτών με αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά.

Λέξεις – κλειδιά: Βιβλιογραφική ανασκόπηση, παθολογικός τζόγος, αλεξιθυμία.

 

Εισαγωγικά στοιχεία και σκοπός της παρούσας εργασίας

Η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια αποτελεί πολύ σημαντικό πρόβλημα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Ο Griffiths (2009) εκπόνησε μια ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων από ευρωπαϊκές χώρες, ως προς τον τζόγο και τον προβληματικό τζόγο. Οι χώρες με τα περισσότερα μικτά έσοδα από τον τζόγο (Gross Gambling Revenues) ήταν η Μεγάλη Βρετανία με 11 δισεκατομμύρια ευρώ, η Γερμανία με 8.4 δισεκατομμύρια ευρώ, η Γαλλία με 7.6 δισεκατομμύρια, η Ιταλία με 6.2 δισεκατομμύρια και η Ισπανία με 4.9 δισεκατομμύρια. Όσον αφορά στην τάση των πολιτών για τζόγο, οι χώρες με τα υψηλότερα ποσά τον χρόνο ανά άτομο είναι η Ιρλανδία, η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, η Μεγάλη Βρετανία και η Σουηδία. Τα ποσοστά προβληματικού τζόγου στην Ευρώπη κυμαίνονται μεταξύ 0.5% – 2%, αν και η Φινλανδία, η Ελβετία και η Εσθονία αναφέρουν ποσοστά πάνω από 3%. Σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι για την Ελλάδα δεν βρέθηκαν εμπειρικά δεδομένα από τον μελετητή, παρά την εκτενή έρευνα σε διαδικτυακές βάσεις δεδομένων και τη βιβλιογραφία. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το πιο δημοφιλές παιχνίδι είναι το Λόττο. Οι έφηβοι αυξάνουν τη συμμετοχή τους σε οποιοδήποτε εμπορικό παιχνίδι είναι διαθέσιμο, ενώ τα ερευνητικά αποτελέσματα διαφορετικών χωρών υποδηλώνουν ότι το ποσοστό του προβληματικού τζόγου στους εφήβους είναι υψηλότερο από αυτό των ενηλίκων (Griffiths, 2009).

Η δεύτερη υπό μελέτη έννοια είναι αυτή της αλεξιθυμίας, η οποία σημαίνει «δεν υπάρχουν λέξεις για το συναίσθημα». Επινοήθηκε για να περιγράψει συγκεκριμένα κλινικά χαρακτηριστικά που εμφάνιζαν άτομα με ψυχοσωματικές ασθένειες και αφορούσε στη δυσκολία τους για δέσμευση σε θεραπεία που χρειαζόταν διορατικότητα (Sifneos, 1967, όπως αναφέρεται στους Lumley, Neely & Burger, 2007). Τα άτομα με αλεξιθυμία, λοιπόν, παρουσιάζουν δυσκολία ως προς την αναγνώριση και έκφραση των συναισθημάτων τους (Taylor, Bagby & Parker, 1997).

Υπάρχει, όμως, θετική συνάφεια μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας; Παρά το γεγονός ότι η καθεμία έννοια έχει μελετηθεί ξεχωριστά και σε σύνδεση με διαφορετικές μεταβλητές, η μεταξύ τους σχέση φαίνεται ότι δεν έχει ερευνηθεί εκτενώς. Παράλληλα, το ερευνητικό ενδιαφέρον σχετικά με το ερώτημα εντείνεται, καθώς τα ποσοστά εμφάνισης του παθολογικού τζόγου αυξάνονται με σοβαρές προσωπικές και κοινωνικές επιπτώσεις, ενώ η αλεξιθυμία συσχετίζεται με πλήθος σωματικών και ψυχικών διαταραχών και φαίνεται να επιδρά αρνητικά στην ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση των ψυχικών προβλημάτων.

Οι πληροφορίες από την μεταξύ τους συνάφεια θα μπορούσαν να καταστούν ιδιαίτερα χρήσιμες, αν αναλογιστεί κανείς ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν βοήθεια από ειδικούς ψυχικής υγείας για την αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου. Θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν αρνητικά στη θεραπευτική αντιμετώπιση αυτού του τόσο περίπλοκου φαινομένου. Μια ανασκόπηση της βιβλιογραφίας ενδέχεται να αποτελέσει την αρχή για περαιτέρω μελέτη και στον ελληνικό πληθυσμό, δεδομένου ότι σπανίζουν ερευνητικά δεδομένα για την χώρα μας.

Η παρούσα έρευνα έχει ως σκοπό, πρωτίστως, να ορίσει τις έννοιες του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας. Παράλληλα, θα παραθέσει με χρονική αλληλουχία τις έρευνες σχετικά με τη μεταξύ τους συνάφεια, αφενός διότι ο όγκος των ερευνών είναι μικρός και αφετέρου διότι μια ανασκόπηση τέτοιου είδους παρέχει πληροφορίες για την εξέλιξη του θέματος. Θα επιχειρήσει, τέλος, να αποσαφηνίσει και να ομαδοποιήσει τους αιτιολογικούς παράγοντες και τις ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που έχουν προταθεί για την εμφάνιση αυτού του φαινομένου και την αντιμετώπισή του, αντίστοιχα.

 

Παθολογικός Τζόγος

Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια ή τζόγος αποτελεί μια προσφιλή, νόμιμη και κοινωνικά αποδεκτή μορφή διασκέδασης στη σύγχρονη κοινωνία (Blaszczynski, 2003). Αναφέρεται σε ποικίλες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά περιβάλλοντα και από ανθρώπους με διαφορετικές αντιλήψεις ως προς τον τζόγο (Abbott & Volberg, 1999).

Ωστόσο, η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια αποτελεί μια διαταραχή, η οποία έχει ταξινομηθεί στο Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders – IV (DSM – IV) της American Psychiatric Association (APA) στην κατηγορία των «Διαταραχών Ελέγχου των Παρορμήσεων Μη Ταξινομούμενων Αλλού». Ορίζεται ως η επίμονη και επαναλαμβανόμενη δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά, βάσει των ακολούθων κριτηρίων:

Το άτομο έχει έντονη ενασχόληση με τον τζόγο, έχει την ανάγκη να παίζει συνεχώς αυξανόμενα χρηματικά ποσά για να επιτύχει την επιθυμητή συγκίνηση, ενώ παίζει σαν να είναι ένας τρόπος να ξεφύγει από τα προβλήματά του ή να ανακουφιστεί από μια δυσφορική διάθεση (για παράδειγμα, αισθήματα αβοήθητου, άγχους, κατάθλιψης, ενοχής). Συχνά επιστρέφει για να ξανακερδίσει τα χαμένα χρήματά του. Έχει προσπαθήσει επανειλημμένα, χωρίς επιτυχία, να ελαττώσει ή να διακόψει τον τζόγο και όταν το επιχειρεί είναι ανήσυχο ή ευερέθιστο. Έχει θέσει σε κίνδυνο ή έχει χάσει μια σημαντική σχέση ή επαγγελματική ευκαιρία, ενώ έχει εμπλακεί σε παράνομες πράξεις για να εξασφαλίσει χρήματα. Τέλος, ψεύδεται στο περιβάλλον του για να αποκρύψει την έκταση της εμπλοκής του και επαφίεται στους άλλους για να ξεφύγει από μια απελπιστική οικονομική κατάσταση, η οποία είναι απόρροια του τζόγου (APA, 1994).

Να προστεθεί σε αυτό το σημείο ότι η διαταραχή του τζόγου – όπως αναφέρεται – συμπεριλαμβάνεται στην πέμπτη έκδοση του DSM στο κεφάλαιο «Σχετιζόμενες με Ουσίες και Εξαρτητικές Διαταραχές». Αιτίες για αυτή τη μεταβολή έχουν αποτελέσει οι αυξανόμενες ενδείξεις αφενός ότι τα συμπτώματα της διαταραχής του τζόγου μοιάζουν, σε κάποιον βαθμό, με αυτά των διαταραχών κατάχρησης ουσιών και αφετέρου ότι αποτελεί μια συμπεριφορά που πυροδοτεί το σύστημα αμοιβής του εγκεφάλου με παρόμοιες επιδράσεις με αυτές της κατάχρησης ουσιών (APA, 2013).

Οι όροι προβληματικός και παθολογικός τζόγος είθισται να χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο (Griffiths, 2009). Πάρα ταύτα, ο Griffiths (2014) διατυπώνει την άποψη ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ένα συνεχές, η μια άκρη του οποίου είναι η εξάρτηση από τον τζόγο και η άλλη άκρη ο προβληματικός τζόγος, ο οποίος δεν επιφέρει επιπτώσεις στην καθημερινότητα του ατόμου, δεν παύει, όμως, να αποτελεί μεγάλο ζήτημα.

Σε αυτό το σημείο, παρέχονται ορισμένα σημαντικά δημογραφικά στοιχεία ως προς την εμφάνιση του προβληματικού τζόγου από έρευνα που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2010. Στις ηλικίες από 16 έως 24 ετών και από 25 έως 34 ετών σημειώθηκαν τα μεγαλύτερα ποσοστά εμφάνισης προβληματικού τζόγου (2,1% και 1,5%, αντιστοίχως), ενώ στις ηλικίες από 55 – 64 ετών τα μικρότερα (0,3%). Στην ίδια έρευνα, οι περισσότεροι προβληματικοί παίκτες είναι άνδρες (1,5%, έναντι 0,3% των γυναικών), αν και γενικά παρατηρείται μια αύξηση της συχνότητας παθολογικού τζόγου στις γυναίκες (Blaszczynski, 2003; George & Murali, 2005). Επιπλέον, φαίνεται ότι το ποσοστό του προβληματικού τζόγου είναι μεγαλύτερο στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές (1,8%), στους ανύπαντρους (1,8%) και σε εκείνους σε διάσταση ή διαζευγμένους (1,1%), στην ομάδα των άλλων (ομάδα που περιλαμβάνει μεγάλο εύρος εργασιακών συνθηκών, όπως άμισθη εργασία σε επιχείρηση συγγενών) (4,6%), στους ανέργους (3,3%) και σε όσους αντιμετωπίζουν έντονα οικονομικά προβλήματα (6,1%), σε εκείνους που οι γονείς τους έπαιζαν συχνά (1,6%) και σε αυτούς που η πρώτη ηλικία που έπαιξαν ήταν τα 15 έτη ή λιγότερο (1,6%). Τέλος, ο προβληματικός τζόγος παρατηρείται συχνότερα στα άτομα που συστηματικά παίζουν πόκερ (20,3%), στοιχηματίζουν σε σκυλοδρομίες (19,2%), παίζουν μηχανήματα στο διαδίκτυο (17%) και καζίνο (13,9%) (Wardle et al., 2010).

Ως προς τις επιπτώσεις του παθολογικού τζόγου, τα ευρήματα των ερευνών έχουν δείξει ότι συνδέεται με κατάθλιψη, άγχος, χρόνιο στρες, αυτοκτονικό ιδεασμό, ψυχοσωματικά συμπτώματα, κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ, προβλήματα στην επαγγελματική απασχόληση, την οικογένεια και τις διαπροσωπικές σχέσεις, οικονομικά προβλήματα και παρανομία (Blaszczynski, 2003; George & Murali, 2005).

Πολλές θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν τους αιτιολογικούς παράγοντες του πολύπλοκου αυτού φαινομένου, η καθεμιά χρησιμοποιώντας διαφορετική συλλογιστική. Μια άποψη προέρχεται από τους Jacobs (1988) και Lesieur & Rosenthal (1991), όπως αναφέρεται στους Lumley & Roby (1995), οι οποίοι προτείνουν ότι η ενασχόληση με τον τζόγο ενδέχεται να προσφέρει μια διέξοδο από την ψυχολογική σύγκρουση και την ενόχληση που αισθάνονται οι παθολογικοί παίκτες όταν δεν παίζουν. Η βιολογική θεωρία, από την άλλη μεριά, επικεντρώνεται στη δυσλειτουργία της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, ενώ η ψυχαναλυτική θεωρία προτείνει την ανεπίλυτη οιδιπόδεια σύγκρουση και την ασυνείδητη επιθυμία για απώλεια. Η θεωρία της μάθησης διατυπώνει την άποψη ότι τα χρηματικά κέρδη και ο ενθουσιασμός κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού δρουν ως θετικοί ενισχυτές για τη συμπεριφορά ενασχόλησης με τον τζόγο, ενώ η γνωσιακή θεωρία αναφέρεται στις γνωσιακές διαστρεβλώσεις που αφορούν στον τζόγο, όπως οι προληπτικές πεποιθήσεις και οι ερμηνευτικές μεροληψίες. Ωστόσο, η εκλεκτική προσέγγιση φαίνεται να είναι η πιο δημοφιλής και πρεσβεύει ότι η παθολογική ενασχόληση με τον τζόγο αποτελεί το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικών, ψυχολογικών, συμπεριφοριστικών και γνωστικών παραγόντων (George & Murali, 2005).

Όσον αφορά στην ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου, ο Fong (2005) διακρίνει τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις: την ομάδα των Ανώνυμων Τζογαδόρων, την ψυχοδυναμική θεραπεία, τη συμπεριφοριστική θεραπεία, τη γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία και την οικογενειακή θεραπεία, χωρίς όμως κάποια συγκεκριμένη να θεωρείται η πιο αποτελεσματική. Η λεπτομερής ανάλυση των αιτιολογικών παραγόντων και της θεραπείας του παθολογικού τζόγου δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς της παρούσας εργασίας.

Τα ψυχομετρικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται σε μεγαλύτερη έκταση για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου είναι το DSM-IV για τον παθολογικό τζόγο της APA (1994) και το South Oaks Gambling Screen (SOGS) των Lesieur και Blume (1987) (Griffiths, 2009; Griffiths, 2010). Το πρώτο ερωτηματολόγιο είναι μια κλίμακα για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου, στην οποία το καθένα από τα 10 κριτήρια του DSM-IV αποτελούν και μια ξεχωριστή ερώτηση. Κατά τον Stinchfield (2003), έχει ικανοποιητική εγκυρότητα και αξιοπιστία. Το SOGS, από την άλλη μεριά, έχει 20 ερωτήματα με ένδειξη παθολογικού τζόγου να αποτελεί το σκορ από 5 και πάνω, ενώ ένδειξη προβληματικού τζόγου το σκορ μεταξύ 1 έως 4. Σύμφωνα με τον Stinchfield (2002), έχει ικανοποιητική αξιοπιστία σε δείγμα παθολογικών παικτών σε θεραπεία και σε δείγμα του γενικού πληθυσμού (Cronbach alpha 0.86 και 0.69, αντίστοιχα). Ένα από τα εναλλακτικά διαθέσιμα εργαλεία για την μέτρηση του προβληματικού τζόγου είναι το Problem Gambling Severity Index (PGSI), το οποίο έχει χρησιμοποιηθεί στον Καναδά, όπου και κατασκευάστηκε, την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες (Griffiths, 2009).

Αλεξιθυμία

Η αλεξιθυμία ορίζεται ως το σύνολο των γνωστικών χαρακτηριστικών, στα οποία περιλαμβάνονται η μειωμένη ικανότητα του ατόμου για φαντασία, η εξωτερικά προσανατολισμένη σκέψη του, η δυσκολία του για την αναγνώριση των συναισθημάτων του, η δυσκολία για την έκφραση των συναισθημάτων του στους άλλους και για το διαχωρισμό τους από τις σωματικές αισθήσεις που συνοδεύουν τις συναισθηματικές καταστάσεις (Taylor et al., 1997; Lumley et al., 2007). Αποτελεί, λοιπόν, μια ανεπάρκεια, μια αδυναμία στη συναισθηματική επεξεργασία, και ειδικότερα, στη συναισθηματική επίγνωση και επικοινωνία και στη μειωμένη ενδοσκόπηση ως προς τα συμπτώματα, τα κίνητρα και τα συναισθήματα. Επί παραδείγματι, σε ερώτηση πώς αισθάνεται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, ένα άτομο με αλεξιθυμία μπορεί να απαντήσει για τη συμπεριφορά του («Θέλω να χτυπήσω το τραπέζι») ή να απαντήσει αόριστα («Δεν νιώθω καλά») ή να νιώσει σύγχυση («Δεν ξέρω») ή να αναφέρει σωματικά συμπτώματα («Πονάει το στομάχι μου») (Lumley et al., 2007).

Έρευνες παρέχουν ενδείξεις ότι η αλεξιθυμία παρουσιάζει συσχέτιση με άτομα του ανδρικού φύλου, χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου (Lane, Sechrest & Riedel R, 1998; Salminen et al., 1999; Kokkonen et al., 2001; Mattila et al., 2006), μεγαλύτερων ηλικιών (Lane et al., 1998; Salminen et al., 1999; Mattila et al., 2006; Aino et al., 2006) και χαμηλού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου (Lane et al., 1998; Salminen et al., 1999; Kokkonen et al., 2001).

Η αλεξιθυμία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τα προβλήματα που επηρεάζονται από την αποδιοργανωμένη ρύθμιση του συναισθήματος, είτε αυτά είναι ψυχιατρικά, είτε ιατρικά (Taylor et al., 1997). Παράλληλα, εκτιμάται ότι είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες που δεν επηρεάζει μόνο την έναρξη, αλλά και την επιδείνωση και την πορεία των παραπάνω προβλημάτων (Lumley et al., 2007).

Ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν αυξημένα επίπεδα αλεξιθυμίας σε άτομα με ψυχοσωματικές ασθένειες (Taylor et al., 1997). Επιπρόσθετα, η αλεξιθυμία φαίνεται να παρουσιάζει θετική συσχέτιση με πλήθος άλλων διαταραχών, όπως την κατάθλιψη (Honkalampi, Hintikka & Tanskanen, 2000; Honkalampi et al., 2001; Mattila et al., 2006; Bamonti et al., 2010), το άγχος (Berthoz et al., 1999), τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (Zlotnick, Mattia & Zimmerman, 2001; Badura, 2003), τις σωματόμορφες διαταραχές (Waller & Scheidt, 2004), την παχυσαρκία (De Chouly De Lenclave, Florequin& Bailly (2001), τα λειτουργικά γαστρεντερικά συμπτώματα (Porcelli, Affatati & Bellomo, 2004) και το σχεδόν θανατηφόρο βρογχικό άσθμα (Serrano et al., 2006). Τέλος, δύο από τις υποκλίμακες της αλεξιθυμίας συνδέονται με την κατάθλιψη και το άγχος (Hendryx, Haviland & Shaw, 1991).

Σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα αν η αλεξιθυμία είναι ένας από τους παράγοντες για την υιοθέτηση παρορμητικών και καταναγκαστικών συμπεριφορών. Τα πορίσματα των μελετών παρουσιάζουν αυξημένους δείκτες αλεξιθυμίας σε άτομα με διαταραχές πρόσληψης τροφής (Pinaquy et al., 2003; Zonnevylle – Bender et al., 2004; Carano et al., 2006) και διαταραχές κατάχρησης ουσιών και αλκοόλ (Kauhanen, Julkunen & Salonen, 1992; Haviland et al., 1994; El Rasheed, 2001; Uzun, 2003).

«Η ανικανότητα να ρυθμίσουν τα συναισθήματά τους μέσω της γνωστικής επεξεργασίας θα μπορούσε να εξηγήσει την τάση των αλεξιθυμικών ατόμων να αποφορτίσουν την ένταση που δημιουργείται από δυσάρεστες συναισθηματικές καταστάσεις, μέσω παρορμητικών πράξεων (Keltikangas – Järvinen, 1982) ή καταναγκαστικών συμπεριφορών, όπως η υπερβολική κατανάλωση φαγητού, η κατάχρηση ουσιών, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά ή η ασιτία της νευρωσικής ανορεξίας…» (Taylor et al., 1997, σελ. 31). Επομένως, οι προαναφερόμενες συμπεριφορές θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητές υπό το πρίσμα της προσπάθειας των ατόμων για έλεγχο και ρύθμιση της αδιαφοροποίητης, βλαβερής και σωματικά διεγερμένης κατάστασης στην οποία βρίσκονται (Lumley et al., 2007).

Η αλεξιθυμία φαίνεται να εμποδίζει τις ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που εστιάζουν στην άμεση έκφραση των συναισθημάτων, στην ικανότητα για ενδοσκόπηση και στη σύναψη θεραπευτικής συμμαχίας. Αντίθετα, ερευνητικά δεδομένα φαίνεται να ενισχύουν την άποψη ότι η αλεξιθυμία δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα των θεραπευτικών παρεμβάσεων της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής θεραπείας σε κάποιες διαταραχές (Lumley et al., 2007).

Ως προς τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, αναφέρεται στους Lumley et al. (2007), αφενός η προσαρμογή της ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας, ώστε οι θεραπευτές να ονοματίζουν τα συναισθήματα των θεραπευόμενων, αντί να ρωτούν τους ίδιους (Taylor et al., 1997) και αφετέρου, ένα πρόγραμμα γνωσιακής – συμπεριφοριστικής θεραπείας, κατά το οποίο ο θεραπευόμενος μαθαίνει και ονοματίζει τα συναισθήματα, παρατηρεί τα συμπτώματα στον εαυτό του και τα συνδέει με τις ονομασίες των συναισθημάτων (Levant, 2001). Οι Lumley et al. (2007) υποθέτουν ότι οι πιο δομημένες θεραπευτικές προσεγγίσεις, σαν τη γνωσιακή – συμπεριφοριστική (με τεχνικές, όπως η χαλάρωση, η εκπαίδευση στις δεξιότητες επικοινωνίας, ο προγραμματισμός ευχάριστων δραστηριοτήτων) ενδέχεται να μην επηρεαστούν από την αλεξιθυμία. Αναφέρουν, ακόμη, ότι οι προσεγγίσεις που εστιάζουν στην εσωτερική εμπειρία ίσως καταλήξουν σε μεγαλύτερο βαθμό συναισθηματικής επίγνωσης. Όσον αφορά στις εξαρτητικές συμπεριφορές, η εξήγηση του ρόλου της ρύθμισης του συναισθήματος μπορεί να αποτελέσει την απαρχή για την εκμάθηση πιο προσαρμοστικών στρατηγικών για τη ρύθμισή του.

Ως προς τη μέτρησή της, το ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς Toronto Alexithymia Scale – TAS 20 των Bagby, Taylor & Parker (1992) αποτελεί το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο ψυχομετρικό μέσο (Brzenzinski, 1995; Lumley et al., 2007) και παρουσιάζει εγκυρότητα και αξιοπιστία (Parker, Taylor & Bagby, 2003; Parker et al. 1993; Bagby, Parker & Taylor, 1994). Μια διαφορετική απόδοση είναι το TAS – 26, στο οποίο όμως παρουσιάστηκαν προβλήματα. Ειδικότερα, δύο παράγοντες του ερωτηματολογίου (η δυσκολία αναγνώρισης και διαχωρισμού των συναισθημάτων από τις σωματικές αισθήσεις και η δυσκολία περιγραφής συναισθημάτων) παρουσίαζαν υψηλή συσχέτιση και περιείχαν πολλά ερωτήματα που διασταυρώνονταν μεταξύ τους. Επιπλέον, ο παράγοντας της ονειροπόλησης σχετιζόταν αρνητικά με τους παράγοντες της δυσκολίας αναγνώρισης συναισθημάτων και της εξωτερικά προσανατολισμένης σκέψης (Bagby et al., 1994).

Το TAS – 20 είναι σταθμισμένο και προσαρμοσμένο στον ελληνικό πληθυσμό από τους Αναγνωστοπούλου και Κιοσέογλου (2002). Αποτελείται από 20 ερωτήματα, το καθένα από τα οποία βασίζεται σε μια κλίμακα πέντε διαβαθμίσεων. Υπάρχουν 3 υποκλίμακες, η «δυσκολία αναγνώρισης συναισθημάτων», η «δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων» και ο «εξωτερικός προσανατολισμός». Παρουσιάζει καλή εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής και ικανοποιητική αξιοπιστία. Πιο συγκεκριμένα, για την κλίμακα «δυσκολία αναγνώρισης συναισθημάτων» ο Cronbach alpha είναι 0.78, για την κλίμακα «δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων» είναι 0.68 και την κλίμακα «εξωτερικός προσανατολισμός» 0.60 (Αναγνωστοπούλου & Κιοσέογλου, 2002).

Παθολογικός Τζόγος και Αλεξιθυμία

Σε αυτό το σημείο, θα παρατεθούν με χρονολογική σειρά οι έρευνες που αφορούν στη συσχέτιση μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας, κατά την ερευνητική προσπάθεια της συγγραφέως.

Η πρώτη έρευνα εκπονήθηκε από τους Lumley και Roby (1995), σε δείγμα 1.147 φοιτητών Πανεπιστημίου, εκ των οποίων οι 456 ήταν άνδρες και οι 691 γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας τα 19 έτη. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου ήταν το SOGS, ενώ για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας το TAS – 26, οι περιορισμοί του οποίου έχουν ήδη αναφερθεί. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι το 31% των παθολογικών παικτών παρουσίαζαν αλεξιθυμία, εν αντιθέσει με το 11% των μη – παθολογικών παικτών. Δύο υποκλίμακες της αλεξιθυμίας «δυσκολία αναγνώρισης συναισθημάτων» και «εξωτερικός προσανατολισμός» φάνηκαν να σχετίζονται με τον παθολογικό τζόγο. Η κατάθλιψη και η σωματική ασθένεια, οι δύο επιπρόσθετες μεταβλητές που μελετήθηκαν, δεν άλλαξαν τη σχέση μεταξύ αλεξιθυμίας και παθολογικού τζόγου και οι ερευνητές κατέληξαν σε ισχυρή συσχέτιση, προβάλλοντας την εξής ερμηνεία:

«Η αλεξιθυμία μπορεί να προδιαθέτει κάποιους περιστασιακούς παίκτες να παίζουν συχνά – ίσως και σε σημείο ‘εξάρτησης’ – προκειμένου να ρυθμίσουν τα αμήχανα και αδιαφοροποίητα συναισθήματά τους (Jacobs, 1988; Lesieur & Rosenthal, 1991). Ένα προϋπάρχον, εξωτερικά προσανατολισμένο γνωστικό στυλ μπορεί να παρακωλύει τις προσπάθειες του παίκτη να προσέχει και να ρυθμίζει προσαρμοστικά τις εσωτερικές καταστάσεις» (Lumley & Roby, 1995, σελ. 205). Μια επιπρόσθετη ερμηνεία αφορά στο ότι ο παθολογικός τζόγος ίσως προκαλεί ένα αλεξιθυμικό στυλ, καθώς το άτομο ωθείται να παίξει και όχι να στηριχτεί στις προσωπικές του διεργασίες, προκειμένου να επιλύσει τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα. Προτάθηκε η μελέτη χρόνιων, ηλικιακά μεγαλύτερων παθολογικών παικτών, όπως τα μέλη των ομάδων Ανώνυμων Τζογαδόρων, ενώ διατυπώθηκε η υπόθεση ότι μια θεραπεία εστιασμένη στην επίγνωση και ρύθμιση των αρνητικών συναισθημάτων ίσως αποβεί ωφέλιμη για τους αλεξιθυμικούς παθολογικούς παίκτες (Lumley & Roby, 1995).

Η έρευνα των Parker et al. (2005) σε δείγμα 562 φοιτητών (113 ανδρών και 449 γυναικών, με μέσο όρο ηλικίας τα 19,86 χρόνια), με τη χρήση του SOGS για τη μέτρηση του τζόγου και του TAS – 20 για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας, επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα των Lumley και Roby (1995). Στην ομάδα των παθολογικών παικτών παρουσιάστηκε το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων με αλεξιθυμία (22%), έναντι της ομάδας των μη – προβληματικών (11%). Εκτός από το συνολικό σκορ στο TAS – 20, οι παθολογικοί παίκτες σημείωσαν υψηλότερα ποσοστά στις υποκλίμακες «δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων» και «εξωτερικός προσανατολισμός». Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ερευνητικά δεδομένα των Parker et al. (2005), ο παθολογικός τζόγος έχει θετική συνάφεια με την αλεξιθυμία σε δείγμα φοιτητών, ακόμη και όταν η μεταβλητή της γενικής διάθεσης βρισκόταν υπό έλεγχο.

Στην έρευνα των Toneatto, Lecce & Bagby (2009), το δείγμα αποτελούνταν από 296 παίκτες που είχαν προέλθει από αγγελίες στην εφημερίδα της κοινότητας. Από αυτούς, οι 143 ήταν παθολογικοί παίκτες (με μέσο όρο ηλικίας τα 44 χρόνια), οι 112 προβληματικοί παίκτες (με μέσο όρο ηλικίας τα 42 χρόνια) και οι 41 μη – προβληματικοί παίκτες (με μέσο όρο ηλικίας τα 46 χρόνια). Για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας χρησιμοποιήθηκε το TAS – 20, ενώ για τον παθολογικό τζόγο τα 10 κριτήρια του DSM – IV. Αναλυτικότερα, ως παθολογικοί παίκτες ταξινομήθηκαν όσοι σημείωσαν σκορ 5 βαθμών και άνω, ως προβληματικοί παίκτες όσοι είχαν σκορ 1 έως 4 βαθμών και ως μη – προβληματικοί αυτοί με μηδενικό σκορ.

Τα αποτελέσματα των στατιστικών αναλύσεων έδειξαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά αλεξιθυμίας παρουσιάστηκαν στους παθολογικούς παίκτες και τα χαμηλότερα στους μη – προβληματικούς παίκτες, ακόμη και για τις υποκατηγορίες «δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων» και «δυσκολία περιγραφής των συναισθημάτων». Επιπλέον, το μεγαλύτερο ποσοστό των παθολογικών παικτών (77%) ταξινομήθηκε ως «περισσότερο αλεξιθυμικοί», ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους προβληματικούς παίκτες ήταν 55% και για τους μη – προβληματικούς 29%. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στους δείκτες της αλεξιθυμίας μετά τη σύγκριση συγκεκριμένων τύπων παιχνιδιών (αθλητικές κληρώσεις, χαρτιά, μπίνγκο, ιπποδρομίες, μηχανήματα και κληρώσεις). Μια από τις ερμηνείες που παρέχουν οι ερευνητές για τη συσχέτιση παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας είναι ότι η διαρκής ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια μπορεί να δημιουργήσει αποφυγή των αρνητικών συναισθημάτων, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο αλεξιθυμία.

Οι Mitrovic & Brown (2009) εξέτασαν την αλεξιθυμία σε 96 προβληματικούς παίκτες πόκερ, οι 78% εκ των οποίων ήταν άνδρες και με μέσο όρο ηλικίας τα 27 χρόνια. Χορηγήθηκαν το Canadian Problem Gambling Index για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου και το TAS – 20 για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας. Ο προβληματικός τζόγος σχετιζόταν μόνο με την υποκλίμακα «δυσκολία αναγνώρισης συναισθημάτων» και όχι με την αλεξιθυμία επί τω συνόλω.

Στην έρευνα των Bonnaire, Bungener & Varescon (2009) συμπεριλήφθηκαν άτομα που έπαιζαν διαφορετικά παιχνίδια. Ειδικότερα, η μια ομάδα περιλάμβανε 45 άνδρες και γυναίκες που έπαιζαν μηχανήματα (slot machines), η δεύτερη περιελάμβανε 97 άνδρες που έπαιζαν παιχνίδια, όπως σκρατς και κληρώσεις σε καφετέριες, η τρίτη 72 άνδρες που στοιχημάτιζαν στον ιππόδρομο και η τελευταία 31 άνδρες που έπαιζαν χαρτιά και ρουλέτα στο καζίνο. Το εύρος των ηλικιών κυμαινόταν από 18 έως 45 χρόνια. Για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας χρησιμοποιήθηκε το TAS – 20, ενώ για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου χρησιμοποιήθηκαν τα 10 κριτήρια του DSM – IV και το SOGS.

Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, η αλεξιθυμία ήταν πιο έντονη στους παίκτες που ασχολούνταν παθολογικά με τον ιππόδρομο, εν συγκρίσει με αυτούς που έπαιζαν μηχανήματα και καζίνο (67%, εν συσχετίσει με το 44% και 34%, αντιστοίχως). Για τους παίκτες που ασχολούνταν παθολογικά με τον ιππόδρομο, βρέθηκε θετική συνάφεια μεταξύ της άρσης των αναστολών και της «δυσκολίας για αναγνώριση συναισθημάτων» (r = 0.36, P = .02), όπως και μεταξύ αλεξιθυμίας και κατάθλιψης (r = .35, P = .03), χωρίς όμως η πρώτη να επηρεάζεται από τη δεύτερη. Για τους παίκτες που ασχολούνταν παθολογικά με τα μηχανήματα, παρατηρήθηκε θετική συνάφεια μεταξύ των αποτελεσμάτων της κατάθλιψης και της «δυσκολίας για αναγνώριση συναισθημάτων» (r = .35, P = .03). Οι ερευνητές διερωτώνται αφενός εάν η αλεξιθυμία επηρεάζεται από την κατάθλιψη και αφετέρου εάν ένας παράγοντας που επιδρά στη συντήρηση της κατάθλιψης είναι η μικρή ικανότητα για διαφοροποίηση των συναισθημάτων (Goldston, Gara & Woolfolk, 1992). Πρότειναν διαχρονικές έρευνες για την εξέταση της τελευταίας υπόθεσης.

Οι ίδιοι ερευνητές εκπόνησαν μια παρόμοια έρευνα το 2013, με 186 Γάλλους παίκτες (μέσος όρος ηλικίας τα 35,6 χρόνια), που ασχολούνταν με τρία διαφορετικά είδη παιχνιδιών (ιππόδρομος, μηχανήματα και καζίνο), χρησιμοποιώντας τα ίδια ψυχομετρικά εργαλεία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αλεξιθυμία, τόσο στη συνολική της εικόνα, όσο και στην υποκατηγορία «δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων», ήταν υψηλότερη σε δύο ομάδες παθολογικών παικτών (αυτούς που ασχολούνταν με τον ιππόδρομο και τα μηχανήματα), σε σχέση με την ομάδα των μη – παθολογικών παικτών. Αυτά τα αποτελέσματα παρέμειναν σταθερά μετά τον έλεγχο της κατάθλιψης από τους ερευνητές, μόνο στην ομάδα των παθολογικών παικτών του ιπποδρόμου. Ο δείκτης της αλεξιθυμίας μεταξύ των παθολογικών παικτών ήταν σε αντιστοιχία με αυτόν στην έρευνα των Toneatto et al. (2009), αλλά μεγαλύτερος από αυτόν στις έρευνες των Lumley and Roby (1995) και των Parker et al. (2005). Ένας από τους λόγους αυτής της διαφοράς ενδέχεται να είναι το γεγονός ότι η αλεξιθυμία απαντάται περισσότερο στους ενήλικες παθολογικούς παίκτες από ότι στους φοιτητές. Ταυτόχρονα, το είδος του παιχνιδιού φαίνεται να επιδρά στην αλεξιθυμία, οδηγώντας στην υπόθεση ότι δεν είναι ένα χαρακτηριστικό ή ένας παράγοντας κινδύνου για όλους τους παθολογικούς παίκτες (Bonnaire et al., 2013).

Οι Aïte et al. (2014) είχαν ως στόχο να ερευνήσουν αν η αλεξιθυμία επηρεάζει σημαντικά την ανεπάρκεια των παθολογικών παικτών στη λήψη αποφάσεων. Το δείγμα ήταν μικρό και αποτελούνταν από παίκτες που στοιχημάτιζαν σε αγώνες στο καζίνο. Ανάλογα με τα αποτελέσματά τους στο SOGS και το TAS – 20, εντάχθηκαν σε τρεις ομάδες παθολογικών παικτών (6 αλεξιθυμικοί, 8 πιθανά αλεξιθυμικοί και 6 μη – αλεξιθυμικοί), ενώ η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από 8 άτομα. Σε όλα τα άτομα χορηγήθηκε προσαρμοσμένο το Iowa Gambling Task. Οι παθολογικοί παίκτες που εμφάνισαν αλεξιθυμία επέλεγαν να ενεργήσουν στις δοκιμασίες του τεστ με μικρότερο για τους ίδιους πλεονέκτημα, δείχνοντας έτσι ότι η σοβαρότητα της αλεξιθυμίας σχετιζόταν με τη σοβαρότητα της αδυναμίας λήψης αποφάσεων, ακόμη και όταν οι επιδράσεις της κατάθλιψης και του άγχους είχαν ελεγχθεί από τους ερευνητές. Οι τελευταίοι θεωρούν ότι η αλεξιθυμία θα μπορούσε να είναι ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, που λανθάνει κάτω από την ανεπάρκεια των παθολογικών παικτών για λήψη αποφάσεων.

Τέλος, οι Cosenza et al. (2014) χρησιμοποίησαν την ιταλική έκδοση του South Oaks Gambling Screen Revised for Adolescents (SOGS-RA) για τη μέτρηση του παθολογικού τζόγου, το GRCS για τη μέτρηση των γνωσιακών διαστρεβλώσεων για τον τζόγο και το TAS – 20 για τη μέτρηση της αλεξιθυμίας σε 546 εφήβους. Το δείγμα περιελάμβανε 273 αγόρια και 273 κορίτσια, ηλικίας μεταξύ 17 και 19 ετών (με μέσο όρο ηλικίας τα 18,1 χρόνια) σε 8 σχολεία της Νότιας Ιταλίας. Η ανάλυση των ερευνητικών δεδομένων κατέδειξε ότι οι προβληματικοί παίκτες είχαν υψηλότερες τιμές στη συνολική εικόνα της αλεξιθυμίας (μέσος όρος αποτελεσμάτων αλεξιθυμίας 58,70 για τους προβληματικούς παίκτες, 57,44 για τους παίκτες σε ρίσκο και 54,05 για τους μη – προβληματικούς). Οι τιμές στις υποκατηγορίες «δυσκολία στην αναγνώριση των συναισθημάτων» και «δυσκολία στην περιγραφή των συναισθημάτων» ήταν υψηλότερες μεταξύ των προβληματικών παικτών, αν και μεταξύ όλων των υποκατηγοριών του TAS – 20, μόνο η πρώτη διατηρήθηκε στο μοντέλο.

Επιπρόσθετα, οι καλύτεροι προγνωστικοί δείκτες για την εμπλοκή στον τζόγο ήταν το φύλο, η υποκατηγορία «αδυναμία να αναγνωρίσω τα συναισθήματά μου», καθώς και οι δύο υποκλίμακες («ανικανότητα να σταματήσω να παίζω» και «ερμηνευτική προκατάληψη») του GRCS. Οι Cosenza et al. (2014) τόνισαν:

«Από την στιγμή που οι γνωστικές διαστρεβλώσεις και οι ανεπαρκείς ικανότητες για ρύθμιση του συναισθήματος είναι σημαντικοί παράγοντες ευαλωτότητας στην ανάπτυξη του προβληματικού τζόγου και άλλων εξαρτητικών προβλημάτων, ίσως αυτός ο συνδυασμός συντελεί στο να ευνοείται ο κύκλος του διαταραγμένου τζόγου σε όψιμους εφήβους και νέους ενήλικες. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης αποσαφήνισαν ότι στη σχέση μεταξύ αλεξιθυμίας και σοβαρότητας του τζόγου μεσολαβούν οι σχετικές με τον τζόγο γνωσίες. Φαίνεται ότι ανάμεσα στους εφήβους που δείχνουν μειωμένη δυνατότητα να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους, αυτοί που δεν μπορούν να σταματήσουν να παίζουν και να ερμηνεύσουν σωστά τα αποτελέσματα από τον τζόγο, είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν παθολογικό τζόγο» (σελ. 659).

Συζήτηση

Εξετάζοντας τη διεθνή βιβλιογραφία με κριτική ματιά, η πλειοψηφία των ερευνών φαίνεται να δείχνει ότι τα άτομα με παθολογική ενασχόληση με τον τζόγο παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης αλεξιθυμίας. Επίσης, είτε η συνολική εικόνα της αλεξιθυμίας σχετίζεται με τον παθολογικό τζόγο είτε όχι, η υποκατηγορία «δυσκολία στην αναγνώριση των συναισθημάτων» φαίνεται να εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στο δείγμα των παθολογικών παικτών. Τα ευρήματα των Bonnaire et al. (2013) υποστήριξαν ότι το είδος του παιχνιδιού του παθολογικού παίκτη φαίνεται να επιδρά στην εμφάνιση της αλεξιθυμίας, αν και κάτι τέτοιο δεν επαληθεύτηκε από τους Toneatto et al. (2009). Οι πρώτοι ερευνητές οδηγήθηκαν στην υπόθεση ότι η αλεξιθυμία δεν αποτελεί ένα χαρακτηριστικό για όλους τους παθολογικούς παίκτες. Μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να εξετάσουν περαιτέρω τη συσχέτιση της αλεξιθυμίας με τον παθολογικό τζόγο ως προς τη γενική του μορφή, αλλά και ως προς συγκεκριμένα είδη παιχνιδιών.

Ποιοι παράγοντες προτείνονται, λοιπόν, για την εξήγηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας;

Οι Jacobs (1988) και Lesieur & Rosenthal (1991) πρεσβεύουν ότι ο παθολογικός τζόγος ενδέχεται να προσφέρει διέξοδο από την ψυχολογική σύγκρουση και ενόχληση που αισθάνονται οι παθολογικοί παίκτες όταν δεν παίζουν. Σε συνάφεια με την άποψη αυτή, οι Lumley και Roby (1995) υποστηρίζουν ότι η αλεξιθυμία δρα ως προδιαθεσικός παράγοντας για τον παθολογικό τζόγο, καθώς μέσω αυτού το άτομο προσπαθεί να ρυθμίσει τα αδιαφοροποίητα συναισθήματά του. Η ίδια υπόθεση έχει διατυπωθεί και για άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές (Taylor et al., 1997; Lumley et al., 2007). Ακόμη, ένα εξωτερικά προσανατολισμένο γνωστικό στυλ του ατόμου ενδέχεται να καθίσταται εμπόδιο στην προσπάθεια για αυτορρύθμιση της κατάστασής του (Lumley & Roby, 1995).

Μια διαφορετική πρόταση συνίσταται στην υπόθεση ότι ο παθολογικός τζόγος ίσως δημιουργεί ένα αλεξιθυμικό στυλ, καθώς το άτομο ωθείται να εμπλακεί με τον τζόγο για την επίλυση των προβλημάτων του και όχι να χρησιμοποιήσει τις προσωπικές του διεργασίες (Lumley & Roby, 1995). Αυτή η υπόθεση βρίσκεται σε σχετική αντιστοιχία με αυτή των Toneatto et al. (2009), σύμφωνα με τους οποίους η παθολογική ενασχόληση του ατόμου με τον τζόγο ενδέχεται να δημιουργεί αποφυγή των αρνητικών συναισθημάτων του και με αυτόν τον τρόπο να προκαλεί αλεξιθυμία.

Αξίζει να προστεθεί εδώ ότι οι μελέτες εξετάζουν διαφορετικές μεταβλητές ως προς τη συσχέτιση του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας, προσεγγίζοντας το ζήτημα από διαφορετική οπτική γωνία και παρέχοντας πιο εμπλουτισμένα ερευνητικά δεδομένα. Οι Cosenza et al. (2014) διατυπώνουν την άποψη ότι η εμφάνιση του παθολογικού τζόγου ευνοείται περισσότερο από τον συγκερασμό των γνωστικών διαστρεβλώσεων ως προς τον τζόγο («δεν μπορώ να σταματήσω να παίζω» και «δεν μπορώ να ερμηνεύσω σωστά την έκβαση των αποτελεσμάτων από το παιχνίδι») και της δυσκολίας για αναγνώριση του συναισθήματος. Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα των Aïte et al. (2014), η αλεξιθυμία των παθολογικών παικτών συσχετίστηκε με την ανεπάρκειά τους στη λήψη αποφάσεων. Στην έρευνα των Bonnaire et al. (2009), τέλος, η υποκατηγορία «δυσκολία για αναγνώριση συναισθημάτων» παρουσίασε θετική συσχέτιση με την άρση των αναστολών για τους παίκτες που ασχολούνται παθολογικά με τον ιππόδρομο, αλλά και με την κατάθλιψη για τους παίκτες που ασχολούνται παθολογικά με τα μηχανήματα.

Πέρα, λοιπόν, από τις υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί για το είδος της σύνδεσης του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας, κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση περαιτέρω μελετών, προκειμένου η επιστημονική κοινότητα να καταλήξει σε πιο ασφαλή συμπεράσματα. Η έρευνα των Cosenza et al. (2014) ίσως να αποτελέσει έναυσμα για επιπρόσθετα δεδομένα, καθώς οι γνωσίες σχετικά με τον τζόγο φάνηκε να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο και να συσχετίζονται με αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά σε παθολογικούς παίκτες. Βάση για περαιτέρω μελέτη θα μπορούσε να αποτελέσει και η συσχέτιση της αλεξιθυμίας με την ικανότητα λήψης αποφάσεων σε παθολογικούς παίκτες, γεγονός που θα παρείχε στους μελετητές χρήσιμα ερευνητικά δεδομένα. Τέλος, έρευνες σε παθολογικούς παίκτες με αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά, ίσως διευκρινίσει το είδος της συσχέτισης της αλεξιθυμίας με την άρση των αναστολών, καθώς και με την κατάθλιψη.

Ένας επιπρόσθετος παράγοντας προς συζήτηση στην παρούσα ανασκόπηση είναι τα χαρακτηριστικά των δειγμάτων. Σε κάποιες μελέτες, το δείγμα αποτελούνταν από φοιτητές (Lumley & Roby, 1995; Parker et al., 2005), σε άλλες από ενήλικες που παίζουν τζόγο (Toneatto et al., 2009; Mitrovic & Brown, 2009; Bonnaire et al., 2009 & 2013; Aïte et al., 2014), ενώ στην τελευταία (Cosenza et al., 2014) αποτελούνταν από εφήβους. Αναδύονται, λοιπόν, τα ερωτήματα μήπως η εμφάνιση της αλεξιθυμίας είναι πιο συχνή στους ενήλικες παθολογικούς παίκτες από ότι στους φοιτητές (Bonnaire et al., 2013), αλλά και μήπως τα χαρακτηριστικά των χρόνιων, παθολογικών παικτών διαφέρουν από αυτά των νέων ενηλίκων.

Η πλειοψηφία των ερευνών καταδεικνύει τη θετική συνάφεια μεταξύ ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και αλεξιθυμίας (Lane et al., 1998; Salminen et al., 1999; Mattila et al., 2006; Aino et al., 2006). Επομένως, η σύγκριση των ερευνητικών αποτελεσμάτων θα μπορούσε να τεθεί στη βάση των διαφορετικών ηλικιακών ομάδων. Θα ήταν σκόπιμο, κατά τη δειγματοληπτική διαδικασία, να ληφθούν υπόψη ενήλικες με παθολογική ενασχόληση με τον τζόγο, τα αποτελέσματα από τους οποίους θα εξεταστούν διαφορετικά από αυτά των εφήβων ή των νέων ενηλίκων. Η άποψη αυτή συνάδει, κατά μια έννοια, με την πρόταση των Lumley και Roby (1995), για έρευνα σε μέλη των ομάδων Ανώνυμων Τζογαδόρων.

Αναμφισβήτητα, ένα σημαντικό φαινόμενο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής αποτελεί η εντονότερη ενασχόληση των εφήβων και των νέων ενηλίκων με τον τζόγο, καθώς τα αποτελέσματα των στατιστικών αναλύσεων δείχνουν αυξημένα τα ποσοστά της προβληματικής ενασχόλησής τους με τα τυχερά παιχνίδια (Griffiths, 2009; Wardle et al., 2010). Μια μελέτη με δείγμα αποτελούμενο από άτομα αυτής της ηλικιακής ομάδας θα παρείχε πληθώρα πληροφοριών τόσο για τα χαρακτηριστικά του παθολογικού τζόγου των εφήβων, όσο και της συνάφειας με την αλεξιθυμία.

Συζητώντας ορισμένους προβληματισμούς που αναδύθηκαν κατά τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, τίθεται το ερώτημα μήπως το TAS – 26, το ψυχομετρικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα των Lumley και Roby (1995) και έχει παρουσιάσει προβλήματα, επηρέασε με κάποιον τρόπο τα αποτελέσματα της έρευνας. Επιπρόσθετα, στις μελέτες των Mitrovic & Brown (2009), Aïte et al. (2014) και Bonnaire et al. (2013) είχε χρησιμοποιηθεί μικρό δείγμα. Ως εκ τούτου, η εκπόνηση μελλοντικών ερευνών με μεγαλύτερο δείγμα θα μπορούσε να προσδώσει πλουσιότερα αποτελέσματα ως προς το υπό μελέτη θέμα. Επιπλέον, καθεμία από τις έρευνες είχε διεξαχθεί σε διαφορετική χώρα και, κατά συνέπεια, είχε χρησιμοποιήσει δείγμα με διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Γεννάται, επομένως, ο προβληματισμός αν η συσχέτιση μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας απαντάται με την ίδια συχνότητα και με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικές κουλτούρες που έχουν διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο ή διαφορετική κοινωνική αντιμετώπιση του τζόγου ή αν υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη σύγκριση και τη γενίκευση των αποτελεσμάτων σε διαφορετικούς πληθυσμούς.

Η διεξαγωγή περαιτέρω μελετών στον ελληνικό πληθυσμό κρίνεται απαραίτητη, καθώς τα ερευνητικά αποτελέσματα ενδέχεται να παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες για τα επιμέρους χαρακτηριστικά των παθολογικών παικτών στην Ελλάδα. Η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη τόσο στην πρόληψη των ομάδων υψηλού κινδύνου – των ατόμων ευεπίφορων στον τζόγο – όσο και στη θεραπευτική αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου.

Η διεθνής βιβλιογραφία φαίνεται να έχει δώσει περισσότερη έμφαση στη συσχέτιση της αλεξιθυμίας με τον παθολογικό τζόγο, παρά στην επίδρασή της και αντιμετώπισή της στη θεραπευτική διαδικασία. Επομένως, διερωτάται κανείς για το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί για το είδος της αλληλεπίδρασης και την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας, καθώς και για τις πιο βοηθητικές τεχνικές. Αρκετές είναι οι θεραπευτικές προσεγγίσεις που προτείνονται και είναι διαθέσιμες για την αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου (Fong, 2005), όμως, τίθεται το ερώτημα ποια από αυτές αποδεικνύεται περισσότερο κατάλληλη για τους παθολογικούς παίκτες με αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά.

Ανταποκρινόμενοι σε αυτά τα ερωτήματα, οι Lumley & Roby (1995) πρότειναν ότι μια θεραπευτική προσέγγιση εστιασμένη στην αναγνώριση και ρύθμιση των αρνητικών συναισθημάτων ίσως να αποδεικνυόταν ωφέλιμη για τους παθολογικούς παίκτες με αλεξιθυμία. Μελετητές έχουν προτείνει μια σειρά από τεχνικές. Σε αυτές συγκαταλέγονται η χαλάρωση, η εκπαίδευση στις δεξιότητες επικοινωνίας, ο προγραμματισμός ευχάριστων δραστηριοτήτων, η εστίαση στις εσωτερικές εμπειρίες (Lumley et al., 2007), η παροχή βοήθειας από την πλευρά των θεραπευτών στην ονομασία των συναισθημάτων των θεραπευομένων (Taylor et al., 1997), η εκμάθηση της αναγνώρισης των συναισθημάτων (Levant, 2001) και η εξήγηση του ρόλου του συναισθήματος στις εξαρτητικές συμπεριφορές (Lumley et al., 2007).

Παρόλα αυτά, τα ερευνητικά δεδομένα δεν ευνοούν μια συγκεκριμένη και εμπειρικά τεκμηριωμένη θεραπευτική πρόταση. Είναι γεγονός ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ανασταλτικός ρόλος της αλεξιθυμίας στην ικανότητα του θεραπευόμενου για ενδοσκόπηση (Lumley et al., 2007). Ένα ερευνητικό πρωτόκολλο που θα περιλάμβανε τη μέτρηση των αλεξιθυμικών χαρακτηριστικών πριν την έναρξη της θεραπευτικής διαδικασίας για τον παθολογικό τζόγο και μετά το πέρας αυτής, θα παρείχε στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης θεραπευτικής προσέγγισης, τόσο στον παθολογικό τζόγο, όσο και στην αλεξιθυμία. Προβαίνοντας, τέλος, σε μια θεραπευτική πρόταση, όλες οι προαναφερθείσες τεχνικές που ως στόχο έχουν την καλύτερη επίγνωση της συναισθηματικής κατάστασης εκ μέρους του θεραπευόμενου, θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην εκάστοτε θεραπευτική προσέγγιση που ακολουθείται για την αντιμετώπιση του παθολογικού τζόγου (ψυχοδυναμική, γνωσιακή – συμπεριφοριστική, οικογενειακή κ.ά.). Πάρα ταύτα, αυτές δεν είναι παρά μόνο υποθέσεις, οι οποίες χρήζουν περαιτέρω θεωρητικής και ερευνητικής εξέτασης.

Εν κατακλείδι, η θετική συσχέτιση μεταξύ παθολογικού τζόγου και αλεξιθυμίας φαίνεται να υποστηρίζεται από τις περισσότερες έρευνες. Ωστόσο, φαίνεται να απουσιάζει μια άρτια θεωρητική προσέγγιση τόσο για την αλληλεπίδραση, όσο και την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου. Η συλλογή περισσότερων ερευνητικών δεδομένων θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της αλληλεξάρτησης των παραγόντων που δρουν για την εμφάνιση του παθολογικού τζόγου, γενικότερα. Επομένως, περαιτέρω μελέτη της συσχέτισης του παθολογικού τζόγου και της αλεξιθυμίας στον ελληνικό χώρο, σε παθολογικούς παίκτες κατά την έναρξη και μετά το τέλος της θεραπευτικής διαδικασίας, αλλά και σε συνάφεια με επιπρόσθετες κλινικές μεταβλητές, κρίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Με αυτόν τον τρόπο, θεραπευτικά προγράμματα και θεραπευτές θα μπορέσουν να προβούν σε μια βαθύτερη κατανόηση του ατόμου και των συμπτωμάτων του, σχεδιάζοντας εξατομικευμένες, περισσότερο κατάλληλες και πιο αποτελεσματικές μεθόδους για την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.

(2) Ψυχολόγος, MSc Συμβουλευτική Ψυχολογία , Διεύθυνση Επικοινωνίας: Πυθαγόρα 26 – 28, Χολαργός, Τ. Κ. 155 62, Τηλέφωνο: 6973 990180 και 211 4051883, e-mail: evebassio@hotmail.com

 

Βιβλιογραφία

Αναγνωστοπούλου, Τ. & Κιοσέογλου, Γ. (2002) The Toronto Alexithymia Scale – TAS 20 [στην ελληνική γλώσσα] In: Α. Σταλίκας, Σ. Τριλίβα & Π. Ρούσση (Editors). Ψυχομετρικά Εργαλεία στην Ελλάδα, σελ. 100 – 101. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Abbott, M.W. & Volberg R.A. (1999) Gambling and problem gambling in the community: An international overview and critique. Report number one of the New Zealand Gaming Survey. Wellington: Department of Internal Affairs.

Aino, K.M., Jouko, K.S., Tapio, N., Matti, J. (2006) Age is strongly associated with alexithymia in the general population. Journal of Psychosomatic Research, 61, pp. 629–635.

Aïte, A., Barrault, S., Cassotti, M., Borst, G., Bonnaire, C., Houdé, O., Varescon, I., Moutier, S. (2014) The impact of alexithymia on pathological gamblers’ decision making: a preliminary study of gamblers recruited in “sportsbook” casinos. Cognitive and Behavioral Neurology, June, 27 (2), pp. 59-67.

American Psychiatric Association (1994) Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (4th edition). Washington, DC: American Psychiatric Association.

American Psychiatric Association (2013) Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th edition). Washington, DC: American Psychiatric Association.

American Psychiatric Association (2013) Highlights of Changes from DSM – IV – TR to DSM 5. Washington, DC: American Psychiatric Association.

Badura, A.S. (2003) Theoretical and empirical exploration of the similarities between emotional numbing in posttraumatic stress disorder and alexithymia. Journal of Anxiety Disorders, 17, pp. 349–360.

Bagby, M., Taylor, G. & Parker, J. (1992) The revised Toronto Alexithymia Scale: Some reliability, validity and normative data. Psychotherapy and Psychosomatics, 57, pp. 34 – 41.

Bagby, R.M., Parker, J.D.A. & Taylor, G.J. (1994) The twenty-item Toronto Alexithymia Scale. 1. Item selection and crossvalidation of the factor structure. Journal of Psychosomatic Research, 38, pp. 23-32.

Bamonti, P.M., Marnin, B.S., Heisel, J., Topciu, R.A., Franus, N., Talbot, N.L., Duberstein, P.R. (2010) Association of alexithymia and depression symptom severity in adults 50 years of age and older. American Journal of Geriatric Psychiatry, January, 18 (1), pp. 51–56.

Berthoz, S., Consoli, S., Perez-Diaz, F., Jouvent, R. (1999) Alexithymia and anxiety: compounded relationships? A psychometric study. European Psychiatry, 14, pp. 372 – 378.

Blaszczynski, A. (2003) Τζόγος: Ξεπερνώντας το πάθος για τα τυχερά παιχνίδια: Ένας οδηγός αυτοβοήθειας. (Ν. Βουλαλάς, Μετάφραση). (Τίτλος πρωτοτύπου: Overcoming Compulsive Gambling. Έτος πρωτότυπης έκδοσης: 1998). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Bonnaire, C., Bungener, C. & Varescon, I. (2009) Subtypes of French pathological gamblers: Comparison of sensation seeking, alexithymia and depression scores. Journal of Gambling Studies, 25 (4), pp. 455 – 471.

Bonnaire C., Bungener C. & Varescon I. (2013) Alexithymia and gambling: A risk factor for all gamblers? Journal of Gambling Studies, 29, pp. 83 – 96.

Brzenzinski, R. (1995) Two decades of the concept of alexithymia. Psychiatric Pol., Jul – Aug, 29 (4), pp. 443 – 454.

Carano, A., De Berardis, D., Gambi, F., Di Paolo, C., Campanella, D., Pelusi, L. (2006) Alexithymia and body image in adult outpatients with binge eating disorder. International Journal of Eating Disorders, 39, pp. 332 – 340.

Cosenza, M., Baldassarre, I., Matarazzo, O., Nigro, G. (2014) Youth at stake: Alexithymia, cognitive distortions and problem gambling in late adolescents. Cognitive Computation, 6(1), pp. 652 – 660.

De Chouly De Lenclave, M.B., Florequin, C. & Bailly, D. (2001) Obesity, alexithymia, psychopathology and binge eating: A comparative study of 40 obese patients and 32 controls. Encephale, 27 (4), pp. 343 – 350.

El Rasheed, A.H. (2001) Alexithymia in Egyptian substance abusers. Substance Abuse, 22, pp. 11 – 21.

Fong, Τ.W. (2005) The biopsychosocial consequences of pathological gambling. Psychiatry (Edgmont), 2 (3), pp. 22 – 30.

George, S. & Murali, V. (2005) Pathological gambling: An overview of assessment and treatment. Advances in Psychiatric Treatment, 11, pp. 450 – 456.

Goldston, R.B., Gara, M.A. & Woolfolk, R.L. (1992) Emotion differentiation. A correlate of symptom severity in major depression. Journal of Nervous and Mental Disorders, 180, pp. 712–714.

Griffiths, M.D. (2009) Problem gambling in Europe: An overview.

Report prepared for Apex Communications. Nottingham: Nottingham Trent University

Griffiths, M.D. (2010) Problem gambling in Europe: What do we know? Casino and Gaming International, 6 (2), pp. 81-84.

Griffiths, M.D. (2014) Problem gambling in Great Britain: A brief review.

Report prepared for Association of British Bookmakers. Nottingham: Nottingham Trent University

Haviland, M.G., Hendryx, M.S., Shaw, D.G., Henry, J.P. (1994): Alexithymia in women and men hospitalized for psychoactive substance dependence. Comprehensive Psychiatry, 35 (2), pp. 124 – 128.

Hendryx, M.S., Haviland, M.G. & Shaw, D.G. (1991) Dimensions of alexithymia and their relationships to anxiety and depression. Journal of Personality Assessment, 56 (2), pp. 227 – 237.

Honkalampi, K., Hintikka, J. & Tanskanen, A. (2000) Depression is strongly associated with alexithymia in the general population. Journal of Psychosomatic Research, 48, pp. 99 – 104.

Honkalampi, K., Hintikka, J., Laukkanen, E., Lehtonen, J., Viinamaki, H. (2001) Alexithymia and depression: A prospective study of patients with major depressive disorder. Psychosomatics, 42, pp. 229–234.

Jacobs, D.F. (1988) Evidence for a common dissociative – like reaction among addicts. Journal of Gambling Behaviour, 4, pp. 27 – 37.

Kauhanen, J., Julkunen, J. & Salonen, J.T. (1992) Coping with inner feelings and stress: Heavy alcohol use in the context of alexithymia. Behavioral Medicine, 18, pp. 121–126.

Keltikangas – Järvinen, L. (1982) Alexithymia in violent offenders. Journal of Personality Assessment, 46, pp. 462-467.

Kokkonen P., Karvonen J., Veijola J., Laksy K., Jokelainen J., Jarvelin M., Joukamaa M. (2001). Prevalence and sociodemographic correlates of alexithymia in a population sample of young adults. Comprehensive Psychiatry, 42 (6), pp. 471 – 476.

Lane R.D., Sechrest L., Riedel R. (1998). Sociodemographic correlates of alexithymia. Comprehensive Psychiatry, November – December, 39 (6), pp. 377 – 385.

Lesieur, H.R. & Blume, S.B. (1987) The South Oaks Gambling Screen (SOGS): A new instrument for the identification of pathological gamblers. American Journal of Psychiatry, 144, pp. 1184–1188.

Lesieur, H.R. & Rosenthal, R.J. (1991) Pathological gambling: A review of the literature. Journal of Gambling Studies, 7, pp. 5 – 39.

Levant, R.F. (2001) Desperately seeking language: Understanding, assessing and treating normative male alexithymia. In: G.R. Brooks, G.E. Good (Eds.). The new handbook of psychotherapy and counseling with men: A comprehensive guide to settings, problems and treatment approaches, pp. 424 – 443. San Francisco: Jossey-Bass/Pfeiffer.

Lumley, M.A. & Roby, K.J. (1995) Alexithymia and pathological gambling. Psychotherapy and Psychosomatics, 63 (3-4), pp. 201 – 206.

Lumley, M.A., Neely, L.C., Burger, A.J. (2007) The assessment of alexithymia in medical settings: implications for understanding and treating health problems. Journal of Personality Assessment, December 89 (3), pp. 230 – 246.

Mattila, A.K., Salminen, J.K., Nummi, T., Joukamaa, M. (2006) Age is strongly associated with alexithymia in the general population. Journal of Psychosomatic Research, November 61 (5), pp. 629 – 635.

Mitrovic, D.V. & Brown, J. (2009) Poker mania and problem gambling: A study of distorted cognition, motivation and alexithymia. Journal of Gambling Studies, 25, pp. 489 – 502.

Parker, J.D.A, Bagby, R.M., Taylor, G.K., Endler, N.S., Schmitz, P. (1993) Factorial validity of the 20-item Toronto Alexithymia Scale. European Journal of Personality, 7, pp. 221-232.

Parker, J.D.A, Taylor, G.K. & Bagby, R.M. (2003) The 20-Item Toronto Alexithymia Scale III. Reliability and factorial validity in a community population. Journal of Psychosomatic Research, 55, pp. 269-275.

Parker, J.D., Wood, L.M., Bond, B.J., Shaughnessy, P. (2005) Alexithymia in young adulthood: A risk factor for pathological gambling. Psychotherapy and Psychosomatics, 74 (1), pp. 51 – 55.

Pinaquy, S., Chabrol, H., Simon, C., Louvet, J.P., Barbe, P. (2003) Emotional eating, alexithymia, and binge-eating disorder in obese women. Obesity Research, 11, pp. 195–201.

Porcelli, P., Affatati, V., Bellomo, A. (2004) Alexithymia and psychopathology in patients with psychiatric and functional gastrointestinal disorder. Psychotherapy and Psychosomatics, 73, pp. 84–91.

Salminen, J.K., Saarijärvi, S., Aärelä, E., Toikka, T., Kauhanen, J. (1999) Prevalence of alexithymia and its association with sociodemographic variables in the general population of Finland. Journal of Psychosomatic Research, January, 46 (1), pp. 75 – 82

Serrano, J., Plaza, V., Sureda, B., de Pablo, J., Picado, C., Bardagí, S., Lamela, J., Sanchis, J. (2006) Alexithymia: A relevant psychological variable in near – fatal asthma. European Respiratory Journal, August, 28 (2), pp. 296 – 302.

Sifneos, P.E. (1967) Clinical observations on some patients suffering from a variety of psychosomatic diseases. Acta Medicina Psychosomatica, 7, pp. 1–10.

Stinchfield, R. (2002) Reliability, validity, and classification accuracy of the South Oaks Gambling Screen (SOGS). Addictive Behaviors, 27, pp. 1–19.

Stinchfield, R. (2003) Reliability, validity, and classification accuracy of a measure of DSM-IV diagnostic criteria for pathological gambling. American Journal of Psychiatry, 160, pp. 180–182.

Taylor, G.J., Bagby, R.M. & Parker, J.D.A. (1991) The alexithymia construct: A potential paradigm for psychosomatic medicine. Psychosomatics, 32, pp. 153 – 164.

Taylor, G.J., Bagby, R.M. & Parker, J.D.A. (1997) Disorders of affect regulation: Alexithymia in medical and psychiatric illness. Cambridge: Cambridge University Press.

Toneatto, T., Lecce, J. & Bagby, M. (2009) Alexithymia and pathological gambling. Journal of Addictive Diseases, July 28 (3), pp. 193 – 198.

Uzun, O. (2003) Alexithymia in male alcoholics: Study in a Turkish sample. Comprehensive Psychiatry, 44, pp. 349 – 352.

Waller, E. & Scheidt, C.E. (2004) Somatoform disorders as disorders of affect regulation: A study comparing the TAS-20 with non-self-report measures of alexithymia. Journal of Psychosomatic Research, 57 (3), pp. 239 – 247.

Wardle, H., Moody, A., Spence, S., Orford, J., Volberg, R., Jotangia, D., Griffiths, M., Hussey, D., Dobbie, F. (2010) The British gambling prevalence survey. UK: National Centre for Social Research

Zlotnick, C., Mattia, J.I., Zimmerman, M. (2001) The relationship between posttraumatic stress disorder, childhood trauma and alexithymia in an outpatient sample. Journal of Traumatic Stress, 14, pp. 177–188.

Zonnevylle – Bender, M.J.S., van Goozen, S.H.M., Cohen-Kettenis, P.T., van Elburg, A., de Wildt, M., Stevelmans, E. (2004) Emotional functioning in anorexia nervosa patients: Adolescents compared to adults. Depression and Anxiety, 19, pp. 35 – 42.

 

Print Friendly, PDF & Email