Ιστορικό κέντρο της Αθήνας χωρίς αποκλεισμούς

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ[1]

 

Οι σημαντικές αλλαγές που συντελούνται στις διεθνείς αγορές έχουν αναπόφευκτες συνέπειες στην οικονομία, τους θεσμούς, τις αξίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την  κοινωνία στο σύνολό της. Η δίνη της οικονομικής κρίσης στην οποία έχει εισέλθει η χώρα μας θα επιτείνει φαινόμενα ανεργίας, στέρησης, φτώχιας, κατάχρησης ουσιών και εξαρτητικών συμπεριφορών και αναμένεται να εντείνει τα προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας.  Η ελπίδα και η προοπτική για σύντομη έξοδο από την κρίση φαίνεται να περιορίζεται, ενώ ενισχύεται η ανισότητα και η ανεργία. Η δυσοίωνη οικονομική προοπτική και ο κίνδυνος συνεχών αρνητικών εξελίξεων στο μέλλον δημιουργεί αίσθημα απειλής, αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Tην ίδια στιγμή, η οικονομική κρίση βάζει στο στόχαστρο το κράτος πρόνοιας συρρικνώνοντας τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας, οι οποίες αντίθετα θα έπρεπε να ενισχυθούν σε μια περίοδο που πλήττονται οι ευάλωτες ομάδες. Στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της λιτότητας περικόπτονται οι κοινωνικές δαπάνες με αποτέλεσμα  να βαθαίνουν οι ανισότητες και να μην καλύπτονται οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες.

Tην περίοδο της κρίσης φαίνεται επίσης να οξύνονται οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις και να ενοχοποιούνται οι κοινωνικά ευπαθείς ομάδες, όπως οι μετανάστες, οι εξαρτημένοι, οι πρώην εξαρτημένοι, τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας. Πολύ συχνά αυτές οι ομάδες δαιμονοποιούνται και εξοστρακίζονται, γιατί ξυπνούν αισθήματα ανασφάλειας, αβεβαιότητας και αταξίας και αποτελούν εύκολο στόχο λόγω της διαφορετικότητάς τους. Άτομα με σωματικές ιδιαιτερότητες, ιδιαιτερότητες χαρακτήρα ή διαφορές σε σχέση με τη φυλή, τη θρησκεία ή την εθνικότητα εντάσσονται σε κατηγορίες οι οποίες υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και πολύ συχνά κοινωνικό αποκλεισμό (Goffman, 1963).

Η διαδικασία στιγματισμού ενισχύεται απέναντι σε εκείνους που «δεν συμμορφώνονται» με τις βασικές επιταγές της κυρίαρχης ομάδας κυρίως σε θέματα τάξης και «ηθικής».  Αναδεικνύοντας τα στοιχεία της επικινδυνότητας και της απειλής η κυρίαρχη ομάδα ανάγει μια άλλη μικρότερη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε αποδιοπομπαίο τράγο.  Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει να διατηρήσει τη συνοχή της, εκτονώνοντας και προβάλλοντας την εσωτερική της αβεβαιότητα και ανασφάλεια ως εχθρότητα προς το διαφορετικό. Έτσι, εκείνοι που αποκλίνουν από τα κυρίαρχα πρότυπα, εκπληρώνουν μια «χρήσιμη» λειτουργία αποτελώντας τη δικλείδα ασφαλείας  για την εκτόνωση των εντάσεων και δημιουργώντας τη βάση για ψευδό-ενότητα και ψευδό-αλληλεγγύη.

Πρόκειται για μια διαδικασία μετάθεσης ευθυνών.  Σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες, όταν δεν υπάρχει εξέλιξη ή σε περιόδους κρίσης, αναπτύσσονται συναισθήματα φόβου, θυμού, δυσπιστίας και φθόνου. Ως εκ τούτου  γεννιέται η ανάγκη να τα εκτονώσουν, χωρίς οι ίδιες να πληγούν ή να καταστραφούν. Υιοθετείται συνειδητά ή ασυνείδητα η άποψη ότι για αυτά που συμβαίνουν ή θα συμβούν υπεύθυνα είναι τα άτομα που παρουσιάζουν κάποια διαφορά από τα μέλη της κυρίαρχης ομάδας.  Συνήθως, τα μέλη που επιλέγονται αποβάλλονται ή πρέπει να μετακινηθούν προς την περιφέρεια, προκειμένου να προστατευτεί η ομάδα από τους κινδύνους ή τη μόλυνση. Αν η περίοδος της οικονομικής κρίσης παραταθεί για μεγάλο διάστημα, θα δούμε τα φαινόμενα αυτά να αυξάνονται σε τοπικό επίπεδο, στο χώρο της εργασίας και αλλού.

Στη συζήτηση για το ιστορικό κέντρο είναι σημαντικό να δει κανείς τα θέματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του, τη χρήση γης, την παρουσία και παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας και το χαρακτήρα της ασκούμενης πολιτικής. Σήμερα το ιστορικό κέντρο αποτελεί πράγματι κατεξοχήν χώρο συνάθροισης  μεταναστών, εξαρτημένων, αστέγων, που με την παρουσία τους και μόνο μπορούν να προκαλέσουν τις αντιδράσεις καταστηματαρχών και κατοίκων. Παράλληλα το ιστορικό κέντρο άλλαξε χρήση και ως εκ τούτου προσανατολισμό, δίνοντας  προτεραιότητα στο εμπόριο και την νυχτερινή διασκέδαση με άμεση επίπτωση την υποβάθμιση της περιοχής για κατοικία και τη συγκέντρωση του ενδιαφέροντος εταιρειών real estate για φτηνή επένδυση ακινήτων. Η σταδιακή υποχώρηση των στοιχειών που χαρακτήριζαν την περιοχή αυτή κατοικίας διαμόρφωσαν συνθήκες αποδυνάμωσης της κοινότητας.  Σήμερα οι παρεμβάσεις ανάπλασης γίνονται προς την κατεύθυνση του εξωραϊσμού με τη δημιουργία πεζόδρομων και τη διαμόρφωσης χώρων διασκέδασης και αναψυχής. Αυτή η στροφή ευνοεί τους ιδιοκτήτες και τους μαγαζάτορες εκείνους, οι οποίοι προσπαθούν μόνο να προστατεύσουν την περιουσία τους, απαιτώντας από το κράτος μέτρα «εξυγίανσης». Το ενδιαφέρον ως εκ τούτου περιορίζεται στη χρονική διάρκεια που καθορίζει το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων – κάθε τύπου – και όσων συμμετέχουν σε αυτήν με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους.

Διαμορφώνεται λοιπόν μια νέα κοινότητα στην περιοχή  που είναι προσανατολισμένη στην απομάκρυνση όσων είναι διαφορετικοί, παρά στη λειτουργική τους ένταξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ομάδες πρωτοβουλίας που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια διεκδικούν τη «μεταφορά» στην περιφέρεια ή τις παρυφές της πόλης των μεταναστών, των ψυχικά ασθενών, των εξαρτημένων και των άλλων ευάλωτων κοινωνικά ομάδων. Πολύ συχνά στην προσπάθεια αυτή βρίσκουν σύμμαχούς τους ορισμένα πολιτικά κόμματα που αντιτίθενται στη διαφορετικότητα αλλά και τους δήμους, οι οποίοι εξασφαλίζουν άλλοθι για την αδράνειά τους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Χωρίς επαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες τα κοινωνικά προβλήματα επιδεινώνονται με επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, στην κοινωνική φροντίδα και τη δημόσια ασφάλεια.  Η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους ευνοεί την ανάπτυξη του κατασταλτικού κράτους.  Με το πρόσχημα της ασφάλειας και την τάξης αναπτύσσεται μια κουλτούρα ελέγχου με πολλά τιμωρητικά χαρακτηριστικά.

Το ερώτημα είναι αν στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας αποτελεί πρόβλημα η μικρο-παραβατικότητα, με την οποία ταυτίζονται στην κοινή συνείδηση οι εξαρτημένοι και οι μετανάστες, ή  άλλα σοβαρότερα εγκλήματα, τα οποία παραμένουν ενδεχομένως κρυφά και σπάνια έρχονται στο φως της δημοσιότητας, όπως, για παράδειγμα, η δημιουργία κέντρων διασκέδασης για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος ή το trafficking γυναικών και η πορνεία σε «καλαίσθητα» καταστήματα. Παράλληλα, χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς ποια ήταν τα μέτρα κοινωνικής φροντίδας που πάρθηκαν προκειμένου να αποφευχθεί το φαινόμενο της γκετοποίησης στο ιστορικό κέντρο.  Επίσης, ποια ήταν τα πολύπλευρα μέτρα (πολεοδομικά, αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτιρίων, στέγασης, θέσπισης κινήτρων για τη λειτουργία νόμιμων διαπολιτισμικών αγορών, κ.ά.) που υιοθετήθηκαν και θα ενίσχυαν την αναβάθμιση μιας περιοχής και τη λειτουργικότητά της;  Το τελευταίο διάστημα έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση η οποία επηρεάζεται περισσότερο από τις συναισθηματικές αντιδράσεις, τις συγκρούσεις και την επιθετικότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες αναφορές και προτάσεις βασίζονται στο φόβο και την ανασφάλεια που έχει δημιουργηθεί για την περιοχή του ιστορικού κέντρου και όπως αναφέρει ο Συνήγορος του Πολίτη (2010): «Αυτό δημιουργεί ένα κοινωνικό ‘ηθικό πανικό’, αύξουσες τάσεις εθνοφυλετικής και κοινωνικής μισαλλοδοξίας, αλλά και ευνοϊκές συνθήκες για τη δράση ακραίων πολιτικών ομάδων με ξενοφοβικές και ρατσιστικές αντιλήψεις».

Ωστόσο, σε ευρωπαϊκή έρευνα για την πρόσληψη ενδεχόμενης θυματοποίησης  φαίνεται ότι ο βαθμός φόβου και ανασφάλειας του εγκλήματος είναι εξαιρετικά υψηλός σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά σε αναντιστοιχία με τα πραγματικά ποσοστά παραβατικότητας που καταγράφει η αστυνομία, όπου η Ελλάδα κατέχει μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη (Ζαραφωνίτου, 2008). Αν λοιπόν οι πρακτικές βασιστούν κυρίως στις εντυπώσεις και στα συναισθήματα που μπορεί να καλλιεργούνται, συχνά με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, για διάφορες ομάδες, είναι αυξημένος ο κίνδυνος  της επιθετικότητας και του εξοστρακισμού αυτών των ομάδων.

Χωρίς να θέλει κανείς να υποβαθμίσει τις δυσκολίες που έχουν διαμορφωθεί στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η συζήτηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος περιορίζεται στο ερώτημα της σκοπιμότητας απομάκρυνσης των μονάδων του ΟΚΑΝΑ που χορηγούν υποκατάστατα. To επιχείρημα ότι οι μονάδες του ΟΚΑΝΑ έφεραν τους χρήστες στην περιοχή οδηγεί στο παράδοξο της απομάκρυνσης μονάδων δημόσιας υγείας από το κέντρο και στη μεταφορά τους στα νοσοκομεία και πιθανώς αργότερα εκτός του κοινωνικού ιστού. Η υποτιθέμενη ασυμβατότητα του ιστορικού κέντρου με τον ΟΚΑΝΑ δε βασίζεται σε κάποια επιστημονική τεκμηρίωση, αλλά μάλλον σε προλιτική σκοπιμότητα, προκειμένου να καλυφθεί η ανυπαρξία της παρέμβασης του δήμου στον πληθυσμό των εξαρτημένων. Αντί, λοιπόν, ο δήμος να εστιάσει την παρέμβασή του στην κοινωνική φροντίδα και ένταξη, ακολουθεί μια πολιτική εκδίωξης αυτών των ομάδων από το ιστορικό κέντρο. Η πολιτική αυτή είναι μονομερής και δεν προσφέρει ουσιαστικές και μακροπρόθεσμες λύσεις για το σύνολο των χρόνιων προβλημάτων που διαπιστώνονται, γιατί αυτές δεν μπορούν να προκύψουν από την μετακίνηση ενός τμήματος του πληθυσμού των ουσιοεξαρτημένων χρηστών από την μια περιοχή σε άλλη.

Το πρόβλημα απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα αναγνωρίζει με τρόπο ισόρροπο τις ανάγκες τόσο των ουσιοεξαρτημένων όσο και των κατοίκων, θα αναπτύσσει το απαιτούμενο εύρος υπηρεσιών, θα εμπλέκει τις τοπικές κοινότητες και τους πολίτες, ενεργοποιώντας σημαντικό εύρος δυνάμεων στην προσπάθεια για περιορισμό του προβλήματος της διακίνησης ναρκωτικών και της μικρο-παραβατικότητας σε μια περιοχή, πλατεία ή γειτονιά. Οι προτάσεις του ΚΕΘΕΑ για το ιστορικό κέντρο αφορούν:

  • Αντί για την απομάκρυνση μονάδων και υπηρεσιών που απευθύνονται στις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες, την ενίσχυση και το συντονισμό των προγραμμάτων προσέγγισης χρηστών και μεταναστών στο δρόμο (street work), σε συνεργασία με τον Δήμο της Αθήνας, αλλά και τις εθελοντικές οργανώσεις ιατρικής φροντίδας. Οι παρεμβάσεις αυτές είναι πιο αποτελεσματικές όταν στο δυναμικό τους εντάσσονται επαγγελματίες προερχόμενοι από τις ομάδες-στόχους, δηλ. μετανάστες και πρώην χρήστες. Σήμερα, ωστόσο, τα μέτρα που πάρθηκαν λόγω της δημοσιονομικής κρίσης και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες δεν επιτρέπουν να ικανοποιηθεί αυτή η ανάγκη.

  • Επανασχεδιασμός των προγραμμάτων υποκατάστασης, με παράλληλη μείωση της λίστας αναμονής και σύνδεση των υπηρεσιών αυτών με την τοπική κοινότητα, με τη συνεχή βελτίωση της ποιότητάς τους και την παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής στήριξης, αντί της μονομερούς φαρμακευτικής χορήγησης.

  • Την αξιοποίηση εγκαταλειμμένων κτιρίων της περιοχής του κέντρου για τη διημέρευση και φροντίδα των χρηστών που συγκεντρώνονται στα κεντρικά σημεία της πόλης τα οποία έχουν μετατραπεί σε χώρους παράνομων δραστηριοτήτων και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Σε άλλους ισόγειους χώρους της ίδιας περιοχής θα πρέπει να δημιουργηθούν Σταθμοί Άμεσης Πρόσβασης οι οποίοι θα προσφέρουν υπηρεσίες κινητοποίησης, μείωσης της βλάβης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε όσους χρήστες το επιθυμούν.

  • Αντί για θεαματικές επιχειρήσεις-σκούπα, που προσφέρουν τροφή στα ΜΜΕ, την εκπόνηση και εφαρμογή ενός στοχευόμενου, διακριτικού και συνεχούς  σχεδίου  για τον έλεγχο των αγορών παράνομων ουσιών με τη δημιουργία εξειδικευμένων υπηρεσιών στα υφιστάμενα αστυνομικά τμήματα. Οι υπηρεσίες αυτές θα στελεχώνονται από αστυνομικούς ειδικά εκπαιδευμένους σε θέματα μεταχείρισης ειδικών κοινωνικών ομάδων, αλλά και από ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, ώστε να προσφέρεται βοήθεια, ακόμα και κατά τη σύλληψη. Οι υπηρεσίες αυτές είναι απαραίτητο να συνδέονται με τους εξειδικευμένους φορείς δημόσιας υγείας και κοινωνικής φροντίδας για να υπάρχει η δυνατότητα άμεσης παραπομπής.

  • Τη δικτύωση των φορέων του τομέα αντιμετώπισης των εξαρτήσεων με κοινωνικούς φορείς, τοπικούς συλλόγους, οικολογικές πρωτοβουλίες, συλλόγους γονέων και την ενεργοποίηση των τοπικών συμβουλίων πρόληψης της παραβατικότητας. Στόχος είναι η συνεργασία, η ενίσχυση του αισθήματος της κοινότητας, αλλά και η αναβάθμιση της ικανότητας των κατοίκων για διαχείριση των τοπικών προβλημάτων διακίνησης, χρήσης, μικροπαραβατικότητας και των σχετικών οχλήσεων.

  • Τη συνεργασία του ΚΕΘΕΑ με τις μονάδες υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ για την αύξηση του αριθμού των χρηστών οι οποίοι δέχονται υπηρεσίες προσέγγισης/κινητοποίησης/υποστήριξης, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών στις υπηρεσίες και να περιοριστεί το φαινόμενο της περιστρεφόμενης πόρτας. Στο βαθμό που οι εξαρτημένοι αντιμετωπίζουν προβλήματα κακής υγείας και περιορισμένης πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, ελλιπούς εκπαίδευσης και κατάρτισης, οικονομικού αποκλεισμού και υπερβολικών χρεών, νομικών εκκρεμοτήτων, ανεργίας, διακρίσεων και κοινωνικού στιγματισμού,  η θεραπεία τους δεν μπορεί να επικεντρώνεται μόνο στην εξάρτηση από τις ουσίες. Χρειάζεται να αντιμετωπίζει και το σύνολο των παραπάνω προβλημάτων. Η θεραπευτική παρέμβαση, για να είναι αποτελεσματική, χρειάζεται να στοχεύει συγχρόνως σε πολλούς τομείς, προκειμένου το άτομο να αποκοπεί από το φαύλο κύκλο της εξάρτησης και να ενταχθεί στην κοινωνία. Τα θεραπευτικά προγράμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική και επιστημονική θεώρηση που υιοθετούν, χρειάζεται να στοχεύουν στην ισότιμη ένταξη των πρώην χρηστών στην κοινωνία.

 

[1] Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Διευθυντής Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ)

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

 

Goffman, Ε., (1963). Stigma: Notes on the management of spoiled identity, Prentice-Hall Inc. H ελληνική έκδοση «Στίγμα», εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Zαραφωνίτου, Χ., (2008). Τιμωρητικότητα. Σύγχρονες τάσεις, διαστάσεις και εγκληματολογικοί προβληματισμοί. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Συνήγορος του Πολίτη (2010). Διαπιστώσεις και προτάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη για το ιστορικό εμπορικό κέντρο της Αθήνας. Αθήνα

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email