Η χρήση και η κατάχρηση ηρεμιστικών στις Ηνωμένες Πολιτείες

 

Renee D. Goodwin1 & Deborah S. Hasin2

Τμήμα Ψυχιατρικής, Κολέγιο Ιατρών και Χειρουργών του Πανεπιστημίου της Κολούμπια, Ψυχιατρικό Ινστιτούτο Νέας Υόρκης 1

Σχολή Δημόσιας Υγείας Joseph L. Mailman School, Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ΗΠΑ2

Μετάφραση: Φωτεινή Δράκου

Περίληψη

Στόχος: Ο καθορισμός της διάδοσης, των παραγόντων και των κινδύνων που αφορούν τη χρήση και τη κατάχρηση ηρεμιστικών φαρμάκων στο γενικό πληθυσμό.

Μέθοδος: Τα στοιχεία προήλθαν από την Εθνική Έρευνα Συνοσηρότητας (n = 8098), και αφορούσαν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ενηλίκων της κοινότητας. Χρησιμοποιήθηκαν αναλύσεις πολλαπλής Λογαριθμικής Παλινδρόμησης για να αναγνωριστούν οι συσχετισμοί στη χρήση ηρεμιστικών, στη χρήση χωρίς συνταγή γιατρού και στην προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση.

Αποτελέσματα: Η διάδοση της εξάρτησης στα ηρεμιστικά, κατά προσωπική εκτίμηση και κατά τη διάρκεια της ζωής, αγγίζει το 0,5%, ενώ ποσοστό 7,1% ανέφερε χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού και 17,0% που είχε λάβει ηρεμιστικά με συνταγή γιατρού αρνήθηκε την κατάχρησή τους. Τα άτομα που κάνουν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού είναι συνήθως άντρες (OR = 0,61 (0,44, 0.86)), έχουν κατώτερο εισόδημα (OR = 0,71 (0,54, 0,94)), περισσότερη εκπαίδευση (OR = 1,51 (1,17, 1,96)), πάσχουν από κατάθλιψη (OR = 1,47 (1,04, 2,08)), αγοραφοβία (OR = 1,59 (1,09, 2,32)), ASPD (OR = 5,29 (3,42, 8,20)) και τάσεις αυτοκτονίας (OR = 1,91 (1,23, 2,94)), σε σύγκριση με όσους δεν κάνουν χρήση ηρεμιστικών. Τα άτομα που θεωρούν ότι έχουν αναπτύξει εξάρτηση είναι μεγαλύτερης ηλικίας (OR = 1,05 (1,02, 1,08)), με χαμηλότερη μόρφωση (OR = 0,2 (0,1, 0,7)) και με περισσότερες πιθανότητες ένας από τους γονείς τους να έκανε κατάχρηση φαρμάκων με συνταγή γιατρού (OR = 4,3 (1,03, 18,03)), σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς εξάρτηση στα ηρεμιστικά.

Συμπεράσματα: Σχεδόν ένας στους 10 ενήλικες αναφέρει κατάχρηση ηρεμιστικών κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής του. Η χρήση και η κατάχρηση των ηρεμιστικών φαρμάκων, σχετίζονται με υψηλά επίπεδα ψυχοπαθολογίας και κινδύνου αυτοκτονίας και σχετίζονται άμεσα με τη γονική κατάχρηση φαρμάκων στο γενικό πληθυσμό. Περαιτέρω έρευνες για την αποτελεσματικότερη κατανόηση της φύσης αυτών των συσχετισμών, μπορεί να οδηγήσουν τελικά σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας των προληπτικών παρεμβάσεων.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κατάχρηση συνταγογραφημένων φαρμάκων παρουσιάζει αύξηση στις Ηνωμένες Πολιτείες (<1>Gilson, Chilcoat & Stapleton 1996). Το 1999, το 3,5% των ενηλίκων ηλικίας 18-25 ετών, ανέφερε μη ιατρική χρήση ψυχοτρόπων ουσιών κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα, σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό του 1,6% το 1994. Τα ηρεμιστικά αποτελούν τα φάρμακα που συνταγογραφούνται περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διάδοση των διαταραχών κατάχρησης και εξάρτησης (κατά τη διάρκεια της ζωής) από ηρεμιστικά υπολογίστηκε ότι αγγίζει το 1,2% περίπου σε προηγούμενες μεγάλης κλίμακας επιδημιολογικές έρευνες στον ενήλικο πληθυσμό των Ηνωμένων Πολιτειών (<2>Robins & Regier 1991- <3>Warner et al. 1995). Προηγούμενες εργασίες σε δείγματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δείξει σημαντική συνοσηρότητα και πρόωρη θνησιμότητα που σχετίζονται με τη χρήση ηρεμιστικών-υπνωτικών (<6>Allgulander, Borg & Vokander 1984- <4>Allgulander 1986- <5>Allgulander & Nasman 1991). Εκτός όμως από τους υπολογισμούς διάδοσης, γνωρίζουμε ελάχιστα για τους παράγοντες πρόγνωσης, τους κινδύνους και τα αποτελέσματα που σχετίζονται με τη χρήση και κατάχρηση ηρεμιστικών στον γενικό πληθυσμό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο κίνδυνος κατάχρησης και τα προβλήματα που σχετίζονται με την κλινική χρήση των ηρεμιστικών θεωρείται ότι κυμαίνονται σε υψηλότερα επίπεδα από τα αντίστοιχα των υπόλοιπων φαρμακολογικών μέσων που συνταγογραφούνται επίσης για θεραπευτικούς σκοπούς (<7>Romach et al. 1995- <8>Pelissolo et al. 1996). Στο χώρο της κλινικής ψυχιατρικής, οι διαταραχές χρήσης ουσιών θεωρούνται ένδειξη κακής πρόγνωσης και συχνά συνεπάγεται ότι η πιθανότητα ανάρρωσης από την όποια ψυχική ασθένεια μειώνεται δραστικά από τη συνυπάρχουσα διαταραχή χρήσης ουσιών (<9>Swofford et al. 2000). Αρκετές μελέτες έχουν επίσης δείξει ότι το άγχος, η χρήση ουσιών και οι διαταραχές προσωπικότητας σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο κακής χρήσης / κατάχρησης στους πληθυσμούς των ψυχιατρικών ασθενών (<11>Chutuape, Brooner & Stitzer 1997- <10>Deacon & Valentiner 2000). Συγκεκριμένα, στοιχεία από προηγούμενες έρευνες μας δείχνουν ότι η κατάχρηση ηρεμιστικών μπορεί να αντικατοπτρίζει μια προσπάθεια αυτο-ίασης της κατάθλιψης στους εξωτερικούς ψυχιατρικούς ασθενείς (<13>Fava et al. 1997- <12>Patten & Love 1997). Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η εκτεταμένη χρήση ηρεμιστικών μπορεί να σχετίζεται με την εμφάνιση κατάθλιψης (<14>Goldberg et al. 1999- <15>Romach et al. 1999). Η κατάχρηση των ηρεμιστικών έχει σημειωθεί στα άτομα με διπολική διαταραχή και σχετίζεται με κακή αντίδραση στην ψυχοφαρμακολογική θεραπεία καθώς και με χαμηλά θεραπευτικά αποτελέσματα, στο συγκεκριμένο κλινικό πληθυσμό (<16>Himmelhoch et al. 1976). Κλινικά και επιδημιολογικά δείγματα έχουν επίσης υποστηρίξει την ύπαρξη συνδέσμου ανάμεσα στη χρήση / κατάχρηση ηρεμιστικών και στις επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας (<18>Allgulander, Ljungberg & Fisher 1987- <17>Mendelson & Rich 1993). Επιπλέον, έχει αναφερθεί ότι η κατάχρηση ηρεμιστικών μπορεί να συμβάλει στη σχέση ανάμεσα στις κρίσεις πανικού και τις απόπειρες αυτοκτονίας (<19>Korn κ.ά. 1992).

Με δεδομένες τις προτεινόμενες επιπλοκές και τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση ηρεμιστικών σε κλινικούς χώρους, είναι αξιοσημείωτο ότι υπάρχουν πραγματικά ελάχιστες διαθέσιμες πληροφορίες για την κατάχρηση ηρεμιστικών στο γενικό πληθυσμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα στοιχεία για τη χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών (π.χ. κοκαΐνη, ηρωίνη). Μία πρόσφατη μελέτη κατάφερε να τεκμηριώσει τη σχέση μεταξύ της αυξημένης χρήσης / κατάχρησης ηρεμιστικών στα περιστατικά αυτοκτονιών σε δείγμα βασισμένο στην κοινότητα (<19>Korn κ.ά. 1992) και τις χαμηλότερες αναλογίες ανάρρωσης (<16>Himmelhoch κ.ά. 1976). Μελέτες που έγιναν με στοιχεία διδύμων δείχνουν ότι η χρήση / κατάχρηση ηρεμιστικών μπορεί να προϋποθέτει και έναν ισχυρό γενετικό παράγοντα  (<21>Tsuang κ.α.. 1996- <22>Kendler κ.ά. 2000). Προηγούμενα στοιχεία, σε δείγμα βασισμένο στη κοινότητα, μας δείχνουν επίσης ότι η εμφάνιση συχνών αποτυχημένων προσπαθειών διακοπής της χρήσης των συνταγογραφημένων ηρεμιστικών μπορούν να οδηγήσουν στην αναζήτηση θεραπείας, δηλώνοντας ότι η διάδοση της προβληματικής χρήσης μπορεί να κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα ακόμη και όταν ξεκινάει κάτω από θεραπευτικές συνθήκες  (<10>Deacon & Valentiner 2000).

Καμία προηγούμενη μελέτη δεν έχει ασχοληθεί άμεσα με τους ψυχοπαθολογικούς παράγοντες, τους κινδύνους και την κοινωνική νοσηρότητα που σχετίζονται με την κατάχρηση ηρεμιστικών από ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι στόχοι αυτής της μελέτης, που σκοπός της είναι να καλύψει εν μέρει αυτό το κενό, ήταν τρεις. Πρώτον, η μελέτη καθόρισε τη διάδοση της χρήσης ηρεμιστικών, τη χρήση χωρίς συνταγή γιατρού και την προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση σε ενήλικες στον πληθυσμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεύτερον, η μελέτη καθόρισε τις διαφορές στην ψυχιατρική νοσηρότητα, τις τάσεις αυτοκτονίας και την οικογενειακή ψυχοπαθολογία στα άτομα που ανέφεραν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού και όσους θεωρούν ότι έχουν αναπτύξει εξάρτηση στα ηρεμιστικά, σε σύγκριση με όσους έλαβαν ηρεμιστικά με συνταγή γιατρού και δεν ανέφεραν κατάχρηση. Τρίτον, η μελέτη αναγνωρίζει τα στοιχεία πρόγνωσης της χρήσης χωρίς συνταγή γιατρού και της προσωπικά εκτιμούμενης εξάρτησης στα ηρεμιστικά, στους ενήλικες του γενικού πληθυσμού. Υποθέσαμε ότι η κατάχρηση ηρεμιστικών είναι συνηθισμένο πρόβλημα που σχετίζεται με υψηλές αναλογίες ψυχοπαθολογίας και συμπεριφοράς με τάσεις αυτοκτονίας στην κοινότητα.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Δείγμα

Η Εθνική Έρευνα Συνοσηρότητας βασίζεται σε ένα τυχαίο εθνικό δείγμα (n = 8098) που αποτελείται από άτομα ηλικίας 15–54 ετών στον μη-ιδρυματοποιημένο πληθυσμό 48 γειτονικών πολιτειών στις ΗΠΑ (<23>Kessler κ.α.. 1994). Η συλλογή στοιχείων πραγματοποιήθηκες στο διάστημα μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1990 και του Φεβρουαρίου του 1992. Το ποσοστό απαντήσεων ήταν 82,4%. Τα στοιχεία υπολογίστηκαν για τις διαφορετικές πιθανότητες επιλογής και μη-απάντησης. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στατιστική στάθμη για την προσαρμογή του δείγματος ούτως ώστε να προσεγγίζει τη δια-ταξινόμηση της κατανομής του πληθυσμού, σε ένα φάσμα κοινωνικοδημογραφικών χαρακτηριστικών. Η στατιστική στάθμιση και μια πλήρης περιγραφή της μεθοδολογίας της μελέτης δίνονται λεπτομερώς σε άλλο σημείο (<23>Kessler κ.ά. 1994- <24>Kessler, Little & Groves 1995).

Διαγνωστική αξιολόγηση

Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις λήφθηκαν από μια τροποποιημένη έκδοση της Σύνθετης Διεθνούς Διαγνωστικής Συνέντευξης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) (<25>WHO 1990), μια δομημένη συνέντευξη, σχεδιασμένη για χρήση από εκπαιδευμένους συμβούλους, όχι κλινικούς. Οι δοκιμαστικές μελέτες επανεκτίμησης των εργαλείων του ΠΟΥ (<26>Wittchen 1994) και της Εθνικής Έρευνας Συνοσηρότητας (<28>Blazer κ.ά. 1994- <27>Wittchen κ.ά. 1995) τεκμηρίωσαν την αποδεκτή αξιοπιστία και εγκυρότητα όλων αυτών των διαγνώσεων. Οι ψυχιατρικές διαταραχές που εξετάστηκαν εδώ, περιλαμβάνουν τις εξής: μείζονα διαταραχή κατάθλιψης, γενικευμένη διαταραχή άγχους, αγοραφοβία, απλή φοβία, κοινωνική φοβία, μετά-τραυματική διαταραχή άγχους, κρίσεις πανικού, μη συναισθηματικές ψυχώσεις, διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας, διπολική διαταραχή, δυσθυμία, μανία και εξάρτηση από αλκοόλ (χρόνιες διαγνώσεις). Κάθε συμμετέχων προσκόμισε έγγραφη ενσυνείδητη συγκατάθεση, αφού του έγινε πλήρης επεξήγηση της μελέτης.

Χρήση, κατάχρηση και εξάρτηση από ηρεμιστικά φάρμακα

Στα άτομα τέθηκαν έξι ερωτήσεις για τη χρήση ηρεμιστικών. Πρώτα, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν αν τους είχε δοθεί συνταγή γιατρού με ηρεμιστικό και μετά ρωτήθηκαν ξεχωριστά αν τους είχε δοθεί τέτοια συνταγή και για καταπραϋντικά φάρμακα. Έπειτα, τα άτομα ρωτήθηκαν αν είχαν κάνει ποτέ μόνα τους χρήση ηρεμιστικών, χωρίς να τους έχει χορηγηθεί συνταγή ή αν είχαν κάνει χρήση ποσότητας μεγαλύτερης από αυτήν που τους είχε υπαγορευθεί από το γιατρό τους. Η ερώτηση αυτή επαναλήφθηκε και για τη χρήση καταπραϋντικών και όσοι απάντησαν θετικά, τοποθετήθηκαν στην ομάδα χρήσης ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού. Τέλος, οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν εάν ήταν εξαρτημένοι στα ηρεμιστικά και στα καταπραϋντικά. Τα άτομα που έδωσαν θετικές απαντήσεις σε οποιαδήποτε από τις δύο ερωτήσεις αποτέλεσαν την ομάδα προσωπικής εκτίμησης για εξάρτηση από τα ηρεμιστικά.

Αναλυτική στρατηγική

Για να καθοριστούν οι διαφορές στα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των τεσσάρων ομάδων, χρησιμοποιήθηκαν χ2 εξετάσεις: (1) όσοι δεν είχαν πάρει συνταγή γιατρού για ηρεμιστικά ούτε είχαν κάνει κατάχρηση, (2) όσοι είχαν πάρει συνταγή γιατρού για ηρεμιστικά, (3) όσοι έκαναν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού και (4) όσοι θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι από τα ηρεμιστικά. Όλες οι εξετάσεις ήταν αμφίπλευρες και η σπουδαιότητα ορίστηκε στο 0,05. Χρησιμοποιήθηκαν αναλύσεις λειτουργικής παλινδρόμησης με πολλές μεταβλητές για τον υπολογισμό των αναλογιών πιθανοτήτων (με 95% διαστήματα βεβαιότητας) του συσχετισμού μεταξύ χρήσης ηρεμιστικών, της κατάχρησης και της προσωπικά εκτιμούμενης εξάρτησης και ψυχιατρικής νοσηρότητας, οικογενειακής ψυχοπαθολογίας και σκέψεων αυτοκτονίας και συμπεριφορών, με προσαρμογές για τις διαφορές σε ηλικία, φύλο, οικογενειακή κατάσταση, εκπαίδευση και εισόδημα. Χρησιμοποιήθηκαν έπειτα αναλύσεις πολλαπλής Λογαριθμικής Παλινδρόμησης για τον εντοπισμό των συσχετισμών της κατάχρησης ηρεμιστικών (χρήση χωρίς συνταγή γιατρού και προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση συνδυαστικά), σε σύγκριση με τα άτομα που δεν έκαναν χρήση ηρεμιστικών στην κοινότητα, χρησιμοποιώντας όλους τους παράγοντες στις πρώτες δύο αναλύσεις σαν πιθανούς παράγοντες πρόγνωσης. Η ίδια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε έπειτα για τον εντοπισμό των καθοριστικών παραγόντων της προσωπικά εκτιμούμενης εξάρτησης. Έπειτα εκτελέστηκαν αναλύσεις με στατιστικές στάθμες και μονάδες δειγματοληψίας (<21>Tsuang κ.ά. 1996- <22>Kendler κ.ά. 2000) χρησιμοποιώντας το STATA 2.0.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Διάδοση και κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά

Η διάδοση της προσωπικά εκτιμούμενης εξάρτησης στα ηρεμιστικά κατά τη διάρκεια της ζωής ορίστηκε στο 0,5%. Η χρήση χωρίς συνταγή γιατρού άγγιξε το 7,1% και ποσοστό 17,0% ήταν η χρήση ηρεμιστικών με συνταγή γιατρού (με άρνηση στη κακή χρήση). Τα άτομα που ανέφεραν χρήση χωρίς συνταγή γιατρού ήταν κατά πολύ νεότερα και συνήθως είναι άντρες, σε σύγκριση με τα άτομα που έκαναν χρήση συνταγογραφημένων ηρεμιστικών και όσους ανέφεραν προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση (βλ.  Πίνακα 1). Τα άτομα με προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση ήταν κατά πολύ μεγαλύτερα, πιθανότερα γυναίκες και ανήκουν σε μειονότητες, είναι σπανιότερα παντρεμένες και είχαν χαμηλότερο εισόδημα και μόρφωση, σε σύγκριση με τα άτομα που δεν έκαναν χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα με χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού, σε σύγκριση με όσους δεν έκαναν χρήση ηρεμιστικών.

Ψυχιατρική νοσηρότητα

Φαίνεται ότι υπάρχει μια σχέση δόσης-αντίδρασης ανάμεσα στο επίπεδο χρήσης και κατάχρησης ηρεμιστικών και το επίπεδο εκδήλωσης ψυχοπαθολογίας (βλ.  Πίνακα 2). Με την εξαίρεση της εξάρτησης στο αλκοόλ και της διαταραχής αντικοινωνικής προσωπικότητας, οι πιθανότητες για κάθε ψυχική διαταραχή αυξήθηκαν από όσους δεν έκαναν χρήση ηρεμιστικών, σε όσους έκαναν χρήση με συνταγή γιατρού, σε όσους έκαναν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή και σε όσους ανέφεραν προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση. Οι αναλύσεις αυτές προσαρμόστηκαν σύμφωνα με τις διαφορές σε ηλικία, φύλο, εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, μόρφωση και εισόδημα. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και με την εξάρτηση στο αλκοόλ και τη διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας, μόνο που η πιθανότητα στα άτομα με προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση ήταν σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν στα άτομα που έκαναν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού.

Οικογενειακή ψυχοπαθολογία

Παρουσιάστηκαν αρκετές αξιοσημείωτες διαφορές στην γονική ψυχοπαθολογία στις τέσσερις ομάδες (βλ.  Πίνακα 3). Τα άτομα που κάνουν χρήση ηρεμιστικών με συνταγή γιατρού, έχουν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ότι έχουν ένα γονέα που πάσχει από κατάθλιψη, γενική διαταραχή εξάρτησης (GAD), που υποβάλλεται σε θεραπεία για τη γενική διαταραχή εξάρτησης ή που έχει εγκαταλείψει την οικογένεια. Όσοι κάνουν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού, εμφανίζουν υψηλότερες αναλογίες σε κάθε τύπο οικογενειακής ψυχοπαθολογίας. Η προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση σχετίζεται με υψηλότερες γονικές απόπειρες αυτοκτονίας και γονική εγκατάλειψη, σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς χρήση ηρεμιστικών. Όλες αυτές οι αναλύσεις προσαρμόστηκαν για τις διαφορές σε ηλικία, φύλο, εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, μόρφωση και εισόδημα.

Σκέψεις αυτοκτονίας και συμπεριφορά με τάσεις αυτοκτονίας

Φαίνεται να υπάρχει μια σχέση δόσης-αντίδρασης ανάμεσα στη χρήση και κατάχρηση ηρεμιστικών και τις σκέψεις, τον προγραμματισμό και τις απόπειρες αυτοκτονίας (στη διάρκεια της ζωής) (βλ.  Πίνακα 4). Για παράδειγμα, τα άτομα που κάνουν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού, έχουν δύο φορές περισσότερες πιθανότητες να κάνουν σχέδια αυτοκτονίας, σε σύγκριση με όσα είχαν συνταγή γιατρού για ηρεμιστικά και τα άτομα που ανέφεραν προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση από τα ηρεμιστικά ήταν περισσότερες από δυο φορές πιθανότερο να κάνουν σχέδια αυτοκτονίας σε σύγκριση με τα άτομα που έκαναν χρήση χωρίς συνταγή γιατρού.

Συσχετισμοί χρήσης και κατάχρησης ηρεμιστικών

Η χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών σε σύγκριση με την έλλειψη χρήσης ηρεμιστικών Τα αποτελέσματα αναλύσεων πολλαπλής Λογαριθμικής Παλινδρόμησης αποκάλυψαν συσχετισμούς ανάμεσα στη χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών, με διαφορές σε κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά, ψυχιατρική νοσηρότητα, οικογενειακή ψυχοπαθολογία και τάσεις αυτοκτονίας. Η χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών σχετίζεται με χαμηλότερο εισόδημα [OR = 0,71 (0,54, 0,94)], χαμηλότερη μόρφωση [OR = 1,51 (1,17, 1,96)], επηρεάζει περισσότερο τους άνδρες [OR = 0,61 (0,44, 0,86)], που πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη [OR = 1,47 (1,04, 2,08)], αγοραφοβία [OR = 1,59 (1,09, 2,32)], ASPD [OR = 5,29 (3,42, 8,20)], εξάρτηση στο αλκοόλ [OR = 4,32 (3,21, 5,81)] και με τάσεις αυτοκτονίας [OR = 1,91 (1,23, 2,94)], σε σύγκριση με τα άτομα που δεν έκαναν χρήση ηρεμιστικών.

Προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση σε σχέση με την χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών

Η προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση από τα ηρεμιστικά σχετίζεται με τη χαμηλότερη μόρφωση [OR = 0,18 (0,06, 0,5)], τη μεγαλύτερη ηλικία [OR = 1,05 (1,02, 1,08)] και την ύπαρξη ενός γονέα που έκανε κατάχρηση συνταγογραφημένων φαρμάκων [OR = 4,3 (1,03, 18,03)], σε σύγκριση με τα άτομα που έκαναν χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών χωρίς εξάρτηση. Οι παραπάνω συσχετισμοί διατηρούνται και μετά την ταυτόχρονη προσαρμογή για διαφορές σε κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά, ψυχικές διαταραχές, οικογενειακή ψυχοπαθολογία και τάσεις αυτοκτονίας.

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών και η προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση από τα ηρεμιστικά, είναι συνηθισμένα προβλήματα των ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα παρόντα στοιχεία μας δείχνουν ότι περίπου ένας στους 10 ενήλικες έχει κάνει χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού, ή έχει εξαρτηθεί από αυτά και ότι η χρήση αυτή σχετίζεται με υψηλά επίπεδα στην ψυχοπαθολογία, τις τάσεις αυτοκτονίας και τις απόπειρες αυτοκτονίας. Σε συνέχεια της υπόθεσής μας, η οικογενειακή ψυχοπαθολογία και οι τάσεις αυτοκτονίας ήταν περισσότερο διαδεδομένες στα άτομα με κατάχρηση ηρεμιστικών παρά σε αυτά με ορθή χρήση. Εμφανίζεται μια σχετικά σταθερή γραμμική σχέση μεταξύ του επιπέδου χρήσης ηρεμιστικών και του επιπέδου ψυχοπαθολογίας, της γονικής ψυχοπαθολογίας και των τάσεων αυτοκτονίας. Αρκετά ενδιαφέρον είναι ότι η προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση από τα ηρεμιστικά προγνώστηκε συγκεκριμένα από τη γονική κατάχρηση συνταγογραφημένων φαρμάκων, ακόμη και μετά τον έλεγχο των διαφορών στα κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά και τις ψυχικές διαταραχές. Αυτή η επίδραση ήταν συγκεκριμένη και είναι συνεπής με τα ευρήματα από μελέτες σε διδύμους για την κληρονομικότητα στην κατάχρηση ουσιών, ενώ αποτελεί την πρώτη απόδειξη αυτού του συσχετισμού σε δείγμα αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών (<19>Korn κ.ά. 1992).

Οι αυξημένες αναλογίες διαταραχών συνοσηρότητας κατάθλιψης και άγχους, στα άτομα με κατάχρηση ηρεμιστικών, δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη, καθώς το σημείο αυτό έχει ήδη τεκμηριωθεί σε προηγούμενα κλινικά δείγματα (<8>Pelissolo κ.ά. 1996- <9>Swofford κ.ά. 2000). Τα υψηλότερα επίπεδα ψυχοπαθολογίας ανάμεσα στα άτομα που ανέφεραν προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση είναι επίσης συνεπή με τα κλινικά στοιχεία (<6>Allgulander κ.ά. 1984). Οι αναλογίες διάδοσης της μελέτης μας είναι συνεπείς με τους προηγούμενους υπολογισμούς διάδοσης των ορισμών DSM για την εξάρτηση από ουσίες, συμπεριλαμβάνοντας τα ηρεμιστικά (<4>Allgulander 1986- <3>Warner κ.ά. 1995- <27>Wittchen κ.ά. 1995). Αξίζει να σημειωθούν οι σημαντικές αυξήσεις στην ψυχοπαθολογία και τις τάσεις αυτοκτονίας που σχετίζονται με τη χρήση χωρίς συνταγή γιατρού, στοιχείο που δεν έχει εξεταστεί σε προηγούμενους υπολογισμούς και που βασίζονται σε κριτήρια DSM για κατάχρηση ουσιών και εξάρτηση (<27>Wittchen κ.ά. 1995). Οι διαφορές ανάμεσα στα άτομα που κάνουν χρήση χωρίς συνταγή γιατρού και τη χρήση συνταγογραφημένων ηρεμιστικών αποκάλυψε ένα αξιοσημείωτο μοτίβο. Για παράδειγμα, τα άτομα με χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών ήταν νεότερα, άντρες, ανύπαντροι και με περισσότερες πιθανότητες να έχουν αναπτύξει διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας, εξάρτηση στο αλκοόλ και με ένα γονέα που έκανε κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ουσιών καθώς και όλους τους υπόλοιπους τύπους οικογενειακής ψυχοπαθολογίας που καλύπτονται στη συνέντευξη. Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι η προσωπικά αναφερόμενη εξάρτηση στα ηρεμιστικά, δεν σχετίζεται με διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας ή εξάρτησης στο αλκοόλ. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι αυτοί οι συσχετισμοί μπορεί να περιγράφουν διαφορετικές κλινικές εικόνες για όσους διατρέχουν κίνδυνο για χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών και για όσους διατρέχουν κίνδυνο για προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση από ηρεμιστικά στην κοινότητα και μπορεί να είναι χρήσιμες στον εντοπισμό των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο στο κλινικό χώρο.

Ο μηχανισμός συσχετισμού μεταξύ της κατάχρησης ηρεμιστικών και των ψυχικών διαταραχών συνοσηρότητας είναι άγνωστος. Ίσως η κατάθλιψη και το άγχος οδηγούν τους ανθρώπους στη χρήση ηρεμιστικών που χορηγήθηκαν αρχικά ως θεραπεία για τις παραπάνω παθήσεις, και ακολουθήθηκαν από προσωπική χρήση φαρμάκων και κατάχρηση σε μερικά άτομα. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται από αυτά τα αποτελέσματα, καθώς οι διαταραχές κατάθλιψης και άγχους ήταν πολύ πιο συνηθισμένες στα άτομα που έκαναν χρήση συνταγογραφημένων ηρεμιστικών σε σύγκριση με τα άτομα που δεν έκαναν χρήση και ακόμη υψηλότερες στα άτομα που έκαναν χρήση ηρεμιστικών χωρίς συνταγή γιατρού ή σε όσους ανέφεραν εξάρτηση. Εναλλακτικά, μπορεί η υπερβολική χρήση ηρεμιστικών να οδηγεί στην εμφάνιση άγχους ή κατάθλιψης. Είναι επίσης πιθανό να υπάρχει μια κοινή τρωτότητα για ψυχικές διαταραχές (π.χ. άγχος και κατάθλιψη) και κακή χρήση ουσιών (π.χ. ηρεμιστικά) που αντικατοπτρίζεται από αυτό το μοτίβο συνοσηρότητας.

Σε συνέχεια της υπόθεσής μας, οι αναλογίες γονικής ψυχοπαθολογίας ήταν σημαντικά υψηλότερες στα άτομα με κατάχρηση ηρεμιστικών απ’ ότι σε αυτά χωρίς κατάχρηση ηρεμιστικών. Οι αναλογίες οικογενειακής ψυχοπαθολογίας και κατάχρησης ουσιών είναι προφανώς υψηλότερες στα άτομα με χρήση μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών, αλλά μόνο οι μεταβλητές οικογενειακών συγκρούσεων (δηλαδή γονική εγκατάλειψη και απόπειρα αυτοκτονίας) είναι σημαντικά υψηλότερες στα άτομα με εξάρτηση. Ενδιαφέρον έχει ότι η γονική κατάχρηση συνταγογραφημένων φαρμάκων αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης στην προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση στα ηρεμιστικά στην προσαρμοσμένη ανάλυση, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα για την κατάχρηση, αλλά ούτε η γονική κατάθλιψη, ούτε οι διαταραχές άγχους, κατάθλιψης ή κατάχρησης αλκοόλ δεν σχετίζονται με την εξάρτηση από τα ηρεμιστικά, κάτι που ίσως δηλώνει ότι η επίδραση αυτή μπορεί να είναι συγκεκριμένη. Τα ευρήματα αυτά είναι συνεπή με στοιχεία από οικογενειακές μελέτες συνοσηρότητας διαταραχών διάθεσης και χρήσης ουσιών (<28>Blazer κ.ά. 1994- <29>Wittchen κ.ά. 1996) και στοιχεία από μελέτες σε διδύμους (<19>Korn κ.ά. 1992), γεγονός που δείχνει ότι οι διαταραχές χρήσης ουσιών είναι οικογενειακές, αλλά η ιδιαιτερότητα του συσχετισμού αυτού δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί σε μελέτη κλινική ή μελέτη πληθυσμού.

Οι περιορισμοί της παρούσας μελέτης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων της. Η στατιστική απόκλιση αναφορών αποτελεί μια πιθανή αδυναμία της μελέτης, καθώς η αξιολόγηση της χρήσης ηρεμιστικών εξαρτάται από την προσωπική αναφορά, παρότι δεν έχουμε στοιχεία που να μας δείχνουν ότι αυτό συμβαίνει με διαφορετικό τρόπο σε ορισμένα άτομα από ό,τι σε άλλα. Επίσης, η χρήση συγχρονικών στοιχείων περιορίζει τη διερεύνηση της αλληλουχίας στο χρόνο που άρχισε η χρήση ηρεμιστικών και στον καθορισμό των ψυχικών διαταραχών. Δεν υπήρξαν στοιχεία για τη συχνότητα χρήσης και η αξιολόγηση δεν αποτίμησε συγκεκριμένα συμπτώματα κατάχρησης και εξάρτησης. Επομένως, δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί η σοβαρότητα αυτών των δομών από τα στοιχεία που παρέχονται. Η διερεύνηση της αλληλουχίας στην εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων ενδέχεται να παρουσιάζει ενδιαφέρον για μελλοντικές μελέτες σ’ ό,τι αφορά την εξέταση του μηχανισμού των σχέσεων αυτών με περισσότερες λεπτομέρειες. Επίσης, δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες για τη χρήση / κατάχρηση ηρεμιστικών ή καταπραϋντικών χωρίς συνταγή γιατρού και τα στοιχεία για τη χρήση ηρεμιστικών/ καταπραϋντικών αφορούσαν ολόκληρη τη ζωή και όχι μόνο το παρόν. Το μέγεθος του δείγματος μπορεί να περιόρισε τη στατιστική ισχύ ορισμένων μετρήσεων και ο μεγάλος αριθμός στατιστικών μετρήσεων θα μπορούσε να δώσει πλαστούς συσχετισμούς, μια πιθανότητα που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ερμηνεία των στοιχείων από αυτές τις περιγραφικές αναλύσεις.

Τα ευρήματα αυτά πρέπει να θεωρηθούν προκαταρκτικά και χρειάζονται επαλήθευση. Η σχέση δόσης-αντίδρασης μεταξύ της ψυχοπαθολογίας και της χρήσης ηρεμιστικών ενδυναμώνει τον παρατηρούμενο συσχετισμό. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν προοπτικά τον μηχανισμό του συσχετισμού ανάμεσα στη γονική κατάχρηση ουσιών και χρήση ουσιών από τους απογόνους, που χρησιμοποιούν συνταγογραφημένα φάρμακα αντί ή επιπλέον των παρανόμων ναρκωτικών ουσιών, για να κατανοηθεί η αιτιολογία της κατάχρησης ηρεμιστικών καθώς και για να εντοπιστούν οι στόχοι της πρόληψης.

Το τελευταίο μας μοντέλο δείχνει ότι η προσωπικά εκτιμούμενη εξάρτηση μπορεί να διαγνωστεί από τη γονική κατάχρηση συνταγογραφημένων φαρμάκων και ότι αυτή η επίδραση είναι ανεξάρτητη από τη συνοσηρότητα ψυχικών διαταραχών. Επομένως, οι προσπάθειες εντοπισμού των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο μπορεί να περιλαμβάνουν απόπειρες έγκαιρης παρέμβασης για παιδιά γονέων με διαταραχές κατάχρησης ουσιών, εάν τα ευρήματα αυτά επαληθευτούν. Ενώ τα προγράμματα αυτού του τύπου χρησιμοποιούνται επί του παρόντος μόνο για άτομα με προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ και παράνομων ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να υπάρχει λιγότερη ενημέρωση για τον κίνδυνο συγκεκριμένων καταχρήσεων ουσιών από τα παιδιά των οποίων οι γονείς κάνουν κατάχρηση φαρμάκων, καθώς δίνεται λιγότερη προσοχή στο πρόβλημα γενικά. Οι μελέτες αυτές προωθούν την προσπάθεια να γίνουν κατανοητές οι αιτίες που οδηγούν στην κατάχρηση ηρεμιστικών και να εντοπιστούν οι στόχοι για προληπτικές προσπάθειες.

Τα αποτελέσματα αυτά αποκαλύπτουν αρκετές διαφορές στους βασισμένους στον πληθυσμό συσχετισμούς της χρήσης μη συνταγογραφημένων ηρεμιστικών και της προσωπικά εκτιμούμενης εξάρτησης. Επομένως, όταν στην κλινική πρακτική στοχεύουμε στα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο από την κατάχρηση ηρεμιστικών στην κλινική άσκηση και για το διαχωρισμό τους από αυτούς στους οποίους τα ηρεμιστικά χορηγούνται θεραπευτικά, απαιτείται η αναγνώριση δύο ξεχωριστών προφίλ κινδύνου. Με δεδομένο ότι τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι σχεδόν ένας στους 10 ενήλικες Αμερικάνους κάνει κατάχρηση ηρεμιστικών κάποια στιγμή στη ζωή του και ότι αυτή η κατάχρηση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικής συνοσηρότητας και πρόωρης θνησιμότητας, χρειάζεται οπωσδήποτε μελλοντική διερεύνηση της αιτιολογίας, της πορείας και των πιθανοτήτων να προληφθεί η κατάχρηση ηρεμιστικών.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτή την εργασία προσκομίστηκαν από το Εθνικό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας (επιδοτήσεις R01 MH/DA 46376 and R01 MH49098), το Εθνικό Ινστιτούτο Κατάχρησης Ναρκωτικών (με προσθήκη στο R01 MH/DA 46376) και το Ίδρυμα Επιχορηγήσεων W.T. (επιδότηση 90135190).

Τμήμα Ψυχιατρικής, Κολέγιο Ιατρών και Χειρουργών του Πανεπιστημίου της Κολούμπια, Ψυχιατρικό Ινστιτούτο Νέας Υόρκης 1

Σχολή Δημόσιας Υγείας Joseph L. Mailman School, Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ΗΠΑ2

 ΑΝΑΦΟΡΕΣ

<4>Allgulander, C. (1986) History and current status of sedative-hypnotic drug use and abuse. Acta Psychiatrica Scandinavica, 73, 645–667.

<6>Allgulander, C., Borg, S. & Vokander, B. (1984) A 4–6 year follow-up of 50 patients with primary dependence on sedative and hypnotic drugs. American Journal of Psychiatry, 141, 1580–1582.

<18>Allgulander, C., Ljungberg, L. & Fisher, L. D. (1987) Long-term prognosis in addiction on sedative and hypnotic drugs analyzed with the Cox regression model. Acta Psychiatrica Scandinavica, 75, 521–531.

<5>Allgulander, C. & Nasman, P. (1991) Regular hypnotic drug treatment in a sample of 32,679 Swedes: associations with somatic and mental health, in-patient treatment, psychiatric treatment and suicide, derived from automated prescription-record linkage. Psychsomatic Medicine, 53, 101–108.

<2003>American Psychiatric Association (1994) Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM-IV). Washington, DC: American Psychiatric Association.

<28>Blazer, D. G., Kessler, R. C., McGonagle, K. A. & Swartz, M. S. (1994) The prevalence and distribution of major depression in a national community sample: the National Co-morbidity Survey. American Journal of Psychiatry, 151, 979–986.

<11>Chutuape, M. A., Brooner, R. K. & Stitzer, M. (1997) Sedative use disorders in opiate-dependent patients: association with psychiatric and other substance use disorders. Journal of Nervous and Mental Disease, 185, 289–297.

<10>Deacon, B. J. & Valentiner, D. P. (2000) Substance use and non-clinical panic attacks in a young adult sample. Journal of Substance Abuse, 11, 7–15.

<13>Fava, M., Abraham, M., Clancy-Colecchi, K., Pava, J. A., Matthews, J. & Rosenbaum, J. F. (1997) Eating disorder symptomatology in major depression. Journal of Nervous and Mental Disease, 185, 140–144.

<1>Gilson, S. F., Chilcoat, H. D. & Stapleton, J. M. (1996) Illicit drug use by persons with disabilities: insights from the National Household Survey on Drug Abuse. American Journal of Public Health, 86, 1613–1615.

<14>Goldberg, J. F., Garno, J. L., Leon, A. C., Kocsis, J. H. & Portera, L. (1999) A history of substance abuse complicates remission from acute mania in bipolar disorder. Journal of Clinical Psychiatry, 60, 733–740.

<16>Himmelhoch, J. M., Mulla, D., Neil, J. F., Detre, T. P. & Kupfer, D. J. (1976) Incidence and signficiance of mixed affective states in a bipolar population. Archives of General Psychiatry, 33, 1062–1066.

<2000>Isacsson, G., Holmgren, P., Druid, H. & Bergman, U. (1994) Psychotropics and suicide prevention. Implications from toxicological screening of 5281 suicides in Sweden 1992. British Journal of Psychiatry, 174, 259–265.

<22>Kendler, K. S., Karkowski, L. M., Neale, M. C. & Prescott, C. A. (2000) Psychoactive substance use, heavy abuse, and depression in a US population-based sample of male twins. Archives of General Psychiatry, 57, 261–269.

<24>Kessler, R. C., Little, R. J. A. & Groves, R. M. (1995) Advances in strategies for minimizing and adjusting for survey nonresponse. Epidemiology Review, 17, 192–204.

<23>Kessler, R. C., McGonagle, K. A., Zhao, S., Nelson, C. B., Hughes, M., Eshleman, H. U., Wittchen, H. U. & Kendler, K. S. (1994) Life-time and 12-month prevalence of DSM-III-R psychiatric disorders in the United States: results from the National Co-morbidity Survey. Archives of General Psychiatry, 51, 8–19.

<19>Korn, M. L., Kotler, M., Molcho, A., Botsis, A. J., Grosz, D., Chen, C., Plutchik, R., Brown, S. L. & van Praag, H. M. (1992) Suicide and violence associated with panic attacks. Biological Psychiatry, 31, 607–612.

<17>Mendelson, W. B. & Rich, C. L. (1993) Sedatives and suicide: the San Diego study. Acta Psychiatrica Scandinavica, 88, 337–341.

<2001>Merikangas, K. R., Risch, N. J. & Weissman, M. M. (1994) Co-morbidity and co-transmission of alcoholism, anxiety and depression. Psychological Medicine, 24, 69–80.

<2002>Merikangas, K. R., Stolar, M., Stevens, D. E., Goulet, J., Preisig, M. A., Fenton, B., Zhang, H., O’Malley, S. S. & Rounsaville, B. J. (1998) Familial transmission of substance use disorders. Archives of General Psychiatry, 55, 973–979.

<12>Patten, S. B. & Love, E. J. (1997) Drug-induced depression. Psychotherapy and Psychosomatics, 66, 63–73.

<8>Pelissolo, A., Boyer, P., Lepine, J. P. & Bisserbe, J. C. (1996) Epidemiology of the use of anxiolytic and hypnotic drugs in France and in the world. Encephale, 22, 187–196.

<2>Robins, L. N. & Regier, D. A., eds. (1991) Psychiatric Disorders in America. New York: The Free Press.

<7>Romach, M., Busto, U., Somer, G., Kaplan, H. L. & Sellers, E. (1995) Clinical aspects of chronic use of alprazolam and lorazepam. American Journal of Psychiatry, 152, 1161–1167.

<15>Romach, M. K., Sproule, B. A., Sellers, E. M., Somer, G. & Busto, U. E. (1999) Long-term codeine use is associated with depressive symptoms. Journal of Clinical Psychopharmacology, 19, 373–376.

<9>Swofford, C. D., Scheller-Gilkey, G., Miller, A. H., Woolwine, B. & Mance, R. (2000) Double jeopardy: schizophrenia and substance use. American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 26, 343–353.

<21>Tsuang, M. T., Lyons, M. J., Eisen, S. A., Goldberg, J., True, W., Lin, N., Meyer, J. M., Toomey, R., Faraone, S. V. & Eaves, L. (1996) Genetic influences on DSM-III-R drug abuse and dependence: a study of 3,372 twin pairs. American Journal of Medical Genetics, 67, 473–477.

<3>Warner, L. A., Kessler, R. C., Hughes, M., Anthony, J. C. & Nelson, C. B. (1995) Prevalence and correlates of drug use and dependence in the United States. Results from the National Co-morbidity Survey. Archives of General Psychiatry, 52, 219–229.

<26>Wittchen, H. U. (1994) Reliability and validity studies of the WHO Composite International Diagnostic Interview (CIDI): a critical review. Journal of Psychiatry Research, 28, 57–84.

<27>Wittchen, H. U., Kessler, R. C., Zhao, S. & Abelson, J. (1995) Reliability and clinical validity of UM-CIDI DSM-III-R generalized anxiety disorder. Journal of Psychiatry Research, 29, 95–110.

<29>Wittchen, H. U., Zhao, S., Abelson, J. M., Abelson, J. L. & Kessler, R. C. (1996) Reliability and procedural validity of UM-CIDI DSM-III-R phobic disorders. Psychological Medicine, 25, 1169–1177.

<25>World Health Organization (WHO) (1990) Composite International Diagnostic Interview (CIDI), Version 1.0. Geneva: WHO.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1  ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ       

Με συνταγή                         Προσωπικά εκτιμούμενη
Χωρίς συνταγή               ηρεμιστικών,   Χρήση ηρεμιστικών    εξάρτηση στα
ηρεμιστικών                    όχι κατάχρηση χωρίς συνταγή ηρεμιστικά
= 4429 (%)                   = 1 001 (%)  = 419 (%) = 28 (%)           χ2, df, αξία p

Ηλικία (έτη)                                                                                                χ2 = 241.2, df = 9, p<0.0001
15–24             24.92           12.67           12.36               21.95
25–34             33.33           24.52           42.50               17.07
35–44               5.48           32.99           37.09               29.27
45–54             16.25           29.82             8.04               31.71

Φύλο                                                                                                           χ2 = 54.57, df = 3, p<.0001
Άντρες            48.05           39.03           60.90               36.59
Γυναίκες         51.95           60.97           39.10               63.41

Οικογενειακή κατάσταση                                                                               χ2 = 90.54, df = 6, p<.0001
Έγγαμος-η      53.85           58.62           52.09               43.90
Διαζευγμένος/χήρος          13.38           21.65               21.17                29.27
Άγαμος-η       32.77           19.73           26.74               26.83

Φυλή                                                                                                           χ2 = 53.55, df = 9, p = .001
Λευκός           74.16           75.63           83.31               78.05
Έγχρωμος      12.66           14.65               6.8                 4.88
Ισπανική           9.53             7.44             7.88                 9.76
Άλλοι               3.68             2.28             2.01                 7.32

Εισόδημα                                                                                                    χ2 = 39.49, df = 9, p = 0.016
$0–19 000      28.35           30.63           29.98               43.90
$20 000–34 999 25.20        23.27           28.13               19.51
$35 000–69 999 33.94        33.36           31.38               29.27
$70 000+        12.51           12.74           10.51                 7.32

Μόρφωση                                                                                                   χ2 = 31.3, df = 9, p = 0.032

Έως β’ λυκείου 18.54         18.34           14.68               19.51
Απόφοιτος λυκείου 32.72   33.95           33.23               56.10
Ανώτερες σπουδές 25.84    27.10           30.14                 12.2
Πανε/μιακό πτυχίο 22.90    20.62           21.95                 12.2

 

Πίνακας 2  Ψυχιατρική συνοσηρότητα που σχετίζεται με τη χρήση και κακή χρήση ηρεμιστικών στους ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες

Χωρίς συνταγή                        Συνταγή για ηρεμ/κά   Χρήση ηρεμιστικών                                             Προσωπικά εκτιμούμενη
για ηρεμιστικά όχι κατάχρηση χωρίς συνταγή    εξάρτηση στα ηρεμιστικά
n = 4429          n = 1001          n = 419            n = 28
Ψυχικές διαταραχές             (ομάδα αναφοράς)                   AOR† (95% CI)  AOR† (95% CI)          AOR† (95% CI)

Κατάθλιψη                          1,0                   1,7*                 3,49*               4,38*
(1,36, 2,12)      (2,78, 4,38)      (1,85, 10,39)

Αγοραφοβία                        1,0                   2,07*               3,0*                 8,71*
(1,6, 2,69)        (2,02, 4,45)      (3,55, 21,4)

Κοινωνική φοβία                1,0                   1,49*               2,0*                 2,5*
(1,19, 1,87)      (1,53, 2,6)        (1,16, 5,42)

Απλή φοβία                         1,0                   1,52*               2,49*               3,29*
(1,18, 1,95)      (1,8, 3,45)        (1,06, 10,23)

Γενικευμένη διαταραχή άγχους                  1,0                   2,2*                 3,6*         6,0*
(1,5, 3,1)          (2,5, 5,1)          (2,2, 16,5)

Μετατραυματική διαταραχή άγχους           1,0                   2,36*               3,69*       5,43*
(1,69, 3,3)        (2,57, 5,31)      (1,94, 15,23)

Μη συναισθηματικές ψυχώσεις                 1,0                   3,92*               5,3*         19,72*
(2,39, 6,44)      (2,56, 10,98)    (3,2, 121,49)

Διαταραχή αντικοινωνικής                         1,0                   1,25                 12,38*     1,1
προσωπικότητας                                          (0,67, 2,34)      (8,44,18,7)       (0,22, 5,53)

Διπολική διαταραχή            1,0                   3,42*               5,53*               14,81*
(2,17, 5,38)      (3,15, 9,72)      (3,14, 69,85)

Δυσθυμία                            1,0                   1,63*               3,16*               8,79*
(1,19, 2,23)      (2,38, 4,19)      (3,54, 21,85)

Διαταραχή κατανάλωσης αλκοόλ               1,0                   1,23                 7,25*       3,71*
(0,93, 1,65)      (5,5, 9,49)        (1,54, 8,93)

*p<0.05.

 

Πίνακας 3  Οικογενειακά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη χρήση και κατάχρηση ηρεμιστικών στους ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Χωρίς συνταγή                        Συνταγή για ηρεμ/κά   Χρήση ηρεμιστικών                                             Προσωπικά εκτιμούμενη
για ηρεμιστικά όχι κατάχρηση χωρίς συνταγή    εξάρτηση στα ηρεμιστικά
n = 4429          n = 1001          n = 419            n = 28
Χαρακτηριστικό                  (ομάδα αναφοράς)                   AOR† (95% CI)  AOR† (95% CI)          AOR† (95% CI)

Γονική μείζονα κατάθλιψη 1,0                   1,32*               1,97*               1,19
(1,08, 1,62)      (1,56, 2,49)      (0,45, 3,1)

Θεραπεία γονέα για κατάθλιψη                  1,0                   1,09                 1,55*       0,7
(0,82, 1,44)      (1,17, 2,05)      (0,26, 1,91)

Γονέας που πάσχει από Γενικευμένη

Διαταραχή της Εξάρτησης  1,0                   1,36*               2,1*                 2,03
(1,11, 1,68)      (1,6, 2,75)        (0,79, 5,2)

Γονέας με θεραπεία για Γενικευμένη

Διαταραχή της Εξάρτησης  1,0                   1,65*               1,88*               1,25
(1,27, 2,15)      (1,32, 2,67)      (0,45, 3,45)

Κατάχρηση αλκοόλ από γονέα                   1,0                   1,03                 2,03*       2,01
(0,81, 1,32)      (1,29, 3,19)      (0,67, 6,05)

Κατάχρηση παράνομων ουσιών γονέα       1,0                   0,96                 3,3*         0,54
(0,45, 2,06)      (1,8, 6,05)        (0,06, 4,48)

Κατάχρηση συνταγ/μένων φαρμάκων        1,0                   1,26                 2,7*         3,55
γονέα                                                           (0,77, 2,07)      (1,92, 3,8)        (0,66, 19,02)

Γονέας που εγκατέλειψε την οικογένεια    1,0                   1,35*               2,22*       3,87*
(1,04, 1,74)      (1,64, 3,01)      (1,32, 11,34)

Απόπειρα αυτοκτονίας γονέα                     1,0                   1,5                   2,03*       3,87
(0,95, 2,39)      (1,29, 3,19)      (1,32, 11,34)

*p<0,05.

 

Πίνακας 4  Τάσεις αυτοκτονίας που σχετίζονται με τη χρήση και κατάχρηση ηρεμιστικών στους ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες

Χωρίς συνταγή                        Συνταγή για ηρεμ/κά   Χρήση ηρεμιστικών   Προσωπικά εκτιμούμενη
για ηρεμιστικά όχι κατάχρηση χωρίς συνταγή εξάρτηση στα ηρεμιστικά
n = 4429          n = 1001          n = 419            n = 28
Τάσεις αυτοκτονίας                 (ομάδα αναφοράς)                   AOR† (95% CI)          AOR† (95% CI)                        AOR† (95% CI)

Σκέψεις αυτοκτονίας               1,0                   1,54*               4,69*   7,29*
(1,21, 1,95)      (3,45, 5,39)      (3,4, 15,62)

Σχέδια αυτοκτονίας                 1,0                   1,8*                 5,77*   12,71*
(1,2, 2,69)        (3,97, 8,38)      (4,48, 36,03)

Απόπειρα αυτοκτονίας1,0       2,24*               6,87*               9,95*
(1,63, 3,07)      (4,65, 10,16)    (3,87, 25,58)

*p<0,05,

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email