Κοιτάζοντας προς την πύλη εισόδου: Οι προσδοκίες ως πιθανός δρόμος μετάβασης απο το αλκοόλ στην κάνναβη

 

Paul Willner

Μετάφραση: Άννα Τσιμπουκλή

 

Περίληψη:

Στόχος: Ο στόχος αυτής της μελέτης είναι να εξετάσει την υπόθεση εάν οι προσδοκίες για τα αποτελέσματα από τη χρήση κάνναβης είναι θετικότερες σε εφήβους που καταναλώνουν αλκοόλ από ό,τι σε αυτούς που δεν καταναλώνουν αλκοόλ. Συμμετέχοντες, χώρος: Οι συμμετέχοντες στη μελέτη ήταν 4.544 άτομα, 11-16 χρονών, από οκτώ γυμνάσια στο κεντρικό βοριο-δυτικό τμήμα της Αγγλίας.  Διαδικασία: Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν μόνοι τους ένα ανώνυμο ερωτηματολόγιο το οποίο περιελάμβανε ενότητες σχεδιασμένες να εντοπίσουν τις προσδοκίες των εφήβων σχετικά με τα θετικά και τα αρνητικά αποτελέσματα από τη χρήση αλκοόλ και κάνναβης καθώς επίσης και ερωτήσεις σχετικές με την κατάχρηση ουσιών και άλλα συναφή θέματα. Αποτελέσματα: Προέκυψαν τέσσερις αξιόπιστες κλίμακες έξι ερωτήσεων οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν, για να εκτιμήσουν το βαθμό προσδοκίας θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων από τη χρήση κάνναβης και αλκοόλ. Οι αρνητικές προσδοκίες ήταν αρκετά σταθερές σε όλες τις ηλικίες και τις συχνότητες χρήσης, ιδιαίτερα όσον αφορά το αλκοόλ.  Παρόλα αυτά οι θετικές προσδοκίες και από τις δύο ουσίες αυξάνονταν ιδιαίτερα με την ηλικία και ανεξάρτητα από τη συχνότητα χρήσης. Οι θετικές προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη σχετίζονταν με προσδοκίες για μελλοντική χρήση ουσιών και με μετρήσεις προβληματικής χρήσης όπως και με την αντίσταση στην επιρροή από τους ομοτίμους, υποστηρίζοντας την εγκυρότητα αυτών των μετρήσεων προσδοκίας και την πιθανή τους αξία ως διαγνωστικού εργαλείου. Η κύρια υπόθεση αυτής της μελέτης υποστηρίχθηκε. Για όσους ανέφεραν πως δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ κάνναβη, οι θετικές προσδοκίες για τα αποτελέσματα από τη χρήση κάνναβης αυξάνονταν, ενώ μειώνονταν οι αρνητικές προσδοκίες με την αυξανόμενη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα ταιριάζουν με μια εκδοχή της «υπόθεσης πύλη εισόδου» για τη σχέση μεταξύ χρήσης αλκοόλ και κάνναβης (η χρήση αλκοόλ οδηγεί σε αλλαγές στις προσδοκίες από την κάνναβη συνεπώς και στη χρήση κάνναβης), αλλά ο σωστός έλεγχος για αυτήν την υπόθεση απαιτεί μακροχρόνιες έρευνες.

 

Λέξεις κλειδιά

Αλκοόλ, κάνναβη, έφηβος, προσδοκίες αποτελέσματος, υπόθεση πύλης εισόδου

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η χρήση αλκοόλ στην εφηβεία είναι γνωστό ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την έναρξη της χρήσης παράνομων ουσιών (Bailey, 1992; Yu & Williford, 1992; Kandel et al, 1992; De-Piano & Van-Hasselt, 1994). Για παράδειγμα, πρόσφατα αναφέραμε ότι το 15% ενός δείγματος εφήβων ηλικίας 11-16 ετών στην Αγγλία έκανε χρήση ναρκωτικών σε συνδυασμό με αλκοόλ, ενώ λιγότερο από 1% αυτού του δείγματος έπαιρνε ναρκωτικά χωρίς να κάνει χρήση αλκοόλ (Sutherland and Willner, 1998). Παρόλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι δυο ουσίες παραμένει αδιευκρίνιστος (De-Piano & Van-Hasselt, 1994). Σε μια σειρά μελετών υποστηρίχθηκε η άποψη ότι το αλκοόλ λειτουργεί ‘ως πύλη εισόδου’ στα παράνομα ναρκωτικά, βάσει παρατηρήσεων της σταδιακής προόδου από το αλκοόλ στη χρήση παράνομων ουσιών (Kandel, 1975; Yamaguchi & Kandel, 1984; Welte & Barnes, 1985; Kandel et al, 1992; Kandel & Yamaguchi, 1999). Παρόλα αυτά, μια άλλη προσέγγιση θεωρεί την κατάχρηση ουσιών ένδειξη γενικότερης παραβατικής συμπεριφοράς στο πλαίσιο της οποίας η χρήση αλκοόλ έχει λιγότερη σημασία από τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών (Donovan & Jessor, 1978; Jessor, 1987). Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από την παρατήρηση ότι η χρήση ουσιών δεν σχετίζεται μόνο με την αύξηση της συχνότητας χρήσης αλκοόλ αλλά και με την αύξηση της συχνότητας μέθης (Sutherland & Willner, 1998).

Ενώ η προσέγγιση της ‘προβληματικής συμπεριφοράς’ προσφέρει μια εξήγηση της μετάβασης από το αλκοόλ στις παράνομες ουσίες, η υπόθεση της ‘πύλης εισόδου’ είναι πιο περιγραφική. Δηλαδή, η υπόθεση ότι το αλκοόλ λειτουργεί ως πύλη εισόδου στη χρήση ουσιών δεν ερμηνεύει από μόνη της τους μηχανισμούς που υποβόσκουν σε αυτήν την ακολουθία των γεγονότων. Μια επεξηγηματική υπόθεση απαιτεί έναν ενδιάμεσο παράγοντα που αλλάζει ως αποτέλεσμα της έναρξης της χρήσης αλκοόλ και στη συνέχεια αυξάνει την πιθανότητα της χρήσης ουσιών. Για παράδειγμα, η συμμετοχή σε καταστάσεις χρήσης αλκοόλ από ανηλίκους μπορεί να οδηγεί τους εφήβους σε επαφή με ένα περιβάλλον χρήσης στο οποίο είναι πιο πιθανό να τους προσφέρουν ναρκωτικά ή στο οποίο εκτίθενται περισσότερο σε στάσεις και απόψεις φιλικές προς τη χρήση. Ακόμη και αυτοί οι παράγοντες, ωστόσο, δεν μπορούν από μόνοι τους να εξηγήσουν την απόφαση ενός ατόμου να εισαχθεί στη χρήση παράνομων ουσιών στην εφηβεία.

Παρόμοιο πρόβλημα υπάρχει και στα προηγούμενα στάδια σε σχέση με την απόφαση κάποιου να ξεκινήσει τη χρήση αλκοόλ. Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντικές ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην έννοια της προσδοκίας του αποτελέσματος που ορίζεται ως η επίδραση που προσδοκούν τα άτομα να βιώσουν από την εμπειρία τους μετά τη χρήση αλκοόλ (Brown et al, 1980). Αυτές οι προσδοκίες μπορεί να είναι θετικές (π.χ. “Η χρήση αλκοόλ κάνει τα πάρτυ πιο ευχάριστα”) ή αρνητικές (π.χ. “Οι άνθρωποι που πίνουν αλκοόλ χάνουν τον έλεγχο και έχουν ατυχήματα”) και φαίνεται να καθορίζουν σημαντικά την απόφαση ενός ατόμου να καταναλώσει αλκοόλ (Goldman et al, 1987). Μελέτες με ενήλικες που έχουν χρησιμοποιήσει το Ερωτηματολόγιο Προσδοκιών από το Αλκοόλ (Alcohol Expectancies Questionnaire, AEQ: Brown et al, 1980, 1987a) έδειξαν ότι υπάρχει ποιοτική σχέση ανάμεσα στις προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ και στους τρόπους χρήσης του αλκοόλ (Brown et al, 1980; Goldman & Christiansen, 1985; Leigh & Stacy, 1993) και επίσης ότι οι προσδοκίες από το αλκοόλ μπορεί (να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν) mediate or amplify την επίδραση άλλων επικίνδυνων παραγόντων στην ανάπτυξη της προβληματικής χρήσης αλκοόλ (Miller et al, 1990; O’Malley & Maisto, 1985). Οι προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ έχουν αναπτυχθεί στη συνείδηση των εφήβων, πολύ πριν από την έναρξη της χρήσης (Miller et al, 1990; Kraus et al, 1994; Query et al, 1998). Στην εφηβεία, οι προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ αποτελούν παράγοντα πρόβλεψης των τρόπων χρήσης (Christiansen et al, 1982; Christiansen & Goldman, 1983), της μακροχρόνιας χρήσης (Christiansen et al, 1989; Aas et al, 1998) και της ανάπτυξης προβληματικής χρήσης αλκοόλ (Brown et al, 1987b).

Σε αντίθεση με την πληθώρα των ερευνών που αφορούν τις προσδοκίες για το αλκοόλ, έχει δοθεί λίγη προσοχή στις προσδοκίες που σχετίζονται με τη χρήση άλλων ουσιών, παρόλο που μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα έπαιζαν παρόμοιο σημαντικό ρόλο ως ενδιάμεση λειτουργία. Μια παραγοντική αναλυτική μελέτη προσδοκιών για την κάνναβη ανέφερε ότι η παραγοντική δομή ήταν όμοια με αυτήν που προήλθε από τη μελέτη για το αλκοόλ, κάτι που οι συγγραφείς είχαν προβλέψει στη βάση του ότι ‘η μαριχουάνα έχει κάποια αποδοχή ως ναρκωτικό διευκόλυνσης των κοινωνικών σχέσεων, η έναρξη χρήσης και των δυο ουσιών γίνεται νωρίς, τα ποσοστά έκθεσης και στις δυο ουσίες είναι υψηλά και οι φαρμακολογικές επιδράσεις και των δυο ουσιών είναι γενικές and diffuse”(Schafer & Brown, 1991). Όπως και με το αλκοόλ, αναφέρθηκε ότι οι νέοι έχουν αναπτύξει συγκεκριμένες προσδοκίες από τη χρήση παράνομων ουσιών ανεξάρτητα από την προσωπική τους εμπειρία (Stacy et al, 1996). Στο πλαίσιο της ‘προβληματικής συμπεριφοράς’ αναφέρεται ότι οι έφηβοι ξεκινούν με αρνητική στάση απέναντι στις ουσίες, εκτίθενται σε χρήστες ουσιών, αποκτούν θετική στάση και μετά δοκιμάζουν τα ναρκωτικά (Donovan & Jessor, 1978; Jessor, 1987). Παρόλα αυτά, ο ρόλος των προσδοκιών δεν έχει διερευνηθεί αρκετά.

Οι προσδοκίες από την κάνναβη μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την υπόθεση επεξήγησης όσον αφορά τη διαδικασία δια μέσου της οποίας η χρήση αλκοόλ αυξάνει την πιθανότητα για ένα άτομο να προχωρήσει σταδιακά στη χρήση κάνναβης (Smith et al, 1995; Aas et al, 1998). Η παρούσα υπόθεση είναι ότι η χρήση αλκοόλ αλλάζει τις προσδοκίες του αποτελέσματος από τη χρήση κάνναβης, δηλαδή ότι ένα άτομο που εισάγεται στη χρήση αλκοόλ αποκτά πιο θετική άποψη για τις πιθανές επιδράσεις της χρήσης κάνναβης. Η παρούσα μελέτη δεν ερευνά αυτήν την υπόθεση, η οποία θα απαιτούσε μακροχρόνια μελέτη αξιολόγησης της χρήσης αλκοόλ και κάνναβης σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η παρούσα μελέτη, ωστόσο, ερευνά την πρωταρχική υπόθεση ότι ανάμεσα στους εφήβους που δεν έχουν ακόμη αρχίσει τη χρήση κάνναβης οι προσδοκίες από την κάνναβη είναι υψηλότερες για τους χρήστες αλκοόλ παρά για τους μη-χρήστες. Έτσι, η παρούσα μελέτη λειτουργεί ως εξέταση της permissive αυτής της πλευράς της υπόθεσης ‘πύλης εισόδου’: Αν η πρόβλεψη αποδειχθεί σωστή, τότε μια μακροχρόνια μελέτη ελέγχου της υπόθεσης της διεργασίας θα δικαιωθεί. Αν, ωστόσο, η πρόβλεψη δεν αποδειχθεί σωστή, τότε θα απορριφθούν οι προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης ως παράγοντα διαμεσολάβησης της επίδρασης του αλκοόλ στην απόφαση έναρξης της χρήσης κάνναβης.

Προκειμένου να ερευνηθεί η υπόθεση, ήταν αναγκαίο, πρώτον, να δημιουργηθεί ένα ερωτηματολόγιο μέτρησης των προσδοκιών από τη χρήση κάνναβης κατάλληλο για εφήβους. Αυτό έγινε προσαρμόζοντας την παραλλαγή του Ερωτηματολογίου Προσδοκιών από το Αλκοόλ (Alcohol Expectancies Questionnaire) (Brown et al, 1987a), βάσει των γνωστών ομοιοτήτων ανάμεσα στις προσδοκίες των ενηλίκων (Schafer and Brown, 1991) και των εφήβων (Stacy et al, 1996) για τη χρήση αλκοόλ και κάνναβης. Καθώς η παρούσα μελέτη ερευνά μια ποσοτική υπόθεση, κρίθηκε αναγκαίο να μειωθούν τα ερωτηματολόγια για τις προσδοκίες σε λιγότερους παράγοντες από τις έξι/έντεκα υπο-κλίμακες του Ερωτηματολόγιου Προσδοκιών από το Αλκοόλ (Alcohol Expectancies Questionnaire) (Brown et al, 1987a) και του Ερωτηματολόγιου Προσδοκιών για την Επίδραση της Μαριχουάνας (Marijuana Effects Expectancies Questionnaire) (Schafer & Brown, 1991). Θεωρήθηκε, επίσης, αναγκαίο για μελλοντικές έρευνες οι κλίμακες που προκύπτουν να είναι σύντομες, να μειώνουν τις απαιτήσεις για προσοχή και να διευκολύνουν την ακριβή συμπλήρωση. Επομένως, ως αρχική ανάλυση χρησιμοποιήθηκε η παραγοντική ανάλυση, ώστε να προκύψουν δυο (θετική και αρνητική) κλίμακες προσδοκιών για τις ουσίες των έξι  ερωτήσεων η καθεμία. Η βαθμολογία στις κλίμακες που προέκυψαν χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια, για να ελεγχθεί η υπόθεση ότι οι προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης θα ήταν πιο θετικές ανάμεσα στους μη-χρήστες κάνναβης, στους χρήστες αλκοόλ παρά στους μη-χρήστες αλκοόλ.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συμμετέχοντες

Οι συμμετέχοντες ήταν ο συνολικός αριθμός των μαθητών (N=4544) στις σχολικές τάξεις 7-11, σε οκτώ σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη βορειοδυτική Αγγλία. Τα σχολεία βρίσκονταν σε περιοχές οι οποίες παρουσίαζαν εύρος κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, αλλά κυρίως σε περιοχές της περιφέρειας ή ημι-αγροτικές. Κανένα δεν βρισκόταν στο κέντρο κάποιας πόλης. Τα σχολεία δεν ανέφεραν τα ποσοστά των παρουσιών την ημέρα χορήγησης του ερωτηματολογίου, αλλά πολύ λίγοι από τους παρόντες μαθητές αρνήθηκαν να συμμετάσχουν.

Αναλύθηκαν μόνο τα ερωτηματολόγια στα οποία αναφερόταν η ηλικία και το φύλο. Οι αριθμοί για κάθε ηλικιακή ομάδα ήταν: 11, 309; 12, 957; 13, 1024; 14, 940; 15, 888; 16, 339. Οι αριθμοί των αγοριών και των κοριτσιών ήταν περίπου ίδιοι σε κάθε ηλικιακή ομάδα (maximum discrepancy: 48.6% vs. 51.4%). Για κάθε ανάλυση, τα στοιχεία αφορούσαν τους ερωτώμενους που απάντησαν σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις.

Εργαλεία

Το ερωτηματολόγιο διερεύνησης των προσδοκιών των εφήβων από τη χρήση αλκοόλ (Adolescent Alcohol Expectancies Questionnaire, AAEQ) προήλθε από το Ερωτηματολόγιο Προσδοκιών για το Αλκοόλ-Έφηβος (Brown et al, 1987a). Το AEQ-A είναι ένα ερωτηματολόγιο 100- ερωτήσεων που περιελάμβανε 7 κλίμακες, όπως προέκυψαν από την παραγοντική ανάλυση. Από το εργαλείο αφαιρέθηκαν με τυχαία επιλογή τέσσερις ή πέντε ερωτήσεις από κάθε κλίμακα, με εξαίρεση την κλίμακα της ‘σεξουαλικής εμβάθυνσης’ που ήταν ακατάλληλη για τόσο νέα ηλικιακά ομάδα. Πολλές από τις 26 ερωτήσεις που επιλέχθηκαν απλοποιήθηκαν (π.χ. “Το αλκοόλ διεγείρει τις αισθήσεις, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο δυνατοί και πιο ισχυροί και διευκολύνει τους καβγάδες ” επαναδιατυπώθηκε “Το αλκοόλ διευκολύνει τους καβγάδες”). Τέλος, προκειμένου να διατηρηθεί η πληρότητα του ερωτηματολογίου μετά τη συντόμευσή του, ο τρόπος των απαντήσεων άλλαξε από σωστό/λάθος σε πεντάβαθμη κλίμακα (0-4: διαφωνώ απολύτως, διαφωνώ, είμαι ουδέτερος, συμφωνώ, συμφωνώ απολύτως).

Ένα παράλληλο ερωτηματολόγιο 26 ερωτήσεων που αφορούσε τις προσδοκίες των εφήβων από τη χρήση κάνναβης (Adolescent Cannabis Expectancies Questionnaires, ACEQ) κατασκευάστηκε χρησιμοποιώντας τις ίδιες ερωτήσεις με το ερωτηματολόγιο για το Αλκοόλ (ΑAEQ), αλλά αντικαθιστώντας τη φράση «πίνει» ή  ‘πίνει αλκοόλ’ με τη φράση ‘κάνναβη’ ή ‘καπνίζει κάνναβη’.

Τα AAEQ και ACEQ εκτυπώθηκαν σε διαφορετικές σελίδες (στη μια πλευρά κάθε σελίδας) ενός ευρύτερου ερωτηματολογίου που αφορούσε διάφορες πλευρές της χρήσης ουσιών στην εφηβεία και των σχετικών προβλημάτων. Οι άλλες σημαντικές ερωτήσεις για αυτήν την αναφορά ήταν  “Αν πίνεις/καπνίζεις κάνναβη, πόσο συχνά συμβαίνει αυτό”, με τις ακόλουθες επιλογές στην απάντηση: ποτέ, κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα, καθημερινά», και “Αν το ‘να είσαι μεθυσμένος’ σημαίνει ότι αισθάνεσαι άρρωστος και διαλυμένος», «περίπου πόσες φορές έχεις μεθύσει;”, με τις ακόλουθες επιλογές στην απάντηση: ποτέ, 1-2 φορές, 3-5 φορές, 6-10 φορές, 11-20 φορές, 20+ φορές. Στοιχεία συλλέχθηκαν, επίσης, από μια κλίμακα με 8 ερωτήσεις (Κλίμακα Αξιολόγησης της Κατάχρησης Ουσιών στην Εφηβεία, Assessment of Substance Misuse in Adolescents: ASMA) που μετράει την προβληματική χρήση και μια κλίμακα 4 ερωτήσεων που μετράει την Αντίσταση στην Επιρροή των Ομοτίμων (Resistance to Peer Influence, RPI), που περιελάμβανε μία ερώτηση συγκεκριμένα για το αλκοόλ, μία για τα ναρκωτικά και δυο γενικές ερωτήσεις (Willner, 2000). Τέλος, τρεις ερωτήσεις συμπεριλήφθηκαν στην αποτίμηση των προσδοκιών για τη μελλοντική συμπεριφορά: “Πόσο πιθανόν είναι ότι του χρόνου τέτοια εποχή θα πίνεις αλκοόλ”; “Πόσο πιθανόν είναι ότι του χρόνου τέτοια εποχή θα καπνίζεις κάνναβη;” και “Πιστεύεις ότι θα έχεις ποτέ πρόβλημα με τα ναρκωτικά ή το αλκοόλ;”. Αυτές οι ερωτήσεις απαντήθηκαν σε μια κλίμακα τριών βαθμών (απίθανο, δεν ξέρω, πιθανό). Το ερωτηματολόγιο σχεδιάστηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και όλες οι απαντήσεις απαντήθηκαν συμπληρώνοντας ένα προσχεδιασμένο έντυπο.

 Διαδικασία

Τα στοιχεία συλλέχθηκαν στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1999. Τα ερωτηματολόγια χορηγήθηκαν από το/τη δάσκαλο/α της τάξης, κυρίως στο πλαίσιο του μαθήματος της προσωπικής/κοινωνικής εκπαίδευσης. Δόθηκε έμφαση στον εθελοντικό χαρακτήρα της συμμετοχής, στην ανωνυμία και στη διασφάλιση του απόρρητου, στο ότι οι μαθητές δεν έπρεπε να γράψουν το όνομα τους στο έντυπο και στο ότι ο καθηγητής δεν θα εξέταζε τα ερωτηματολόγια πριν τα στείλει για ανάλυση. Τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν κάτω από συνθήκες γραπτών εξετάσεων: Οι δάσκαλοι είχαν ενημερωθεί ότι έπρεπε να δίνουν γενικές οδηγίες στους μαθητές που έκαναν ερωτήσεις, αλλά να μην τους βοηθούν στη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου. Στο τέλος κάθε συνεδρίας, γινόταν ανασκόπηση από τους δασκάλους με στόχο να μεταφερθεί το κατάλληλο για αυτήν την ηλικιακή ομάδα μήνυμα ενάντια στη χρήση ουσιών, ενώ δινόταν έμφαση στο γεγονός ότι οι ερωτήσεις αποτελούσαν μέρος της έρευνας και δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι προωθούσαν τη χρήση ουσιών είτε από τη πλευρά του σχολείου είτε από την πλευρά των ερευνητών. Η μελέτη εγκρίθηκε από την επιτροπή δεοντολογίας του τμήματος.

Ανάλυση

Η ανάλυση των στοιχείων έγινε με τη χρήση του SPSS-PC και ακολούθησε τέσσερα στάδια. Πρώτα, οι ερωτήσεις υποβλήθηκαν σε ανάλυση principal components με varimax rotation. Κατόπιν, δυο υπο-κλίμακες έξι ερωτήσεων κατασκευάστηκαν για κάθε εργαλείο, όπως αναφέρεται στα αποτελέσματα. Αυτές οι υπο-κλίμακες χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό των θετικών και αρνητικών βαθμολογιών αναφορικά με τις προσδοκίες για κάθε μαθητή. Στη συνέχεια, οι θετικές και αρνητικές προσδοκίες για το αλκοόλ και την κάνναβη διερευνήθηκαν σε σχέση με την ηλικία, το φύλο και τη χρήση ουσιών χρησιμοποιώντας την πολύ-παραγοντική ανάλυση των μεταβλητών (manova). Σε συνέχεια ενός συνολικά θετικού F-value, η Newman-Keuls εξέταση για τους μαθητές χρησιμοποιήθηκε, για να ερευνηθούν οι διαφορές ανάμεσα στις ομάδες. Τέλος, οι σχέσεις ανάμεσα στις προσδοκίες για το αποτέλεσμα και σε άλλους παράγοντες (ASMA, RPI και προσδοκίες για μελλοντική συμπεριφορά) διερευνήθηκαν με την correlational ανάλυση. Partial product-moment correlations coefficients υπολογίστηκαν, ελέγχοντας το φύλο και την ηλικία, συσχετίσεις για τις προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης ελέγχθηκαν για τις προσδοκίες από το αλκοόλ και το αντίθετο. Όλες οι τιμές ήταν στατιστικά σημαντικές με p<0.001. Παρόλα αυτά, με δεδομένο ότι οι μεγάλοι αριθμοί μπορεί να παράγουν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις με coefficients μικρότερους του 0.1, που αντιπροσωπεύουν μόνο το 1% της συνολικής διακύμανσης, μόνο τιμές μεγαλύτερες από το 0.22, που αντιπροσωπεύουν το 5% της διακύμανσης, θεωρήθηκαν σημαντικές

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατασκευή κλιμάκων για τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ και κάνναβης

Η Principal components ανάλυση των 26 ερωτήσεων του ερωτηματολογίου για τις προσδοκίες από το αλκοόλ παρήγαγε 6 παράγοντες με  eigenvalues > 1, που αντιπροσώπευαν το 52% της διακύμανσης. Η εφαρμογή των κριτηρίων Scree plot (Cattell, 1978) έδειξε την επικράτηση δυο παραγόντων, με eigenvalues 5.7 και 2.9, που αφορούσαν το 22% και το 11% της διακύμανσης (Γράφημα 1A). Παρόλα αυτά, μετά από rotation, ο παράγοντας 1 περιελάμβανε μόνο 4 ερωτήματα, προκειμένου να δομηθεί η κλίμακα των 6 ερωτήσεων για τις προσδοκίες από το αλκοόλ. Αυτές οι ερωτήσεις συνδυάστηκαν με δυο highest-loading ερωτήματα από τον παράγοντα 3. Μια κλίμακα με 6 ερωτήσεις για τις αρνητικές επιδράσεις του αλκοόλ κατασκευάστηκε λαμβάνοντας υπόψη τις 6 highest-loading ερωτήσεις στον παράγοντα 2. Οι κλίμακες που προέκυψαν είχαν εσωτερική συνοχή (alpha) του 0.81 και 0.66, αντιστοίχως, και οι τιμές αυτές δεν αυξήθηκαν με την αφαίρεση οποιασδήποτε άλλης ερώτησης.

Η Principal components ανάλυση του ερωτηματολογίου των 26-ερωτήσεων για τις προσδοκίες από την κάνναβη παρήγαγε 6 παράγοντες με  eigenvalues > 1, που αφορούσαν το 60% της διακύμανσης. Η εφαρμογή των κριτηρίων Scree plot έδειξε την επικράτηση δυο παραγόντων, με eigenvalues 7.1 και 3.5, που αφορούσαν το 27% και το 13% της διακύμανσης (Γραφ. 1B). Κατασκευάστηκαν κλίμακες για τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη παίρνοντας τις 6 highest-loading ερωτήσεις για κάθε έναν από τους παράγοντες 1 και 2. Οι κλίμακες που προέκυψαν είχαν εσωτερική συνοχή (alpha) του 0.85 και 0.77, αντιστοίχως, και αυτές οι τιμές δεν αυξήθηκαν με την αφαίρεση οποιασδήποτε άλλης ερώτησης.

 

Οι έξι ερωτήσεις που περιλαμβάνονται φαίνονται στον Πίνακα 1. Τέσσερις για τις θετικές ερωτήσεις και πέντε για τις αρνητικές ήταν κοινές στο αλκοόλ και στην κάνναβη.

Πίνακας 1: Θετικές και αρνητικές υπό-κλίμακες για τις προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη

Ερωτηματολόγιο Προσδοκιών από το Αλκοόλ για Εφήβους (Adolescent Alcohol Expectancies Questionnaire (AAEQ)

Θετικές προσδοκίες

Πιστεύω ότι μερικά ποτά σε βοηθούν να χαρείς τις διακοπές

Είναι εντάξει να πίνεις γιατί σε βοηθάει να μπεις σε μια ευχάριστη παρέα

Το ποτό κάνει τα πάρτυ πιο διασκεδαστικά

Το αλκοόλ κάνει τον κόσμο καλύτερο μέρος

Τα αλκοόλ κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται καλά και χαρούμενα

Το αλκοόλ κάνει το άτομο να νοιώθει ευχαριστημένο με τον εαυτό του

Αρνητικές προσδοκίες

Όσοι πίνουν γελοιοποιούν τους άλλους

Όσοι πίνουν χάνουν τον έλεγχο και έχουν ατυχήματα

Οι άνθρωποι φωνάζουν στα παιδιά που πίνουν αλκοόλ

Οι άνθρωποι όταν πίνουν σπάνε και καταστρέφουν πράγματα

Οι άνθρωποι ξεχνούν τι κάνουν όταν πίνουν

Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τόσο καλά τι συμβαίνει γύρω τους όταν πίνουν

 

Ερωτηματολόγιο Προσδοκιών από την Κάνναβη για Εφήβους (Adolescent Cannabis Expectancies Questionnaire (ACEQ)

Θετικές προσδοκίες

Νομίζω ότι ένα τσιγαριλίκι είναι καλός τρόπος για να χαρείς τις διακοπές

Είναι εντάξει να καπνίζεις κάνναβη, γιατί σε βοηθάει να μπεις σε μια ευχάριστη παρέα

Πιστεύω ότι όταν καπνίζεις κάνναβη αντιμετωπίζεις καλύτερα τους άλλους

Η κάνναβη κάνει τον κόσμο καλύτερο μέρος

Η κάνναβη κάνει τα πάρτυ πιο διασκεδαστικά

Οι άνθρωποι οδηγούν καλύτερα μετά από ένα τσιγαριλίκι

Αρνητικές προσδοκίες

Όσοι καπνίζουν κάνναβη χάνουν τον έλεγχο και έχουν ατυχήματα

Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν όταν καπνίζουν κάνναβη

Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να θυμηθούν τι κάνουν όταν καπνίζουν κάνναβη

Οι άνθρωποι σπάνε και καταστρέφουν πράγματα όταν καπνίζουν κάνναβη

 

Θετικές και αρνητικές προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη

Το Γράφημα 2 δείχνει τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο. Και οι τέσσερις μεταβλητές έδειξαν να έχουν σημαντική επίδραση για το φύλο και την ηλικία, αλλά καμία από τις αλληλεπιδράσεις φύλου Χ ηλικίας δεν ήταν σημαντική.

Οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ ήταν υψηλότερες στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια (F=36.3, p<0.001) και αυξάνονταν σημαντικά με την ηλικία (F=51.3, p<0.001), με σημαντική χρόνο με το χρόνο αύξηση από 12 σε 15 (F=4.1, p<0.05). Οι αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ ήταν σημαντικά χαμηλότερες στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια (p<0.05) και μειώνονταν σημαντικά με την ηλικία (F=3.8, p<0.002). Παρόλα αυτά, η απόλυτη magnitude και των δυο επιδράσεων ήταν εξαιρετικά μικρή.

Και οι θετικές και οι αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες για το αλκοόλ. Οι θετικές προσδοκίες για την κάνναβη ήταν υψηλότερες στα αγόρια από τα κορίτσια (F=13.6, p<0.001) και αυξάνονταν σημαντικά με την ηλικία (F=38.3, p<0.001), με σημαντικές χρόνο με το χρόνο αυξήσεις από 13 σε 15 (p<0.05). Οι αρνητικές προσδοκίες για την κάνναβη ήταν σημαντικά χαμηλότερες στα αγόρια από τα κορίτσια (F=9.1, p<0.005) και μειώθηκαν σημαντικά με την ηλικία (F=20.7, p<0.001). Και εδώ, οι αλλαγές στις αρνητικές προσδοκίες σε σχέση με την ηλικία ήταν σχετικά μικρές.

Υπήρχαν σημαντικές correlations (με έλεγχο της ηλικίας και του φύλου) ανάμεσα στις προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη (θετικές, r=0.38; αρνητικές, r=0.35; διαφορά, r=0.42). Αυτές οι correlations εξετάσθηκαν, επίσης, σε καθεμία από τις τρεις υπό-ομάδες των ερωτώμενων: ποτέ-πότες, πότες αλλά ποτέ χρήστες κάνναβης και χρήστες κάνναβης.  Παρόλο που είναι σημαντικές και στις τρεις ομάδες, οι πιο ισχυρές σχέσεις παρατηρήθηκαν ανάμεσα σε αυτούς που δεν έπιναν (θετικές, r=0.37; αρνητικές, r=0.48; διαφορετικές, r=0.46).

Συχνότητα στη χρήση αλκοόλ και κάνναβης

Ο πίνακας 2 δείχνει τον αριθμό των ερωτώμενων που ανέφεραν συνδυασμό αλκοόλ και κάνναβης.  Τα συνολικά περιθώρια δείχνουν ότι η συχνότητα στη χρήση κάθε ουσίας είναι ανεξάρτητη από την άλλη.  Αυτά τα γραφήματα δείχνουν ότι στους χρήστες κάθε ουσίας η μέση συχνότητα χρήσης ήταν μηνιαία.  Περίπου το 70% των ερωτώμενων ανέφερε κάποια χρήση αλκοόλ και περίπου το 10% κάποια χρήση κάνναβης. Το 2.5% του δείγματος ανέφερε συχνή (εβδομαδιαία) χρήση και των δυο ουσιών.  Η χρήση αλκοόλ αναφέρθηκε από περισσότερο από το 65% των ερωτώμενων που ανέφερε ότι δεν κάπνισε ποτέ κάνναβη, ενώ περίπου το 20% αυτής της ομάδας ανέφερε συχνή (εβδομαδιαία) χρήση αλκοόλ.  Παρόλα αυτά, σε σύγκριση με προηγούμενα στοιχεία (Sutherland & Willner, 1998), η χρήση κάνναβης αναφέρθηκε μόνο από το 1.3% (n=18) των ερωτώμενων που ανέφεραν ότι έχουν πιει ποτέ αλκοόλ.

Πίνακας 2

Συχνότητα χρήσης αλκοόλ και κάνναβης 1

 

Συχνότητα χρήσης κάνναβης

         Χρονιά81410434835 Μήνας1003424114141114 Εβδομ.60042814324790 Ημέρα127614832187

    Ποτέ Χρονιά Μήνας Εβδομ. Ημέρα Σύνολο
  Ποτέ 1322 2 3 6 7 1340
Συχνότητα
Χρήσης
Αλκοόλ
  Σύνολο 3866 102 143 74 81 4266

1 Ο πίνακας δείχνει ότι το αριθμό των ερωτώμενων που αναφέρει κάθε συνδυασμό στη συχνότητα χρήσης αλκοόλ και κάνναβης. Τα επιμέρους σύνολα δείχνουν τους συνολικούς αριθμούς χρήσης αλκοόλ (κάθετες στήλες) και κάνναβης (οριζόντιες).

 

Σχέσεις ανάμεσα στις προσδοκίες από το αλκοόλ/κάνναβη και στη χρήση αλκοόλ/κάνναβης

Το γράφημα 3 δείχνει τις προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη σε συνάρτηση με τις συχνότητες χρήσης αλκοόλ και κάνναβης.

Οι αρνητικές προσδοκίες από το αλκοόλ άλλαξαν λίγο σε συνάρτηση με τη χρήση είτε του αλκοόλ (αριστερό πάνελ: μαύρα τετράγωνα) είτε της κάνναβης (δεξί πάνελ: μαύρα τετράγωνα). Παρόλα αυτά, οι θετικές προσδοκίες από το αλκοόλ αυξήθηκαν κάθετα με τη χρήση αλκοόλ (αριστερό πάνελ: μαύροι κύκλοι) και σχεδόν διπλασιάστηκαν σε αυτούς που πίνουν κάθε μέρα σε σχέση με αυτούς που δεν πίνουν ποτέ. Αυτή η σχέση δεν μπορεί να αποδοθεί στη συχνότητα αύξησης της χρήσης ανάλογα με την ηλικία, γιατί υπήρχε σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στις θετικές προσδοκίες και στη συχνότητα της χρήσης (r=0.52) μετά τον  controlling της ηλικίας. Οι τιμές στις θετικές και αρνητικές προσδοκίες ήταν σχεδόν ίδιες σε αυτούς που έκαναν καθημερινή χρήση αλκοόλ. Οι θετικές προσδοκίες για το αλκοόλ ήταν υψηλότερες σε όσους έκαναν χρήση κάνναβης σε σχέση με αυτούς που δεν έκαναν, αλλά κατά τα άλλα άλλαζαν λίγο ως αποτέλεσμα της συχνότητας της χρήσης της κάνναβης (δεξί πάνελ: μαύροι κύκλοι). Αυτό πιθανόν ανακλά το γεγονός ότι το 99.6% των χρηστών κάνναβης ανέφερε, επίσης, χρήση αλκοόλ.

Οι προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης άλλαζαν σημαντικά σε συνάρτηση με τη χρήση κάνναβης (δεξί πάνελ), με μια threefold αύξηση στις θετικές προσδοκίες (λευκοί κύκλοι) και ένα 30% μείωσης στις αρνητικές επιδράσεις (λευκοί κύκλοι) στους καθημερινούς χρήστες σε σχέση με αυτούς που δεν έκαναν ποτέ χρήση. Τα pattern της αλλαγής ήταν πιο δραματικά σε σχέση με αυτά που αφορούσαν τις προσδοκίες από το αλκοόλ. Στην περίπτωση του αλκοόλ, μια διαφορά του 8.3 ανάμεσα στις τιμές για τις αρνητικές και τις θετικές προσδοκίες στους μη-χρήστες αλκοόλ μειώθηκε στο μηδέν για αυτούς που έκαναν καθημερινή χρήση. Παρόλα αυτά, στην περίπτωση της κάνναβης η σχεδόν ταυτόσημη διαφορά (8.4) ανάμεσα στις αρνητικές και θετικές τιμές για τους μη-χρήστες κάνναβης αντιστράφηκε στο σημείο 6.9 excess των θετικών έναντι των αρνητικών τιμών από την καθημερινή χρήση κάνναβης. Επιπλέον, η αλλαγή στις προσδοκίες από την κάνναβη ως αποτέλεσμα της χρήσης κάνναβης δεν μπορεί να αποδοθεί σε αύξηση σχετική με την αύξηση στη συχνότητα της χρήσης κάνναβης, γιατί οι θετικές προσδοκίες και η συχνότητα της χρήσης σχετίζονταν σημαντικά (r=0.44) μετά τον controlling για την ηλικία.

Αναφορικά με την εμφανή μεταβολή από τις κυρίως αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη ανάμεσα στους μη-χρήστες στις κυρίως θετικές προσδοκίες από τους συστηματικούς χρήστες (Fig. 3) είχε ενδιαφέρον να εξεταστεί η διαγνωστική αξία της μέτρησης των ‘διαφορών’. Πίνακες συχνότητας κατασκευάστηκαν για την κατανομή καθεμιάς από τις πέντε ομάδες συχνότητας-χρήσης-αλκοόλ σε πέντε τυχαία επιλεγμένες  σε εύρος βαθμολογίες ‘διαφοράς’ (< -10; -10 – -3; -2 – +2; +3 – +10; > +10). Οι ακραίες αρνητικές βαθμολογίες (< -10) σχεδόν χωρίς διαφορά (99.5%) προέκυψαν για τους μη-χρήστες κάνναβης: η μόνη εξαίρεση ήταν 6 ‘ετήσιοι’ χρήστες κάνναβης.  Οι μη συστηματικοί χρήστες (μήνας/ εβδομάδα/ καθημερινά) είχαν ακραίες βαθμολογίες στην αρνητική κλίμακα. Αντίθετα, ενώ οι χρήστες κάνναβης αντιπροσώπευαν μόλις το 10% του συνολικού δείγματος, παρήγαν το 77% των βαθμολογιών στις ακραίες θετικές διακυμάνσεις (> +10). Οι χρήστες κάνναβης αντιπροσώπευαν το 4%, 16% και 57% των μεσαίων βαθμολογιών διακύμανσης της ‘διαφοράς’. Ανάμεσα στους χρήστες κάνναβης, οι ποιο συχνοί χρήστες έτειναν να έχουν πιο θετικές βαθμολογίες ‘διαφοράς’ (Γραφ. 3), αλλά αυτή η μέτρηση δεν διαφοροποιείται με σαφήνεια στις ομάδες.

Προσδοκίες από την κάνναβη σε σχέση με τη χρήση αλκοόλ

Οι βαθμολογίες για τις προσδοκίες από την κάνναβη έδειξαν ίδιες, αν και λιγότερο σημαντικές, αλλαγές ως αποτέλεσμα της χρήσης αλκοόλ (Γραφ. 3: αριστερή πλευρά): καθώς η συχνότητα χρήσης αλκοόλ αύξανε, οι θετικές προσδοκίες από την κάνναβη αύξαναν (λευκοί κύκλοι) και οι αρνητικές προσδοκίες μειώνονταν (λευκά τετράγωνα).  Πράγματι οι αλλαγές στη βαθμολογία θετικό-αρνητικό ανάμεσα στους μη χρήστες και στους καθημερινούς χρήστες αλκοόλ παρουσίαζαν μεγάλη ομοιότητα ως προς το μέγεθος με αυτές που παρατηρήθηκαν για το αλκοόλ. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην αυξημένη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ και σε πιο θετικές προσδοκίες από την κάνναβη.  Παρόλα αυτά, η ερμηνεία αυτής της σχέσης περιπλέκεται από την παρουσία μιας μικρής (r=0.24) αλλά σημαντικής (p<0.001) συσχέτισης ανάμεσα στη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ και της χρήσης καπνού. Έτσι, οι αλλαγές από τις προσδοκίες για την κάνναβη που φαίνονται στο Γράφημα 3 (αριστερή πλευρά) μπορεί να αντικατοπτρίζουν μάλλον αλλαγές στη συχνότητα χρήσης κάνναβης παρά στη χρήση αλκοόλ.

Προκειμένου να εξετάσουμε την επίδραση της χρήσης αλκοόλ στις προσδοκίες για την κάνναβη ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση της χρήσης κάνναβης, διεξήχθη περαιτέρω ανάλυση, η οποία περιορίστηκε σε αυτούς που δεν έκαναν ποτέ χρήση κάνναβης οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία του δείγματος (90%). Αυτά τα δεδομένα αναλύθηκαν με την τεχνική manova, με την ηλικία, το φύλο και το σχολείο ως covariates. Τα αποτελέσματα φαίνονται στο Γράφημα 4 (αριστερή πλευρά). Σε αυτήν την υπό-ομάδα των μη-χρηστών κάνναβης, οι θετικές προσδοκίες για την κάνναβη αύξαναν (F=87.6, p<0.001) και οι αρνητικές μειώνονταν (F=12.8, p<0.001) σε συνάρτηση με τη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ. Όσοι κατανάλωναν αλκοόλ κάποιες φορές το χρόνο δεν διέφεραν από όσους δεν έπιναν ποτέ όσον αφορά τις προσδοκίες τους από την κάνναβη. Παρόλα αυτά, οι θετικές προσδοκίες από την κάνναβη ήταν σημαντικά υψηλότερες σε όσους έπιναν σε καθημερινή, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση σε σχέση με αυτούς που δεν έπιναν ποτέ ή έπιναν κάποιες φορές το χρόνο αλκοόλ (p<0.05) και οι αρνητικές προσδοκίες για την κάνναβη ήταν σημαντικά χαμηλότερες (p<0.05) σε όσους  έπιναν σε καθημερινή, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση, σε σχέση με αυτούς που δεν έπιναν ποτέ ή έπιναν κάποιες φορές το χρόνο αλκοόλ. Η διακεκομμένη γραμμή στο Γράφημα 4 (αριστερή πλευρά) δείχνει το μέγεθος των διαφορών ανάμεσα στις βαθμολογίες των θετικών και αρνητικών προσδοκιών από τη χρήση κάνναβης, που ήταν σχεδόν 50% χαμηλότερες σε καθημερινούς χρήστες αλκοόλ σε σχέση με αυτούς που δεν έπιναν ποτέ ή έπιναν κάποιες φορές το χρόνο αλκοόλ.

Ένα επιπλέον στάδιο αναλύσεων χρησιμοποιήθηκε για τους μη-χρήστες κάνναβης, προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι αυτές οι σχέσεις δεν ήταν τυχαίο κατασκεύασμα των συγκεκριμένων ερωτήσεων που επιλέχθηκαν για να συμπεριληφθούν στις κλίμακες προσδοκιών από την κάνναβη. Πρώτον, δυο νέες κλίμακες προσδοκιών κατασκευάστηκαν χρησιμοποιώντας 4 θετικές και 4 αρνητικές ερωτήσεις από τις αρχικές κλίμακες οι οποίες είχαν αφαιρεθεί και αναλύθηκαν με τον ίδιο τρόπο όπως στις αρχικές κλίμακες. Όπως και στις αρχικές κλίμακες, οι νέες έδειξαν ότι υπήρχε αύξηση στις θετικές προσδοκίες από την κάνναβη (F=52.6, p<0.001) και μείωση στις αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη (F=14.1, p<0.001) σε συνάρτηση με τη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ. Οι νέες κλίμακες έδειξαν τις ίδιες επαναλαμβανόμενες σχέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες συχνότητας της χρήσης αλκοόλ όπως περιγράφεται παραπάνω για τις αρχικές κλίμακες (p<0.05, SNK tests). Τέλος, μια περαιτέρω manova διενεργήθηκε χρησιμοποιώντας και τις 20 ατομικές ερωτήσεις είτε στην αρχική είτε στη νέα κλίμακα. Σημαντικά υψηλότερες (p<0.001) σχέσεις με τη συχνότητα της χρήσης αλκοόλ βρέθηκαν και για τις 10 ερωτήσεις θετικών προσδοκιών από την κάνναβη και για τις 6/10 ερωτήσεις αρνητικών προσδοκιών (οι τιμές p για τις υπόλοιπες 4 ερωτήσεις αρνητικών προσδοκιών ήταν: 0.029, 0.034, 0.052, 0.125).

Προσδοκίες από την Κάνναβη σε σχέση με τη μέθη

Καθώς οι προηγούμενες μελέτες βρήκαν ιδιαίτερα πιθανές σχέσεις ανάμεσα στη μέθη και την παράνομη χρήση ουσιών (Sutherland & Willner, 1998), με επιπλέον ανάλυση εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στη συχνότητα της μέθης και στις προσδοκίες από την κάνναβη (Γραφ. 4, δεξιά πλευρά). Αυτή η ανάλυση περιορίστηκε σε μια υπο-ομάδα των ερωτώμενων (n=612) η οποία ανέφερε χρήση αλκοόλ τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση αλλά χωρίς να έχει κάνει ποτέ χρήση κάνναβης. Ηλικία, φύλο και συχνότητα χρήσης αλκοόλ εισήχθησαν ως  covariates. Η αυξημένη μέθη σχετιζόταν με σημαντικές αυξήσεις στις θετικές προσδοκίες από την κάνναβη (F=4.6, p<0.001) και μείωση στις αρνητικές προσδοκίες (F=2.9, p<0.001). ¨Όσοι ερωτώμενοι ανέφεραν ότι είχαν μεθύσει περισσότερες από 20 φορές, η διαφορά ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη (διακεκομμένη γραμμή στο Γράφημα 4, δεξιά πλευρά) ήταν περίπου 50% χαμηλότερες από όσους ανέφεραν ότι δεν είχαν μεθύσει ποτέ.

 

Σχέσεις ανάμεσα στις προσδοκίες από την κάνναβη και άλλες μετρήσεις

Καθώς οι αρνητικές προσδοκίες από την κάνναβη ήταν παρόμοιες σε συνάρτηση με την ηλικία και τη συχνότητας της χρήσης ουσιών, η σχέση με άλλες μετρήσεις διερευνήθηκε μόνο για τις θετικές προσδοκίες. Οι προσδοκίες από την κάνναβη ελέγχθηκαν όταν έγιναν οι συσχετισμοί με τις προσδοκίες για το αλκοόλ και το αντίστροφο.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ σχετίστηκαν με τις προσδοκίες από τη μελλοντική χρήση αλκοόλ (r=0.49), αλλά όχι από τη μελλοντική χρήση κάνναβης (r=0.09), ενώ οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης σχετίστηκαν με τις προσδοκίες από τη μελλοντική χρήση κάνναβης (r=0.47), αλλά όχι από τη μελλοντική χρήση αλκοόλ (r=0.07). Οι μετρήσεις αυτές ήταν σημαντικές (p<0.001) και ουσιαστικές (r>0.22) για καθεμιά από τις τρεις υπό-ομάδες ερωτώμενων: μη-χρήστες αλκοόλ, χρήστες αλκοόλ αλλά όχι κάνναβης και χρήστες κάνναβης.

Η προβληματική χρήση ουσιών (ASMA) σχετιζόταν με τις προσδοκίες από την κάνναβη (r=0.35), αλλά όχι με τις προσδοκίες από το αλκοόλ (r=0.03). Καμία μεταβλητή δεν σχετιζόταν ιδιαίτερα με τις προσδοκίες από τη μελλοντική χρήση ουσιών (r=0.19) ή προβλημάτων με το αλκοόλ (r=0.18). Παρόλα αυτά, υπήρχε σημαντικότερη σχέση ανάμεσα στις θετικές προσδοκίες από την κάνναβη και στις προσδοκίες από μελλοντικά προβλήματα με την υπο-ομάδα των χρηστών κάνναβης (r=0.30). Οι προσδοκίες από την κάνναβη και το αλκοόλ σχετίζονταν αντιστρόφως με την ικανότητα αντίστασης στις πιέσεις της ομάδας ομοτίμων (RPI: r=-0.35 and –0.22, respectively). Όπως ήταν αναμενόμενο, με δεδομένο ότι η κλίμακα RPI περιελάμβανε μια ερώτηση σχετική με το αλκοόλ και μια για άλλες ουσίες, οι τιμές αυτές ήταν κάπως υψηλότερες (-0.44 and –0.34), όταν οι συσχετίσεις γίνονταν χωρίς να ελεγχθεί η ‘χρήση άλλων ουσιών’.

Καθώς η βαθμολογία ‘διαφοράς’ για τις προσδοκίες από την κάνναβη εμφανίστηκε να έχει διαγνωστική χρησιμότητα σε σχέση με τον εντοπισμό των χρηστών κάνναβης (βλέπε παραπάνω), αυτή η μεταβλητή εξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με τις βαθμολογίες στο ASMA (Γράφημα 5). Μόνο 9 παιδιά (0.7%) προσέφεραν βαθμολογίες ‘διαφοράς’ στην ακραία διακύμανση (< -10) και χαρακτηρίστηκαν ως ‘σε κίνδυνο’ ή πιθανοί ‘προβληματικοί χρήστες’ (ASMA βαθμολογίες 9-12 και >12 αντιστοίχως; Willner, 2000). Αντίθετα, πιθανοί ‘μελλοντικοί προβληματικοί χρήστες’, που ήταν μόνο το 1.5% του συνολικού δείγματος, αντιπροσώπευαν το 29% της ομάδας προσφέροντας βαθμολογίες ‘διαφοράς’ στις ακραίες θετικές διακυμάνσεις (< +10), με τα παιδιά ‘σε κίνδυνο’ (7.5% του δείγματος) να αποτελούν το υπόλοιπο 40% αυτής της ομάδας.

 

Συζήτηση

Το ερωτηματολόγιο προσδοκιών χρήσης αλκοόλ και ουσιών στην εφηβεία

Για τους σκοπούς της μελέτης κατασκευάστηκαν τέσσερις κλίμακες έξι ερωτήσεων προκειμένου να μετρήσουμε τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ και κάνναβης. Και οι τέσσερις κλίμακες παρουσίασαν αξιοπιστία. Κάθε κλίμακα αντιμετωπίζει δυο ή περισσότερες διαστάσεις που περιγράφονται σε προηγούμενες παραγοντικές-αναλυτικές μελέτες για τις προσδοκίες αναφορικά με το αλκοόλ και την κάνναβη (Brown et al, 1987a; Schafer & Brown 1991). Οι θετικές προσδοκίες για το αλκοόλ περιλαμβάνουν τρεις ερωτήσεις ‘κοινωνικής διευκόλυνσης’ και τρεις ερωτήσεις ‘συνολικής βελτίωσης’, ενώ οι αρνητικές προσδοκίες για το αλκοόλ περιλαμβάνουν τέσσερις ερωτήσεις για ‘γνωστική/κινητική δυσκολία’ και δυο για ΄συνολικές δυσκολίες’. Οι κλίμακες για την κάνναβη είναι παρόμοιες με μόνη διαφορά ότι οι θετικές προσδοκίες από την κλίμακα της κάνναβης περιλαμβάνει μόνο τις ερωτήσεις για τις ΄συνολικές δυσκολίες’ και μια ερώτηση στο τομέα της ‘αυξημένης  και ‘γνωστικής βελτίωσης’.

Η εγκυρότητα αυτών των κλιμάκων υποστηρίζεται από τη σχέση ανάμεσα στις βαθμολογίες των προσδοκιών για το αποτέλεσμα και σε άλλες μετρήσεις. Πρώτον, οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ προέβλεψαν τις προσδοκίες από τη χρήση που ακολούθησε και οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης προέβλεψαν τις προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης που ακολούθησε, αλλά δεν συνέβη το αντίστροφο. Δεύτερον, οι προσδοκίες από την κάνναβη αλλά όχι από το αλκοόλ σχετίζονταν με τη βαθμολογία στο ASMA, που μετράει την προβληματική χρήση ουσιών αλλά όχι την προβληματική χρήση αλκοόλ (Willner, 2000). Τρίτον, οι υψηλές θετικές προσδοκίες από το αλκοόλ και την κάνναβη σχετίζονταν με τη χαμηλή αντίληψη αυτό-αποτελεσματικότητας για αντίσταση στην πίεση των ομοτίμων, που θεωρείται κεντρικό χαρακτηριστικό στην ανάπτυξη προβληματικής χρήσης ουσιών (Bandura, 1997, Di Clemente et al, 1995, Marlatt et al, 1995).

Οι βαθμολογίες στις κλίμακες προσδοκιών διέφεραν σημαντικά ανάλογα με την ηλικία και τις εμπειρίες από τη χρήση αλκοόλ και ουσιών. Ο Query και οι συνεργάτες του (1998) ανέφεραν μικρή αύξηση στην ενσωμάτωση μη-επιθυμητών για το αλκοόλ προσδοκιών σε παιδιά ηλικίας 8 και 9 ετών. Στην παρούσα μελέτη οι βαθμολογίες από την κλίμακα των αρνητικών προσδοκιών ήταν αξιοσημείωτα σταθερές σε όλες τις ηλικίες και συχνότητες χρήσης αλκοόλ, υποδηλώνοντας ότι μέχρι την ηλικία των 11 ετών τα παιδιά έχουν διαμορφώσει άποψη για τις αρνητικές επιδράσεις της χρήσης αλκοόλ, η οποία αλλάζει ελάχιστα στη διάρκεια της εφηβείας και δεν επηρεάζεται από τις δικές τους εμπειρίες από τη χρήση. Αντίθετα, ενώ δεν υπάρχουν αλλαγές στις θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ στις ηλικίες 11 και 12, η υιοθέτηση θετικών προσδοκιών αυξάνει σημαντικά στις ηλικίες 12 έως 16. Ο Query και οι συνεργάτες του (1998)  αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν αλλαγές στις θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ στις ηλικίες 8 έως 9 ετών, αλλά οι μετρήσεις που έγιναν στις δυο μελέτες ήταν πολύ ανόμοιες για να κρίνουν κατά πόσο οι προσδοκίες παρέμειναν σταθερές στις ηλικίες από 8 έως 12. Σημαντική σχέση παρατηρήθηκε, επίσης, ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από τη συχνότητα της χρήσης και ανεξαρτήτως ηλικίας. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία από αυτήν την δια-στρωματική έρευνα δεν επιτρέπουν αιτιολογικές αναφορές στο βαθμό που οι προσδοκίες επηρεάζουν ή επηρεάζονται από τη χρήση αλκοόλ (cf. Smith et al, 1995; Aas et al, 1998).

Παρά το γεγονός ότι έχουν στο παρελθόν συζητηθεί οι θετικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης στην εφηβεία (Stacy et al, 1996), δεν έχουν αναφερθεί κλίμακες για τη μέτρηση των θετικών και αρνητικών προσδοκιών από τη χρήση κάνναβης. Επειδή στην παρούσα μελέτη αναπτύχθηκαν κλίμακες για τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ και κάνναβης, σχεδιάστηκαν ώστε να είναι όσον το δυνατόν ίδιες σε δομή, να επιτρέπουν ποσοτικούς συσχετισμούς για τις προσδοκίες ανάμεσα στο αλκοόλ και στην κάνναβη και για την ηλικιακή ομάδα των 11-16 ετών. Οι αλλαγές στις προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης ανάλογα με την ηλικία και τις εμπειρίες από τη χρήση ήταν γενικά όμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν για το αλκοόλ, αλλά υπήρχαν κάποιες διαφορές. Πρώτον, οι βαθμολογίες για τις θετικές και αρνητικές προσδοκίες ήταν χαμηλότερες για την κάνναβη σε όλες τις ηλικίες. Οι ερωτώμενοι διαφωνούσαν ή συμφωνούσαν πολύ όσον αφορά τις θετικές προσδοκίες αλλά ήταν λιγότερο πιθανόν να αποδεχθούν αρνητικές προσδοκίες.  Αυτό δείχνει ότι οι έφηβοι ίσως θεωρούν ότι η κάνναβη είναι λιγότερο πιθανόν σε σχέση με το αλκοόλ να έχει οποιαδήποτε επίδραση, δείχνοντας έτσι ότι ίσως την θεωρούν λιγότερο ψυχοτρόπα ουσία. Αυτές οι διαφορές είναι απίθανο να αντικατοπτρίζουν μικρότερη εξοικείωση με τις επιδράσεις της κάνναβης, καθώς αυτό θα παρήγαγε περισσότερες απαντήσεις του τύπου ‘ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ’, οι οποίες θα μείωναν τη βαθμολογία στις αρνητικές προσδοκίες αλλά θα την αύξαναν στις θετικές. Δεύτερον, οι αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης μειώθηκαν σε συνάρτηση με την ηλικία και την εμπειρία. Αυτό δείχνει ότι κάποιες αρνητικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης, που αναπτύχθηκαν μέχρι την ηλικία των 11 δεν επιβεβαιώνονται άμεσα από τις εμπειρίες της χρήσης ουσιών ή από τις εμπειρίες χρήσης κάνναβης από φίλους.  Παρόλα αυτά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η κατεύθυνση της αιτιολογίας ανάμεσα στις προσδοκίες και στη χρήση δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια από την παρούσα δια-στρωματική έρευνα. Τρίτον, η έναρξη της αύξησης των θετικών προσδοκιών από τη χρήση κάνναβης στην ηλικία των 13 έγινε ένα χρόνο αργότερα σε σχέση με την αύξηση στις θετικές προσδοκίες από τη χρήση αλκοόλ. Αυτό σχετίζεται με τη μεταγενέστερη έναρξη της χρήσης κάνναβης (π.χ. Sutherland & Willner, 1998). Τέταρτον, ενώ η καθημερινή χρήση αλκοόλ σχετιζόταν με την εξίσωση των θετικών και αρνητικών προσδοκιών από τη χρήση αλκοόλ, η συχνή χρήση κάνναβης σχετιζόταν με μια εμφανή μεταβολή από κυρίως αρνητικές προσδοκίες από αυτήν σε κυρίως θετικές.  Αυτό δείχνει ότι οι προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης αλλάζουν ως αποτέλεσμα των εμπειριών από τη χρήση ουσιών, ίσως περισσότερο από ό,τι συμβαίνει με το αλκοόλ, αν και δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο βέβαιο συμπέρασμα. Η μεταστροφή των κυρίως αρνητικών προσδοκιών σε θετικές ως επακόλουθο της αύξησης της χρήσης μπορεί να έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία ως εργαλείο εξέτασης, καθώς οι ακραίες βαθμολογίες στη μέτρηση ‘διαφοράς’ διαφοροποίησαν τους χρήστες αλκοόλ από τους μη-χρήστες και τις ομάδες παιδιών που ήταν ή δεν ήταν ‘σε κίνδυνο’ για προβληματική χρήση ή για μελλοντική χρήση ουσιών, όπως φαίνονται από τις βαθμολογίες τους στο ASMA (Willner, 2000). Όλα αυτά χρήζουν περαιτέρω μελέτης.

Ελέγχοντας την υπόθεση της επιτρεπτικής πύλης

Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, η υπόθεση της ‘πύλης εισόδου’ προτείνει ότι η χρήση αλκοόλ είναι προαπαιτούμενο της χρήσης παράνομων ουσιών (Kandel, 1975; Yamaguchi & Kandel, 1984; Welte & Barnes, 1985; Kandel et al, 1992; Kandel & Yamaguchi, 1999). Κάποια στοιχεία δείχνουν ότι η σημασία του αλκοόλ ως πύλης εισόδου στη χρήση κάνναβης μπορεί να έχει εξαλειφθεί σε ένα δείγμα της Νέας Υόρκης με την αύξηση στη διαθεσιμότητα της κάνναβης αν και αυτές οι δυο ουσίες εξυπηρετούν ακόμη την είσοδο σε άλλες ουσίες (Golub & Johnson, 1994). Στο παρόν, ωστόσο, δείγμα η χρήση κάνναβης δεν γινόταν από μη χρήστες αλκοόλ, όπως παρατηρήθηκε σε προηγούμενα συγκρίσιμα και ανεξάρτητα δείγματα άγγλων εφήβων (Sutherland & Willner, 1998).

Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξετάσει την υπόθεση ότι οι προσδοκίες από την κάνναβη θα ήταν πιο θετικές στους χρήστες αλκοόλ, ανεξαρτήτως της χρήσης κάνναβης.  Ο καλύτερο τρόπος για τον έλεγχο αυτής της υπόθεσης ήταν να εξεταστεί η σχέση ανάμεσα στις προσδοκίες από την κάνναβη και τη χρήση αλκοόλ σε εφήβους που ανέφεραν ότι δεν έκαναν ποτέ χρήση κάνναβης.  Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα μελέτη στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτό-αναφορές και άρα η αξιοπιστία της δεν είναι εγγυημένη (Martin & Winters, 1998; Williams et al, 1995), αν και υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν την αξιοπιστία της αυτό-αναφοράς της κατάχρησης ουσιών στην εφηβεία (Maisto et al, 1995; Oetting et al, 1984.  Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, σχετικά με τα αποτελέσματα (Γραφ. 4, αριστερή πλευρά) ήταν σαφές ότι: οι προσδοκίες από την κάνναβη ήταν πανομοιότυπες στους νέους πότες, σχετικές στους μη-πότες αλλά σημαντικά πιο θετικές σε όσους έπιναν σε εβδομαδιαία βάση ή καθημερινώς.  Παρόμοιες επιδράσεις στις προσδοκίες από την κάνναβη υπήρχαν σε σχέση με τη συχνότητα της μέθης σε ερωτώμενους που ανέφεραν συχνή χρήση αλκοόλ αλλά μη-χρήση κάνναβης (Γραφ. 4, δεξιά πλευρά).

Και στις δύο κατηγορίες, χρήστες και μη-χρήστες αλκοόλ και κάνναβης, οι προσδοκίες για το αλκοόλ και την κάνναβη σχετιζόταν σημαντικά. Αυτή η σχέση προσφέρει έναν πιθανό μηχανισμό σχέσης ανάμεσα στη χρήση αλκοόλ, στις προσδοκίες για το αλκοόλ, στις προσδοκίες για την κάνναβη και στη χρήση κάνναβης: αν η εμπειρία από το αλκοόλ προκαλεί αύξηση στις θετικές προσδοκίες από το αλκοόλ (Smith et al, 1995; Aas et al, 1998), τότε οι θετικές προσδοκίες από την κάνναβη πρέπει επίσης να αυξηθούν. Διαφορετικά, η χρήση αλκοόλ κάτω από τα επιτρεπτά όρια ηλικίας μπορεί να οδηγήσει τους εφήβους σε επαφή με ένα περιβάλλον φιλικό προς τη χρήση ουσιών: η αυξημένη έκθεση σε απόψεις και στάσεις θετικές ως προς τη χρήση μπορεί να αυξήσει τις θετικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση στις θετικές προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης αναμένεται να αυξήσει τις πιθανότητες για χρήση κάνναβης.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, τα στοιχεία αυτής της μελέτης δεν ασχολούνται όσο θα έπρεπε με αυτό το θέμα το οποίο μπορεί να ερευνηθεί μόνο με μια διαχρονική μελέτη. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία είναι συμβατά με αυτήν την εκδοχή της υπόθεσης της πύλης εισόδου (η χρήση αλκοόλ οδηγεί σε αλλαγές στις προσδοκίες από τη χρήση κάνναβης και επομένως στη χρήση κάνναβης) και δικαιώνουν το σχεδιασμό μιας διαχρονικής μελέτης με σκοπό τον έλεγχο αυτής της υπόθεσης.

Ευχαριστίες

Η παρούσα μελέτη υποστηρίχθηκε χάρη στη χορηγία του Συμβουλίου Έρευνας και Εκπαίδευσης για το Αλκοόλ, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η συνεργασία των σχολείων που συμμετείχαν, η βοήθεια του Ian Sutherland στο σχεδιασμό του ερωτηματολογίου και της Daphne Evans στη συλλογή και ανάλυση των δεδομένων όπως και τα σχόλια του Richard Hammersley’s αναγνωρίζονται με ευγνωμοσύνη.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Aas,H.N., Leigh,B.C., Anderssen,N. & Jakobsen,R. (1998) Two-year longitudinal study of alcohol expectancies and drinking among Norwegian adolescents. Addiction 93, 373-384.

Bailey,S.L. (1992) Adolescents’ multisubstance use patterns: the role of heavy alcohol and cigarette use. American Journal of Public Health 82, 1220-1224.

Bandura,A. (1997) Self-Efficacy: The Exercise of Control. Freeman, New York

Brown,S.A., Goldman,M.S., Inn,A. & Anderson,L.R. (1980) Expectations of reinforcement from alcohol: their domain and relation to drinking patterns. Journal of Consulting and Clinical Psychology 48, 119-426.

Brown,S.A., Christiansen,B.A. & Goldman,M.S. (1987a) The alcohol expectancy questionnaire: An instrument for the assessment of adolescent and adult alcohol expectancies. Journal of Studies on Alcohol 48, 483-491.

Brown,S.A., Creamer,V.A. & Stetson,B.A. (1987b) Adolescent alcohol expectancies in relation to personal and parental drinking patterns. Journal of Abnormal Psychology 96, 117-121.

Cattell,R.B. (1978) The scientific use of factor analysis in behavioral and life sciences. Plenum, New York.

Christiansen,B.A. & Goldman.S. (1983) Alcohol-related expectations versus demographic/background variables in the prediction of adolescent drinking. J. Journal of Consulting and Clinical Psychology 51, 249-257.

Christiansen,B.A., Goldman,M.S. & Inn,A. (1982) Development of alcohol-related expectancies in adolescents: separating pharmacological from social-learning influences. Journal of Consulting and Clinical Psychology 50, 336-344.

Christiansen,B.A., Smith,G.T., Roehling,P.V & Goldman,M.S. (1989) Using alcohol expectancies to predict adolescent drinking after one year. Journal of Consulting and Clinical Psychology 57, 93-99.

De-Piano,F. & Van-Hasselt,V.B. (1994) Literature and resource review, child and adolescent substance abuse: a comprehensive bibliography of scholarly references. Journal of Child and Adolescent Substance Abuse 3, 89-100.

DiClemente,C.C., Fairhurst,S.K. & Piotrowski,N.A. (1995) Self-efficacy and addictive behaviors. In Maddux,J.E. (ed) Self-Efficacy, Adaptation and Adjustment: Theory, Research and Application. Plenum, New York, pp.109-141

Donοvan,J.E. & Jessor,R. (1978) Adolescent problem drinking: psychosocial correlates in a national sample study. Journal of Studies on Alcohol 39, 1506-1524.

Goldman,M.S. & Christiansen,B.A. (1985) Do alcohol expectancies mediate drinking patterns of adults? Journal of Consulting and Clinical Psychology 57, 512-519.

Goldman,M.S., Brown,S.A. & Christiansen,B.A. (1987) Expectancy theory: Thinking about drinking. In: Blane,H.T. & Leonard,K.E. (eds) Psychological theories of drinking and alcoholism. Guilford Press, New York, pp.181-220.

Golub,A. & Johnson,B.D. (1994) The shifting importance of alcohol and marijuana as gateway substances among serious drug abusers. Journal of Studies on Alcohol 66, 607-614.

Jessor,R. (1987) Problem-behaviour theory, psychosocial development and adolescent problem drinking. British Journal of Addiction 82, 331-342.

Kandel,D.B. (1975) Reaching the hard to reach: illicit drug use among high school absentees. Addictive Diseases 1, 465-480.

Kandel,D.B. & Yamaguchi,K. Developmental stages of involvement in substance use. In Ott,P.J. & Tarter,R.E. (eds) Sourcebook on substance abuse: Etiology, assessment and treatment. Allyn & Bacon, Boston, pp. 50-74.

Kandel,D.B., Yamaguchi,K. & Chen,K. (1992) Stages of progression in drug involvement from adolescence to adulthood: further evidence for the gateway theory. Journal of Studies on Alcohol 53, 447-457.

Kraus,D.C., Smith,G.T. & Ratnor,H.H. (1994) Modifying alcohol-related expectancies in grade school. Journal of Studies on Alcohol 55, 532-542.

Leigh,B.C. & Stacy,A.W. (1993) Alcohol outcome expectancies scale construction and predictive utility in higher order confirmatory models. Psychological Assessment 5, 216-224.

Maisto,S.A., Connors,G.J. & Allen,J.P. (1995) Contgrasting self-repot screens for alcohol problems: A review. Alcoholism: Clinical and Experimental Research 19, 1510-1516.

Martin,C.S. & Winters, K.C. (1998) Diagnosis and assessment of alcohol use disorders among adolescents. Alcohol Health and Research World 22, 95-105.

Marlatt,G.A., Baer,J.S. & Quigley,L.A. (1995) Self-efficacy and addictive behavior. In Bandura,A. (ed) Self-Efficacy in Changing Societies. Cambridge University Press, Cambridge, pp.289-315.

Miller,P.M., Smith,G.T. & Goldman,M.S. (1990) Emergence of alcohol expectancies in childhood: a possible critical period. Journal of Studies on Alcohol 51, 343-349.

Oetting,E.R., Beauvais,F., Edwards,R. & Waters,M. (1984) The Drug and Alcohol Assessment System. Book II: Instrument development, reliability and validity. Rocky Mountain Behavioral Sciences Institute, Fort Collins, CO.

O’Malley,S.S. & Maisto,S.A. (1985) Effect of family drinking history and expectancies on responses to alcohol in men. Journal of Studies on Alcohol 46, 289-297.

Query,L.S., Rosenberg,H. & Tisak,M.S. (1998) The assessment of young children’s expectancies of alcohol versus a control substance. Addiction 93, 1521-1529.

Schafer,J. & Brown,S.A. (1991) Marijuana and cocaine effect expectancies and drug use patterns. Journal of Consulting and Clinical Psychology 59, 558-565.

Smith,G.T., Goldman,M.S., Greenbaum,P.E. & Christiansen,B.A. (1995) Expectancy for social facilitation from drinking: the divergent paths of high-expectancy and low-expectancy adolescents. Journal of Abnormal Psychol. 104, 32-40.

Sutherland,I. & Willner,P. (1998) Patterns of alcohol, cigarette and illicit drug use in English adolescents. Addiction 93, 1199-1208.

Welte,J.W.  & Barnes,G.M. (1985) Alcohol: the gateway to other drug use among secondary-school students. Journal of Youth and Adolescence 14, 487-498.

Williams,C.L., Toomey,T.L., McGovern,P., Wagenaar,A.C. & Perry,C.L. (1995) Development, reliability and validity of self-report alcohol-use measures with young adolescents. Journal of Child and Adolescent Substance Abuse 4, 17-40.

Willner,P. (2000) Further validation and development of a screening instrument for the assessment of substance misuse in adolescents. Addiction 95, 1691-1698.

Yamaguchi,K. & Kandel,D.B. (1984) Patterns of drug use from adolescence to young adulthood: sequences of progression. American Journal of Public Health 74, 668-672.

Yu,J. & Williford,W.R. (1992) The age of alcohol onset and alcohol, cigarette and marijuana use patterns: an analysis of drug use progression of young adults in New York State. International Journal of the Addictions 27, 1313-1323.

 

Print Friendly, PDF & Email