Οι εμπειρίες των φυλακισμένων μελών στην αυτόνομη θεραπευτική κοινότητα ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και στη θεραπευτική κοινότητα ημερήσιας φροντίδας ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

Ναταλία Ζαχαρτζή1 & Ρέμος Αρμάος2

(1) MSc, Κοινωνική Λειτουργός, Επιστημονική Υπεύθυνη Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων & Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας ΣΕΙΡΙΟΣ, Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου ISSUP GREECE, Στοιχεία επικοινωνίας Email: n.zachartzi@gmail.com

(2) MSc, PhD, Υπεύθυνος Εκπαίδευσης Στελεχών ΚΕΘΕΑ, Εκπαιδευτικός Ερευνητής Αξιολογητής

Περίληψη

Σκοπός: Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η αποτύπωση των εμπειριών των μελών των Θεραπευτικών Κοινοτήτων σχετικά με το βίωμα της κοινότητας μέσα στο πλαίσιο της φυλακής, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τις αλλαγές που βίωσαν τόσο στη γενική φυλακή όσο και κατά την ένταξή τους στη θεραπεία, προκειμένου να διερευνηθεί ο ρόλος, η σημασία και οι διαφορές των δυο πλαισίων -του κλειστού προγράμματος και του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας- για τη θεραπεία τους.

Σχεδιασμός: Ημιδομημένες συνεντεύξεις αξιοποιήθηκαν ενώ για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η ερμηνευτική φαινομενολογική προσέγγιση (Interpretive phenomenological, IPA).

Συμμετέχοντες: 35 μέλη των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ που λειτουργούν στις δικαστικές φυλακές Διαβατών και Κορυδαλλού αντίστοιχα συμμετείχαν στην έρευνα πεδίου.

Ευρήματα: Τα ευρήματα που προέκυψαν κατά την ανάλυση των δεδομένων δείχνουν βιωμένες αλλαγές στις στάσεις, αντιλήψεις, συμπεριφορές της χρήσης αλλά και της παραβατικής συμπεριφοράς των συμμετεχόντων. Διαπιστώνεται η χρησιμότητα των θεραπευτικών κοινοτήτων τόσο ως μέσο θεραπείας της εξάρτησης όσο και ως μέσο μείωσης ή/και εξάλειψης του κινδύνου της ποινικής υποτροπής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η κλειστή 24ωρη Θεραπευτική Κοινότητα έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και συνεπώς χρησιμότητα έναντι του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας για τους συμμετέχοντες.

Λέξεις κλειδιά: φυλακές, Θεραπευτικές Κοινότητες, εξαρτημένοι χρήστες, εμπειρίες, κίνητρο, αλλαγή

 

Εισαγωγή

Το θέμα που πραγματεύεται η συγκεκριμένη μελέτη αφορά στις εμπειρίες των μελών των Θεραπευτικών Κοινοτήτων ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ που εδρεύουν στις φυλακές Διαβατών και Κορυδαλλού αντίστοιχα. Στόχος είναι η αποτύπωση των εμπειριών των μελών, σχετικά με το πώς τα ίδια βιώνουν την κοινότητα μέσα στο πλαίσιο της φυλακής, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν τόσο στη γενική φυλακή όσο και κατά την ένταξη τους στη θεραπεία, τα κίνητρα τους για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα και τις αλλαγές που έχει επιφέρει η συμμετοχή τους σε αυτό. Παράλληλα διερευνώνται οι πιθανές διαφορές μεταξύ του κλειστού προγράμματος και του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας αναφορικά με την αποτελεσματικότητά τους, πάντα με γνώμονα τα βιώματα των μελών τους.

Το Νομικό και Ποινικό Σύστημα για τις Εξαρτήσεις

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, η αντιμετώπιση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών ως ποινικό αδίκημα διαφέρει από χώρα σε χώρα. Ειδικότερα, η χρήση δεν ποινικοποιείται σε 20 από τις χώρες της ΕΕ ενώ στις υπόλοιπες 7 παραμένει ποινικό αδίκημα (EMCDDA, 2019)3. Σε 24 χώρες παρέχονται εναλλακτικές των ποινών για τους εξαρτημένους χρήστες που διαπράττουν αδικήματα σχετιζόμενα με τα ναρκωτικά ή που διευκολύνουν την πρόσβασή τους σε αυτά, ενώ σε 3 χώρες δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα. Εντός φυλακών οι χώρες της ΕΕ προσφέρουν προγράμματα θεραπείας για τα ναρκωτικά. Τέλος, Ειδικά Δικαστήρια που εκδικάζουν αποκλειστικά υποθέσεις ναρκωτικών (Drug Treatment Courts) λειτουργούν στο Ην. Βασίλειο, την Ιρλανδία, τη Μάλτα, το Βέλγιο, τη Σουηδία, η Σλοβακία έχει ξεκινήσει τη διαδικασία για τη λειτουργία τους, ενώ η Δανία και η Ιταλία λειτουργούν ένα σύστημα δικαστικής επιτήρησης.

Στην Ελλάδα, ισχύει ο Νόμος 4139 (2013) περί εξαρτησιογόνων ουσιών. Στόχος του συγκεκριμένου νόμου είναι ο συντονισμός των υπηρεσιών πρόληψης και θεραπείας των εξαρτημένων δραστών και η μείωση των ποσοστών της υποτροπής στην παραβατικότητα, μέσω συνεχούς στήριξης του εξαρτημένου από τη θεραπεία έως την κοινωνική του επανένταξη.

Η χρήση δεν αντιμετωπίζεται ως αξιόποινη πράξη για τον εξαρτημένο χρήστη, ενώ τιμωρείται ως πταίσμα, με ποινή φυλάκισης έως 5 μήνες, η προμήθεια, κατοχή και καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούν την αποκλειστική χρήση του δράστη4 με την προϋπόθεση ότι δε θα διαπράξει παρόμοιο έγκλημα για τα επόμενα 5 χρόνια από τη σύλληψη του, ενώ παραμένει λευκό το ποινικό του μητρώο. Καθιερώνεται επίσης το δικαίωμα στη θεραπεία και προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων απεξάρτησης από το δικαστήριο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις5.

Για να επιβληθούν οι εναλλακτικές των ποινών, πρέπει να συντρέχουν προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα το δικαστήριο να έχει διάγνωση της εξάρτησης του δράστη για την οποία συνεκτιμά την ιατρική πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα που δίνονται από πιστοποιημένους φορείς συμβουλευτικών και θεραπευτικών προγραμμάτων (ΚΕΘΕΑ, ΨΝΑ, ΨΝΘ), προγραμμάτων χορήγησης υποκαταστάτων (ΟΚΑΝΑ), πιστοποιητικά περίθαλψης για παθήσεις σχετιζόμενες με τις εξαρτήσεις, ψυχολογικά ή κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο προερχόμενα από κοινωνικές υπηρεσίες και οργανισμούς και ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν τη χρήση ναρκωτικών για μεγάλες χρονικές περιόδους. Η βαρύτητα που δίνει ο νέος νόμος στη διάγνωση της εξάρτησης σχετίζεται τόσο με τη μείωση της ευθύνης, όσο και με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη του εξαρτημένου όπως ορίζεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Ευεργετικά μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν, στους εξαρτημένους χρήστες, όχι μόνο για εγκλήματα που σχετίζονται με τον νόμο για τα ναρκωτικά αλλά και για εγκλήματα που θεωρείται ότι τελέστηκαν με σκοπό τη διευκόλυνση ή εύρεση πόρων (κυρίως κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας) για την ικανοποίηση της έξης.

Οι έννομες συνέπειες της συμμετοχής σε θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης εκτός καταστημάτων κράτησης συνοψίζονται στην αναβολή και αποχή άσκησης ποινικής δίωξης, στην αναστολή εντάλματος σύλληψης και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ενώ προβλέπεται και η αναστολή της χρηματικής ποινής που έχει επιβληθεί.

Ο Νόμος 4139 (2013) προάγει τη θεραπεία ως «ανταλλαγή» της ποινής ακόμα και στις περιπτώσεις που ο εξαρτημένος δράστης ήδη εκτίει την ποινή του. Η διάταξη αυτή αφορά καταδικασθέντες για πράξεις του νόμου περί ναρκωτικών αλλά και εξαρτημένους δράστες για εγκλήματα που φέρεται ότι τελέστηκαν για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών. Εξαίρεση αποτελούν τα εγκλήματα που περιγράφονται στο άρθρο 23 του νόμου για τα ναρκωτικά και όσους έχουν διαπράξει εγκλήματα που απειλούν τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την στέρηση προσωπικής ελευθερίας, καθώς και τα εγκλήματα της εμπορίας, της αρπαγής ανηλίκων, του βιασμού και της ληστείας κατά την οποία προκλήθηκε θάνατος.

Στα Ελληνικά καταστήματα κράτησης λειτουργούν δύο θεραπευτικές κοινότητες, μια κλειστή στην οποία οι θεραπευόμενοι κρατούμενοι διαμένουν όλο το 24ωρο και μια ημερήσιας φροντίδας. Επίσης προσφέρονται προγράμματα κινητοποίησης, συμβουλευτικής, μείωσης της βλάβης, πρόληψης θανάτου από χρήση, στεγνά προγράμματα και προγράμματα υποκαταστάτων.

 

Χρήση και εξάρτηση στη φυλακή

Μελέτες δείχνουν ότι η χρήση ναρκωτικών είναι πιο διαδεδομένη στον πληθυσμό της φυλακής από ό,τι στο γενικό πληθυσμό (EMCDDA, 2012; Kinner, 2018; Doyle et al., 2019). Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν στον πληθυσμό των φυλακών το 2010 στην ΕΕ οι φυλακισμένοι αποτελούν το 0,13% του συνολικού πληθυσμού, ενώ το 18,5%6 εξ αυτών έχουν καταδικαστεί για αδικήματα που αφορούν το νόμο περί ναρκωτικών (EMCDDA, 2014). Η αναλογία ανά χώρα διαφέρει με τον πληθυσμό των καταδικασθέντων για αδικήματα περί ναρκωτικών να φτάνει το 50% στην Ελλάδα ενώ στην Ουγγαρία ανέρχεται στο 5% (EMCDDA, 2014).

Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι κρατούμενοι, στην πλειονότητά τους, έχουν χρησιμοποιήσει ναρκωτικά κάποια στιγμή στη ζωή τους, ενώ πολλοί είναι εκείνοι που έχουν χρόνια και προβληματική εμπλοκή με τη χρήση (EMCDDA, 2014, Kinner, 2018, Doyle et al., 2019). Κατά την είσοδό τους στη φυλακή οι περισσότεροι κρατούμενοι περιορίζουν ή σταματούν τη χρήση ή κάνουν χρήση άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών. Από αυτούς που αναφέρουν ότι κάνουν χρήση μέσα στη φυλακή, πολλοί είναι αυτοί που περνούν σε πιο επιβλαβείς μεθόδους λήψης ναρκωτικών ουσιών ενώ αρκετοί αναφέρουν ότι ξεκίνησαν τη χρήση μέσα στη φυλακή (EMCDDA, 2014).

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, οι δημόσιες δαπάνες από το 2000 έως το 2010 στις χώρες της ΕΕ για τα άτομα που διέπραξαν αδικήματα που σχετίζονται με το νόμο περί ναρκωτικών και φυλακίστηκαν κυμάνθηκε, σε αναλογία με το ΑΕΠ7, μεταξύ 3,7 και 5,9 δισ. ευρώ (EMCDDA, 2014). Στην Ελλάδα, έρευνα του ΚΕΘΕΑ το 2011 αναφορικά με το
κόστος-όφελος της θεραπείας δείχνει ότι για κάθε €1 που διατίθεται στη θεραπεία εξοικονομούνται από €4,6 έως και €6,5 ανάλογα με το είδος του προγράμματος, διαμονής ή εξωτερικής παρακολούθησης. Τα οικονομικά αυτά οφέλη προκύπτουν από τη μείωση του κόστους των υπηρεσιών υγείας, της δίωξης, της απονομής ποινικής δικαιοσύνης, του σωφρονισμού καθώς και άλλων εξόδων που προέρχονται από την παραμονή του ατόμου στη χρήση και ταυτόχρονα από τις προοπτικές αποχής από τη χρήση και την παραβατικότητα αλλά και την ένταξή του στην αγορά εργασίας (ΚΕΘΕΑ, 2011).

 

Η οργάνωση των θεραπευτικών προγραμμάτων μέσα στη φυλακή:
Η περίπτωση του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

Η Θεραπευτική Κοινότητα ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ βρίσκεται στους χώρους του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης. Βασικός στόχος της κοινότητας είναι η αξιοποίηση του χρόνου κράτησης των εγκλείστων, για την αποθεραπεία τους, και τη συνέχιση της θεραπείας, μετά την αποφυλάκισή τους, σε δομή του ΚΕΘΕΑ εκτός σωφρονιστικού πλαισίου όπως είναι ένα κέντρο υποδοχής και επανένταξης. Το μέλος που τελεί υπό θεραπεία οφείλει να είναι ένα ενεργό και δραστήριο μέλος της κοινότητας με υποχρεώσεις και ευθύνες και όχι ένας απλός αποδέκτης θεραπείας. Η κοινότητα αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται μέσα από την εξέλιξη των μελών της. Η ομάδα αποτελεί το βασικό θεραπευτικό εργαλείο που βοηθά αυτή την εξέλιξη μέσω της αλλαγής αντιλήψεων και συμπεριφορών των ατόμων που την απαρτίζουν. Τα άτομα χωρίζονται σε δύο ομάδες, της Α’ φάσης που απαρτίζεται από αυτούς που είναι λιγότερο χρόνο στην κοινότητα και της Β’ φάσης που είναι αυτοί με τη μεγαλύτερη εμπειρία αλλά και τη μεγαλύτερη ευθύνη. Οι ομάδες αλληλοσυνδέονται και έτσι διασφαλίζεται η συνοχή της κοινότητας.

Κάθε ομάδα συναντιέται σε εβδομαδιαία βάση στις «ομάδες θεμάτων» όπου συζητούνται τα θέματα που απασχολούν ή προβληματίζουν τα μέλη. Οι θεματικές αυτές αποτελούν τους βασικούς θεραπευτικούς στόχους και είναι μέρη μιας κυκλικής πορείας του ατόμου στην κοινότητα καθώς το ίδιο θέμα μπορεί το άτομο να το επαναπροσεγγίσει όταν αποκτήσει καλύτερη γνώση του εαυτού του και βαθύτερη αντίληψη ως προς το εν λόγω θέμα. Οι στόχοι αυτοί μαζί με τους άξονες προσωπικής εξέλιξης συνεπικουρούν στην αξιολόγηση της εξέλιξης του μέλους μέσα στην κοινότητα και σε αυτή βασίζεται το μέλος όταν αιτείται την εισαγωγή του στην ομάδα της Β’ φάσης. Λοιπά θεραπευτικά εργαλεία είναι η πρωινή κοινότητα, το Family, οι ομάδες αντιπαράθεσης και ο μαραθώνιος. Η πρωινή κοινότητα συμβάλει στη σύνδεση των μελών και την ενημέρωση του θεραπευτή για την κατάσταση της κοινότητας. Το Family είναι η προσπάθεια σύνδεσης της κοινότητας σε ένα πιο χαλαρό πλαίσιο με, ή χωρίς, την παρουσία καλεσμένων εκτός θεραπευτικού πλαισίου. Η ομάδα αντιπαράθεσης έχει ως στόχο τη συναισθηματική έκθεση των μελών, την απόκτηση αυτογνωσίας και τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων των μελών μέσω της διαδικασίας καθώς και την πρόληψη αρνητικών συμπεριφορών που μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία της κοινότητας. Τέλος, ο μαραθώνιος είναι ένα σύνολο θεραπευτικών ασκήσεων που διαρκούν από 1 έως και 3 μέρες και στόχος είναι μια πιο εντατική θεραπεία για όλα τα μέλη της κοινότητας.

Η θεραπευτική κοινότητα ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ λειτουργεί με κοινό στόχο και κοινή φιλοσοφία ως προς τους θεραπευτικούς σκοπούς και τα θεραπευτικά εργαλεία ωστόσο διαφοροποιείται σε πολλούς τομείς λειτουργίας από το ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ. Το ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ λειτουργεί στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού από το 2008 σε έναν ειδικά παραχωρημένο χώρο. Είναι πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας και λειτουργεί καθημερινά εκτός Σαββατοκύριακου από τις 9 το πρωί ως τις 5 το απόγευμα. Πριν και μετά το ωράριο λειτουργίας τα μέλη της κοινότητας βρίσκονται στην Ε’ ακτίνα της γενικής φυλακής.

Υποψήφιος για ένταξη στη θεραπευτική κοινότητα θεωρείται ο έγκλειστος, του οποίου η εξάρτησή του από ουσίες πιστοποιείται είτε από πραγματογνωμοσύνη, είτε από τα λεγόμενα του ίδιου τα οποία αξιολογούνται βάσει του κριτηρίου DSM και δίνεται η βεβαίωση από τον επιστημονικά υπεύθυνο της μονάδας. Επίσης θα πρέπει να μη χρήζει άμεσης ψυχιατρικής νοσηλείας ενώ η αποδοχή του γίνεται ανεξαρτήτως του εγκλήματος που έχει διαπράξει ακόμα κι αν είναι υπόδικος. Λειτουργούν σχετικές ομάδες με μικρές διαφοροποιήσεις ως προς τη λειτουργία των ομάδων στο ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ.

 

Μεθοδολογία

Σκοπός της έρευνας και ερευνητικά ερωτήματα

Η έρευνα έχει ως στόχο την όσο το δυνατό απρόσκοπτη αποτύπωση των εμπειριών των μελών των ΘΚ αναφορικά με το πώς βιώνουν την κοινότητα μέσα στο πλαίσιο της φυλακής, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν τόσο στη γενική φυλακή, όσο και κατά την ένταξή τους στη θεραπεία, καθώς και τις αλλαγές που έχουν βιώσει και τα κίνητρα συμμετοχής τους. Επίσης διερευνώνται οι πιθανές διαφορές μεταξύ του κλειστού προγράμματος και του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας πάντα με γνώμονα τα βιώματα των μελών τους.

Συμμετέχοντες

Στην έρευνα συμμετείχαν 35 ενήλικες που εκτίουν την ποινή τους στα καταστήματα κράτησης των Διαβατών και του Κορυδαλλού και παρακολουθούν τα προγράμματα θεραπείας του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ αντίστοιχα. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν άνδρες, ηλικίας από 23 έως και 56 ετών (μ.ό.= 35,1 έτη). Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν Ελληνικής καταγωγής (22) ενώ τα υπόλοιπα άτομα ήταν αλλοδαποί, κυρίως από Ανατολικές χώρες. Η μέση ηλικία έναρξης της χρήσης στους συμμετέχοντες είναι τα 15,08 έτη ενώ η κύρια ουσία έναρξης της χρήσης είναι τα χασίς (21 άτομα) ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες δήλωσαν άλλες ουσίες έναρξης της χρήσης όπως όπιο, ηρωίνη, χάπια, κοκαΐνη, συνταγογραφούμενα φάρμακα και εισπνεόμενα. Η πλειονότητα ήταν άγαμοι (21), 13 παντρεμένοι, διαζευγμένοι ή χήροι με 1 έως και 3 παιδιά. Ο εγκλεισμός τους οφείλεται στη διάπραξη εγκλημάτων με κύρια τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ενώ περιλαμβάνονται και τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας, κλοπής, ληστείας, κατοχής για προσωπική χρήση, οπλοκατοχής – οπλοχρησίας, εμπορίας ναρκωτικών, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, καλλιέργειας και αρπαγής. Τέλος, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, η πλειονότητα (Ν=10) έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, 3 άτομα 0-5 χρόνια, 6 άτομα 6-10 χρόνια, 8 άτομα 11-15 χρόνια, 4 άτομα 16-20 χρόνια, 1 άτομο 21-25 χρόνια και 3 άτομα είναι προσωρινά κρατούμενοι. Η επιλογή του πληθυσμού μελέτης έγινε με δειγματοληψία κριτηρίου, με κριτήριο τη συμμετοχή των κρατούμενων σε πρόγραμμα θεραπείας του ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ.

Μέθοδος συλλογής δεδομένων

Για την εκπόνηση της παρούσας έρευνας επιλέχθηκε η ποιοτική έρευνα, καθώς στόχος ήταν η διείσδυση στην εμπειρία των μελών που βιώνουν τη θεραπεία μέσα στα καταστήματα κράτησης και η κατανόηση και ερμηνεία των εμπειριών και πεποιθήσεων τους. Ακολουθώντας τα πρότυπα των μελετών που πραγματοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας και της κοινωνιολογικής έρευνας χρησιμοποιήθηκε η ημιδομημένη συνέντευξη. Ο λόγος που επιλέχθηκε η εν λόγω μέθοδος είναι γιατί δίνει τη δυνατότητα στο συνεντευξιαζόμενο να εκφραστεί ελεύθερα, ανοιχτά και με το δικό του τρόπο, σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει ως επί το πλείστον τη συμπαραγωγή νοήματος μεταξύ συνεντευξιαζόμενου και συνεντευκτή έτσι ώστε να υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής και ανάλυσης του νοήματος θέτοντας τον ερευνητή σε θέση «ερευνητικού εργαλείου» ο οποίος μετέχει ενεργά στην παραγωγή της γνώσης (Τσιώλης, 2014).

Ο οδηγός θεμάτων της ημιδομημένης συνέντευξης βασίστηκε στην έρευνα των Nylander et al. (2015) όπου περιγράφονται και αναλύονται οι εμπειρίες των φυλακισμένων που συμμετέχουν σε πρόγραμμα θεραπείας σε φυλακές των Σκανδιναβικών χωρών. Στην έρευνά τους εξετάζουν πώς οι φυλακισμένοι βιώνουν τη θεραπεία, τον έλεγχο και τις ποινές σε συσχέτιση με 3 διαφορετικά θέματα: το κίνητρο για θεραπεία, τη σχέση με το προσωπικό, τον έλεγχο και τις ποινές. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 12 διαφορετικές φυλακές, 3 σε κάθε χώρα, περιλάμβανε τη συλλογή 91 ερωτηματολογίων και παρατήρηση διάρκειας 6 μηνών. Και εκεί τα δύο προγράμματα θεραπείας περιλαμβάνουν κλειστή κοινότητα και πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι φυλακισμένοι έχουν ποικίλα κίνητρα για να συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα όπως την αποχή από τα ναρκωτικά και το έγκλημα, την αποκατάσταση των σχέσεων με την οικογένειά και τους φίλους τους, να λύσουν προβλήματα υγείας και να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους στη φυλακή. Οι φυλακισμένοι επίσης έδειξαν ότι η ένταξη στη θεραπεία τους υπέδειξε νέους τρόπους ζωής. Επιπλέον, στην παρούσα έρευνα εξετάστηκε σε μεγάλο βαθμό η αλλαγή στάσης ζωής και νοοτροπίας ως αποτέλεσμα της θεραπείας.

Οι συνεντεύξεις της παρούσας έρευνας ήταν 35, ενώ δεν ήταν εφικτή η παρατήρηση των συμμετεχόντων για μεγάλο χρονικό διάστημα όπως συνέβη στην έρευνα των Nylander et al. (2015). Η παρούσα έρευνα διενεργείται για πρώτη φορά στην Ελλάδα με σκοπό να διαπιστωθεί όχι μόνο το είδος της θεραπευτικής κοινότητας που είναι πιο χρήσιμο για τον εξαρτημένο χρήστη αλλά και για να δούμε εάν οι εμπειρίες των κρατουμένων στο αντίστοιχο περιβάλλον τεσσάρων Σκανδιναβικών χωρών συμπίπτουν ή είναι παρόμοιες με αυτές του αντίστοιχου πληθυσμού στην Ελλάδα.

Ο οδηγός θεμάτων αποτελείται από 12 ερωτήσεις ημιδομημένης συνέντευξης, με μη κατευθυντικό χαρακτήρα. Οι ερωτήσεις εξετάζουν το λόγο εγκλεισμού και την επιβληθείσα ποινή, την ηλικία και τους λόγους έναρξης της χρήσης, τη σχέση με τις ουσίες μέσα στα πλαίσια της φυλακής, την πρώτη επαφή με το θεραπευτικό πρόγραμμα, το κίνητρο συμμετοχής στη θεραπεία, τις αλλαγές από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα, τις κυριότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα και στο πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας και τους στόχους τους για το μέλλον.

Διαδικασία

Η έρευνα και ο οδηγός συνεντεύξεων εγκρίθηκε προηγουμένως από το ΚΕΘΕΑ. Στο ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ αποδέχτηκαν να συμμετέχουν 22 άτομα και στο ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ 13 άτομα. Και στις δύο δομές οργανώθηκε μια συνάντηση γνωριμίας, ώστε οι συμμετέχοντες να ενημερωθούν για το σκοπό της έρευνας και να γνωρίσουν και την ερευνήτρια. Η συμμετοχή στην έρευνα ήταν καθαρά εθελοντική και οι συμμετέχοντες δεν είχαν κανενός είδους ανταμοιβή.

Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν σε ασφαλές περιβάλλον και διασφαλίστηκε στο έπακρο η ανωνυμία του συνεντευξιαζόμενου και το απόρρητο. Σε κάθε συμμετέχοντα δόθηκε το έντυπο συναίνεσης και εξηγήθηκαν εκ νέου οι σκοποί της έρευνας και η διαδικασία καταγραφής μετά το πέρας των συνεντεύξεων. Η κάθε συνέντευξη διήρκησε κατά μέσο όρο 90’. Οι συνεντεύξεις ολοκληρώθηκαν σε διάρκεια δυο εβδομάδων στο ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ και σε διάρκεια μιας εβδομάδας στο ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ.

Μέθοδος ανάλυσης

Για την ανάλυση των δεδομένων επιλέχθηκε η ερμηνευτική φαινομενολογική θεωρία (Interpretive phenomenological theory ή IPA). Θεωρήθηκε κατάλληλη μέθοδος καθώς, είναι προσανατολισμένη στο συνεντευξιαζόμενο και ασχολείται περισσότερο με την «ανθρώπινη εμπειρία» και θέτει την εμπειρία ως κατανοητή μέσω της εξέτασης των εννοιών που νοηματοδοτούνται από τους ανθρώπους. Η ερευνητική αυτή μέθοδος αποσκοπεί στη μετάφραση και τη διερεύνηση του προσωπικού νοήματος των λεγόμενων του συνεντευξιαζόμενου το οποίο αναλύεται από τον συνεντευκτή (Smith et al., 2009 cited in Alase, 2017). Το έργο του ερευνητή είναι να κατανοήσει τον κόσμο των συμμετεχόντων. Ο στόχος της IPA είναι ο διάλογος και η κατανόηση των λεγομένων των συμμετεχόντων και αυτό απαιτεί ένα ήθος σεβασμού της φωνής, των ενεργειών και των κειμένων των ατόμων που μελετήθηκαν (Given, 2008).

Ανάλυση συνεντεύξεων

Για την ανάλυση επιλέχθηκε η ποιοτική ανάλυση περιεχομένου καθώς θεωρήθηκε η κατάλληλη μέθοδος βάση της θεωρητικής θέσης που υιοθετήθηκε, των ερευνητικών ερωτημάτων αλλά και το είδος του υλικού που παράχθηκε από τις συνεντεύξεις (Τσιώλης, 2014). Ακολούθησε κωδικοποίηση των συνεντεύξεων, όπου αναγνωρίστηκαν, οργανώθηκαν και συστηματοποιήθηκαν οι έννοιες και οι κατηγορίες που αποκαλύφθηκαν στα δεδομένα

 

Πίνακας 1 – Κωδικοποίηση Συνεντεύξεων

Υπερθεματική Θεματικές
Χρήση στη φυλακή και επαφή με θεραπευτικά προγράμματα  Χρήση στη φυλακή

Επαφή με άλλα προγράμματα εντός και εκτός φυλακής

Επαφή με τα προγράμματα του ΚΕΘΕΑ εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων

Πιθανή κατάσταση χωρίς το πρόγραμμα θεραπείας

Κίνητρα και στόχοι για το μέλλον Κίνητρο για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα

Μετατόπιση κινήτρου

Επιρροές για τη διατήρηση του κινήτρου

Στόχοι και κίνητρα για το μέλλον

Αλλαγή Αντίσταση στην αλλαγή

Δυσκολίες αλλαγής συμπεριφορών απόρροια της χρήσης

Αλλαγή στάσεων, αντιλήψεων και νοοτροπίας

Βιωμένες δυσκολίες των μελών των ΘΚ Δυσκολίες κλειστού προγράμματος

Δυσκολίες προγράμματος ημερήσιας φροντίδας

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Χρήση στη φυλακή

Ένα από τα στοιχεία που τονίστηκε ιδιαίτερα στις συνεντεύξεις των μελών των προγραμμάτων ήταν η χαρακτηριστική ευκολία πρόσβασης σε ναρκωτικές ουσίες μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματα. Όπως αναφέρεται η πρόσβαση είναι πιο εύκολη από ότι έξω και η τιμή πιο χαμηλή σε σχέση με την αγορά εκτός φυλακής. Απαραίτητη προϋπόθεση φαίνεται να αποτελεί η καλή σχέση του κρατούμενου με τους συγκρατούμενους και με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ώστε να χαίρει απολαβές που «διευκολύνουν» τον εγκλεισμό. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που τονίζεται ιδιαίτερα είναι η επιδείνωση του βαθμού παραβατικότητας ως απόρροια του εγκλεισμού.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η χρήση δεν αφορά αποκλειστικά τα δύο καταστήματα κράτησης που αναφέρονται στην παρούσα έρευνα, αλλά την πλειονότητα των καταστημάτων κράτησης που βρίσκονται στον Ελλαδικό χώρο, καθώς οι συμμετέχοντες έχουν κρατηθεί σε διάφορα καταστήματα κράτησης.

Σ11: «Χρήση μέσα έκανα κανονικά. Η φυλακή δεν κάνει καλό σε κανένα. Μπαίνεις μέσα και βγαίνεις μετά από 3 μήνες επαγγελματίας και πολύ πιο χαλασμένος από ότι ήσουν. Έπινα τα πάντα. Ήμουν δικτυωμένος παντού. Τηλέφωνα, ναρκωτικά και τα είχα και καλά με τους υπαλλήλους. Έτσι τελικά είχα και τζάμπα πρόσβαση στα ναρκωτικά».

Σε αρκετές περιπτώσεις η έναρξη της χρήσης οπιούχων ξεκίνησε μέσα στο κατάστημα κράτησης ή φαίνεται να εντάθηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω του φόβου και της ανάγκης για επιβίωση.

Σ8: «Πρέζα ήπια πρώτη φορά στη φυλακή. Είναι δύσκολη η φυλακή. Έπρεπε κάπως να μη νοιώθω και να μη δείχνω αδύναμος».

Ορισμένοι από τους συμμετέχοντες έχουν χρόνια εμπλοκή με το νόμο και έχουν εκτίσει ποινές και σε φυλακές ανηλίκων. Εκεί η εικόνα φαίνεται να είναι διαφορετική καθώς τονίζεται αρκετά η απουσία πρόσβασης σε οπιούχα με αποτέλεσμα την αναγκαστική διακοπή της χρήσης που έκαναν εκτός. Η μοναδική πρόσβαση που παρατηρείται είναι σε ινδική κάνναβη αλλά από σπάνια έως καθόλου.

Σ18: «Στα ανήλικα έκανα μόνο χασίς γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο. Και αυτό σπάνια. Ήταν κάτι σαν Χριστουγεννιάτικο δώρο ας πούμε».

Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρήση εντός φυλακών αποτέλεσαν ένα σημαντικό κομμάτι των συνεντεύξεων των συμμετεχόντων και το συμπεριέλαβαν κατά την αφήγηση της πορείας ζωής τους μέχρι και την ένταξή τους στο θεραπευτικό πρόγραμμα.

Επαφή με άλλα προγράμματα εντός και εκτός φυλακής

Καθώς όλοι οι συμμετέχοντες είναι χρόνιοι χρήστες με μ.ό. ηλικίας έναρξης της χρήσης τα 15 έτη, έχουν έρθει σε επαφή και με άλλα προγράμματα απεξάρτησης. Το κυρίαρχο πρόγραμμα, το οποίο οι ίδιοι έκριναν ως αναποτελεσματικό είναι το πρόγραμμα υποκαταστάτων του ΟΚΑΝΑ καθώς απλά υποκατέστησε τη χρήση και δεν δουλεύτηκαν οι συμπεριφορές και οι αντιλήψεις που οδηγούν κάποιον στην εξάρτηση και κατά συνέπεια στη θεραπεία. Κάποιοι από αυτούς διέκοψαν για μικρό χρονικό διάστημα έως από 6 έως 8 μήνες και υποτροπίασαν.

Σ17: «Βγαίνω το 2013 και πάω ΟΚΑΝΑ. Παίρνω την πιο υψηλή δόση 16mg Subotex. Έγινα κρατικός πρεζάκιας. Με αυτό για 6 μήνες δεν έπινα τίποτα. Μόνο φάρμακα για να μη φαίνονται στα ούρα. Μετά το 6μηνο άρχισα τα take home και έγραφα φάρμακα σε τρεις γιατρούς και έτρωγα φουλ. Το έχασα».

Άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες που χρησιμοποιήθηκαν εντός των καταστημάτων κράτησης ήταν και αυτή του Ψυχιάτρου, με στόχο τη συνταγογράφηση φαρμάκων και τη συντήρηση της εξάρτησης.

Σ8: «Έπαιρνα φάρμακα μέσα στη φυλακή με συνταγή γιατρού. Πήγα εκεί χωρίς να έχω καμία ψυχιατρική πάθηση. Για συντήρηση της εξάρτησης τα έπαιρνα».

Άλλα προγράμματα που αναφέρονται είναι το 18Ανω και οι Ναρκομανείς Ανώνυμοι.

Επαφή με τα προγράμματα του ΚΕΘΕΑ εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων

Η πρώτη επαφή των συμμετεχόντων με τα Προγράμματα ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ και ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ στη συντριπτική της πλειοψηφία έγινε μετά από ενημέρωση που είχαν από τους συγκρατούμενούς τους. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα λεγόμενά τους φαίνεται ότι τα προγράμματα είναι ευρέως γνωστά στον πληθυσμό που κρατείται χωρίς όμως να υπάρχει ενδελεχής ενημέρωση για τη διαδικασία ένταξης ή τη φιλοσοφία τους. Σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας γενικής ενημέρωσης για τη διευκόλυνση της παραμονής τους ή και μιας καλύτερης έκβασης των δικαστικών τους εκκρεμοτήτων και σε κάποιες άλλες ουσιαστική βοήθεια λόγω διαφορετικής στάσης των ιδίων αναφορικά με τη χρήση.

Σ14: «Ήρθα σε επαφή από άλλους φυλακισμένους. Μου είπαν πήγαινε στο πρόγραμμα για να πάρεις το 1/6 και να βγεις».

Η μειοψηφία των συμμετεχόντων ήξερε το πρόγραμμα γιατί κάποιος από τους οικείους τους παρακολουθούσε πρόγραμμα οικογένειας ή είχαν στην οικογένεια συγγενικό πρόσωπο που παρακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης.

Σ31: «Ο πατέρας μου είχε ξεκινήσει να πηγαίνει στο πρόγραμμα οικογένειας έξω. Ήρθε και μου είπε να μπω στο πρόγραμμα».

Πιθανή κατάσταση χωρίς το πρόγραμμα θεραπείας

Πολύ ισχυρή ήταν η περιγραφή των συμμετεχόντων αναφορικά με το ποια θεωρούν ότι θα ήταν η κατάσταση της ζωής τους χωρίς το πρόγραμμα θεραπείας που παρακολουθούν. Φαίνεται όλοι να εκτιμούν τη δουλειά που κάνουν μέσα στις ΘΚ και να θεωρούν ότι βελτιώνουν τη ζωή τους και αποκομίζουν εφόδια για να ζήσουν μια καθαρή ζωή. Η θεραπευτική κοινότητα επιφέρει θετικά αποτελέσματα και στην αποχή από τις παραβατικές συμπεριφορές. Η απουσία θεραπείας θα σήμαινε συνέχιση της χρήσης, αύξηση της παραβατικότητας, εξαθλίωση ακόμη και θάνατο.

Σ16: «Χωρίς το ΚΕΘΕΑ θα ήμουν σκλάβος στη χρήση. Σε έναν παγωμένο κόσμο χωρίς συναίσθημα, χωρίς αγάπη, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς οικογένεια. Αν ήμουν ακόμα ζωντανός».

Κίνητρο για τη συμμετοχή στα προγράμματα

Για να γίνει το πρώτο βήμα προς τη θεραπεία σημαντικό ρόλο παίζει το κίνητρο και το πόσο ισχυρό είναι εκείνη τη στιγμή. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων ως αρχικό κίνητρο δηλώνουν το «χαρτί». Πρόκειται για το χαρτί που βεβαιώνει τη συμμετοχή τους σε πρόγραμμα θεραπείας και μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στο δικαστήριο.

Σ5: «Το κίνητρο στην αρχή ήταν να σπάσω τα ισόβια με το χαρτί. Για πλάκα πήγα στην αρχή».

Ως κίνητρο επίσης λειτούργησε και η ανάγκη διαφυγής από το περιβάλλον της γενικής φυλακής.

Σ1: «Ξεκίνησα να πηγαίνω στην Α’ φάση για πλάκα. Για να ξεφύγω λίγο από τη φυλακή. Ούτε καν για να συζητάω».

Σημαντικό είναι και το κίνητρο που αφορά τους σημαντικούς άλλους στη ζωή τους. Η οικογένεια είτε πατρική είτε αύτη που δημιούργησαν διαδραματίζει ισχυρό ρόλο στην απόφασή τους να ενταχθούν σε θεραπευτικές διαδικασίες.

Σ3: «Έχω οικογένεια. Είμαι παντρεμένος με τρία παιδιά. Η γυναίκα μου δε με αφήνει. Ξεκίνησα γι’ αυτούς γιατί δεν τους αξίζει να ζουν έτσι και να με βλέπουν έτσι. Έτσι όπως ήμουν καλύτερα να μην υπήρχα για εκείνους».

Τέλος, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που το κίνητρο είναι εσωτερικευμένο και αφορά στη βελτίωση της ζωής τους όντας κουρασμένοι από τη χρόνια χρήση και εξαθλίωση.

Σ6: «Στο πρόγραμμα ήρθα για εμένα. Για να φροντίσω τον εαυτό μου. Να βγω στα 43 και να πατάω γερά στα πόδια μου. Να είμαι πραγματικά ελεύθερος. Κουράστηκα».

Μετατόπιση κινήτρου

Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων έγινε φανερή η μετατόπιση του κινήτρου για συμμετοχή στο θεραπευτικό πρόγραμμα. Η μετατόπιση έχει και μια κλιμάκωση που συνδέεται με την παραμονή στην Α’ και Β’ φάση της συμβουλευτικής και είναι άμεσα συνδεδεμένη και με το προσωπικό και με τις διαδικασίες που ακολουθούνται. Η αρχή της αλλαγής μετατοπίζει το κίνητρο και το κάνει πια προσωπικό, βιώνεται δηλαδή σαν μια χάρη στον εαυτό τους.

Σ28: «Τώρα δεν είναι το μεροκάματο ούτε το χαρτί. Είναι η φροντίδα και η ζεστασιά. Εδώ δεν είναι φυλακή. Ξέρω, έχω βιώσει φυλακή. Εδώ γεμίζω ό,τι ήταν άδειο στην ψυχή μου».

Η οικογένεια διατηρείται ως ισχυρό κίνητρο, το ίδιο και το εσωτερικευμένο κίνητρο καθώς, σε αντίθεση με το κίνητρο του «χαρτιού», δε φαίνεται να μετατοπίζονται και να χάνεται ή να υποβαθμίζεται τη σημαντικότητά τους.

Επιρροές για τη διατήρηση του κινήτρου

Κινητήριος δύναμη για τη συνέχιση της θεραπείας τους αποτελεί και η αλλαγή της στάσης των σημαντικών άλλων στη ζωή τους που συσχετίζεται και φαίνεται να προκαλείται από τη δική τους αλλαγή και των προσπαθειών τους να μείνουν καθαροί.

Σ1: «Τώρα μιλάω με τα παιδιά μου και λέμε μέσα σε 2 λεπτά πράγματα που πριν δε θα τα λέγαμε ούτε σε δύο ώρες. Πράγματα ουσίας. Έβλεπαν σε εμένα την αλλαγή και άλλαζαν και εκείνοι απέναντί μου. Το έβλεπα στα δικαστήρια. Το βλέπω στα παιδιά μου. Παίρνω δύναμη να συνεχίσω».

Στόχοι και κίνητρα για το μέλλον

Με τη συμμετοχή τους στα προγράμματα θεραπείας, οι συμμετέχοντες φαίνεται να θέτουν ως μακροπρόθεσμους στόχους τη συνέχιση και την ολοκλήρωση του προγράμματος έξω από τις φυλακές και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής μακριά από τα ναρκωτικά και την παρανομία. Πολλοί έχουν ξεκινήσει σχολείο εντός του προγράμματος, ακόμα και την παρακολούθηση πανεπιστημιακών σχολών. Μέσα στους στόχους που θέτουν περιλαμβάνεται και η συνέχιση και ολοκλήρωση της εκπαίδευσης η οποία θα τους δώσει εφόδια για μια καλύτερη ζωή.

Σ7: «Όχι άλλη φυλακή. Όχι άλλο πιώμα, όχι άλλα παράνομα. Να πάω έξω στο πρόγραμμα να τελειώσω και να στήσω μια δουλειά».

Βραχυπρόθεσμες επιθυμίες στόχοι σχετίζονται με απλά και καθημερινά πράγματα που τους έχουν λείψει εξαιτίας του εγκλεισμού. Επίσης φαίνεται ότι μέσα σε αυτά τα απλά πράγματα περιλαμβάνεται και η ανάγκη να δούνε τον κόσμο όντας καθαροί από ουσίες.

Σ8: «Να περπατήσω έξω καθαρός. Ακόμα δεν το έχω κάνει».

Μια ακόμη επιθυμία στόχος είναι η εξομάλυνση των σχέσεων με την οικογένεια, κυρίως με τα παιδιά τους που στερήθηκαν την πατρική φιγούρα και παρουσία.

Σ14: «Τώρα οι στόχοι είναι άλλοι. Να σταθώ στον γιο μου. Να μην είμαι απών και να μην περάσει και εκείνος αυτά που πέρασα εγώ».

Αντίσταση στην αλλαγή

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Α’ φάση και καθώς περνούσαν στη Β’ φάση της συμβουλευτικής και έπειτα κατά την ένταξή τους στην κοινότητα, αρκετοί από τους συμμετέχοντες βρέθηκαν σε ένα δίλλημα και βίωσαν σε μεγάλο βαθμό αντίσταση στην επικείμενη αλλαγή. Η αλλαγή αυτή είχε να κάνει τόσο με το «ξεβόλεμα» όπως το χαρακτηρίζουν από την κατάσταση που είχαν δημιουργήσει στη φυλακή, όσο και με το φόβο να αφήσουν πίσω τα «εξαρτημένα τους κομμάτια». Η αντίσταση προκαλούνταν σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο λειτουργίας της κοινότητας που προϋποθέτει αυστηρή οριοθέτηση, τήρηση του προγράμματος και των διαδικασιών.

Σ2: «Στην αρχή έσκασα. Ήθελα να φύγω. Πολλά όρια εδώ που δεν τα είχα ούτε στη ζωή μου. Δεν καταλάβαινα και το γιατί. Γιατί να ενημερώνω τι θέλω να κάνω και που είμαι. Να ζητάω άδεια για να κάνω κάτι. Ακόμα και το τσιγάρο με χρόνο! Όχι όποτε θέλει κάποιος. Πολλές διαδικασίες».

Σε ορισμένες περιπτώσεις η αντίσταση στην αλλαγή ήταν εξωγενής με στόχο την κάμψη του κινήτρου και της θέλησης για ένταξη στην κοινότητα. Οι κρατούμενοι που τείνουν να ξεφύγουν από τη νόρμα και να βελτιώσουν τη ζωή τους μέσω του προγράμματος απεξάρτησης γίνονται αποδέκτες ισχυρών πιέσεων από τους συγκρατούμενους τους, πιέσεις που αγγίζουν τα όρια του εκφοβισμού. Οι πιέσεις περιλαμβάνουν από προσβλητικούς χαρακτηρισμούς μέχρι απειλές για τη σωματική τους ακεραιότητα αλλά και συμπεριφορές, όπως η χρήση μπροστά τους με στόχο να τους λυγίσουν κα να επιστρέψουν στη χρήση.

Σ19: «Πέρασα δύσκολα και δεν κοιμόμουν για μέρες για να κόψω. Μέσα στη φυλακή είχα ένα κύκλο. Όταν πας να αλλάξεις ακούς λόγια. Ρατσισμός, παραπληροφόρηση ότι το πρόγραμμα θα σε κάνει ρουφιάνο και τέτοια. Δέχτηκα πίεση για να μην έρθω εδώ και κάθε μέρα προσπαθούσα να με πείσω ότι θα τα καταφέρω. Έπιναν και μπροστά μου για να λυγίσω».

Δυσκολίες αλλαγής συμπεριφορών που απορρέουν από τη χρήση

Εκτός από τις αρχικές δυσκολίες που αφορούν στην αλλαγή πλαισίου από τη φυλακή στην κοινότητα, οι συμμετέχοντες αντιμετώπισαν δυσκολίες και στην αλλαγή των εξαρτητικών συμπεριφορών που ήταν πολύ καλά δομημένες λόγω της χρόνιας εμπλοκής τους με τη χρήση κατά την ένταξή τους στην κοινότητα. Οι συμπεριφορές αυτές σχετίζονται ειδικά με το μοίρασμα, την εμπιστοσύνη στους άλλους και την έκφραση συναισθημάτων, καθώς στη γενική φυλακή οποιαδήποτε έκφραση συναισθήματος θεωρείται αδυναμία και η εμπιστοσύνη μεταφράζεται με όρους συμφέροντος. Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι που τονίζεται είναι και η έξοδος από τη μοναχικότητα που καλλιεργεί η χρήση και η ξαφνική συμβίωση σε κοινόβιο.

Σ3: «Δυσκολεύτηκα πολύ να αλλάξω συμπεριφορές. Να καταλάβω τι κάνω. Δυσκολευόμουν να ζητήσω συγγνώμη και να το εννοώ με πράξεις όχι επιφανειακά. Ξέρεις όπως στη χρήση. Και μπαίνω εδώ και ξαφνικά όλοι θέλουν να μοιράζεσαι και λες από πού και ως πού θα σας εμπιστευτώ. Κάτι θέλετε από εμένα».

Ισχυρό χαρακτηριστικό των εξαρτημένων χρηστών είναι η υποτίμηση που νοιώθουν για τους άλλους, υποτίμηση που προέρχεται και από την ουσία στην οποία ήταν εξαρτημένοι. Σε αυτό το αρχικό στάδιο φαίνεται να μην έχουν αντιληφθεί ότι σημασία έχει η εξάρτηση και ίσως οι πράξεις στις οποίες οδηγήθηκε κάποιος για χάρη της εξάρτησης αυτής και όχι το χρηματικό αντίτιμο ή η ταμπέλα που έχει μια ουσία στην πιάτσα.

Σ33: «Σιχαινόμουν τα πρεζάκια και εγώ τώρα έπρεπε να είμαι 24ώρες το 24ωρο με πρεζάκια. Υποτιμούσα γιατί εγώ την είχα δει ΒΠ και κοκάκιας με χρήμα. Δεν ήμουν τελειωμένος σαν αυτούς».

Αλλαγή στάσεων, αντιλήψεων και νοοτροπίας

Με την παραμονή τους στην κοινότητα οι συμμετέχοντες άρχισαν να αλλάζουν και το σημαντικότερο, να αποκτούν ένα μεγάλο βαθμό αυτογνωσίας. Άρχισαν να βλέπουν πιο καθαρά τα δυσλειτουργικά τους κομμάτια, αυτά που τους διατήρησαν στη χρήση και να αλλάζουν αργά αλλά σταθερά στάσεις, αντιλήψεις και τελικά νοοτροπία. Η συνειδητοποίηση αυτής της αλλαγής προκάλεσε έντονα συναισθήματα ντροπής, πόνου, θυμού και μεταμέλειας. Σημαντικό κομμάτι της αλλαγής φαίνεται ότι αποτελεί η ομάδα και η δυναμική των μελών της αλλά και η θεραπευτική σχέση με το προσωπικό. Η εικόνα της επιρροής της ομάδας είναι ισχυρή, όπως και η δύναμη που ασκεί προς την αλλαγή των συμπεριφορών και των στάσεων μέσα από την ειλικρινή φροντίδα και το νοιάξιμο.

Σ15: »Τώρα νοιώθω και είδα τι έχασα. Λυπάμαι, παραδέχτηκα αυτά που έκανα, σκαλίζω αυτά που με πονάνε, γιατρεύω τις πληγές. Κατάλαβα ότι μέχρι τώρα κατέστρεφα. Είδα εμένα. Είμαι εδώ και παλεύω να δω ποιος και πώς είμαι εγώ σε αυτόν τον κόσμο. Εδώ ξαναγεννήθηκα και βλέπω τον κόσμο καθαρός. Δεν θυμάμαι τον κόσμο καθαρός. Πολλά βράδια κλαίω γιατί θυμάμαι τι έκανα και τι έχασα. Πολλά βράδια έρχεται εκείνο το 11χρονο αγόρι και μου φωνάζει».

Δυσκολίες κλειστού προγράμματος

Οι δυσκολίες για τις οποίες μίλησαν τα μέλη της ΘΚ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ περιορίζονται στις δυσκολίες της αλλαγής τους που αναφέρονται παραπάνω και αφορούν στη μετακίνηση του εαυτού. Άλλες δυσκολίες που αναφέρονται είναι η νοηματοδότηση των διαδικασιών της κοινότητας, η ανάγκη τους για περισσότερες διαδικασίες ή η δυσκολία αλλαγής των άλλων μελών πάντα με γνώμονα τη φροντίδα.

Σ8: «Με δυσκολεύουν οι ομάδες θεμάτων. Μαζεύω πολύ μέχρι που λέω ότι θα σκάσω. Δυσκολεύομαι να πω αυτό που νιώθω. Δυσκολεύομαι να ακούω τα προβλήματα των άλλων. Μου βγαίνει αρνητικό συναίσθημα».

Δυσκολίες προγράμματος ημερήσιας φροντίδας

Τα μέλη του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας στη συντριπτική τους πλειοψηφία δηλώνουν ότι η μεγαλύτερη τους δυσκολία είναι ο διττός ρόλος που καλούνται να διαδραματίσουν. Ο ένας του θεραπευόμενου και ο άλλος του κρατούμενου. Στη θεραπεία, υπάρχει ανάγκη για πλήρη αποχή από τις ουσίες και από περιβάλλοντα που σχετίζονται με αυτές, για την ύπαρξη χρόνου προκειμένου να δουλευτούν οι συμπεριφορές και να απαλλαγεί το άτομο από αυτές, για τη διαβίωση σε ένα φροντισμένο περιβάλλον και καθαρό όπως και η προσπάθειά τους να παραμείνουν και οι ίδιοι καθαροί και φροντισμένοι. Και όλα αυτά μέχρι ο καθένας να πατήσει γερά στα πόδια του και να μπορεί από άλλη θέση πια να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις.

Οι πολλές διακοπές νέων μελών από το πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας, οφείλονται ακριβώς σε αυτό: η υποτροπή έρχεται ως εύκολη λύση (είναι η οικεία συμπεριφορά, ο τρόπος που ξέρουν ότι γρήγορα θα τους ανακουφίσει) στις δυσκολίες της αλλαγής και της αντιμετώπισης των προσωπικών δαιμόνων και οι εξαρτημένοι χρήστες ακολουθούν το μόνο δρόμο που ξέρουν μέχρι σήμερα που στόχο έχει τη γρήγορη ανακούφιση του ψυχικού πόνου. Έντονα εκφράζεται και η ανάγκη μόνιμης παραμονής στην κοινότητα με στόχο την πλήρη και απερίσπαστη δουλειά με τον εαυτό αλλά και τη διαβίωση σε ανθρώπινες συνθήκες.

Σ25: «Είμαι σε μία θεραπεία και κάθε μέρα σε θεραπευτικές διαδικασίες έως τις 5 το απόγευμα. Ανεβαίνω πάνω και αναγκάζομαι να παίζω δύο ρόλους, έναν του θεραπευόμενου και δεύτερο του κρατουμένου. Πάνω έχει πειρασμούς. Η χρήση είναι δίπλα σου. Αναγκάζεται να έχεις απόσταση. Δύο ρόλοι λοιπόν. Δεν παύεις να είσαι σε μία χαβούζα. Θα προτιμούσα να είμαι συνέχεια στην κοινότητα».

Υπάρχουν και κάποια μέλη τα οποία έχουν βιώσει και τα δύο προγράμματα λόγω της μεταγωγής τους για δικαστικούς λόγους ή γιατί ξεκίνησαν από εκεί και ζήτησαν να μεταφερθούν. Στα λεγόμενά τους φαίνεται η διαφορά που βίωσαν στη λειτουργία των δύο κοινοτήτων. Μέσα από τις αφηγήσεις τους προκύπτει έντονα μια σύγκριση της κλειστής κοινότητας με το πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας. Η ομάδα στην κλειστή κοινότητα κρατάει γερά το μέλος της όταν προκύπτουν δυσκολίες και υπάρχει χρόνος για την επεξεργασία της σκέψης και του συναισθήματος που μπορεί τελικά να οδηγήσει σε συνέχιση της θεραπείας αντί για διακοπή από το πρόγραμμα. Σημαντική είναι η αποχή από τη γενική φυλακή και τα παρεπόμενά της.

Στη ΘΚ του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας φαίνεται να απουσιάζει το τόσο έντονο δέσιμο των μελών, ίσως, λόγω της πιο προσωποκεντρικής προσέγγισης, και είναι πιο εύκολη η ανεπεξέργαστη και άμεση διακοπή από το πρόγραμμα. Το προστατευτικό πλαίσιο του χώρου και του χρόνου δεν υφίσταται όσο το μέλος παραμένει στη γενική φυλακή και έρχεται και σε καθημερινή επαφή με τη χρήση.

Σ1: «Στην Αθήνα έχω πάει για δικαστήρια. Υπάρχει τεράστια διαφορά με το πρόγραμμα εκεί. Εκεί δουλεύουν πιο πολύ το νομικό κομμάτι δε δουλεύουν όπως εδώ. Έχουν και πολλές διακοπές και από νέα μέλη. Είναι απλό. Όταν εδώ έρχεται κάποιος και θέλει να φύγει θα πέσουμε όλοι πάνω του, συζητάμε, δίνουμε χρόνο. Δεν είναι μία στιγμιαία απόφαση. Εκεί είναι. Εδώ μπορεί να διακόψει πιο πολύ κάποιος από τα παλιά μέλη αλλά όχι από τα νέα. Στον Κορυδαλλό είναι 9πμ με 5μμ και μετά πάλι μέσα τη χρήση».

 

Συζήτηση

Τα τελευταία χρόνια οι σύγχρονες προσαρμογές των ΘΚ στρέφονται προς τους εξαρτημένους χρήστες εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων διότι ο αριθμός αυτός είναι εξαιρετικά υψηλός (Kelly & Welsh, 2016). Σύμφωνα με τα στοιχεία του EMCDDA (2012), έρευνες που έχουν γίνει σε 15 χώρες της Ευρώπης μέχρι το 2000, εκτιμούν ότι μεταξύ του 2% και του 56% του πληθυσμού των φυλακών έχουν κάνει χρήση ναρκωτικών ενώ έχουν φυλακιστεί, με τις περισσότερες χώρες να δηλώνουν ποσοστό από 20% έως και 40%. Σε έρευνα που διεξήχθη στις Σκανδιναβικές χώρες, φάνηκε ότι το 50%-60% του πληθυσμού των φυλακών της Σουηδίας, Νορβηγίας και Δανίας είχε θέματα με χρήση ουσιών ενώ στη Φιλανδία το ποσοστό ανέρχεται στο 84% (Joukamaa, 2010; Lintonen et al., 2011 cited in Nylander et al., 2015). Η φυλακή μπορεί να αποτελέσει περιβάλλον έναρξης της χρήσης ουσιών ή και μετάβασης από τη χρήση μιας ουσίας σε μια άλλη, συνήθως επιβλαβέστερη (Fazel et al., 2006). Στη φυλακή διατίθενται ουσίες διαφόρων ειδών χωρίς έλεγχο (Πουλόπουλος, 2010), με μεγάλη ευκολία και σε πολύ χαμηλές τιμές. Η φυλακή αποτελεί ένα δύσκολο περιβάλλον για τους κρατούμενους, καθώς τίθενται καθημερινά θέματα επιβίωσης. Η χρήση αποτελεί έναν τρόπο διαφυγής και οι συμπεριφορές που τη διέπουν έναν οδηγό επιβίωσης. Σύμφωνα με τον Πουλόπουλο (2010), η χρήση ουσιών δεν αφορά μόνο εκείνους που είναι εξαρτημένοι πριν από τον εγκλεισμό τους, αλλά και εκείνους που ξεκινούν τη χρήση μέσα στη φυλακή για να επιβιώσουν στο σκληρό και βίαιο περιβάλλον της. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι πολλοί από τους φυλακισμένους ξεκινούν τη χρήση οπιούχων μέσα στη φυλακή ή επιτείνουν τη χρήση για να διαχειριστούν τις δυσκολίες που επιφέρει ο εγκλεισμός και το περιβάλλον της φυλακής.

Εκτός όμως από τη χρήση, φαίνεται η φυλακή να επηρεάζει και το βαθμό παραβατικότητας. Η συμβίωση με άλλους κρατούμενους οι οποίοι έχουν διαπράξει διάφορα εγκλήματα φαίνεται να αποτελεί ένα είδους «σχολείο» όπου μαθαίνουν ο ένας από τον άλλο ή εξελίσσουν ήδη υπάρχουσες γνώσεις αναφορικά με παραβατικές συμπεριφορές. Το κοινοβιακό σύστημα της φυλακής επιτρέπει το συγχρωτισμό χρόνιων εγκληματιών με περιστασιακούς με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μυούνται σε τεχνικές εγκληματικής και παραβατικής συμπεριφοράς που τους ακολουθεί και μετά την αποφυλάκισή τους (Χάιδου, 2002). Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι εξαρτημένοι χρήστες μετά την αποφυλάκισή τους επιστρέφουν ξανά στη φυλακή με πολλούς από αυτούς να μπαινοβγαίνουν για χρόνια και έχοντας διαπράξει σταδιακά σοβαρότερα εγκλήματα (Galassi et al., 2015).

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα που εντάσσονται σε προγράμματα θεραπείας έχουν καλύτερη πορεία μετά την αποφυλάκιση τους όχι μόνο σε ότι αφορά τη χρήση αλλά και την παραβατικότητα με αποτέλεσμα να μην απασχολούν εκ νέου το σωφρονιστικό και δικαστικό σύστημα (Πουλόπουλος, 2010). Ειδικά οι θεραπευτικές κοινότητες μέσα στη φυλακή φαίνεται να είναι αποτελεσματικές αναφορικά με το σπάσιμο του φαύλου κύκλου της χρήσης και της υποτροπής για τους εξαρτημένους χρήστες (Mitchell et al., 2006 cited in Welsh & McGrain, 2008). Σύμφωνα με έρευνα των Galassi et al. (2015), οι θεραπευτικές κοινότητες μειώνουν σημαντικά την παραβατικότητα για τους εξαρτημένους χρήστες, ενώ τα προγράμματα που περιέχουν και επανένταξη φαίνεται να είναι ακόμα πιο αποτελεσματικά αναφορικά με την υποτροπή τόσο στην παραβατική συμπεριφορά, όσο και στη χρήση ουσιών. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι οι νέοι ρόλοι που απαιτούν την επίδειξη ευθύνης από πλευράς των θεραπευόμενων κρατούμενων σε συνδυασμό με τις θεραπευτικές διαδικασίες παρέχουν στους κρατούμενους περισσότερες γνώσεις και μέσα, ώστε να αποφύγουν μελλοντική επανεμπλοκή με το νόμο (Stevens, 2012 cited in Nylander et al., 2015).

Ο Foucault (1976) αναφέρει ότι ο εγκλεισμός ως ποινική πρακτική απέτυχε να ανταποκριθεί στους στόχους του. Φαίνεται λοιπόν ότι η παρουσία των θεραπευτικών κοινοτήτων στις φυλακές αποτελεί όχι μόνο ένα μέσο σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης από τις ουσίες, αλλά και το μόνο μέσο θεραπείας και πρόληψης της υποτροπής σε παραβατικές συμπεριφορές από ότι ο εγκλεισμός ως προσωρινό κατασταλτικό μέσο που λειτουργεί κυρίως γενικοπροληπτικά.

Σημαντικό κομμάτι για την ένταξη και την ολοκλήρωση ενός θεραπευτικού προγράμματος είναι το κίνητρο των εξαρτημένων χρηστών που βρίσκονται στις φυλακές. Αρχικά το κίνητρο είναι αυτό που οι ίδιοι οι χρήστες αποκαλούν το «χαρτί». Παρόλο που η συμμετοχή στα προγράμματα θεραπείας είναι εθελοντική, πολλοί από τους κρατούμενους συμμετέχουν γιατί θέλουν να αποκομίσουν τα ευεργετήματα που προσφέρει ο νόμος (Welsh et al., 2008). Παρόλα αυτά το «χαρτί» φαίνεται να λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη για την προσέλευση των μελών και δεν διατηρείται ως βασικό κίνητρο καθώς η συμμετοχή στην Α’ και Β’ φάση της συμβουλευτικής βοηθά στο να μετατοπιστεί το κίνητρο και από εξωγενές να γίνει εσωτερικευμένο. Η μετατόπιση αυτή αποδίδεται αποκλειστικά στο προσωπικό των προγραμμάτων και τις διαδικασίες που ακολουθούνται, γεγονός που θα αναλυθεί ενδελεχώς παρακάτω. Σε πολλές περιπτώσεις το κίνητρο είναι ήδη εσωτερικευμένο και άμεσα συνδεδεμένο με την κούραση, τη χρόνια εξαθλίωση και τις αρνητικές επιπτώσεις που προκάλεσαν οι συμπεριφορές της χρήσης στην οικογένειά τους.

Η παραμονή στο πρόγραμμα φαίνεται να επηρεάζεται από διάφορους λόγους που οδηγούν τελικά στην προσωπική αλλαγή. Αυτοί οι λόγοι σχετίζονται τόσο με θετικές, όσο και με αρνητικές αντιλήψεις τους για τον εαυτό τους και τις επιλογές που έκαναν στη ζωή τους αλλά και τις επιπτώσεις αυτών των επιλογών στους σημαντικούς άλλους της ζωής τους.

Οι θετικές αντιλήψεις εκφράζονται στα πλαίσια της επιθυμίας για ένα νέο τρόπο ζωής, καθαρό όπως αναφέρεται από τα ίδια τα μέλη, για την επίτευξη των καλών πραγμάτων στη ζωή, τη βελτίωση των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων και την προσωπική αλλαγή και ανάπτυξη (De Leon et al., 1994). Οι αρνητικές αντιλήψεις εκφράζονται στα πλαίσια της εξάλειψης των συναισθημάτων ενοχής και απόγνωσης εξαιτίας της απογοήτευσης και του πληγώματος που προκαλούν στον εαυτό τους αλλά και τους σημαντικούς άλλους της ζωής τους (De Leon et al., 1994). Σύμφωνα με τους Nylander et al. (2015), το κίνητρο επηρεάζεται και από τα συναισθήματα ενοχής και αηδίας που έχουν οι εξαρτημένοι κρατούμενοι για την προηγούμενη ζωή τους με τη συνειδητοποίηση του πόσο έχουν πληγώσει και προδώσει την οικογένεια και τους συντρόφους τους, αλλά και το πόσο χρόνο έχουν χάσει από το μεγάλωμα των παιδιών τους. Η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά αποτελούν ένα ισχυρό κίνητρο, ακλόνητο, καθώς ο χρόνος που πέρασαν στη χρήση αλλά και ο χρόνος στη φυλακή βιώνεται ως χρόνος χαμένος από αυτούς που είναι πραγματικά σημαντικοί, αλλά και ως ανάγκη να αλλάξουν τα πράγματα ώστε τα παιδιά τους να σταματήσουν να βιώνουν αυτό που βίωσαν και οι ίδιοι με τις πατρικές τους οικογένειες. Η αλλαγή της στάσης των οικογενειών απέναντί τους ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα και ως καθρέφτισμα της προσωπικής τους αλλαγής, συντελεί σημαντικά στη διατήρηση του κινήτρου για την ολοκλήρωση τους προγράμματος. Ο στόχος τους συχνά είναι συνδεδεμένος με τους σημαντικούς άλλους εκτός φυλακής, όπως είναι η οικογένεια, τα παιδιά και οι συντροφικές σχέσεις (Nylander et al., 2015).

Ταυτόχρονα, κινητοποιητικά λειτουργεί και η ανάγκη απομάκρυνσης από το περιβάλλον της φυλακής το οποίο το βιώνουν ως απειλητικό, ενώ η συμμετοχή στο πρόγραμμα λειτουργεί σαν διάλειμμα από όλα τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνουν στα κελιά τους. Η έκφραση «εκτίω την ποινή μου» μπορεί να σημαίνει αξιοποίηση του χρόνου της ποινής για να πετύχουν κάτι για τον εαυτό τους και να ανακαλύψουν νέες προκλήσεις μακριά από τη ρουτίνα και την ανία της φυλακής (Nylander et al., 2015).

Φυσικά η ισχύς του κινήτρου των εξαρτημένων κρατούμενων δεν είναι μόνο σημαντική για την πρώτη φάση ένταξης στο πρόγραμμα αλλά παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας, καθώς περνούν τις φάσεις του προγράμματος και βιώνουν προκλήσεις, ανταμοιβές και απογοητεύσεις που συνεπάγονται τη διαβίωση σε μια θεραπευτική κοινότητα μέσα στις φυλακές (Welsh & McGrain, 2008).

Ανεξάρτητα από την ισχύ του κινήτρου, κάθε αλλαγή, και μάλιστα τόσο ριζική, επιφέρει και μια εσωτερική αντίσταση που εμπεριέχει το φόβο του αποχωρισμού της γνώριμης κατάστασης και την προσαρμογή σε κάτι νέο και άγνωστο. H αντίσταση στην αλλαγή είναι μεγαλύτερη στο βαθμό που μια στάση έχει εκτεταμένη ή συνεκτική εσωτερική δομή. Η αντίσταση δημιουργείται επίσης από τις θεραπείες που ενισχύουν ή καθιστούν εμφανείς τις συμπεριφορικές πτυχές της δομής της στάσης αυτής (Petty & Krosnick, 2014). Επομένως, είναι λογικό οι εξαρτημένοι κρατούμενοι να βιώνουν μια τέτοια αντίσταση καθώς έχουν καλά δομημένες συμπεριφορές που απορρέουν από τη χρόνια χρήση και την παραμονή τους στη φυλακή. Η ένταξή τους στο θεραπευτικό πρόγραμμα προϋποθέτει την αλλαγή των συμπεριφορών αυτών. Εξωγενής παράγοντας κάμψης του κινήτρου και ενίσχυσης της αντίστασης στην αλλαγή είναι και η αρνητική πίεση που ασκείται από τον υπόλοιπο πληθυσμό τη φυλακής. Συχνά οι κρατούμενοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και εντάσσονται σε θεραπευτική δομή, αντιμετωπίζουν ρατσισμό, κριτική και επιθετικές συμπεριφορές, καθώς θεωρείται ότι παραβιάζουν τους άγραφους κανόνες της φυλακής (Πουλόπουλος, 2010).

Οι εξαρτημένοι κρατούμενοι βιώνουν επιπρόσθετες δυσκολίες αναφορικά με την αλλαγή των συμπεριφορών και εσωτερικευμένων συναισθημάτων που απορρέουν από τη χρόνια χρήση ουσιών. Η έλλειψη εμπιστοσύνης, η καχυποψία, ο θυμός που απορρέει από τις συμπεριφορές των άλλων, η δυσπιστία, η αίσθηση οτι οι άλλοι περιμένουν να τους εκμεταλλευτούν, η αίσθηση οτι οι σχέσεις είναι δοσοληψίες, η υποτίμηση, ο φόβος και η διαρκής αίσθηση απειλής είναι μερικά από τα δύσκολα συναισθήματα που καλούνται να επεξεργαστούν και να ανατρέψουν μέσω της θεραπευτικής διαδικασίας. Οι εξαρτημένοι χρήστες, συχνά εμφανίζουν χαμηλή κοινωνική συμμόρφωση, βαθιά δυσπιστία για τους άλλους και μια Μακιαβελική προσέγγιση στις διαπροσωπικές σχέσεις (Chien, 1980 cited in Welsh & McGrain, 2008). Η συνειδητοποίηση των συναισθημάτων και της κατάστασης της ζωής τους δεν είναι εύκολη ή ευχάριστη για τους εξαρτημένους χρήστες στην αρχή της αποχής από τις ουσίες. Σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης ζωής τους είχαν την τάση να αποφεύγουν τα δυσάρεστα συναισθήματα και τα προβλήματα της ζωής και με την αποχή και την εισαγωγή στη θεραπεία είναι πλήρως εκτεθειμένοι σε αυτά (Prochazka & Nespor, 2019).

Η αλλαγή επέρχεται σταδιακά με τη διαμονή στη θεραπευτική κοινότητα. Η διαμονή στη ΘΚ σηματοδοτεί μια σημαντική περίοδο για το θεραπευόμενο, ο οποίος καλείται να αποχωριστεί τις δεξιότητες, τις συμπεριφορές και τις σχέσεις που ενίσχυσαν την εγκαθίδρυση της εξάρτησης στην προηγούμενη ζωή του και να αποκτήσει νέες, ώστε να διαχειριστεί την καινούργια του ζωή σε νέο πλαίσιο (Smith-Solbaken & Tungland, 1997, Giertsen, 2000 cited in Nylander et al., 2015). Η αλλαγή έχει συμπεριφορικό προσανατολισμό και περιλαμβάνει την ίδια την κοινότητα ως «εκπαιδευτή», την εκπαίδευση αποτελεσματικότητας, την κατάρτιση κοινωνικών ρόλων και την εξειδικευμένη μάθηση (De Leon, 1994). Η ΘΚ προσφέρει μια συστηματική θεραπεία που καθοδηγείται από τη ρητή οπτική της διαταραχής της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, το άτομο, την ανάκαμψή του και την ορθή διαβίωση. Ο πρωταρχικός θεραπευτής είναι η ίδια η κοινότητα, που αποτελείται από το κοινωνικό περιβάλλον, τους συνθεραπευόμενους και το προσωπικό, οι οποίοι λειτουργούν και ως επιτυχημένα πρότυπα προσωπικής αλλαγής και υπηρετούν ως καθοδηγητές στη θεραπευτική διαδικασία. Επομένως η κοινότητα αποτελεί τόσο το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει η αλλαγή, όσο και τη μέθοδο που υποβοηθά αυτή την αλλαγή (De Leon, 1994).

Οι μηχανισμοί που υποβοηθούν τη συμπεριφορική αλλαγή των θεραπευόμενων περιλαμβάνουν τη φύση και την ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης με τους θεραπευτές και τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας (De Leon, 2000). Η κοινότητα, ως ζωντανός οργανισμός, έχει βοηθήσει τα μέλη της να αλλάξουν συμπεριφορές, να καλλιεργήσουν την εμπιστοσύνη, να αναπτύξουν δεξιότητες όπως η ενεργητική ακρόαση και η αναγνώριση και ορθή έκφραση όλων των συναισθημάτων και κυρίως του θυμού, να σέβονται αντί να υποτιμούν, να οριοθετούνται, να αναλαμβάνουν ευθύνη για τις πράξεις τους, να είναι ειλικρινής με τον εαυτό τους και τους άλλους και όλα αυτά μέσα από ένα πραγματικό και πηγαίο ενδιαφέρον και μια φροντίδα προς τα μέλη της, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή αίσθηση υποχρέωσης για ανταπόδοση. Είναι αυτή ακριβώς η δυναμική που καθιστά την ικανότητα των θεραπευτών, την αρμονική σχέση με τα μέλη και την υποστήριξη από τους συνθεραπευόμενους τους, τους ισχυρότερους προβλεπτικούς παράγοντες θεραπευτικής δέσμευσης σε όλες τις φάσεις της θεραπείας και τελικά την προσέγγιση «η κοινότητα ως μέθοδος αλλαγής» τον ακρογωνιαίο λίθο των ΘΚ (De Leon, 2000).

Η συμπεριφορική αλλαγή όμως, θα ήταν επιφανειακή χωρίς την εσωτερική ενδοσκόπηση. Η συμπεριφορική αλλαγή είναι αδύναμη χωρίς επίγνωση και η επίγνωση είναι ανεπαρκής χωρίς εμπειρία. Οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, οι δεξιότητες, οι νοοτροπίες και οι αξίες πρέπει να ενσωματωθούν για να εξασφαλίσουν σταθερές αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη δημιουργία μιας θετικής κοινωνικής ταυτότητας (De Leon, 1994).

Η αναζήτηση της ρίζας και των αιτιών έναρξης της χρήσης και εγκαθίδρυσης της εξάρτησης είναι μείζονος σημασίας για την αλλαγή και τη σταθεροποίησή της. Μέσα στην κοινότητα τα μέλη αναζητούν τα δυσλειτουργικά τους κομμάτια και σταδιακά οδηγούνται στη συνειδητοποίηση και τελικά στην αλλαγή. Μέσα στις ομάδες, το κάθε μέλος βλέπει τον εαυτό του και τα λάθη του μέσα από τις ιστορίες ζωής και τα λάθη των άλλων μελών και οδηγείται στην αναγνώριση τους. Η κοινότητα έχει την ικανότητα να καθρεφτίζει συμπεριφορές και δεν αφήνει τίποτα ανεπεξέργαστο. Η κοινότητα βρίσκεται εκεί για να πιέζει όπου χρειάζεται, να πλαισιώνει τα συναισθήματα που απορρέουν από την πίεση, να φροντίζει κατά τη διάρκεια της επούλωσης και να επιβραβεύει την ορατή αλλαγή. Το να ακούν τα μέλη τα προβλήματα και τα σχέδια των άλλων μελών, ενισχύει τη δυνατότητα προβληματισμού αναφορικά με τη δική τους κατάσταση (Nylander et al., 2015). Το κύριο μήνυμα της θεραπείας, της προσωπικής ανάπτυξης και της σωστής διαβίωσης είναι η λειτουργία των συνθεραπευόμενων ως κοινωνών όλων των παραπάνω μέσω της αντιπαράθεσης, του μοιράσματος στις ομάδες, τη λειτουργία τους ως πρότυπα και την υποστήριξη στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις (De Leon, 1994).

Τα μέλη των ΘΚ αναλαμβάνουν την ευθύνη τόσο της δικής τους θεραπείας όσο και των συνθεραπευόμενών τους μέσω επίσημων και ανεπίσημων διαδικασιών (De Leon, 2000). Οι διαδικασίες, ο προσδιορισμένος χρόνος για κάθε δραστηριότητα μέσα στην καθημερινότητα, το πρόγραμμα και ο έλεγχος για την τήρηση όλων των παραπάνω αποτελούν επίσης βασικό κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας που ενισχύει την προσωπική αλλαγή. Όλες οι διαδικασίες είναι σχεδιασμένες για να παράγουν θεραπευτικό και διδακτικό αποτέλεσμα σε κάθε μέλος και κάθε μέλος είναι κοινωνός αυτών των θεραπευτικών και διδακτικών αλλαγών (De Leon, 2000). Κάθε μέλος λοιπόν που συμμετέχει στη θεραπευτική διαδικασία συνεισφέρει στην αλλαγή και των άλλων μελών (De Leon, 1994).

Μείζονος σημασίας βέβαια είναι και η αντίληψη των θεραπευόμενων μελών ότι στην κοινότητα δεν ήρθαν μόνο αντιμέτωποι με τα κομμάτια που αφορούν τη χρήση αλλά και με αυτά που αφορούν την παρανομία. Στη γενική φυλακή, όπως αναφέρεται και παραπάνω, η αποχή από την παρανομία είναι αδύνατη, ενώ συνήθως οι γνώσεις αναφορικά με τους τρόπους και τις μεθόδους υιοθέτησης παραβατικών συμπεριφορών, εμπλουτίζεται. Ο ελεύθερος χρόνος δεν αξιοποιείται για ενδοσκόπηση και αλλαγή αλλά για επιβίωση. Αντίθετα, στην κοινότητα αποβάλλονται οι «συμπεριφορές της φυλακής» και ο χρόνος αξιοποιείται για να γεμίσουν τα μέλη τη φαρέτρα τους με συναισθηματικά και συμπεριφορικά όπλα ώστε να πολεμήσουν τη χρήση όταν αποφυλακιστούν σε συνδυασμό με τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα επανένταξης. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στην Αμερική για τις ΘΚ στις φυλακές, με ομάδες παρέμβασης και ομάδες ελέγχου, έδειξαν ότι τα μέλη των ΘΚ στις φυλακές είχαν καλύτερα αποτελέσματα μετά την αποφυλάκισή τους από ότι άλλα άτομα που δεν συμμετείχαν σε προγράμματα θεραπείας (Πουλόπουλος, 2010). Σημαντικό ρόλο παίζει και η εκπαίδευση, καθώς ενισχύει την απόκτηση εφοδίων για την ομαλή ένταξή των αποφυλακισμένων θεραπευόμενων χρηστών στην αγορά εργασίας ώστε να μη χρειαστεί να καταφύγουν και πάλι στην παρανομία για τα προς το ζην. Σύμφωνα με τη συστηματική βιβλιογραφική έρευνα των Galassi et al. (2015), η συμμετοχή σε θεραπευτική κοινότητα μειώνει την υποτροπή στην παρανομία για τους εξαρτημένους δράστες όπως και προλαμβάνει την υποτροπή στη χρήση ουσιών. Ιδιαίτερα τα προγράμματα που διαθέτουν επανένταξη φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικά αναφορικά με την ομαλή κοινωνική επανένταξη των μελών τους, πιθανότατα λόγω της εκμάθησης δεξιοτήτων ζωής και στρατηγικών αντιμετώπισης αντιξοοτήτων που είναι σημαντικά για τη διαβίωσή τους στην κοινωνική πραγματικότητα εκτός φυλακής.

Βέβαια η αλλαγή και δη μέσα στο πλαίσιο της φυλακής, δεν αποτελεί εύκολο ζήτημα για τα μέλη των θεραπευτικών κοινοτήτων. Μια σημαντική διαφορά που παρατηρήθηκε στις συνεντεύξεις των μελών είναι ως προς αυτές ακριβώς τις δυσκολίες και τον τρόπο που τις βιώνουν τα μέλη του ΠΡΟΜΗΘΕΑ και του ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ. Τα μέλη της ΘΚ ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, αναφέρθηκαν σε δυσκολίες που αφορούν αποκλειστικά στην αλλαγή συμπεριφορών, στις αντιστάσεις, στα δύσκολα συναισθήματα που συνεπάγονται της αλλαγής, στη δυσκολία στο να βρουν και να δώσουν νόημα στις διαδικασίες της κοινότητας, στις δυσκολίες να μοιραστούν και να βρουν τρόπο να εκφραστούν. Αφορούσαν λοιπόν σε θέματα αναφορικά με τη θεραπεία τους. Αντίθετα στο τα μέλη της ΘΚ ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ φαίνεται να αντιμετωπίζουν διαφορετικές δυσκολίες, τις οποίες επεσήμαναν και τα μέλη της ΘΚ ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ που έχουν βιώσει την κοινότητα εκεί εξαιτίας της μετάβασής τους στον Κορυδαλλό για την πλήρωση των δικαστικών τους εκκρεμοτήτων.

Η κυρίαρχη δυσκολία που αναφέρεται από τα μέλη που συμμετέχουν στο πρόγραμμα ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ, είναι ο διττός ρόλος που βιώνουν, αφενός του θεραπευόμενου και αφετέρου του φυλακισμένου. Η επαφή με τη χρήση και το περιβάλλον της φυλακής δυσκολεύουν την επικέντρωσή τους στη θεραπεία, καθώς έρχονται καθημερινά σε άμεση επαφή με όλες τις συμπεριφορές που καλούνται να επεξεργαστούν και να αλλάξουν, είτε αυτές αφορούν στη χρήση είτε στην παραβατικότητα. Ταυτόχρονα έρχονται αντιμέτωποι με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, ειρωνικά σχόλια και προκλήσεις που αφορούν στη χρήση από τους άλλους κρατούμενους, με αποτέλεσμα να νοιώθουν πιεσμένοι και κατά συνέπεια να αυξάνονται ραγδαία οι πιθανότητες υποτροπής. Η φυλακή αναγνωρίζει τη συμμετοχή σε θεραπευτικό πρόγραμμα ως αδυναμία και οι επιθέσεις που δέχονται τα μέλη από τους άλλους κρατούμενους μπορεί να οδηγήσουν σε διακοπή της θεραπείας, υποτροπή και απρόβλεπτες συμπεριφορές (Πουλόπουλος, 2010).

Στη θεραπευτική κοινότητα, τα μέλη ανακαλύπτουν νέους τρόπους να υπάρξουν και να αυτοπροσδιοριστούν μακριά από τη χρήση και την παραβατικότητα. Μαθαίνουν να σχετίζονται ουσιαστικά με τους άλλους και όχι να αναπτύσσουν σχέσεις συμφέροντος. Η αλλαγή αποτελεί μια δύσκολη διαδικασία, καθώς οι συμπεριφορές αυτές είναι πολύ καλά δομημένες λόγω της χρόνιας χρήσης, της εμπλοκής με το νόμο και τον εγκλεισμό. Στα αρχικά στάδια της αλλαγής, όπου το άτομο είναι αδύναμο, η επαφή με τη χρήση και το περιβάλλον της φυλακής αποτελούν κακούς οιωνούς για τη συνέχιση της προσπάθειάς τους, καθώς ο πιο γρήγορος και γνώριμος τρόπος για την ανακούφιση του ψυχικού πόνου είναι η χρήση. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι στο πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας οι διακοπές είναι πολλές στα νέα μέλη που εντάσσονται στο πρόγραμμα.

Αντίθετα στην κλειστή κοινότητα, μια απόφαση διακοπής δεν μπορεί να εκτελεστεί τόσο άμεσα. Η κοινότητα αφουγκράζεται τη δυσκολία και έχοντας την πολυτέλεια του χώρου και του χρόνου, λόγω της 24ωρης λειτουργίας της μακριά από το περιβάλλον της γενικής φυλακής, κρατάει το μέλος, δίνει χρόνο για σκέψη, μοίρασμα και επεξεργασία της απόφασης και προσφέρει την κατάλληλη φροντίδα με στόχο πάντα την αντιμετώπιση της δυσκολίας και τη συνέχιση της θεραπείας. Από όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η κλειστή θεραπευτική κοινότητα είναι πιο αποτελεσματική από ότι ένα πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας (Nylander et al., 2015), αλλά ένα πρόγραμμα ημερήσιας φροντίδας μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά ως πρόδρομος για την ένταξη σε 24ωρη θεραπευτική κοινότητα (Guydish, 1995).

 

Επίλογος

Σύμφωνα με τις απόψεις των μελών των θεραπευτικών κοινοτήτων, όπως αυτές καταγράφηκαν μέσα από τις συνεντεύξεις τους, η Θεραπευτική Κοινότητα φαίνεται ότι αποτελεί το μόνο μέσο απεξάρτησης, πρόληψης της υποτροπής και αποχής από τις συμπεριφορές που τους οδήγησαν στη χρήση και κατά συνέπεια στη φυλακή. Οι ΘΚ που λειτουργούν στις φυλακές, θεραπεύουν τους εξαρτημένους κρατούμενους από τις ουσίες αλλά έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν και το μόνο αποτελεσματικό μέσο σωφρονισμού (De Leon, 2000; Πουλόπουλος, 2010; Nylander et al., 2015). Τόσο από τις συνεντεύξεις των μελών των ΘΚ, όσο και από τη βιβλιογραφία φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο εγκλεισμός ως προληπτικό μέσο υποτροπής των εξαρτημένων δραστών στην παραβατική συμπεριφορά, δε λειτουργεί αποτελεσματικά, καθώς στην πλειονότητα τους μπαινοβγαίνουν στα σωφρονιστικά καταστήματα για πολλά χρόνια διαπράττοντας ολοένα και σοβαρότερα εγκλήματα. Αυτό που χρειάζονται οι εξαρτημένοι κρατούμενοι είναι ένα θεραπευτικό περιβάλλον όπου απερίσπαστοι θα μπορούν να δουλεύουν τα κομμάτια εκείνα του εαυτού τους που όντας δυσλειτουργικά τους οδήγησαν στην εξάρτηση και κατ’ επέκταση στην παραβατικότητα. Είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία που θα λειτουργήσει θεραπευτικά και θα μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής τόσο στην εξάρτηση όσο και στην παραβατική συμπεριφορά.

Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη να μεριμνήσουμε για την ενίσχυση των δομών που λειτουργούν ήδη στα πλαίσια αυτά αλλά και η ανάγκη για τη δημιουργία δομών που θα αντιμετωπίζουν το ζήτημα της παραβατικότητας και της χρήσης με μια ολιστική θεραπευτική προσέγγιση, η οποία θα λειτουργεί τόσο γενικοπροληπτικά όσο και ειδικοπροληπτικά. Τέτοιες δομές όπως φαίνεται από την έρευνα είναι οι κλειστές θεραπευτικές μονάδες που λειτουργούν σε 24ωρη βάση. Αυτό το πλαίσιο είναι που μέσα από τη δυναμική της ομάδας, οδηγεί στην εστίαση στον εαυτό και τελικά στην αναγνώριση και αλλαγή όλων των δυσλειτουργικών συμπεριφορών, στάσεων και αντιλήψεων. Αυτό το πλαίσιο είναι που επιτρέπει στον εξαρτημένο κρατούμενο να ενστερνιστεί πλήρως το ρόλο του θεραπευόμενου και να μην παραπαίει μεταξύ δύο ρόλων, θεραπευόμενου και κρατούμενου, όπως συμβαίνει στα μέλη των προγραμμάτων ημερήσιας φροντίδας. Άλλωστε, σύμφωνα με τα ίδια τα μέλη του προγράμματος ημερήσιας φροντίδας, ο διττός ρόλος δεν αφήνει χώρο για ουσιαστική θεραπεία, ούτε χρόνο για ουσιαστική εστίαση στον εαυτό τους.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, προτείνεται, τα κονδύλια που χρησιμοποιούνται για τη χρόνια συντήρηση εξαρτημένων κρατουμένων στις φυλακές ή σε προγράμματα που φαίνεται να είναι λιγότερο ή καθόλου αποτελεσματικά, να μεταφερθούν για τη δημιουργία ειδικών θεραπευτικών φυλακών όπου ο εξαρτημένος χρήστης θα μπορεί να χαίρει της φροντίδας που δεν έλαβε από την κοινωνία και τελικά οδηγήθηκε στη χρήση και στο περιθώριο. Μια θεραπευτική φυλακή θα μπορεί να προσφέρει το πλαίσιο εκείνο που χρειάζεται το άτομο για να αφοσιωθεί στη θεραπεία του, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ένα ασφαλές και μόνιμο περιβάλλον όπου τα μέλη μπορούν να εκτίσουν την οποιαδήποτε ποινή κρατώντας πάντα το ρόλο του θεραπευόμενου και μέσα από αυτόν να εξελίσσονται.

Συνοψίζοντας λοιπόν, οι κλειστές θεραπευτικές κοινότητες φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικές από τα προγράμματα ημερήσιας φροντίδας για τους εξαρτημένους χρήστες και χρειάζεται αλλαγή και ενίσχυση των προγραμμάτων που τελικά φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα για το άτομο και την κοινωνία. Ακολουθώντας μια τέτοια πολιτική, η Πολιτεία θα ασκήσει μια ουσιαστική αντεγκληματική πολιτική και θα βγει κερδισμένη με οικονομοτεχνικούς όρους ενώ η κοινωνία θα καταφέρει να διαμορφώσει ένα υγιές και φροντισμένο σύνολο ανθρώπων, με γνώμονα το σεβασμό, την αλληλεγγύη, το νοιάξιμο και τη φροντίδα των αναγκών που τελικά προκύπτουν από την αμέλεια και την αδιαφορία που επιδεικνύει απέναντι σε κάθε τι που παρεκκλίνει από το στερεότυπο του «φυσιολογικού» και «κοινωνικά αποδεκτού».

Εάν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι η τοξικομανία αποτελεί προϊόν της έντονης δυσλειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών που οδηγούν το άτομο στην αντικειμενοποίηση των σχέσεων, στην έλλειψη οράματος και τελικά στην αναζήτηση πρόσκαιρών και εύκολων απολαύσεων, ποιος άλλος εκτός από την ίδια την κοινωνία οφείλει να το ανατρέψει;

 

[3] Στις χώρες τις ΕΕ δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα καθώς το ποινικό και σωφρονιστικό σύστημα αναφορικά με τις εξαρτήσεις αναλύεται στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.

[4] Ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 21§1, 29§1, 30 έως και 35 του Νόμου περί ναρκωτικών

[5] Οι μεταρρυθμίσεις που ορίζονται στο Νόμο, αφορούν 3 βασικούς πυλώνες: τη διάγνωση του εξαρτημένου χρήστη, την ιδιαίτερη ποινική μεταχείρισή του και την έμφαση στη θεραπεία η οποία προσφέρεται αντί ποινής.

 

Βιβλιογραφία

Alase, A. (2017, April 30). An Interpretative Phenomenological Analysis (IPA): A Guide to a Good Qualitative Research Approach. International Journal of Education and Literacy Studies, σσ. 9-19.

Bandura, A., & Schunk, D. (1981). Cultivating Competence, Self-Efficacy and Intrinsic Interest Through Proximal Self-Motivation. Journal of Personality and Social Psychology Vol41, No3, σσ. 586-598.

Carpentier, C., Royela, L., Noor, A., & Hedrich, D. (2012, January 8). Ten Years of Monitoring Illicit Drug Use in Prison Populations in Europe: Issues and Challenges. The Howard League of Criminal Justice Vol: 51, σσ. 37-66.

Community Justice Services Division of the Scottish Government. (2010, April). Review of the Drug Courts in Glasgow and Fife Sheriff Courts Report. Ανάκτηση Δεκέμβριος 2019, από

               https://www2.gov.scot/Publications/2010/01/20104607/0

De Leon, G. (2000). The Therapeutic Community: Theoty, Model and Method. New York: Springer-Verlag.

De Leon, G., Tims, F., & Jainchill, N. (1994). Therapeutic Community: Adnvances in Research and Application. USA: National Institute on Drug Abuse Research Monograph 144: NIH Publication No94-3633.

Doyle, Μ., Shakeshaft, Α., Guthrie J., Snijder M. & Butler, T. (2019, January). A systematic review of evaluations of prison-based alcohol and other drug use behavioural treatment for men. Australian and New Zealand Journal of Public Health Vol:43, No2, σσ.120-130.

Eatough, V., & Smith, J. (2017). Interpretative phenomenological analysis. Στο C. Willig, & W. Stainton-Rogers, Handbook of Qualitative Research in Psychology 2nd Edition (σσ. 193-211). London UK: Sage.

EMCDDA. (2014). Drug Use in Prison: assessment report – Reviewing tools for monitoring illicit drug use in prison populations in Europe. Luxembourg: Publications office of the European Union.

EMCDDA. (2014). Estimating public expenditure on drug-law offenders in prison Europe. Luxembourg: Publication Office of the European Union.

EMCDDA. (2019). http://www.emcdda.europa.eu.

EMCDDA. (2012). Prisons and Drugs in Europe: The Problem and Responses Selected Issue. Luxembourg: Publications Office of the European Union.

EMCDDA. (2008). The state of the drugs problem in Europe: Annual report 2008. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities.

EMCDDA. (2014). Therapeutic communities for treating adictions in Europe: Evidence, surrent practices and future challenges. Luxembourg: Publications Office of the European Union.

EMCDDA. (2014). www.emcdda.eu, Luxembourg: Publications Office of the European Union. Ανάκτηση Δεκέμβριος 2019, από

               http://www.emcdda.europa.eu/system/files/publications/783/TDAU13007ENN_462778.pdf

EMCDDA. (2017). Health and Social Responses to Drug Problems.A European Guide. Luxembourg: Publications Office of the European Union.

EMCDDA. (2019). Ευρωπαϊκή έκθεση για τα ναρκωτικά: Τάσεις και εξελίξεις. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

European Monitoring Center for Drugs and Drug Addiction (EMCDDA). (2019).

               www.emcdda.europa.eu/countries/drug-reports/2019.

Fasel, S., Bains, P., & Doll, H. (2006). Substance abuse and dependence in prisoners: a systematic review. Addiction 101, σσ. 181-191.

Foucault, M. (1976). Επιτήρηση και τιμωρία: η γέννηση της φυλακής. Αθήνα: Κέδρος.

Galassi, A., Mpofu, E., & Athanasou, J. (2015, June 19). Therapeutic Community Treatment of an Inmate Population with Substance Use Disorder: Post Release Trends in Re-Arrest, Re-Incarceration and Drug Misuse Relapse. international Journal of Environmental Research and Public Health, σσ. 7059-7072.

Given, L. (2008). The Sage Encyclopedia of Qualitative Research Methods. USA: Sage Publications.

Guydish, J., Werdegar, D., Sorensen, J., Clark, W., & Acampora, A. (1995, November-December). A day treatment program in a therapeutic community setting: six-month Outcomes: The Walden House Day Treatment Program. Journal of Substance Abuse Treatment, Vol12:6, σσ. 441-447.

Heard, C., & Ford, M. (2015). Alternatives to Prison in Europe United Kingdom. Rome: European Prison Observatory.

Jonckheere, A. c. (n.d.). Panopticon, Volume 33, Issue 1, σσ. 179-182.

Jordanova, M. (2011). Penitentiary Policy and System in the Republic of Bulgaria. Sofia: Center for the Study of Democracy.

Kelly, C., & Welsh, W. (2016). Examining Treatment Climate Across Prison-Based Substance Abuse Treatment. Substance Use & Misuse, 51:7, σσ. 902-911.

Kelly, C., Welsh, W., & Stanley, J. (2019). The Treatment Group and Recidivism: A Multilevel Analysis of Prison-Based Substance Abuse Treatment. The Prison Journal Vol.99(5): Sage Publications, σσ. 515-534.

Kinner, S. & Rich, J. (2018). Drug Use in Prisoners: Epidemiology, Implications & Policy Responses. USA: Oxford University Press

Koob, G. (2016, April 15). The dark side of emotion: the addiction perspective. European Journal of Pharmacology, σσ. 73-87.

Marietti, S. (2015). Alternatives to Prison in Europe Italy. Rome: European Prison Observatory.

Melnick, G., De Leon, G., Thomas, G., Kressel, D., & Wexler, H. (2001). Treatment Process in Prison Therapeutic Communities: Motivation, Participation and Outcome. The American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 27:4, σσ. 633-650.

Nylander, P., Giertsen, H., Kolind, T., & Frank, V. A. (2015, April). Prisoners’ experiences of drug tratment and punishment in four Nordic countries. Nordic Studies on Alcohol and Drugs, σσ. 145-164.

Pearce, S., & Pickard, H. (2013, November). How therapeutic communities work: Specific factors related to positive outcome. International Journal of Social Psychiatry, 59(7), σσ. 636-645.

Petty, R., & Krosnick, J. (2014). Attitude Strength. Antecendents and Consequences. New York: Psychology Press.

Plettinckx, E., Antoine, J., Gremeaux, L., & Van Oyen, H. (2018, November – December). Alternatives to prison for drug offeders in Belgium during the past decate. International Journal of Law and Psychiatry, σσ. 13-21.

Prochazka, R., & Nespor, K. (2019, October 1). Emotional Life of People with Addictive Disease. Cognitive Remediation Journal 8(2), σσ. 1-10.

Quinn Patton, M. (2002). Qualitative Research & Evaluation Methods. Thousand Oaks, London, New Delhi: Sage Publications.

Rehabilitation for Recovery and Reinsertion. (2017). Handbook on justice interventions and alternatives to incarceration fro drug abuse offenders. European Union: European Commission.

Simunova, L. (2016, April). www.ilaw.cas.cz/tlq. Ανάκτηση από

               https://tlq.ilaw.cas.cz/index.php/tlq/article/viewFile/208/187

Smiley-McDonald, H., & Leukefeld, C. (2005). Incarcerated Clients’ Perceptions of Therapeutic Change in Substance Abuse Treatment: A 4-Year Case Study. International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology, 49(5), σσ. 574-589.

Smith, J., Jarman, M., & Osbourne, M. (1999). Doing Interpretative Phenomenological Analysis. Qualitative Health Psychology, σσ. 218-240.

Swartz, J., Lurigio, A., & Slomka, S. (1996, October 1). The Impact of IMPACT: An Assessment of the Effectiveness of Jail-Based Treatment Program. Crime and Delinquency Journal, Vol: 42(4), σσ. 553-573.

UNHCR. (1950). ΕυρωπαΙκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Πρωτόκολλα της Σύμβασης. Rome: UNHCR.

United Nations Office on Drugs and Crime. (2017). World Drug Report 2017. Vienna: United Nations Publication.

Vandevelde, S., Broekaert, E., Schuyten, G., & Van Hove, G. (2005, June). Intellectual Abilities and Motivation Toward Substance Abuse Treatment in Drug-Involved Offenders: A Pilot Study in the Belgian Criminal Justice System. International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology: 49(3), σσ. 277-297.

Welsh, W., & McGrain, P. (2008, March 15). Predictors of theraeutic engagement in prison-based drug treatment. Drug and Alcohol Dependence 96, σσ. 271-280.

World Health Organisation. (1994). Management of Substance Abuse. Ανάκτηση 12 20, 2017, από Lexicon of alcohol and drug terms published by the World Health Organization: http://apps.who.int/iris/bitstream/10665/39461/1/9241544686_eng.pdf

Young, D., & Belenko, S. (2002). Program Retention and Perceived Coercion in Three Models of Mandatory Drug Treatment. Journal of Drug Issues: 32,1, σσ. 297-328.

Εθνικό Τυπογραφείο. (2013). Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις. Εθνικό Τυπογραφείο. (2013). “Νόμος ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1).

ΕΠΙΨΥ. (2017). Η κατάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών και των Οινοπνευματωδών στην Ελλάδα. ΑΘΗΝΑ: ΕΚΤΕΠΝ.

Ίσαρη, Φ., & Πούλιος, Μ. (2015). Ποιοτική Μεθοδολογία Έρευνας. Αθήνα: ΣΕΑΒ.

Καταγής, Β. (2019, Δεκέμβριος 10). Πλαίσιο Λειτουργίας ΘΚ ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ. (Ν. Ζαχαρτζή, Συνέντευξη στον/στην)

ΚΕΘΕΑ. (2019). Απολογισμός έργου 2018. Αθήνα: ΚΕΘΕΑ ΣΧΗΜΑ + ΧΡΩΜΑ.

ΚΕΘΕΑ. (2011, Δεκέμβριος 7). Έρευνα του ΚΕΘΕΑ για το κόστος της εξάρτησης και τα οφέλη της θεραπείας. Ανάκτηση Δεκέμβριος 2019, από https://www.kethea.gr/nea/erevna-tou-kethea-gia-kostos-tis-eksartisis-kai-ofeli-tis-therapeias/

Κελεσενλή, Χ., Κομεσίδου, Μ., Παπαδημητρίου, Κ., & Τσιργούλας, Α. (2018). Πλαίσιο Λειτουργίας ΘΚ ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ. Θεσσαλονίκη: ΚΕΘΕΑ.

Μάτσα, Κ. (2000). Ναρκωτικά και Κοινωνικη Παθολογια στην Εποχη της Παγκοσμιοποίησης. Τετράδια Ψυχιατρικης, 72, σσ. 107-118.

Μάτσα, Κ. (2006). Ψάξαμε για ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας. Αθήνα: Άγρα.

Μυλωνόπουλος, Χ. (2013). Προμήθεια, κατοχή και καλλιέργεια Ναρκωτικών προς ιδία χρήση: σκέψεις στο άρθρο 29 του νόμου 4139/2013 για τα ναρκωτικά (“Νόμος περι εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις”). Ποινική Δικαιοσύνη (2), σσ. 1-3.

Πουλόπουλος, Χ. (2011). Κοινωνική εργασία και εξαρτήσεις – οι κοινότητες της αλλαγής. Αθήνα: Τόπος.

Τσιώλης, Γ. (2014). Μέθοδοι και τεχνικές ανάλυσης στην ποιοτική κοινωνική έρευνα. Αθήνα: Κριτικοί.

Χάιδου, Α. (2002). Το σωφρονιστικό σύστημα: ζητήματα θεωρίας και πρακτικής. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Print Friendly, PDF & Email