Η συνέχιση της χρήσης ουσιών κατά τη διάρκεια της φυλάκισης: Η σχέση ανάμεσα στο είδος της ουσίας, το πόσο πρόσφατη είναι η χρήση και τη σοβαρότητα της εξάρτησης από τη χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών στη φυλακή*

 

John Stranga**, Michael Gossopa, Joan Heustonb, John Greenc, Christopher Whiteleyd and Tony Madene

 

Μετάφραση Γεωργία Χριστοφίλη

 

Περίληψη

Στόχος: Η παρούσα μελέτη έχει στόχο να διερευνήσει τη συνέχιση της χρήσης ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών κατά τη διάρκεια της φυλάκισης και να εντοπίσει τους παράγοντες που σχετίζονται με τα αυξημένα επίπεδά της.

Σχεδιασμός: Εξετάστηκε η χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών στα άτομα που βρίσκονται στη φυλακή και ιδιαίτερα η σχέση ανάμεσα στη χρήση ουσιών μέσα στη φυλακή και στο είδος της ουσίας που χρησιμοποιούνταν πριν τη φυλάκιση, καθώς και το πόσο πρόσφατη είναι η χρήση και η σοβαρότητα της εξάρτησης.

Χώρος και συμμετέχοντες: Τυχαία επιλεγμένο δείγμα 1009 ενήλικων ανδρών, φυλακισμένων σε δεκατρείς φυλακές στην Αγγλία και στην Ουαλία την περίοδο 1994/95. Δομημένες, εμπιστευτικές συνεντεύξεις, οι οποίες πραγματοποιούνταν από ανεξάρτητο ερευνητή. Οι ερωτήσεις εστίαζαν στη χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών σε τρεις χρονικές περιόδους (κάποια στιγμή στη ζωή του, τον περασμένο χρόνο και τον τελευταίο μήνα πριν τη φυλάκιση), καθώς και στη χρήση ουσιών κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα φυλάκισης.

Ευρήματα: Οι 557 (ποσοστό 55%), από τους 1009 φυλακισμένους, είχαν κάνει χρήση μιας από τις τρεις ουσίες που επιλέχθηκαν για τη μελέτη πριν τη φυλακή: Πιο αναλυτικά το 58% είχε κάνει χρήση ηρωίνης, το 69% χρήση κοκαΐνης και το 75% χρήση αμφεταμινών. Περισσότεροι από τους μισούς (ποσοστό 59%, αριθμός ατόμων 327/557) είχαν κάνει χρήση αυτών των ουσιών το μήνα πριν τη φυλάκισή τους. Τα άτομα, που είχαν κάνει χρήση ουσιών το μήνα πριν τη φυλάκισή τους, ήταν πολύ πιθανό να κάνουν χρήση και μέσα στη φυλακή. Η συνέχιση της χρήσης ηρωίνης στη φυλακή ήταν πιο συχνή (ποσοστό 70%) από ότι της χρήσης κοκαΐνης (ποσοστό 20%) ή αμφεταμινών (ποσοστό 15%). Από τα άτομα που έκαναν χρήση ηρωίνης πριν τη φυλάκιση, το 67% πίστευε ότι ήταν εξαρτημένο σε σύγκριση με το 15% και το 22% για τους χρήστες κοκαΐνης και αμφεταμινών αντίστοιχα.

Συμπεράσματα: Οι αλλαγές στη συμπεριφορά χρήσης ουσιών από τους χρήστες μετά τη φυλάκιση ποικίλλουν ανάλογα με την ουσία που χρησιμοποιούν. Οι φυλακισμένοι ήταν πολύ πιθανότερο να συνεχίσουν τη χρήση ηρωίνης μέσα στη φυλακή, παρά κοκαΐνης ή αμφεταμινών. Τα άτομα που έκαναν χρήση ηρωίνης πριν τη φυλάκιση ήταν πολύ πιθανότερο να κάνουν χρήση ηρωίνης και μέσα στη φυλακή, συγκεκριμένα τα δύο τρίτα του πληθυσμού που θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι. Δεδομένης της υψηλής επικράτησης της χρήσης αυτών των ουσιών πριν τη φυλάκιση, από τα άτομα που βρίσκονται τώρα στη φυλακή, χρειάζεται συνεχής προσοχή, για να μελετηθεί η συμπεριφορά τους και η επίδραση των παρεμβάσεων, που μπορεί να πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια ή πριν τον εγκλεισμό τους.

Εισαγωγή

Στις περισσότερες χώρες του κόσμου μεγάλος αριθμός χρηστών καταλήγει στη φυλακή. Στους ενήλικους άνδρες φυλακισμένους, τα ποσοστά χρήσης ουσιών υπερβαίνουν κατά πολύ τα ποσοστά του γενικού πληθυσμού (Bird et al, 1997; Dolan et al, 1995; Harding, 1987; Maden et al, Johnson et al, 1992; 1991; Ramsay and Percy, 1997). Η φυλάκιση μεγάλου αριθμού χρηστών οδηγεί με τη σειρά της σε άλλα προβλήματα. Οι χρήστες ουσιών έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, μικρότερα ποσοστά απασχόλησης, καθώς και περισσότερες δυσκολίες στέγασης. Η υγεία τους είναι σε χειρότερη κατάσταση και αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς, ψυχολογικά και ψυχιατρικά σε σύγκριση με τους άλλους φυλακισμένους που δεν κάνουν χρήση ουσιών (Brooke et al., 2000; Kraus et al., 2001).

Επιπλέον, πολλοί χρήστες ουσιών στη φυλακή έχουν πρόσφατο ή τωρινό ιστορικό εξάρτησης από ουσίες. Οι Mo και Stephens (2000) βρήκαν ότι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότεροι από το μισό δείγμα του πληθυσμού που ερχόταν στη φυλακή πληρούσαν τα κριτήρια για την εξάρτηση σύμφωνα με το DSM-IV (συνήθως για την κοκαΐνη) και χρειάζονταν θεραπεία για απεξάρτηση για τουλάχιστον μια ουσία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τόσο από το δείγμα των παραβατών όσο και από το δείγμα που ήταν σε θεραπεία αναφερόταν συχνότερα η εξάρτηση από την ηρωίνη από ό,τι η εξάρτηση από την κοκαΐνη, παρότι η πολλαπλή χρήση και η εξάρτηση από πολλές ουσίες είναι επίσης συνηθισμένα φαινόμενα (Gossop et al., 1998; Farrell et al., 2000). Ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός τοξικοεξαρτημένων ατόμων στις φυλακές, οδήγησε στην κατανόηση των αναγκών των χρηστών-κρατουμένων και στην αναγκαιότητα λειτουργίας προγραμμάτων θεραπείας της τοξικοεξάρτησης μέσα στις φυλακές (Knight, Hillier and Simpson, 1999).

Όταν γίνεται χρήση ψυχοτρόπων ουσιών μέσα στη φυλακή προκύπτουν συγκεκριμένα προβλήματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Bullock (2003) βρήκε ότι περίπου οι μισοί από τον πληθυσμό του δείγματος στη φυλακή είχαν κάνει χρήση παράνομων ουσιών ακόμη και κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής τους. Η μελέτη του Clarke και των συνεργατών του (2001) έδειξε ότι περίπου το ένα τρίτο (ποσοστό 31%) των χρηστών, που κάνουν ενδοφλέβια χρήση, στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι είχαν ιστορικό εγκλεισμού σε σωφρονιστικό ίδρυμα, είχαν κάνει χρήση παράνομων ουσιών κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους. Για τις αρχές της φυλακής, το συγκεκριμένο ζήτημα αντιμετωπίζεται, συχνά, ως πειθαρχικό ζήτημα. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία του χρήστη ψυχοτρόπων ουσιών, καθώς επίσης και για τη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών σε άλλους που κάνουν παράλληλη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, λόγω της ενδοφλέβιας χρήσης τους. Άρα, η ανησυχία για τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών μέσα στη φυλακή, αφορά τους κινδύνους για την υγεία από την εξάπλωση ασθενειών που μεταδίδονται μέσα από το αίμα τους όπως είναι το HIV/AIDS, η ηπατίτιδα Β και η ηπατίτιδα C. Σε δώδεκα χώρες τουλάχιστον, μεταξύ των οποίων η Ελβετία, η Γερμανία και η Ισπανία, έχουν εφαρμοστεί πρωτοβουλίες όπως η ανταλλαγή βελόνων και συριγγών μέσα στη φυλακή (Jacob and Stöver, 2000; Dolan et al., 2003).

Η παρούσα μελέτη διερευνά την επικράτηση της χρήσης ουσιών μεταξύ των κρατουμένων στις φυλακές. Η μελέτη θα εστιάσει στη χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών, καθώς ο τρόπος χρήσης αυτών των ουσιών είναι, συχνά, ενδοφλεβίως (Strang et al., 1997, 1998a; Gossop et al., 2000), με το συνακόλουθο κίνδυνο για την υγεία του χρήστη και τη μετάδοση ασθενειών σε άλλους μέσα στο χώρο των φυλακών. Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη διερευνά το ποσοστό χρήσης ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών το διάστημα πριν τον εγκλεισμό, καθώς και τη συνέχισή της, από τα στοιχεία μέσα στη φυλακή και τη σχέση της με το είδος της ουσίας, καθώς και την τελευταία χρήση πριν τον εγκλεισμό, αλλά και τη σοβαρότητα της εξάρτησης από την ουσία.

Μεθοδολογία

Η βάση δεδομένων που εξετάστηκε αποτελείται από ένα τυχαίο δείγμα, n=1009 ενηλίκων ανδρών φυλακισμένων σε δεκατρείς φυλακές στην Αγγλία και στην Ουαλία, οι οποίοι συμμετείχαν σε συνεντεύξεις το διάστημα από το Φεβρουάριο του 1994 έως τον Ιανουάριο του 1995. Τα ιδρύματα που συμμετείχαν στην έρευνα επιλέχθηκαν σε συνεργασία με το Τμήμα Υγείας για τις Φυλακές (Prison Healthcare Department) με στόχο η μελέτη να καλύπτει τα μικρής, μέτριας και μακριάς διάρκειας ιδρύματα. Τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν από μια ανεξάρτητη ομάδα ερευνητών που δε σχετίζονταν με τη φυλακή. Πραγματοποιήθηκε τυχαία δειγματοληψία κατά στρώματα από το τοπικό σύστημα δεδομένων για τους κρατούμενους σε κάθε σωφρονιστικό κατάστημα, ενώ ως βάση ορίστηκε η πτέρυγα της φυλακής.

Οι πληροφορίες συγκεντρώθηκαν μετά από ατομικές και κατά πρόσωπο συνεντεύξεις από ανεξάρτητους συνεντευκτές (οι οποίοι είχαν προσληφθεί και απασχολούνταν από το Πανεπιστήμιο και δεν ανήκαν στο προσωπικό της φυλακής). Το πρόγραμμα των συνεντεύξεων δοκιμάστηκε σε μια πιλοτική φάση με 120 φυλακισμένους, οι συνεντεύξεις των οποίων, ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται στα προς μελέτη στοιχεία.

Η μελέτη για τη χρήση ουσιών εστίασε, συγκεκριμένα, στη χρήση τριών ουσιών: ηρωίνης, κοκαΐνης (συμπεριλαμβάνοντας την κοκαΐνη σε σκόνη/ κοκαΐνη (cocaine hydrochloride) και την κοκαΐνη κρακ) και αμφεταμινών. Η φύση και η συχνότητα χρήσης των συγκεκριμένων ουσιών εκτιμήθηκε για το διάστημα ένός μήνα πριν τον εγκλεισμό και κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα αμέσως μετά τη φυλάκιση. Η εξάρτηση, από κάποια ουσία που μελετάται, κατά τον ένα μήνα πριν τον εγκλεισμό εκτιμήθηκε με μια απλή κλειστή ερώτηση (ναι/όχι) αλλά και με τη χορήγηση του ερωτηματολογίου: Κλίμακα Σοβαρότητας της Εξάρτησης (Severity of Dependence Scale, SDS) σχετικά με την αναφερθείσα χρήση ουσιών τη συγκεκριμένη περίοδο. Η Κλίμακα Σοβαρότητας της Εξάρτησης είναι ένα σύντομο ερωτηματολόγιο με πέντε ερωτήσεις εδραιωμένων ψυχομετρικών ιδιοτήτων (Gossop et al, 1995, 1997).

Οι αυτοαναφορές των χρηστών, όταν τα στοιχεία συγκεντρώνονταν από ανεξάρτητους συνεντευκτές, έχει αποδειχθεί ότι, τις περισσότερες φορές, είναι καλής ποιότητας (Rouse et al, 1985; Harrell, 1985; Sherman and Bigelow, 1992; Meiczkowski et al, 1991; Magura et al, 1992; Darke, 1998). Επιπλέον, μετά τη συνέντευξη ζητήσαμε χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, δείγμα μαλλιών, ώστε να πραγματοποιηθεί έλεγχος για ουσίες από το μισό δείγμα του πληθυσμού, ενώ πήραμε άδεια να εξετάσουμε τα χέρια από το μισό δείγμα, για τον εντοπισμό σημαδιών από τη χρήση (σημάδια από βελόνες ή παλιές ουλές/ old ‘track’ scars). Επιλέχθηκαν 432 άνδρες, για να πάρουμε δείγμα μαλλιών, εκ των οποίων οι 34 αρνήθηκαν, ενώ από άλλους 146 δεν ήταν δυνατό να λάβουμε δείγμα, καθώς τα μαλλιά τους ήταν πολύ κοντά – αυτά τα στοιχεία δεν έχουν αναλυθεί περισσότερο. Ένα δείγμα 413 ανδρών επιλέχθηκε για να εξεταστούν τα χέρια τους για σημάδια ενδοφλέβιας χρήσης – μόνο 4 άνδρες αρνήθηκαν την εξέταση, ενώ τα χέρια των υπόλοιπων, 409 ατόμων, εξετάστηκαν από τον ερευνητή. Σημάδια από ενδοφλέβια χρήση παρατηρήθηκαν στα χέρια 57 ανδρών (ποσοστό 14%)– από τους οποίους οι 53 είχαν ουλές που υποδήλωναν παλαιότερη ενδοφλέβια χρήση και οι 4 είχαν σημάδια στα χέρια τους από πρόσφατη ενδοφλέβια χρήση. Ιστορικό ενδοφλέβιας χρήσης δήλωσαν ήδη οι 54 από τους 57 (ποσοστό 95%) άνδρες: Από τους 4 άνδρες που έφεραν σημάδια πρόσφατης ενδοφλέβιας χρήσης και οι 4 ανέφεραν ότι είχαν κάνει πρόσφατη ενδοφλέβια χρήση ουσιών, ενώ θετικό ιστορικό ενδοφλέβιας χρήσης αναφέρθηκε από τους 50 από τους 53 με σημάδια παλαιότερης ενδοφλέβιας χρήσης.

Αποτελέσματα

Από τους 1009 τυχαία επιλεγμένους φυλακισμένους, το 55% (n=557) ανέφεραν χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης ή αμφεταμινών κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής τους, το 41% (416 άτομα) μέσα στον προηγούμενο χρόνο από τον τωρινό εγκλεισμό τους και το 32% (327 άτομα) είχαν κάνει χρήση μιας ή περισσότερων από αυτές τις ουσίες το μήνα πριν τον εγκλεισμό τους. Από τους 557 φυλακισμένους, που έκαναν μία ή περισσότερες φορές χρήση μιας ή περισσότερων από τις ουσίες, που μελετήθηκαν το 75% (417 άτομα) είχε κάνει χρήση αμφεταμινών, το 69% (387 άτομα) έκανε χρήση κοκαΐνης (κοκαΐνης σκόνης και/ή κρακ) και το 58% (324 άτομα) χρήση ηρωίνης.

Είδος της ουσίας και χρήση ουσιών στη φυλακή

Πραγματοποιήθηκε ανάλυση για τη χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών τις περιόδους πριν και μετά τη φυλάκιση. Η προηγούμενη χρήση περισσότερων από μίας ουσιών από το υποκείμενο ήταν συχνό εύρημα, και έτσι υπάρχει σημαντική αλληλοεπικάλυψη, όταν αναφερόμαστε για παράδειγμα σε πρόσφατη χρήση ηρωίνης και πρόσφατη χρήση αμφεταμινών. Για την ανάλυση, όταν αναφερόμαστε σε χρήστες μιας συγκεκριμένης ουσίας (π.χ. χρήστες ηρωίνης κάποια στιγμή στη ζωή τους) αναφερόμαστε σε όλους τους χρήστες που έχουν κάνει χρήση αυτής της ουσίας. Η χρήση μίας ή περισσότερων ουσιών μέσα στη φυλακή αναφερόταν συχνότερα από όσους έκαναν χρήση ηρωίνης σε σύγκριση με όσους έκαναν χρήση κοκαΐνης ή αμφεταμινών. Περισσότεροι από τα δύο τρίτα (ποσοστό 71%, n=230) των χρηστών ηρωίνης, που είχαν κάνει χρήση κάποια στιγμή στη ζωή τους, είχαν κάνει χρήση μιας ή περισσότερων ουσιών μέσα στη φυλακή, σε σύγκριση με το 35% των ατόμων (n=135) που είχαν κάνει χρήση κοκαΐνης κάποια στιγμή στη ζωή τους και το 26% των ατόμων (n=108) που είχαν κάνει χρήση αμφεταμινών κάποια στιγμή στη ζωή τους.

Από τους 324 φυλακισμένους, που έκαναν χρήση ηρωίνης κάποια στιγμή στη ζωή τους (δηλ. ανέφεραν ότι έκαναν χρήση ηρωίνης κάποια περίοδο της ζωής τους), περισσότεροι από το ένα τρίτο (ποσοστό 36%, n=118) ανέφεραν ότι είχαν κάνει χρήση ηρωίνης τον πρώτο μήνα της τωρινής τους κράτησης (βλ. Πίνακα 1). Το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι αυτό της χρήσης κοκαΐνης και αμφεταμινών από τον αντίστοιχο πληθυσμό ατόμων που έκαναν χρήση κάποια στιγμή της ζωής τους. Μόνο το 11% από τα άτομα (n=41) που έκαναν χρήση κοκαΐνης κάποια στιγμή στη ζωή τους, ανέφερε ότι έκανε χρήση κοκαΐνης μετά την εισαγωγή τους στη φυλακή και μόνο το 5% των ατόμων (n=19) που έκαναν χρήση αμφεταμινών κάποια στιγμή στη ζωή τους ανέφεραν ότι έκαναν χρήση αμφεταμινών το μήνα που ακολούθησε τη φυλάκισή τους.

Πίνακας 1. Εξακολούθηση της χρήσης ουσιών κατά τη φυλάκιση

Χρήση κάποια στιγμή

Χρόνος πριν τη φυλάκιση Μήνας πριν τον εγκλεισμό Πρώτος μήνας φυλάκισης Χρήση κάποια στιγμή στη φυλακή Ενδοφλέβια χρήση κάποια στιγμή στη φυλακή
Ηρωίνη (n=324) 63% a

(n=204)

52%

(n=169)

36%

(n=118)

71%

(n=230)

16%

(n=51)

Κοκαΐνη (n=387) 72%

(n=280)

54%

(n=209)

11%

(n=41)

35%

(n=135)

3%

(n=10)

Αμφεταμίνες (n=417) 52%

(n=216)

30%

(n=125)

5%

(n=19)

26%

(n=108)

4%

(n=15)

a Όλα τα ποσοστά έχουν υπολογιστεί με βάση το σύνολο των ατόμων που έχουν κάνει κάποια στιγμή χρήση της συγκεκριμένης ουσίας.

Από όλους όσους έκαναν χρήση ηρωίνης στη φυλακή, ένα ποσοστό 22% (n=51/230) ανέφερε ότι είχε κάνει ενδοφλέβια χρήση ηρωίνης μέσα στη φυλακή (η μη ενδοφλέβια χρήση δεν καταγράφηκε ξεχωριστά αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο γίνεται συνήθως χρήση από αλουμινόχαρτο που το έχουν ζεστάνει (‘chasing the dragon’) ή κάποιες φορές από τη μύτη (Strang et al, 1997, 1998a). Χαμηλότερα ποσοστά ενδοφλέβιας χρήσης αναφέρθηκαν για την κοκαΐνη (ποσοστό 7%, n=10/135) και τις αμφεταμίνες (ποσοστό 14%, 15/108).

Η χρονική εγγύτητα της χρήσης ουσιών πριν τη φυλάκιση και η σχέση της με τη χρήση κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού

Μια πιο λεπτομερής εξέταση πραγματοποιήθηκε, για να φανεί σε ποιο βαθμό η πρόσφατη (κατά τη διάρκεια του μήνα πριν τη φυλάκιση) χρήση των υπό μελέτη ουσιών μπορεί να σχετίζεται με τη συνέχιση της χρήσης καθενός από τα τρία είδη ψυχοτρόπων ουσιών. Για κάθε μία, τα ποσοστά χρήσης κατά τον πρώτο μήνα της φυλάκισης εξετάστηκαν σε σχέση με το εάν τα άτομα έκαναν χρήση ουσιών το μήνα που προηγήθηκε της φυλάκισής τους, εάν έκαναν χρήση κατά τη διάρκεια του χρόνου που προηγήθηκε της φυλάκισης, αλλά όχι το μήνα πριν, ή είχαν κάνει χρήση της ουσίας πιο παλιά στο παρελθόν αλλά όχι το χρόνο πριν τη φυλάκιση.

Για όλες τις υπό μελέτη ουσίες, τα άτομα που είχαν κάνει χρήση πρόσφατα (τον τελευταίο μήνα πριν τη φυλάκιση) αποτελούσαν την πλειοψηφία των ατόμων που έκαναν χρήση ουσιών τον πρώτο μήνα μετά τον εγκλεισμό. Περισσότεροι από τα τρία τέταρτα των ατόμων, που είχαν κάνει χρήση των υπό μελέτη ουσιών κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα του εγκλεισμού, είχαν κάνει χρήση της ουσίας τον μήνα πριν τη φυλάκιση. Από τους φυλακισμένους, που έκαναν χρήση ηρωίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα του εγκλεισμού τους, το 79% (n=93) είχαν κάνει χρήση της ουσίας το μήνα που προηγήθηκε της φυλάκισης. Από τους φυλακισμένους που έκαναν χρήση κοκαΐνης κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της φυλάκισης, το 85% (n=35) είχε κάνει χρήση κοκαΐνης το μήνα πριν τον εγκλεισμό, ενώ το 79% (n=15) των ατόμων που έκαναν χρήση αμφεταμινών κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα φυλάκισης, είχαν κάνει χρήση αμφεταμινών κατά τη διάρκεια του μήνα πριν τη φυλάκιση (βλ. Πίνακα 2). Η χρήση ηρωίνης τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού ήταν πιο πιθανή για τα άτομα που είχαν πρόσφατα κάνει χρήση (τον τελευταίο μήνα) από ό,τι για τα άτομα που είχαν κάνει χρήση μέσα στον προηγούμενο χρόνο ή για τα άτομα που ανέφεραν ότι είχαν κάνει χρήση κάποια στιγμή στη ζωή τους, αλλά όχι τον τελευταίο χρόνο. Τα αποτελέσματα για το «πρόσφατο της χρήσης» για όλες τις ουσίες βρέθηκε να είναι στατιστικά σημαντικό για όλες τις υπό μελέτη ουσίες.

Πίνακας 2.  Το πρόσφατο της χρήσης ουσιών πριν τη φυλάκιση και η συνέχισή της κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα εγκλεισμού

Χρήση ουσιών στη φυλακή (κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα)

Πρόσφατη χρήση (πριν τη φυλάκιση) Μακρινή χρήση (πριν τη φυλάκιση) Χρήση στο παρελθόν (πριν τη φυλάκιση) X2 p
Ηρωίνη

(n=118)

79% (n=93) 8% (n=9) 14% (n=16) 57,3 <0.001
Κοκαΐνη

(n=41)

85% (n=35) 7% (n=3) 7% (n=3) 18,6 <0.001
Αμφεταμίνες (n=19) 79% (n=15) 11% (n=2) 11% (n=2) 23,0 <0.001

Πρόσφατη χρήση – τον μήνα ακριβώς πριν τη φυλάκιση.

Μακρινή χρήση – το χρόνο πριν τη φυλάκιση ωστόσο όχι το μήνα πριν τη φυλάκιση

Χρήση στο παρελθόν αλλά όχι κατά τη διάρκεια του χρόνου πριν τη φυλάκιση.

Εξάρτηση

Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό των χρηστών ηρωίνης σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό των χρηστών κοκαΐνης και αμφεταμινών θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι. Από τους φυλακισμένους που είχαν κάνει χρήση ηρωίνης το μήνα πριν τον εγκλεισμό, τα δύο τρίτα (ποσοστό 67%) ανέφεραν ότι ήταν εξαρτημένοι εκείνη την περίοδο, σε σύγκριση με το 15% των ατόμων που έκαναν πρόσφατα χρήση κοκαΐνης και το 22% που έκαναν πρόσφατα χρήση αμφεταμινών και ανέφεραν το ίδιο πράγμα (βλ. ΠΙΝΑΚΑ 3). Η μέση βαθμολογία στην Κλίμακα Σοβαρότητας της Εξάρτησης (SDS) για την κύρια ουσία κατάχρησης κάθε συμμετέχοντα ήταν 9,84 (range 0-15) (SD=3.76). Οι βαθμολογίες στην Κλίμακα Σοβαρότητας της Εξάρτησης (SDS) για τις τρεις εξεταζόμενες ουσίες φαίνονται στον πίνακα 3.

Πίνακας 3. Σοβαρότητα της εξάρτησης από την ηρωίνη, την κοκαΐνη και τις αμφεταμίνες την περίοδο της φυλάκισης

Χρήση ουσιών το μήνα πριν τη φυλάκιση Ποσοστό που δηλώνει εξαρτημένο Μέση βαθμολογία (s.d.) σοβαρότητας της εξάρτησης
Ηρωίνη (n=169) 67% (n=114) 10,6 (3,2)
Κοκαΐνη (n=208) 15% (n=32) 8,0 (3,2)
Αμφεταμίνες (n=125) 22% (n=27) 8,1 (3,9)

 

Όσοι θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι από την ηρωίνη το μήνα πριν τη φυλάκισή τους ήταν πιθανότερο να κάνουν χρήση ηρωίνης κατά τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού (χ2=9.2, p < 0.01). Δε βρέθηκε να υπάρχει σχέση ανάμεσα στην εξάρτηση πριν τον εγκλεισμό από την κοκαΐνη και τη χρήση κοκαΐνης κατά τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού (χ2=1.3, p = 0.25), ή με την εξάρτηση από τις αμφεταμίνες και τη χρήση αμφεταμινών τον πρώτο μήνα εγκλεισμού (χ2=0.3, p = 0.86). Δεν υπήρχε σχέση ανάμεσα στο επίπεδο σοβαρότητας της εξάρτησης (SDS) και τη χρήση ουσιών κατά τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού τους (για την ηρωίνη, t = 0.55, p = 0.58; για την κοκαΐνη, t = 0.01, p = 0.99; για τις αμφεταμίνες, t = 0.13, p = 0.99).

Για να μετρηθεί το στάδιο της σωματικής εξάρτησης, οι φυλακισμένοι που ανέφεραν ότι είχαν κάνει χρήση ουσιών κατά τη διάρκεια του μήνα πριν τον εγκλεισμό τους ρωτήθηκαν, εάν βίωσαν συμπτώματα στέρησης κατά τον εγκλεισμό. Από όσους ανέφεραν ότι έκαναν χρήση ηρωίνης το μήνα πριν τον εγκλεισμό και οι οποίοι ανέφεραν εξάρτηση από την ηρωίνη το 63% (n=72/114) αντιμετώπισε στερητικά συμπτώματα, σε σύγκριση με το 50% (n=16/32) οι οποίοι θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι από την κοκαΐνη και το 62% (n=17/27) που θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι από τις αμφεταμίνες.

Από τους φυλακισμένους, 61 άτομα έλαβαν συνταγογραφημένη μεθαδόνη το μήνα που προηγήθηκε της φυλάκισης, ενώ επιπλέον 21 άτομα έλαβαν συνταγογραφημένη μεθαδόνη σε χρονικό διάστημα ενός έτους πριν τη φυλάκιση, όχι όμως το μήνα που προηγήθηκε από τη φυλάκιση. Από τα 61 άτομα που έλαβαν συνταγογραφημένη μεθαδόνη το διάστημα πριν τον εγκλεισμό, 13 άτομα (ποσοστό 21%) συνέχισαν τη χρήση συνταγογραφημένης μεθαδόνης και κατά τη διάρκεια της ποινής τους. Η χρήση ηρωίνης τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού ήταν εξίσου συχνή μεταξύ των ατόμων που λάμβαναν μεθαδόνη και μέσα στη φυλακή (8 από τα 13 άτομα, ποσοστό 62%) καθώς και για εκείνους που δεν έλαβαν θεραπεία με μεθαδόνη (28 άτομα από τα 48, ποσοστό 58%) (χ2= 0.04, p = 0.83). Το να λάβουν συνταγογραφημένη μεθαδόνη το έτος πριν τη φυλάκιση σχετιζόταν θετικά με τη χρήση ηρωίνης τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού (χ2=5.2; p <0.05), παρόλο που αυτό το αποτέλεσμα δεν έφτασε σε επίπεδα σημαντικότητας για το 5% των ατόμων που έλαβαν θεραπεία με μεθαδόνη το μήνα αμέσως πριν τον εγκλεισμό (χ2= 2.8, p = 0.09).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Όπως και με τα δείγματα άλλων παραβατών, τα ποσοστά χρήσης ουσιών ήταν υψηλά (Maden et al, 1991, 1992; Dolan et al, 1995; Bird et al, 1997; Clarke et al., 2001; Kraus et al., 2001). Από ένα σημαντικό ποσοστό του δείγματος αναφέρθηκε πρόσφατη χρήση και των τριών υπό μελέτη ουσιών (ηρωίνης, κοκαΐνης και αμφεταμινών). Μία ή περισσότερες από αυτές τις ουσίες είχαν χρησιμοποιηθεί από το 41% του δείγματος σε αυτή τη φυλακή το έτος πριν τον εγκλεισμό και από, περίπου, το ένα τρίτο του δείγματος το μήνα αμέσως πριν τον εγκλεισμό.

Η μεγάλη σταθερότητα της χρήσης ηρωίνης από τον πληθυσμό μέσα στη φυλακή είναι ένα σημαντικό εύρημα της παρούσας μελέτης. Ήταν πιθανότερο να συνεχιστεί συγκεκριμένα η χρήση ηρωίνης την περίοδο του εγκλεισμού σε σύγκριση με τις άλλες δύο ουσίες. Περισσότεροι από το ένα τρίτο όσων είχαν κάνει χρήση ηρωίνης κάποια στιγμή στη ζωή τους, ανέφεραν χρήση της ουσίας κατά τον πρώτο μήνα του εγκλεισμού. Αντίθετα, η συνέχιση της χρήσης κοκαΐνης αναφέρθηκε μόνο από το 11% όσων είχαν κάνει χρήση κοκαΐνης, ενώ από όσους είχαν κάνει χρήση αμφεταμινών βρέθηκε ότι μόνο το 5% συνέχισε τη χρήση. Η συνέχιση της χρήσης κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού εμφανίζει μια σχέση αντίστροφη σε σύγκριση με τα ευρήματα για την επικράτηση της χρήσης κατά τα προηγούμενα χρόνια. Φαίνεται δηλαδή ότι στη διάρκεια της ζωής τους οι αμφεταμίνες ήταν οι πλέον χρησιμοποιούμενες ουσίες από τις τρεις υπό μελέτη ουσίες, ενώ η ηρωίνη ήταν η λιγότερο χρησιμοποιούμενη ουσία.

Το πόσο πρόσφατη ήταν η χρήση την περίοδο αμέσως πριν τον εγκλεισμό μπορούσε επίσης να προβλέψει τη χρήση μέσα στη φυλακή. Το ίδιο φάνηκε να ισχύει και για τις τρεις υπό μελέτη ουσίες. Περισσότερο από τα τρία τέταρτα όσων έκαναν χρήση κάποιας από τις τρεις ουσίες (ηρωίνη-κοκαΐνη-αμφεταμίνες) ή άλλης ουσίας κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα μετά τον εγκλεισμό, έκαναν χρήση της ίδιας ουσίας τον μήνα πριν τη φυλάκιση. Παρόμοια ευρήματα αναφέρθηκαν και για την ενδοφλέβια χρήση ουσιών στις φυλακές από τους Calzavara et al. (2003), οι οποίοι βρήκαν ότι η χρονική εγγύτητα της χρήσης επηρέαζε τη χρήση μέσα στη φυλακή: Τα αποτελέσματα των μελετών τους έδειξαν ότι τα άτομα, που έκαναν ενδοφλέβια χρήση οπιοειδών το έτος πριν τον εγκλεισμό, ήταν πολύ πιθανότερο να κάνουν ενδοφλέβια χρήση και μέσα στη φυλακή.

Επίσης, φάνηκε ότι η εξάρτηση έχει σχέση με τη χρήση ουσιών στη φυλακή. Ωστόσο, αυτή η σχέση δεν ήταν ούτε τόσο σαφής ούτε τόσο άμεση, όσο το πόσο πρόσφατη ήταν η χρήση. Ενώ η εξάρτηση από την ηρωίνη φάνηκε να σχετίζεται με τη συνέχιση της χρήσης ηρωίνης στη φυλακή, ωστόσο δεν φάνηκε να υπάρχει η ίδια σχέση για την εξάρτηση από την κοκαΐνη ή τις αμφεταμίνες, και τη χρήση τους αντίστοιχα μέσα στη φυλακή. Επιπλέον, οι χρήστες ηρωίνης ήταν πιθανότερο να αναφερθούν σε προβλήματα εξάρτησης από ό,τι οι χρήστες κοκαΐνης ή αμφεταμινών. Τα δύο τρίτα όσων είχαν κάνει χρήση ηρωίνης το μήνα πριν τον εγκλεισμό θεωρούσαν ότι ήταν εξαρτημένοι από την ηρωίνη. Αυτό το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο της κοκαΐνης ή των αμφεταμινών, όπου λιγότεροι από το ένα τέταρτο των χρηστών αυτών των ουσιών ένιωθαν ότι ήταν εξαρτημένοι.

Ένας παράγοντας που, αδιαμφισβήτητα, επηρεάζει τη χρήση ουσιών στη φυλακή είναι η διαθεσιμότητα (ή η έλλειψή της). Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η χρήση ηρωίνης αντικατόπτριζε τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητά της στις φυλακές από ό,τι της κοκαΐνης ή των αμφεταμινών. Ωστόσο, η διαθεσιμότητα θα επηρεάζεται σημαντικά από τη ζήτηση, αλλά δεν υπάρχει κάποιος λόγος για να υποθέσουμε ότι η παράνομη διακίνηση διεγερτικών ναρκωτικών ουσιών είναι πιο δύσκολη από τη διακίνηση της ηρωίνης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι διαφορετικοί παράγοντες που σχετίζονται με τα ναρκωτικά επηρεάζουν περισσότερο τη χρήση ουσιών στις φυλακές (κι όχι απλά η διαθεσιμότητα) (Bullock, 2003), καθώς και ότι οι χρήστες ουσιών στη φυλακή προτιμούν τις κατασταλτικές ουσίες οι οποίες μπορούν πιο εύκολα να επιφέρουν χαλάρωση και να ανακουφίσουν από την ανία (Swann and James, 1998; Bullock, 2003).

Επίσης, πρέπει να εξεταστούν οι επιπτώσεις αυτών των ευρημάτων. Ενώ το πρόβλημα της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών στην κοινωνία περιλαμβάνει πολλές ουσίες, η ιδιαίτερη σημασία που έχει η ηρωίνη μέσα στο περιβάλλον της φυλακής, λόγω της αυξημένης χρήσης της καθώς και διάφορων σχετιζόμενων κινδύνων, μας οδηγεί να εστιάσουμε περισσότερο στην ανάγκη ανάπτυξης διαφορετικών πολιτικών επιλογών και πρακτικής. Περισσότεροι από τους μισούς χρήστες ηρωίνης που έκαναν χρήση ηρωίνης κατά την περίοδο του εγκλεισμού εξακολούθησαν να κάνουν χρήση ηρωίνης και μέσα στη φυλακή, η πιθανότητα αυτή ήταν υψηλότερη για αυτούς και ιδιαίτερα για όσους ήταν εξαρτημένοι από την ηρωίνη. Η χρήση ηρωίνης μέσα στη φυλακή αποτελεί ένα μείζον θέμα ανησυχίας, όχι μόνο λόγω του μεγάλου αριθμού χρηστών ηρωίνης, αλλά και εξαιτίας των υψηλότερων ποσοστών ενδοφλέβιας χρήσης ηρωίνης που παρατηρήθηκαν στις φυλακές. Περισσότεροι από το ένα πέμπτο των ατόμων που έκαναν χρήση ηρωίνης μέσα στη φυλακή παραδέχθηκαν ότι έκαναν ενδοφλέβια χρήση, με τους συνεπαγόμενους κινδύνους για τον εαυτό τους και τους άλλους.

Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υποστηρίζουν ότι η θεραπεία και η καλή ένταξη των χρηστών μέσα στις φυλακές θα μπορούσαν να βελτιωθούν δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον εντοπισμό όσων μπαίνουν στη φυλακή με ιστορικό τωρινής ή πρόσφατης χρήσης ηρωίνης. Θα πρέπει να αξιολογείται η συχνότητα χρήσης ουσιών, και ιδιαίτερα η χρήση οπιούχων την περίοδο πριν από τη φυλάκιση. Όταν εντοπίζεται πρόσφατη χρήση ηρωίνης ή άλλων οπιούχων ουσιών, θα πρέπει να καταβάλλονται προσπάθειες για την ένταξη του φυλακισμένου σε ένα πρόγραμμα θεραπείας και αποκατάστασης, κατάλληλο για το επίπεδο των αναγκών του. Είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια ότι οι χρήστες ουσιών αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο υποτροπής μετά την απομάκρυνσή τους από ένα περιβάλλον διαμονής ή άλλο προστατευμένο περιβάλλον (Gossop et al., 1989). Η παρούσα μελέτη εφιστά την προσοχή στην ανάγκη για αξιολόγηση και παρέμβαση, με στόχο να προστατευθούν οι χρήστες ουσιών (ιδιαίτερα εκείνοι που είναι εξαρτημένοι από την ηρωίνη) από τη συνέχιση της χρήσης όταν μπουν στη φυλακή.

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Ως εκ τούτου είναι δυνατό, και όντως πιθανό, βάσει των εθνικών ερευνητικών στοιχείων, να έχει αυξηθεί η επικράτηση της χρήσης αυτών των ουσιών τόσο στην κοινότητα όσο και στο περιβάλλον των φυλακών. Επίσης, πρέπει να αναγνωριστεί ότι υπήρχαν πρωτοβουλίες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, με στόχο να εισαχθεί κάποιας μορφής θεραπεία και αποκατάστασης για χρήστες ουσιών μέσα στις βρετανικές φυλακές. Εντούτοις, οι επιστημονικές παρατηρήσεις αυτής της μελέτης εξακολουθούν να προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία, σημαντικά για την κατανόηση αυτών των τόσο ουσιαστικών και κρυμμένων συμπεριφορών: Προσφέρουν στοιχεία σχετικά με την επικράτηση αυτών των συμπεριφορών, καθώς και μια ανάλυση της σχέσης μεταξύ των διαφορετικών ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενδοφλεβίως, αλλά και των παραγόντων που επηρεάζουν την πιθανότητα συνέχισης της χρήσης αυτών μετά τη φυλάκιση.

Αυτή την περίοδο, τρεις διαφορετικοί τύποι θεραπείας για τα ναρκωτικά έχουν ήδη εγκριθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για την αντιμετώπιση του συνδρόμου στέρησης από τα οπιούχα. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η χρήση της μεθαδόνης, αγωνιστή για τα οπιούχα (Department of Health, 1999), του αγωνιστή alpha-adrenergic lofexidine (Bearn et al, 1996; Howells et al, 2002), και, πιο πρόσφατα, του μικτού αγωνιστή-ανταγωνιστή, βουπρενορφίνης (Johnson and Strain, 1999). Η βοήθεια για την αποτελεσματική διαχείριση του συνδρόμου στέρησης από τα οπιούχα ενδέχεται να μειώσει την πιθανότητα χρήσης μη-συνταγογραφημένων οπιούχων κατά τη διάρκεια της φυλάκισης, ιδιαίτερα, καθώς σύμφωνα με την παρούσα μελέτη τα δύο τρίτα των χρηστών ηρωίνης θεωρούσαν ότι είναι εξαρτημένοι. Στη μελέτη μας, υπάρχουν λίγα θετικά στοιχεία για τους 13 φυλακισμένους που συνέχισαν τη χρήση συνταγογραφημένης μεθαδόνης στη φυλακή. Εντούτοις, ξέρουμε ότι, σε εθνικό επίπεδο, η θεραπεία με μεθαδόνη στο Ηνωμένο Βασίλειο, συχνά, περιλάμβανε χαμηλές δόσεις, ενώ μια εθνική έρευνα το 1995 διαπίστωσε ότι περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των συνταγών για μεθαδόνη που χορηγήθηκαν στην κοινότητα ήταν για καθημερινές δόσεις των 30mg ή λιγότερο (Strang et al. 1996; Strang and Sheridan, 1998b). Έτσι, ακόμα και χωρίς στοιχεία σχετικά με τις δόσεις για αυτό το δείγμα των 13 φυλακισμένων, φαίνεται ότι αυτό που πιθανά θα λάμβαναν ήταν μεθαδόνη σε χαμηλές δόσεις. Αυτός ο τομέας σαφώς απαιτεί προσεκτικότερη μελέτη.

Στο περιβάλλον των φυλακών οι κίνδυνοι για την υγεία και την ασφάλεια, που συνδέονται με την ενδοφλέβια χρήση ουσιών, είναι αυξημένοι. Η αποτυχία για επαρκή αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος έχει προκαλέσει έντονη κριτική (Advisory Council on the Misuse of Drugs, 1988, 1989, 1993; Harding, 1990; Gore and Bird, 1993, 1998). Τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο εστιάζουν εκ νέου στους τομείς με τη μεγαλύτερη ανησυχία καθώς και σε εκείνους που έχουν προτεραιότητα για πιθανή παρέμβαση.

Συμπερασματικά, ο πληθυσμός των φυλακών έχει προτεραιότητα για την εισαγωγή βελτιωμένων μεθόδων θεραπείας και υγειονομικής περίθαλψης –τόσο από την πλευρά των ιών HIV/AIDS, HCV για τη διαφύλαξη τόσο της δημόσιας υγείας όσο και της ατομικής υγείας, δεδομένου ότι είναι ένας πληθυσμός του οποίου τα επίπεδα ενδοφλέβιας χρήσης πριν τη φυλάκιση υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά του γενικού πληθυσμού. Μεταξύ των ουσιών που πιθανά χρησιμοποιούνται ενδοφλεβίως, βρέθηκε ότι, ιδιαίτερα, η ηρωίνη εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μετά τη φυλάκιση σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ουσίες που χρησιμοποιούνται ενδοφλεβίως, όπως οι αμφεταμίνες και η κοκαΐνη. Αναλόγως, η κλινική πρακτική και οι πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να επιδιώξουν, ιδιαιτέρως, τις ευκαιρίες να παρέμβουν και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα με την ηρωίνη που υφίστανται κατά την περίοδο της φυλάκισης. Παρά τις κάποιες πρόσφατες βελτιώσεις, αυτό το μείζον πρόβλημα υγείας του πληθυσμού στις φυλακές πρέπει να εξεταστεί ακόμη καλύτερα, καθώς οι φυλακές εξακολουθούν να αποτελούν ένα μεγάλο κενό στην αντιμετώπιση, σε επίπεδο δημόσιας υγείας, του ιού HIV και των άλλων μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Ευχαριστίες: Θέλουμε να ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα τους ερευνητές που πήραν τις συνεντεύξεις στη φυλακή (Dawn Gordon, Rowena Macaulay, Hilary Nettleton, Kathy Powell and Richard Sparks), χωρίς την επιμονή και την ευαισθησία των οποίων δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η μελέτη.

Έγκριση ηθικής και δεοντολογίας: Η άδεια δόθηκε από την Επιτροπή Ηθικής και Δεοντολογίας (Ερευνών) της Ψυχιατρικής Κλινικής του Βασιλικού Νοσοκομείου Maudsley and Bethlem.

Χρηματοδότηση: Η χρηματοδότηση για αυτό το πρόγραμμα παρασχέθηκε από Τμήμα Ερευνών του Υπουργείου Εσωτερικών. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι των συγγραφέων και δεν αποτελούν απόψεις των χρηματοδοτών.

Αντικρουόμενα συμφέροντα: Κανένα

a National Addiction Centre (Institute of Psychiatry/Maudsley Hospital), London, SE5 8AF.

b Formerly National Addiction Centre.

c Paterson Centre, 20 South Wharf Road, Paddington, London, W2 1PD

d Hackney Specialist Addiction Unit, ELCMHT, Homerton Hospital, London, E9 6SR (formerly National Addiction Centre).

e The Academic Centre, WLMH NHS Trust, Southall, Middlesex UB1 3EU.

*Τίτλος Πρωτοτύπου “Persistence of drug use during imprisonment: Relationship of drug type, recency of use, and severity of dependence to use of heroin, cocaine, and amphetamine in prison”, Addiction, Volume 101, Number 8, August 2006

** Διεύθυνση αλληλογραφίας: Professor John Strang at the National Addiction Centre, Addiction Sciences Building, 4 Windsor Walk, London, SE5 8AF, UK.

Παραπομπές

 Adler, M. (1986). AIDS and intravenous drug abusers. British Journal of Addiction, 81: 307-310.

Advisory Council on the Misuse of Drugs (1988). AIDS and Drug Misuse (Part 1) Report. London: HMSO.

Advisory Council on the Misuse of Drugs (1993). AIDS and Drug Misuse Update Report. London: HMSO.

 Bearn, J., Gossop, M. and Strang, J. (1996). Randomised double-blind comparison of lofexidine and methadone in the inpatient treatment of opiate withdrawal. Drug and Alcohol Dependence, 43: 87-91.  

 Bird, G., Gore, S., Ross, A. & Berg, D. (1995). HIV surveillance with risk factor elicitation at Scotland’s largest prison (Barlinnie). AIDS, 9: 801-808.

Bird, A.G., Gore, S., Hutchinson, S.J., Lewis, S.C., Cameron, S. and Burns, S. (on behalf of European Commission Network on HIV Infection and Hepatitis in Prison) (1997). Harm reduction measures and injecting inside prison versus mandatory drug testing: Results of a cross-sectional anonymous questionnaire survey. British Medical Journal, 315: 21-24.

  Brooke,D., Taylor,P., Gunn,J. & Maden,A. (2000). Substance misuse as a marker of vulnerability among male prisoners on remand. British Journal of Psychiatry, 177, 248-251.

Bullock, T. (2003). Changing levels of drug use before, during and after imprisonment. In, M.Ramsay (ed.) Prisoners’ Drug Use and Treatment: Seven Research Studies. Home Office Research Study 267, Home Office Research Development and Statistics Directorate, London.

Calzavara,L., Burchell,A., Schlossberg,J., Myers,T., Escobar,M., Wallace,E., Major,C., Strike,C. & Millson,M. (2003) Prior opiate injection and incarceration history predict injection drug use among inmates. Addiction, 98, 1257-1265.

Carvel, A.L.M. & Hart, G. (1990). Risk behaviours for HIV infection among drug users in prison. British Medical Journal, 300: 1383-1384.

Clarke,J., Clarke,M., Hanna,L., Sobota,M. & Rich,J. (2001). Active and former injection drug users report of HIV risk behaviors during periods of incarceration. Substance Abuse, 22, 209-216.

Darke, S. (1998). Self-report among injecting drug users: a review. Drug and Alcohol Dependence, 51: 253-263.

Department of Health, Welsh Office, Scottish Home and Health Department and Northern Ireland Office (1999). Drug Misuse and Dependence: Guidelines on Clinical Management. London: HMSO.

Des Jarlais, D.C., Friedman, S.R. & Strug, D. (1986). AIDS and needle-sharing within the intravenous drug use sub-culture. In: Feldman, D. and Johnson, T. (Eds). The Social Dimensions of AIDS: Methods and theory, pp 111-125. New York: Praeger.

Dolan, K., Wodak, A. & Penny, R. (1995). AIDS behind bars: Preventing HIV spread among incarcerated drug injectors. AIDS, 9: 825-832.

Dolan,K., Rutter,S. & Wodak,A. (2003). Prison-based syringe exchange programmes: a review of international research and development. Addiction, 98: 153-158.

Farrell, M., Singleton,N. & Strang, J. (2000). Drugs and Prisons: a high risk group and a high burden environment. In, Shewan, D., Davies,J. (Eds.) Drug Use and Prsions: An International Perspective, pp 203-213, Amsterdam, Harwood.

Farrell, M. & Strang, J. (1991). Drugs and HIV in prisons: The hole in the net. British Medical Journal, 302: 1477-1478.

Gore, S. and Bird, A.G. (1993). No escape: HIV transmission in prison – prisons need protocols for HIV outbreaks. British Medical Journal, 307: 147-148.

Gore, S., Bird, G., Burns, S.M., Goldberg, D. & Ross, A.J. (1995). Drug injection and HIV prevalence in inmates of Glenochil Prison. British Medical Journal, 301: 293-296.

Gore, S. and Bird , A.G. 1998. Drugs in British prisons: Policies need outside scrutiny if they are to do more good than harm. British Medical Journal, 316: 1256-1257.

Gossop, M., Griffiths, P., Bradley, B. and Strang, J. (1989). Opiate withdrawal symptoms in response to 10-day and 21-day methadone withdrawal programmes. British Journal of Psychiatry,154: 360-363.

Gossop, M., Darke, S., Griffiths, P., Hamdo, J., Powis, B., Hall, W. and Strang, J. (1995). The Severity of Dependence Scale (SDS): Psychometric properties of the SDS in English and Australian samples of heroin, cocaine and amphetamine users. Addiction, 90: 607-614.

Gossop, M., Best, D., Marsden, J. and Strang, J. (1997). Test-retest reliability of the Severity of Dependence Scale (SDS). Addiction, 92: 353-354.

Gossop,M., Bradley,B., Phillips,G., Green,L. (1989). Circumstances surrounding the initial lapse to opiate use following detoxification. British Journal of Psychiatry, 154, 354-359.

Gossop, M., Marsden, J., Stewart,D., Treacy, S. (2000). Routes of drug adminstration and multiple drug misuse: regional variations among clients seeking treatment at programmes throughout England. Addiction, 95, 1197-1206.

Harding, T. (1987). AIDS in prison. Lancet, ii: 1260-1264.

Harding, T. (1990). HIV infection and AIDS in the prison environment: A test case for the respective human rights. In: Strang, J. & Stimson, G. (Eds) AIDS and Drug Misuse: The challenge for policy and practice in the 1990s, pp 197-209, London: Routledge.

Harrell, A. (1985). Validation of self-report: The research record. In: Rouse, B.A., Kozel, N.J. and Richards, L.G. (Eds) Self-report methods of estimating drug use: Meeting current challenges to validity (NIDA research monograph 57), pp 12-21. Rockville, Maryland: National Institute on Drug Abuse.

HM Prison Service (1998). Tackling Drugs in Prisons. London: Prison Service.

Howells, C., Allen, S., Gupta, J., Stillwell, G., Marsden, J. and Farrell, M. (2002). Prison-based detoxification for opioid dependence: a randomised double-blind controlled trial of lofexidine and methadone. Drug and Alcohol Dependence, 67: 169-176.

Jacob,J. & Stöver,H. (2000). The transfer of harm-reduction strategies into prisons: needle exchange programmes in two German prisons. International Journal of Drug Policy, 11, 325-335.

Johnson, A.M., Wadsworth, J., Wellings, K., Bradshaw, S. & Field, J. 1992. Sexual lifestyles and HIV risk. Nature, 360: 410-412.

Johnson,R.E., Strain,E. (1999) Other medications for opioid dependence. In: E.Strain & M.Stitzer (eds.) Methadone Treatment for Opioid Dependence, pp 281-321, John Hopkins University Press, Baltimore.

Knight,K., Hillier,M. & Simpson,D. (1999). Evaluating corrections-based treatment for the drug-abusing criminal offender. Journal of Psychoactive Drugs 31, 299-304.

Kraus,M., Isaacson,J., Kahn,R., Mundt,M. & Baier Manwell,L. (2001). Medical education about the care of addicted incarcerated persons: a national survey of residency programs. Substance Abuse, 22, 97-104.

Maden, A., Swinton, M. and Gunn, J. (1991). Drug dependence in prisoners. British Medical Journal, 302: 880.

Magura, S., Freeman, R.C., Siddigi, Q. and Lipton, D.S. (1992). The validity of hair analysis for detecting cocaine and heroin use among addicts. International Journal of the Addictions, 27: 51-69.

Meiczkowski, T., Barzelay, D., Groppe, R. and Wish, E. (1991). Concordance of three measures of cocaine use in an arrestee population: Hair, urine and self-report. Journal of Psychoactive Drugs, 23: 241-249.

Mo,C. & Stephens,R. (2000). Drugs and prsioners: treatment needs on entering prison. American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 26, 229-245.

Power, K.G., Markova, I., Rowlands, A., McKee, K.J., Anslow, P.J. and Kilfedder, C. (1992). Intravenous drug use and HIV transmission among inmates in Scottish prisons. British Journal of Addiction, 87: 35-45.

Ramsay, M. & Percy, A. (1997). The national household survey of drug misuse in Britain: a decade of development. Addiction, 92: 931-937.

Rouse, B.A., Kozel, N.J. and Richards, L.G. (1985). Self-report methods of estimating drug use: Meeting current challenges to validity (NIDA research monograph 57). Rockville, Maryland: National Institute on Drug Abuse.

Sherman, M.F. and Bigelow, G. (1992). Validity of patients self-reported drug use as a function of treatment status. Drug and Alcohol Dependence, 30: 1-11.

Strang, J. & Stimson, G. (Eds) (1990). AIDS and Drug Misuse: The challenge for policy and practice in the 1990s. London: Routledge.

Strang, J., Stimson, G. & Des Jarlais, D.C. (1992). What is AIDS doing to the

drug research agenda? British Journal of Addiction, 87: 343-346.

Strang, J. (1993). Sexual and injecting behaviours in prison: From disciplinary problem to public health conundrum. Criminal Behaviour and Mental Health, 3: 393-402.

Strang, J., Sheridan, J. and Barber, N. (1996). Prescribing injectable and oral methadone to opiate addicts: Results from the 1995 national survey of community pharmacies in England and Wales. British Medical Journal, 313: 270-272.

Strang, J., Griffiths, P., Powis, B., Abbey, J. & Gossop, M. (1997). How constant is an individual’s route of heroin administration? Data from treatment and non-treatment samples. Drug and Alcohol Dependence, 46: 115-118.

Strang, J., Bearn, J., Farrell, M., Finch, E., Gossop, M., Griffiths, P., Marsden, J. & Wolff, K. (1998a). Route of drug use and its implications for drug effect, risk of dependence, and health consequences: a review. Drug and Alcohol Review, 17: 197-211.

Strang, J. and Sheridan, J. (1998b). National and regional characteristics of methadone prescribing in England and Wales: local analyses of data from the 1995 national survey of community pharmacies. Journal of Substance Misuse, 3: 240-246.

Taylor, A., Goldberg, D., Emslie, J., Wrench, J., Gruer, L., Cameron, S. et al. (1995). Outbreak of HIV infection in a Scottish prison. British Medical Journal, 310: 289-292.

Print Friendly, PDF & Email