Η εξάρτηση από ψυχότροπες ουσίες ως ιστορικό φαινόμενο. Το παράδειγμα του ελληνικού μεσοπολέμου. Στοιχεία για τη διαθεσιμότητα, την προσφορά και τα δίκτυα του εμπορίου

Κώστας Τζιάρας

Ιστορικός, διδάκτορας Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, εργαζόμενος στο Εναλλακτικό/ Μεταβατικό Σχολείο του ΚΕΘΕΑ/ΙΘΑΚΗ.

 

Περίληψη

Το φαινόμενο των εξαρτήσεων από ψυχότροπες ουσίες εμφανίστηκε ως πρόβλημα κοινωνικό κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 στον Δυτικό Κόσμο και από τη δεκαετία του 1980 στην Ελλάδα απασχολώντας με κλιμακούμενη ένταση την κοινή γνώμη, τον Τύπο, την επιστημονική κοινότητα και την κρατική πολιτική. Ως φαινόμενο κοινωνικό είναι ένα φαινόμενο με ιστορικότητα. Οι ρίζες του εντοπίζονται συχνά στη βιβλιογραφία στον 19ο αιώνα και συνδέονται με τη βιομηχανική κοινωνία, τον καπιταλισμό και τη ζωή των φτωχών στρωμάτων στον αστικό χώρο. Το συγκεκριμένο νεωτερικό πλαίσιο ορίζει την εξάρτηση ως, πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο και ως ακραία μορφή αλλοτρίωσης. Στην Ελλάδα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή η χρήση εκτιμάται ότι είχε προκαπιταλιστικά χαρακτηριστικά και εντασσόταν σε πρακτικές και τελετουργίες του κόσμου της υπαίθρου.

Το παρόν άρθρο ασχολείται με την ιστορικότητα του φαινομένου των εξαρτήσεων με στόχο την διεύρυνση της θέασής του. Έπειτα από την παρουσίαση του διεθνούς, νεωτερικού πλαισίου, της συνάφειας του φαινομένου με τη φτώχεια και την ανάδειξη της σημασίας του στη διεθνή οικονομία και πολιτική, το κείμενο επικεντρώνεται στον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Πρόκειται, όπως εξηγείται για την περίοδο κατά την οποία φαίνεται ότι επικρατούν στην Ελλάδα οι οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί όροι για το πέρασμα από τη χρήση στην εξάρτηση. Σημειώνεται η ένταση του ειδικού ενδιαφέροντος των μελετητών, ενώ παρουσιάζονται συνοπτικά οι νέες πηγές και οι προσεγγίσεις που προτείνονται. Αν τα παραπάνω έχουν τον χαρακτήρα μιας εκτεταμένης εισαγωγής, το άρθρο επιχειρεί να εξειδικεύσει στους οικονομικούς όρους ανάπτυξης του φαινομένου και συγκεκριμένα στη λειτουργία του «προϊόντος – ναρκωτικά» στη μεσοπολεμική αγορά. Με βάση τη βιβλιογραφία αλλά και πρωτογενή έρευνα παρουσιάζονται νέα στοιχεία σχετικά με την προσφορά και τη διαθεσιμότητα ψυχοτρόπων ουσιών κατά την μεσοπολεμική περίοδο αλλά και τη λειτουργία των δικτύων νόμιμου και παράνομου εμπορίου. Συμπερασματικά το άρθρο υποστηρίζει ότι η επάρκεια του προϊόντος στην αγορά και οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί κατά τον Μεσοπόλεμο συμπλήρωναν τις δύο από τις τρεις πλευρές στο τρίγωνο της εξάρτησης του Olievenstein.

 

Λέξεις κλειδιά: Μεσοπόλεμος, Ελλάδα, Ιστορία των εξαρτήσεων, «προϊόν – ναρκωτικά», λαθρεμπόριο

 

Η εξάρτηση ως κοινωνικό πρόβλημα στην Ελλάδα. eνα φαινόμενο με ιστορικότητα

Η χρήση και η εξάρτηση από ψυχότροπες ουσίες συζητείται και αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα στις ΗΠΑ και την Κεντρική Ευρώπη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 ενώ στην Ελλάδα άρχισε να απασχολεί την κοινωνία και το κράτος από τη δεκαετία του 1980. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία το φαινόμενο γίνεται και στη χώρα μας περισσότερο ορατό και κρίνεται ως περισσότερο επικίνδυνο. Πριν ακόμη επιδεινωθεί στα χρόνια της κρίσης, η αύξηση της χρήσης καταγράφεται σε πολλούς δείκτες ενώ διευρύνεται η κοινωνική βάση των εξαρτημένων χρηστών περιλαμβάνοντας και τη νεολαία των μεσοαστικών και ανώτερων στρωμάτων (Λιάκος, 2019: 611-612· Υφαντής 2017: 9-10· Τσίλη, 1995). Ως τότε, και με το βλέμμα της ευημερίας του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα, θεωρείται ότι η χρήση και η εξάρτηση αφορούσε συγκεκριμένες υποπολιτισμικές, κοινωνικά αποκλεισμένες και αποκλίνουσες περιθωριακές ομάδες και πρακτικές των εξαθλιωμένων, φτωχότερων τάξεων των πόλεων (Καρύδης, 2009· Μιχαλαρέας & Τζωρτζοπούλου, 2011-2012).

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, το πλήθος των ανθρώπων που η ένταση των ταξικών ανισοτήτων ωθούσε κατά περιόδους στο περιθώριο, στο βίωμα της φτώχειας ήταν κάθε άλλο παρά αμελητέο. Η φτώχεια και ο «κοινωνικός αποκλεισμός» αποτέλεσε για μεγάλες περιόδους για τους πολλούς βασική συνθήκη. Η σχέση της φτώχειας με την εξάρτηση δεν είναι γραμμική και αιτιακή, χαρακτηρίζεται, όμως από υψηλή συνάφεια (Μιχαλαρέας & Τζωρτζοπούλου, 2011-2012, όπου και η σχετική κριτική για τη χρήση του όρου «κοινωνικός αποκλεισμός». Βλ. αναλυτικότερα Delbrel, 1989, Paugam, 1996). Αν και όχι παράγοντες μοναδικοί στο πολυπαραγοντικό φαινόμενο της εξάρτησης, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες για την ανάπτυξή του ήταν μάλλον συχνά παρούσες και το ότι δεν εντοπίζεται με ένταση ως πρόβλημα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν υπήρχε και ως κοινωνικό γεγονός.

Η έξαρση του φαινομένου της εξάρτησης στο σήμερα οδηγεί τη συζήτηση στο τι συνέβαινε στο παρελθόν, στην ιστορία. Όπως συχνά συμβαίνει στον τρόπο των ιστορικών, τα σύγχρονα προβλήματα θέτουν τα ερωτήματα και η ιστορική έρευνα «πηγαίνει προς τα πίσω» για να συλλάβει τους μηχανισμούς και τις παραμέτρους που τα διαμόρφωσαν (Bloch, 1994). Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πόσο μακρά ιστορία έχει το φαινόμενο της εξάρτησης από ψυχότροπες ουσίες, τι χαρακτηριστικά είχε και πώς αντιμετωπίστηκε, ιδιαιτέρως σε περιόδους κοινωνικής κρίσης, όπως αυτές που βιώνουμε σήμερα. Η ιστορική σκέψη χρησιμεύει στην πολυπρισματική θέαση και την ψύχραιμη αντιμετώπιση που εξασφαλίζει η απόσταση. Επιτρέπει τον αναστοχασμό σε σχέση με τις βεβαιότητές μας, σχετικά με το τι είναι «παλιό» και το τι «νέο», τις έννοιες της «προσαρμοστικότητας», της συγκυρίας, των συνεχειών και των ασυνεχειών. Αν και η μελέτη της ιστορίας δεν αποτελεί ασφαλή οδηγό για τον σχεδιασμό του μέλλοντος, επεκτείνει την εμπειρία μας ενισχύοντας τις ικανότητες, την αντοχή μας, ίσως και τη σοφία μας. Πρόκειται εν τέλει για τη μόνη βάση δεδομένων που έχουμε (Gaddis, 2019).

 

Η εμφάνιση των εξαρτήσεων ως ακραία μορφή αλλοτρίωσης. Οι βρετανικές μεγαλουπόλεις στα μέσα του 19ου αιώνα και το μεγάλο εμπόριο.

Στη βιβλιογραφία η εξάρτηση από ψυχότροπες ουσίες συχνά ορίζεται ως έκφραση ακραίας μορφής αλλοτρίωσης, απώλειας του εαυτού. Αν και ο πειραματισμός με ουσίες και η χρήση σε τελετές και κοινοτικές πρακτικές μύησης και ένταξης σημειώνεται από την προϊστορία, ως φαινόμενο κοινωνικό και ιστορικό εκκινεί τον 19ο αιώνα σε σύνδεση και συνάφεια με το πλαίσιο της επικράτησης των αλλοτριωτικών–καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, την κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς και τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας, διαβίωσης και υγιεινής των εργατικών στρωμάτων των πόλεων (Μάτσα, 2001· Υφαντής, 2017· Chrstian, 1989).

Οι πλέον χαρακτηριστικές περιγραφές και αναλύσεις και οι πρώτες ιστορικά αναφορές στο ζήτημα της εξάρτησης εντοπίζονται στη μελέτη του Friedrich Engels με τίτλο Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία στα μέσα του 19ου αιώνα (Engels, τόμοι Α’ και Β’, 1974)

«Κυρίως το Σάββατο το βράδυ, όταν οι εργάτες εισπράξουν το βδομαδιάτικο και τελειώνουν τη δουλειά τους νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο, όταν ολόκληρη η εργατική τάξη βγαίνει απ’ τις άθλιες συνοικίες της και ξεχύνεται στους μεγάλους δρόμους, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε το μπεκριλίκι σ’ όλη του τη βαρβαρότητα» (Engels, 1974, τόμος Α’: 206).

Το μπεκριλίκι, ο αλκοολισμός, ως κατάσταση εξαρτητικής συμπεριφοράς, καταγράφεται σαν «περιφρόνηση για όλες τις ανθρώπινες ευχαριστήσεις» (Engels, 1974: 161). Επισημαίνεται, επίσης, ο ρόλος του στην επιδείνωση της υγείας της εργατικής τάξης, ενώ συνδέεται με πολλούς τρόπος και με τη χρήση και άλλων ψυχοδραστικών ουσιών. Εξάλλου η ανυπαρξία συστήματος δημόσιας υγείας ωθούσε συχνά στη λήψη σκευασμάτων οπίου, που πωλούνταν «ως φάρμακα για κάθε ασθένεια»:

«Ανάμεσα σε αυτά τα φάρμακα, ένα από τα πιο επικίνδυνα είναι ένα ρόφημα με βάση οπιώδη, ιδιαίτερα από λάβδανο που πουλιέται με το όνομα ‘τονωτικό του Γκόντφρεϋ’. Όσο πιότερο ο οργανισμός συνηθίζει στα αποτελέσματα του οπίου τόσο μεγαλώνουν οι ποσότητες που χορηγούν. Και όταν δεν ενεργεί πια, τότε δίνουν καμιά φορά και λάβδανο καθαρό» (Engels, 1974, τόμος Α’: 175).

Η περιγραφή του περάσματος από τη χρήση, στην ανοχή στην ουσία και την εξάρτηση είναι σαφής. Σαφές είναι ότι στις βρετανικές και τις άλλες βιομηχανικές πόλεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ το πέρασμα δεν αφορούσε πλέον πρακτικές περιθωριακών κοινωνικών ομάδων. Με μαζικούς όρους η χρήση και η εξάρτηση αφορούσε και τα παιδιά, πέρα από τους ενήλικες. Σκευάσματα οπίου δινόταν για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του πεπτικού συστήματος που προκαλούσε η κακής ποιότητας διατροφή, ενώ η πολύωρη εργασία των γονιών και η απουσία παιδικών σταθμών είχε καθιερώσει τη συνήθεια να χορηγούνται ακόμα και σε νήπια και βρέφη, ώστε να κοιμούνται και να μένουν ήσυχα (Engels, 1974, τόμος Β’: 22· Υφαντής, 2017: 47).

Η σχέση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με την εξάρτηση δεν αφορούσε απλώς την αθλιότητα των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης και την απουσία δομών κοινωνικής πρόνοιας. Όπως έχει επισημανθεί σχετίζεται με την κυρίαρχη έννοια της αλλοτρίωσης: «Το βίωμα της απώλειας του εαυτού οδηγεί στην απελπισμένη αποδοχή της φετιχοποίησης -της σχέσης του ανθρώπου με το προϊόν- που φθάνει στα άκρα με την τοξικομανία» (Υφαντής, 2017: 17-23· Christian, 1989: 33). Παρόλο που ενδεχομένως σημαίνει θάνατο, μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο το προϊόν ναρκωτικά λειτουργεί όπως κάθε άλλο προϊόν – εμπόρευμα, υπόκειται στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Σημαίνει, επίσης, πέρα από τις νόμιμες οδούς, παραεμπόριο και λαθρεμπόριο (Υφαντής, 2017: 25).

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι διευθετήσεις του μεγάλου εμπορίου ψυχοτρόπων ουσιών για ιατρική και ψυχαγωγική χρήση, νόμιμη και παράνομη είχαν ήδη διαμορφώσει συσχετισμούς, δίκτυα και κάθε είδους κείμενα, ιατρικά, νομικά, συμβολαιογραφικά, δημοσιογραφικά και λογοτεχνικά. Όπως φαίνεται η ζήτηση ήταν μάλλον εξασφαλισμένη και τα περιθώρια κέρδους διαρκώς διευρυμένα. Μισός αιώνας είχε περάσει από τους περίφημους «Πολέμους του Οπίου» μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και της Κίνας και πολλά από τα χαρακτηριστικά του προϊόντος είχαν αναδειχτεί σε σχέση με την αξία του στη διεθνή οικονομία, τις διεθνείς σχέσεις, τον ρόλο του στην επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στην καταστολή κρατών και λαών (Hanes & Sanello, 2002). Αποτελώντας δομικό χαρακτηριστικό της νέας αποικιοκρατίας, καλλιέργειες ψυχοτρόπων ουσιών αναπτύχθηκαν κυρίως στον αποικιοκρατούμενο ή οπωσδήποτε στον βιομηχανικά μη προηγμένο κόσμο, σε περιοχές του Ιράν, της Ινδίας, του Μαρόκου, της Ρωσίας, της Κίνας και πιο κοντά στη χώρα μας στην Τουρκία και την Αίγυπτο, για την οποία είναι γνωστό ότι παρουσίαζε μεγάλο αριθμό εξαρτημένων τόσο από το χασίς όσο και από το όπιο (Bacci, 2018; Hobs, 1998; Schayegh, 2011). Η Γερμανία, η Ελβετία και η Γαλλία διέθεταν από την άλλη τα σημαντικότερα εργοστάσια επεξεργασίας των γεωργικών προϊόντων και παραγωγής ηρωίνης, μορφίνης και κοκαΐνης (Bloch, 1989; Farooqui, 2004). Το εμπόριο των ψυχοτρόπων ουσιών αποτελούσε πλέον στοιχείο οικονομικών σχεδιασμών και υπολογισμών, παράγοντας που επηρέαζε και διαμόρφωνε τη μεγάλη Πολιτική Οικονομία, τη διπλωματία, την τύχη κρατικών σχηματισμών και λαών σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο (Chapman, 2013; Trocki, 1999).

Εμπορικά τρίγωνα σχηματίστηκαν, παλιοί και νέοι χερσαίοι και ναυτικοί δρόμοι χρησιμοποιήθηκαν και διευρύνθηκαν, σύνορα παραβιάστηκαν ή αξιοποιήθηκαν διακρίνοντας ή και συνδυάζοντας τις νόμιμες και τις παράνομες εκδοχές του εμπορίου. Ενδιάμεσοι σταθμοί και μεγάλα λιμάνια φιλοξενούσαν όλη την ιεραρχία του κόσμου του λαθρεμπορίου, που επεκτεινόταν με τεράστια περιθώρια κέρδους υπερατλαντικά, αλλά και σε κρίσιμα περάσματα, όπως στον Ινδικό Ωκεανό, τους δρόμους των ερήμων της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής αλλά και στη Μεσόγειο, στις κακόφημες γειτονιές και τους στενούς δρόμους των αρχαίων πόλεών της (Bloch, 1989; Schayegh, 2011). Είχε ρόλο η Ελλάδα και η κοινωνία της στο νέο πλαίσιο και στα μεγάλα και μικρά νόμιμα και παράνομα δίκτυα, αντιμετώπιζε το φαινόμενο της εξάρτησης ως κοινωνικό πρόβλημα; Μπαίνοντας στον Μεσοπόλεμο οι σχετικές ειδήσεις στον τοπικό Τύπο δεν αφορούσαν ειδήσεις από μακρινές δυστοπικές μεγαλουπόλεις του εξωτερικού (Τζιάρας, 2017: 465-466).

 

Η Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο. Η διαμόρφωση του κοινωνικού πλαισίου για το πέρασμα από τη χρήση στην εξάρτηση.

Αν στην Ελλάδα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή η χρήση ουσιών φαίνεται ότι είχε προκαπιταλιστικά χαρακτηριστικά εντασσόμενη σε τελετουργίες και άλλες πρακτικές του κόσμου της υπαίθρου, ο Μεσοπόλεμος αποτελεί περίοδο μεταβατική, την ελληνική εκδοχή του περάσματος σε κοινωνικό επίπεδο από τη χρήση στην εξάρτηση (Υφαντής, 2017). Μολονότι συχνά η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών στη συλλογική μνήμη, περιβάλλεται με κάποια ρομαντική διάθεση, η περίοδος συγκέντρωνε ως υπόστρωμα όλα τα χαρακτηριστικά για την εκδήλωση φαινομένων ακραίας αλλοτρίωσης. Μετά το 1922 η ελληνική κοινωνία βρισκόταν στο τέλος μιας τραυματικής πολεμικής δεκαετίας, καλούταν να εντάξει 1.500.000 περίπου πρόσφυγες στα 5.000.000 των κατοίκων της αλλά και τους εθνικά ανομοιογενείς πληθυσμούς των Νέων Χωρών σε συνθήκες γενικής δυσπραγίας, κοινωνικών και πολιτικών τριγμών, που επιδεινώθηκαν με τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης στο πέρασμα στη δεύτερη μεσοπολεμική δεκαετία. Το ελληνικό κράτος εντάχθηκε στον διεθνή έλεγχο της Κοινωνίας των Εθνών και επανιδρύθηκε επιχειρώντας να επιτηρήσει τις κοινωνικές συνέπειες της διάχυτης φτώχειας και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις τις νεωτερικότητας. Παρά τις σημαντικές ιδιαιτερότητες, τα ελληνικά αστικά κέντρα εμφάνισαν γνωρίσματα ανάλογα με όσα είχαν παρατηρηθεί στις πόλεις της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης του 19ου αιώνα. Μετά την έλευση των προσφύγων το 1922 αλλά και ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης δέκα χρόνια αργότερα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συνωστίζονταν σε ουρές συσσιτίων. Οι λίστες των ανέργων μάκραιναν, πλήθος εταιρειών χρεοκοπούσαν, οι στατιστικές που σχετίζονται με τη θνησιμότητα και τη νοσηρότητα του πληθυσμού προκαλούσαν ζόφο, ενώ δείκτες που αναφέρονται στην αύξηση των αυτοκτονιών, της εγκληματικότητας και της γενικότερης κοινωνικής έντασης αντανακλούσαν πειστικά την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων. Τα όρια της ταξικής διαστρωμάτωσης στα φτωχά στρώματα ήταν ρευστά και το πέρασμα από τη φτώχεια στο περιθώριο σοβαρό και συχνά βίαιο ενδεχόμενο για σημαντικά τμήματα του πληθυσμού (Πιζάνιας, 1993· Χατζηιωσήφ, 2002).

Στο «τρίγωνο της εξάρτησης» του Claude Olievevstein η εξάρτηση από ψυχοδραστικές ουσίες γεννιέται τη στιγμή της ταυτόχρονης συνάντησης του ατόμου με την ουσία σε μια συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτισμική στιγμή (Olievenstein, 1982). Από πολλές απόψεις ο ελληνικός Μεσοπόλεμος προσέφερε με ενάργεια την κοινωνικο–πολιτισμική πλευρά βάσης του τριγώνου, το ιστορικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του φαινομένου της εξάρτησης. Πρόκειται για εποχή, περάσματος, μετάβασης και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

 

Το ιστορικό ενδιαφέρον για τις εξαρτήσεις στον ελληνικό Μεσοπόλεμο

Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί σημαντικές εργασίες που ασχολούνται με την ιστορία της χρήσης ουσιών κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Οι νέες μελέτες αξιοποιούν ποικίλες πηγές, προτείνουν νέες προσεγγίσεις και φωτίζουν περισσότερες πλευρές του φαινομένου, συνεισφέροντας στις ως τώρα σημαντικές λαογραφικές συσχετίσεις με το ρεμπέτικο τραγούδι (Πετρόπουλος, 1987) και τις προσεγγίσεις για τον «κόσμο της μαγκιάς» και την παράδοση μη πολιτικής ανταρσίας από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας (Δαμιανάκος, 2003, 2005· Ζαϊμάκης, 2008,). Στο έργο του ο Δημήτρης Υφαντής επεξεργάζεται το πλούσιο σχετικό αρχειακό υλικό τριών ψυχιατρικών ιδρυμάτων της Πρωτεύουσας (Δρομοκαΐτειο, Αιγινήτειο και Δαφνί) και σε συνδυασμό με την ανάλυση του μεσοπολεμικού ιατρικού και δημόσιου λόγου της περιόδου αλλά και σχετικών αστυνομικών εκθέσεων αποδίδει την κρατική πολιτική αντιμετώπισης της εξάρτησης σε σχέση με τις εξελίξεις στον κοινωνικο–πολιτικό μετασχηματισμό (2017). Επίσης χρησιμοποιεί την πλούσια προσωπική του συλλογή ρεμπέτικων τραγουδιών ως πηγή πληροφόρησης, ως βάση, μέσω της ανάλυσης περιεχομένου, για αναλυτικές ταξινομήσεις και κατηγοριοποιήσεις σχετικά με τους χώρους χρήσης, την τυπολογία των χρηστών, τις κοινωνικές καταβολές αναδεικνύοντας το συγκεκριμένο υλικό ως πηγή κοινωνικής ιστορίας (2012. Βλ. επίσης Αληγιζάκης, 2011).

Ο Κωστής Γκοτσίνας προσεγγίζοντας κριτικά τις διαστάσεις του ζητήματος της χρήσης ως κοινωνικού φαινομένου εμπλουτίζει τη συνεισφορά της σχετικής διδακτορικής του διατριβής (Gkotsinas, 2015· Γκοτσίνας, 2021) με πλήθος ιδιαιτέρως ενδιαφερόντων άρθρων. Στο επίκεντρο της έρευνάς του βρίσκεται η ανάλυση του επίσημου λόγου γιατρών, νομικών, κοινοβουλευτικών αντρών, δημοσιογράφων και αστυνομικών αξιωματούχων του Μεσοπολέμου απέναντι στην εξάρτηση και τους εξαρτημένους, τη χρήση και τους «καταναλωτές». Αναφέρεται στην παράδοση καλλιέργειας και χρήσης ινδικής κάνναβης σε περιοχές της Παλαιάς Ελλάδας, ιδίως της Πελοποννήσου, από τα τέλη του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο της απαγορευτικής νομοθεσίας και τη συσχέτιση της με τα διεθνή οικονομικά και διπλωματικά συμφραζόμενα. Ασχολείται επίσης με την παράνομη χρήση ως μέρος παραδοσιακών πρακτικών αλλά και της νεανικής περιθωριακής κουλτούρας, στα αίτια της εξάπλωσης της χρήσης της ηρωίνης κατά τη δεκαετία του 1930 και στη συσχέτισή της με το φύλο και τον ανδρισμό στο αστικό πλαίσιο της Αθήνας και του Πειραιά. (Gkotsinas, 2014· Γκοτσίνας, 2020, 2019, 2018). Η συμβολή του γράφοντος έγκειται κυρίως στην αξιοποίηση δικαστικών αρχείων και στην «από τα κάτω» ανασύνθεση του κόσμου και του πλαισίου της χρήσης και της εξάρτησης μέσω αποσπασματικών καταρχάς στιγμιότυπων παράβασης (σχετικά με τη χρήση των δικαστικών αρχείων ως ιστορικής πηγής και την ιστορία «από τα κάτω» βλ. Hobsbawm, 1988· Farge, 2004· Αβδελά, 2002) αλλά και στη συμπερίληψη στο ερευνητικό πεδίο των Νέων Χωρών και της μακεδονικής ενδοχώρας (Τζιάρας, 2017: 419-472).

 

Το προϊόν ναρκωτικά και η λειτουργία του στη μεσοπολεμική «αγορά»: Προσφορά και διαθεσιμότητα.

Το παρόν άρθρο πέρα από την επισήμανση της ιστορικότητας του φαινομένου της εξάρτησης και τη συνοπτική παρουσίαση των τάσεων της σχετικής με το παράδειγμα του ελληνικού Μεσοπολέμου βιβλιογραφίας επιχειρεί να αποδώσει νέα στοιχεία για τη λειτουργία του προϊόντος–ναρκωτικά στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Όπως έχει επισημανθεί, στο πλαίσιο της ελεύθερης οικονομίας το προϊόν–ναρκωτικά ακολουθεί σε γενικές γραμμές τους σχετικούς κανόνες και κυρίως αυτούς της προσφοράς και της ζήτησης, με κάποιες ιδιαιτερότητες. Η ιδιαιτερότητα –όχι σε αποκλειστικότητα– σε σχέση με την προσφορά έγκειται στο ότι η κρατική παρέμβαση με νόμους και κατασταλτικούς μηχανισμούς ωθεί την αγορά παραπλεύρως, σε γκρίζες ζώνες, στο πεδίο της παράνομης οικονομίας και στο δίκτυο του λαθρεμπορίου. Εκεί συμβαίνει συχνά η προώθηση του προϊόντος να συμβαδίζει με τη χρήση–κατανάλωση και το χρήμα να αντικαθίσταται από την ουσία–εμπόρευμα. Το πέρασμα του χρήστη από την ανοχή στην εξάρτηση σημαίνει και την υποταγή του χρήστη στο αντικείμενο–προϊόν. Ως κοινωνικό φαινόμενο η σχέση αυτή οδηγεί και σε μια ιδιότυπη διαδικασία πολλαπλά πετυχημένης, «ελεύθερα επιλεγμένης» κοινωνικής καταστολής με ανάλογα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη για τα εδραιωμένα νόμιμα και παράνομα συστήματα (Υφαντής, 2017: 25, 53· Christian, 1989: 58).

Υπήρχε όμως κατ’ αρχάς διαθεσιμότητα στην προσφορά ψυχοτρόπων ουσιών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και, αν ναι, ποια δίκτυα την προσέφεραν; Σε ό,τι αφορά τη συστηματική καλλιέργεια ψυχοτρόπων φυτών δεν υπήρχε μακρά παράδοση. Φαίνεται όμως ότι από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, οπότε εισήχθησαν, οι σχετικές γεωργικές καλλιέργειες, γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη, λόγω και των κατά ομολογία των ειδικών ιδανικών κλιματολογικών συνθηκών στην ελληνική Χερσόνησο. Συγκεκριμένα η εισαγωγή της καλλιέργειας της κάνναβης έγινε στο ελληνικό βασίλειο παράλληλα με την εισαγωγή του καπνού κατά τη δεκαετία του 1870 στην περιοχή του Άργους και εξαπλώθηκε στη Στερεά αλλά και στη νησιωτική χώρα. Ως τα τέλη του αιώνα η Πελοπόννησος παρέμενε κυρίαρχη στο συγκεκριμένο πεδίο, καθώς εκεί παραγόταν το 90% του ελληνικού χασίς. Πέρα από τις εκτάσεις των καλλιεργειών, που το 1911 ισοδυναμούσαν με το 10% των εκτάσεων καλλιέργειας καπνού, είχαν δημιουργηθεί και αρκετές δεκάδες μεταποιητικές βιομηχανικές μονάδες, οι οποίες απασχολούσαν 80 με 100 άτομα, ενώ ικανός αριθμός επιχειρήσεων θα διοχέτευε μέρος της παραγωγής, νόμιμα προς την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστροουγγαρία και μέσω του λαθρεμπορίου, προς την Αίγυπτο, όπου η καλλιέργεια και η χρήση ήταν απαγορευμένες (Γκοτσίνας, 2020: 356-357· Kozma, 2011).

Σημαντική απότομη πτώση της παραγωγή ινδικής κάνναβης σημειώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα, και ιδιαίτερα μετά το 1911, λόγω των πιέσεων της αιγυπτιακής κυβέρνησης αλλά και των οικονομικών και διπλωματικών επιδιώξεων του βρετανικού παράγοντα να εκτοπίσει το ελληνικό χασίς προς όφελος του ινδικού. Τη βαριά φορολόγηση της ινδικής κάνναβης διαδέχτηκε η απαγόρευση της καλλιέργειας το 1920 (Χατζηαντωνίου, 2002). Σημαντικό ρόλο στη μείωση της παραγωγής διαδραμάτισαν και οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα γερμανικά υποβρύχια αποθάρρυναν το εμπόριο στη Μεσόγειο ενώ οι ανάγκες του πληθυσμού για σιτηρά σε συνδυασμό με την εκτίναξη των τιμών τους άλλαξαν τις προτεραιότητες στις καλλιέργειες. Μολονότι η χασισοπαραγωγή δεν συνήλθε ποτέ από τη δίνη του πολέμου, το προϊόν δεν έλειψε από την αγορά. Η πολεμική δεκαετία είχε προσθέσει στο ελληνικό κράτος και τις Νέες χώρες και τις φυτείες της Μακεδονίας, όπου υπήρχε ανάλογη παράδοση. Ακόμα και έπειτα από την απαγόρευση της καλλιέργειας πλούσια και πιθανότατα ανανεωμένα αποθέματα παρέμεναν σε αποθήκες, διαθέσιμα προς εμπορία, ενώ η δίωξή της αναστελλόταν μέχρι την εξάντλησή τους. Παράνομες φυτείες αναπτύσσονταν ακόμα και στα περίχωρα ή εντός των αστικών κέντρων ενώ μέρος των σχετικών γεωργικών δραστηριοτήτων μεταφέρθηκε σε γειτονικές, βαλκανικές χώρες (Γκοτσίνας, 2020: 367-376· Παύλου, 2008: 14-15· Στριγγάρης, 1937: 305).

Αν η καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης υπήρξε ιδιαιτέρως διαδεδομένη στη Νότια Ελλάδα σε σημείο να αποτελεί μια εναλλακτική επιλογή σε σχέση με την παραγωγή του καπνού, λιγότερο γνωστό είναι ότι στη Μακεδονία δυναμική ανάπτυξη είχε γνωρίσει η συστηματική καλλιέργεια του οπίου. Ο Αμερικανός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη το 1920 έκανε ειδική μνεία για το «όπιο της Σαλονίκης». Μελετώντας και τα σχετικά στοιχεία του επίσημου Γαλλικού Εμπορικού Οδηγού εξήρε την ποιότητα, την εξωτερική εμφάνιση και τη χημική του σύνθεση, όπως και την ανωτερότητά του σε σχέση με αυτό που παραγόταν στην Περσία και την Κίνα. Σε αντίθεση με το όπιο των περιοχών αυτών, το μακεδονικό χαρακτηριζόταν από μεγάλη περιεκτικότητα σε μορφίνη, με αποτέλεσμα να μην περιορίζεται μόνο στο κάπνισμα. Η καλλιέργεια είχε περάσει από τη Μικρά Ασία, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, και εδώ παράλληλα με τον καπνό και αναπτύχθηκε, επίσης γρήγορα, εξαιτίας των ευνοϊκών κλιματολογικών συνθηκών της κοιλάδας του Βαρδαρίου. Οι εστίες καλλιέργειας ξεκινούσαν από τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και την κοιλάδα του Λαγκαδά και έφταναν ως τα Σκόπια, τις Σέρρες και ανατολικά σε απόσταση 150 χιλιομέτρων από την πόλη. Εμπορικό κέντρο, τόπος αγοράς και εξαγωγής ήταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και, σύμφωνα με την εισήγηση του συντάκτη της έκθεσης, θα έπρεπε να αποκτήσει και επίσημα ομώνυμη εμπορική ετικέτα (DS, M.443, 217-218, Νο 14464, American Vice Consul Frank H. Barter προς Department of State, Θεσσαλονίκη 30 Ιουνίου 1920, σ.1-2).

Αμερικανική έκθεση του 1925 επιβεβαίωνε τον κομβικό ρόλο της Θεσσαλονίκης στο εμπόριο του οπίου αλλά και την αύξηση της σχετικής παραγωγής στη Βαλκανική. Το σημαντικότερο τμήμα της παραγωγής εντοπιζόταν πλέον στη σερβική Μακεδονία. Οι τοπικοί έμποροι υπογράμμιζαν τη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της περιεκτικότητας σε μορφίνη. Οι έμποροι αγόραζαν το προϊόν απευθείας από τους χωρικούς και όλο το όπιο της βαλκανικής διαμετακομιζόταν από τη Θεσσαλονίκη προς τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στις αποθήκες του λιμανιού της πόλης υπολογιζόταν ότι φυλάσσονταν 10.000 λίβρες ελληνικού οπίου, 17.000 σερβικού, και 1000 βουλγαρικού (DS, Μ.443, 361-362, Νο 185963, American Consul Robert F. Fernald προς Department of State, “Opium crop and market”, Θεσσαλονίκη 9 Σεπτεμβρίου 1925, σ.1-2.). Το 1928 η Ελλάδα εξακολουθούσε να είναι μια σημαντική οπιοπαραγωγός χώρα, εξάγοντας 25 τόνους οπίου ετησίως, βρισκόμενη τρίτη στη σχετική κατάταξη, αρκετά μακριά από την Τουρκία (440 τόνους) και τη Γιουγκοσλαβία (205 τόνους) (Bloch, 1989: 321).

Την ίδια περίοδο, κατά την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία, στην ελληνική αγορά εμφανίστηκαν και οι βιομηχανικά επεξεργασμένες ουσίες. Στην ήδη γνωστή από τις αρχές του αιώνα μορφίνη προστέθηκαν η κοκαΐνη και η ηρωίνη. Συγκεκριμένα κατά τα έτη 1921-1922 εισήχθησαν στην Ελλάδα 355 κιλά κοκαΐνης, ως πολεμική αποζημίωση σε είδος από τη Γερμανία. Η ποσότητα αυτή δεν αντικατέστησε τις συνήθεις εισαγωγές για ιατρικούς σκοπούς. Έτσι ένα μικρό μέρος της προωθήθηκε στα νοσοκομεία. Κατά κύριο λόγο πωλήθηκε σε ιδιώτες και προωθήθηκε σε ένα παράνομο δίκτυο στο οποίο εμπλέκονταν λαθρέμποροι και φαρμακοποιοί εξασφαλίζοντας επάρκεια στην παράνομη χρήση της ουσίας τουλάχιστον ως τα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το σύστημα της διακίνησης εμπεριέχοντας τη νομιμότητα και την παρανομία προσιδίαζε στα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος. Η εξάπλωση του εμπορίου της ηρωίνης συντελέστηκε επίσης παράλληλα με τη νόμιμη ιατρική της χρήση. Στα μέσα της δεκαετία του 1920 και ενώ η ηρωίνη συνταγογραφούνταν ως «πραγματικά ηρωικό φάρμακο» για ένα πλήθος παθήσεων από την τερηδόνα και τον βήχα ως τις νευραλγίες και τη μελαγχολία ταυτόχρονα εξαπλωνόταν στις «πιάτσες» για τις ευφορικές τις παρενέργειες «σε μικρά μπουκαλάκια των 5 γραμμαρίων, όπως εκείνα που αργότερα περιείχαν πενικιλίνη, με την ένδειξη ‘Made in Germany’» και σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή. Λίγα χρόνια αργότερα τα ψυχιατρικά ιδρύματα υποδέχονταν τους πρώτους ηρωινομανείς (Gkotsinas, 2014).

Το 1925 ψηφίστηκε το νομοθετικό διάταγμα «περί μονοπωλίου ναρκωτικών φαρμάκων» και αφορούσε τη με μονοπωλιακούς όρους, εμπορία από το κράτος του οπίου και της κόκας αλλά και των χημικών σκευασμάτων και παραγώγων αυτών. Πέρα από τα οικονομικά και φορολογικά πλεονεκτήματα από τη συγκεκριμένη νομοθεσία, η Ελλάδα εναρμονιζόταν και με το διεθνές πλαίσιο, που υπαγόρευε η «περί οπίου σύμβαση της Γενεύης». Στην πράξη, όπως αποδεικνύουν οι δημοσιευμένες στατιστικές, τα δικαστικά και τα αστυνομικά αρχεία η καταδίωξη της εμπορίας καθυστέρησε αρκετά και συστηματοποιήθηκε το 1932 και την ψήφιση του Νόμου 5539 περί μονοπωλίου ναρκωτικών (Μπακατσούλας, 1944· Tsiganou, 2003).

Ως τότε εκτιμούμε ότι είχε διαμορφωθεί σε όλες του τις διαστάσεις ένα επαρκές παράνομο δίκτυο λαθρεμπορίου. Αν σταθούμε στο παράδειγμα της Θεσσαλονίκης εντοπίζουμε ότι σε μικρή απόσταση από τις αποθήκες του λιμανιού, όπου φυλάσσονταν τα μη καταμετρημένα αποθέματα ψυχοτρόπων ουσιών είχε αναπτυχθεί η εξαιρετικά κακόφημη συνοικία της Μπάρας. Επρόκειτο για μια συνοικία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γκρίζα σε ό,τι αφορά την αστυνομική εποπτεία και επιτήρηση. Εκεί στεγάζονταν η πλειοψηφία των οίκων ανοχής, των χαρτοπαιχτικών λεσχών και των χασισοποτείων της πόλης. Αποτελούσε την έδρα σωματεμπόρων και κάθε είδους λαθρεμπόρων, συχνά οπλοφορούντων, οι οποίοι έλεγχαν την τάξη και την οικονομία της περιοχής. Εμβληματικοί εκπρόσωποι, χαρακτηριστικοί αρχι–νταήδες όπως ο «Κέρκυρας», ο Καφαντάρης και ο Πετσάς, διαπλεκόμενοι συχνά με πολιτικούς παράγοντες και αστυνομικές αρχές είχαν σημαίνοντα ρόλο στα δίκτυα της παράνομης οικονομίας της πόλης και της μακεδονικής ενδοχώρας, αλλά και ρόλο περιφερειακό στη σύνδεσή της Θεσσαλονίκης μέσω του λιμανιού με τα ευρύτερα δίκτυα των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Το 1932 οι διωγμένοι από τον Πειραιά «Αυγουλάδες δολοφόνησαν τον Αλκή Πετσά στον τεκέ του στη Μπάρα επιχειρώντας να εισχωρήσουν στον κερδοφόρο κόσμο της παράνομης οικονομίας της πόλης. Στη «σε στιλ μαφίας» κηδεία του η αστυνομία μέτρησε 5.000 ανθρώπους, 1.000 από τους οποίους οπλοφορούσαν. Η νερκώσιμη πομπή αναδείκνυε το κύρος των ελίτ του περιθωρίου αλλά και τη δυναμική της οικονομίας του παράνομου εμπορίου στην πόλη (Τζιάρας, 2017).

Η Θεσσαλονίκη εξακολουθούσε να αποτελεί διαμετακομιστικό σταθμό για ό,τι παραγόταν στα Βαλκάνια. Αν το νόμιμο εμπόριο πάσχιζε να βρει τον δρόμο του μέσω «Ελευθέρων ζωνών», χωρίς ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά αποτελέσματα (Srougo, 2021), το λαθρεμπόριο με τα Βαλκάνια φαίνεται ότι είχε μεγάλες πιθανότητες κέρδους. Η δυσκολία ελέγχου των συνόρων, εξαιτίας της ανεπάρκειας των τελωνειακών αρχών τονιζόταν συχνά στα δημοσιεύματα του Τύπου και επέτρεπε κάθε είδους λαθραίων εμπορευμάτων (Τζιάρας, 2017), ανάμεσα στα οποία και ψυχότροπες ουσίες. Καθώς οι σχετικές καλλιέργειες άκμαζαν πάνω από τα βόρεια σύνορα, δεν είναι τυχαίο ότι Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι είχαν μεγάλη συμμετοχή στη «μαύρη λίστα» των μεγαλεμπόρων ναρκωτικών που συνέταξε η Κοινωνία των Εθνών το 1936 (Bloch, 1989).

Έλληνες μαζί με Εβραίους λαθρεμπόρους καταγράφεται ότι πρωταγωνίστησαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και στο παράνομο εμπόριο μέσω θαλάσσης αναλαμβάνοντας εξέχουσα θέση στον αναπτυσσόμενο «υπόκοσμο των ναρκωτικών» στη Μεσόγειο. Εκμεταλλευόμενοι τη γεωγραφία, τα χιλιάδες χιλιόμετρα της ακτογραμμής των ελληνικών νησιών, τη ναυτική και εμπορική εμπειρία, τα δίκτυα με τις παροικιακές κοινότητες των μεσογειακών λιμανιών αλλά και τους εδραιωμένους από την περίοδο της οθωμανικής περιόδου νόμιμους και παράνομους εμπορικούς δρόμους ήταν μάλλον εύκολο να υπερκεράσουν τα πρόσφατα ορισμένα εθνικά σύνορα. Διακρίθηκαν έτσι στη διαμετακόμιση παραδοσιακών αλλά και νέων –χημικά επεξεργασμένων ναρκωτικών. Η γειτνίαση με την Τουρκία, η οποία είχε από τη δεκαετία του 1930 μετατραπεί σε βασική χώρα βιομηχανικής επεξεργασίας οπίου, υπήρξε ένας αποφασιστικός παράγοντας. Οι πλέον διάσημοι από αυτούς επέκτειναν τις δραστηριότητάς τους ως την Άπω Ανατολή και τη Λατινική Αμερική (Bloch, 1989).

Τα θαλάσσια δίκτυα, τον ρόλο της Θεσσαλονίκης και των νησιών του Αιγαίου αλλά και την ατυχή κατάληξη πολλών από τους εμπλεκόμενους στα κάτω στρώματα της ιεραρχίας των λαθρεμπορικών δικτύων αποτύπωσε το 1935 ο ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας στο σχετικό αστικό λαϊκό τραγούδι με τίτλο «Οι κοντραμπατζήδες» (Μαγκλής, 1997. Χουμεριανός, 2003):

«Κοντραμπατζήδες έξι-επτά, αχ, μέσα σ’ ένα καΐκι
λαθραία εφορτώνανε απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Ήτανε όλοι ανάμικτοι Μυτιληνιοί και Χιώτες,
απ’ τη Σάμο ένα-δυο και κάτι Αϊβαλιώτες.

Σαν νυχτερίδες της αυγής όλοι μαζί τραβούσαν
κάτω στα Δωδεκάνησα κι ό,τι ‘χαν το πουλούσαν.
Η λαθρεμπόρικη ζωή έχει πολλά μεράκια
μα σαν θα μπεις στη φυλακή σου γίνονται φαρμάκια».

 

Συμπεράσματα

Παρά τη γενικότερη αίσθηση ότι το φαινόμενο των εξαρτήσεων από ψυχότροπες ουσίες εμφανίζεται ως πρόβλημα στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αξιοσημείωτη είναι η σχετική συζήτηση που είχε προκληθεί στον επιστημονικό και δημόσιο λόγο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Το γεγονός αναδεικνύεται και στις σημαντικές ιστορικές μελέτες που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία είχαν διαμορφωθεί στη χώρα κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ευνοϊκές για την ανάπτυξή του ως μορφή «ακραίας αλλοτρίωσης», για το πέρασμα από τη χρήση με προ–καπιταλιστικά χαρακτηριστικά στο νεωτερικό πλαίσιο και την εξάρτηση. Η καλλιέργεια ψυχοτρόπων φυτών, χωρίς να έχει ιδιαιτέρως μακρά παράδοση, είχε ήδη μια ιστορία πενήντα ετών τόσο στην Παλαιά Ελλάδα όσο και στις Νέες Χώρες, όπου πέρα από τη χασισοπαραγωγή, συστηματική ήταν και η καλλιέργεια του οπίου. Μολονότι η καλλιέργεια απαγορεύτηκε στη διάρκεια της περιόδου πλούσια αποθέματα κάνναβης και οπίου φυλάσσονταν σε κρατικές και μη αποθήκες και διοχετεύονταν με διάφορους τρόπους στην αγορά, στην οποία εισήχθησαν και οι νέες βιομηχανικά επεξεργασμένες ουσίες, όπως η κοκαΐνη και η ηρωίνη. Η διαθεσιμότητα των ψυχοτρόπων ουσιών εξασφαλίζονταν και από τη θέση της χώρας στα διεθνή δίκτυα του λαθρεμπορίου αλλά και στην ανάπτυξη με δυναμικό τρόπο της σχετικής παράνομης οικονομίας. Τα σχετικά στοιχεία που δίνονται στο άρθρο αποτελούν «τροχιοδεικτικές βολές» και χρήζουν αναλυτικότερης έρευνας και εμβάθυνσης. Θέτουν ωστόσο προβληματισμούς για την έκταση της χρήσης και της εξάρτησης αλλά και τις κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου σε συνδυασμό με τη διαρκώς παρούσα συνθήκη της φτώχειας κατά την περίοδο, αλλά και τη ρευστότητα στα όρια της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των φτωχών. Για την ολοκληρωμένη παρουσίαση και τη διερεύνηση της έκτασης του φαινομένου ενδιαφέρον έχει και η εξέταση του κόσμου των χρηστών και των εξαρτημένων, η συνάρτηση της προσφοράς με τη ζήτηση, η διερεύνηση στοιχείων που σχετίζονται με τις κουλτούρες χρήσης και κοινωνικής ανοχής. Η έξαρση του φαινομένου της εξάρτησης στη σύγχρονη εποχή αλλά και της συζήτησης σε σχέση με την ανοχή στη χρήση στρέφει το ενδιαφέρον και στη μελέτη της ιστορικότητας του φαινομένου, ως μεθόδου για τον εμπλουτισμό και των σύγχρονων προσεγγίσεων.

 

Πρωτογενείς πηγές

National Archives of the United States, Department of States, Records of the Department of State relating to internal affairs of Greece, 1910-1929, M.443

 

 

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Αβδελά, Ε. (2002). «Δια λόγους τιμής»: Βία, συναισθήματα και αξίες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, Αθήνα: Νεφέλη.

Αληγιζάκης, Ε. (2011), Εικόνες εγκλήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου: «Ρεμπέτικο» και κοινωνικός έλεγχος (διδακτορική διατριβή). Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Bloch, Μ. (1994) Απολογία για την Ιστορία: Το επάγγελμα του ιστορικού (Κ. Γαγανάκης, Μετ.) Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Γκοτσίνας, Κ. (2021), «Επί της ουσίας»: Ιστορία των ναρκωτικών στην Ελλάδα, 1875-1950, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Γκοτσίνας, Κ. (2020). «Το χασίς ή τον καπνόν»: Το δίλημμα κατά τα πρώτα βήματα της ελληνικής καπνοκαλλιέργειας (1880 – 1920). Στο Α.Α. Παληκίδης (Επιμ.), Ο καπνός στην ιστορία: Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις. (σ.363-376). Καβάλα: Ινστιτούτο Κοινωνικών Κινημάτων και Ιστορίας Καπνού.

Γκοτσίνας, Κ. (2019). Ουσίες γένους αρσενικού: Ναρκωτικά και ανδρισμός στην Ελλάδα (1900 – 1940). Στο Δ. Βασιλειάδου κ.α. (Επιμ.), Ανδρισμοί. Αναπαραστάσεις, υποκείμενα και πρακτικές από τη μεσαιωνική μέχρι τη σύγχρονη περίοδο (σ.433-460). Αθήνα: Guteberg.

Γκοτσίνας, Κ. (2018). «Χασισοπότες και λωποδύτες, τοξικομανείς και κακοποιοί»: Τα ναρκωτικά από την εγκληματικοποίηση στην εγκληματογένεση κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα». Στο Βάσω Αρτινοπούλου κ.α. (επιμ.), Εξουσίες, επιστημονική ουδετερότητα και εγκληματολογικός λόγος: 59 χρόνια Howard Becker “Whose side are you on?” (σ.260-274). Αθήνα: Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου.

Christian, D. (1989). Εμπόρευμα ναρκωτικά (Π. Λινάρδος, Μετ.) Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.

Gaddis, J.L. (2019). Το τοπίο της ιστορίας: Πώς οι ιστορικοί χαρτογραφούν το παρελθόν (Μ. Ακριβάκη, Μετ.) Αθήνα: Πεδίο.

Δαμιανάκος, Σ. (2005). Ήθος και πολιτισμός των επικίνδυνων τάξεων στην Ελλάδα, Αθήνα: Πλέθρον.

Δαμιανάκος, Σ. (2003). Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Αθήνα: Πλέθρον..

Engels, F. (1974). Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μέρος Α’ και Β’ (Λ. Αποστόλου, Μετ.) Αθήνα: Μπάυρον.

Ζαϊμάκης, Γ. (2008). «Καταγώγια ακμάζοντα» στον Λάκκο Ηρακλείου: Παρέκκλιση, πολιτισμική δημιουργία, ανώνυμο ρεμπέτικο (1900- 1940), Αθήνα: Πλέθρον.

Καρύδης, Β. (2008). «Χρήση ινδικής κάνναβης: Παρέκκλιση και Εξουσία». Στο Canavaccio: Κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης, (σ.32-39). Αθήνα: Heteron.

Λιάκος, Α. (2019). Ο ελληνικός 20ος αιώνας. Αθήνα: Πόλις.

Μαγκλής, Ι. (1997). Οι κοντραμπατζήδες του Αιγαίου, Αθήνα: Δωρικός.

Μάτσα, Κ. (2001). Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές., Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

Μιχαλαρέας, Η. & Τζωρτζοπούλου, Μ. (2011-2012). Φτώχεια και ναρκωτικά. Θέματα παιδείας, 2011-2012, 47-48. 58-63.

Μπακατσούλας, Μ. (1944). Οι φυγόπονοι επαίται και αλήται: Εγκληματολογική, συγκριτική και σωφρονιστική μελέτη, Αθήνα: Εκ του Τυπογραφείου Χωροφυλακής.

Olievenstein, C. (1982). Η ζωή του τοξικομανή. (Ε. Μορφίνη Μετ.) Αθήνα: Εκδόσεις Παλλάδα.

Παύλου, Σ.Κ. (2008). Ναρκωτικά: Δογματικά και ερμηνευτικά προβλήματα των ποινικών διατάξεων του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά. Αθήνα: Π.Ν. Σάκκουλας.

Πετρόπουλος Η. (1987), Το άγιο χασισάκι: Δεκαοχτώ κείμενα για τον υπόκοσμο, Αθήνα: Νεφέλη.

Πιζάνιας, Π. (1993). Οι φτωχοί των πόλεων: Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το Μεσοπόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο.

Στριγγάρης, Μ. (1937). Χασίς: Ψυχοπαθολογική, κλινική, κοινωνονιολογική μελέτη επί των συνεπειών του κανναβισμού, Αθήνα: Σαλίβερος.

Τζιάρας Κ. (2017), Τα λαϊκά στρώματα στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Πολιτική και κοινωνική διάσταση της φτώχειας. (διδακτορική διατριβή) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Τσίλη, Σ. (1995). Η τοξικομανία ως ιδεολογικό διακύβευμα. Η περίπτωση της Ελλάδας, ΕΚΚΕ, Αθήνα: ΕΚΚΕ.

Υφαντής, Δ. (2017). «Τοξικομανία δι’ ηρωίνης»: Η χρήση ουσιών στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

Υφαντής, Δ. (2012), Η χρήση τοξικών ουσιών στην Ελλάδα μέσα από το ρεμπέτικο τραγούδι (1920 – 1940) (διδακτορική διατριβή), Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Farge A. (2004), Η γεύση του αρχείου (Ρ. Μπενβενίστ Μετ.) Αθήνα: Νεφέλη.

Χατζηαντωνίου, Θ. (2002) «Ο Χασικλής και ο Πρεζάκιας»: Δύο ιδιότυπες περιπτώσεις τοξικομανών στο χώρο και το χρόνο του ρεμπέτικου. Στο Χ. Ζαραφωνίτου &- Ι. Τσίγκανου (επιμ), Τετράδια Εγκληματολογίας. Ναρκωτικά, τάσεις και εγκληματολογικές διαστάσεις στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα (σ.298-335). Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Χρήστος Χατζηιωσήφ, Χ. (2002). Το προσφυγικό Σοκ: Οι σταθερές και οι μεταβολές της ελληνικής οικονομίας. Στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τόμος Β1 (σ.9-57). Αθήνα: Βιβλιόραμα..

Χουμεριανός, Μ. (2003). Το λαθρεμπόριο του καπνού στη Μ. Ασία.. Δοκιμές, 11-12, 187-215.

 

 

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Bacci, Μ. (2018). Intraenous Drugs, Infectious Disease and Intellectual Markets: A Global – Local History of Egyptian Narcotics Exepertise. Ανακτήθηκε από https://projects.iq.harvard.edu/historyopioidepidemic/bacci

Bloch, Α. Α. (1989) European Drug Traffickers between the Wars: The Policy of Suppression and Its Consequences, Journal of Social History, 23 (2), 315-337.

Chapman, Μ. “Pragmatic, ad hoc: Foreign – Policy Making of the Early Republic: Thomas H. Perkin’s Boston – Smyrna – Canton Opium Model an Congressional Rejection of Aid for Greek Indepedance, The International History Review, 35 (3), 449-464.

Delbrel, G. (1989). Geopolotique de la drogue, Παρίσι: La decouverte.

Farooqui, Α. (2004). Colonialism and Competing Addictions: Morphine Content as Historical Factor, Political Scientist, 32 (5/6), 21-31.

Gkotsinas, Κ. (2014). Attitudes towards Heroin Addictsh and Addiction in Inter – War Greece. Central Europe, 12 (2), 174-94

Gotsinas, Κ. (2015). « Ulcères sociaux » : La société grecque de l’entre-deux-guerres face à la drogue. Histoire, (διδακτορική διατριβή), Ecole des hautes Etudes en Sciences sociales (EHESS).

Hanes, W. T. & Sanello, F. (2002). The Opium Wars: The addiction of One Empire and the corruption of Another, Illinois: Sourcebooks.

Hobbs, J.H. (1998). The opium Poppy in Egypt, Geographical Review, 88 (1), 64-85.

Hobsbawm J. E. (1988). History from Below: Some Reflections. Στο F. Kranz (επιμ.), History from Below: Studies in Popular Protest and Popular Ideology in Honor of George Rude, (σ.63-73), Οξφόρδη: Oxford University Press.

Kozma, L. (2011). Cannabis Prohibition in Egypt, 1880 – 1939: From Local Ban to League of Nations Diplomacy. Middle Eastern Studies,47 (3), 443-460.

Paugam, S. (1996). L’ exclusion l’ etat des savoir, Παρίσι: Le decouverte..

Schayegh, C. (2011). Abud Yasin: or, What Narcotics Trafficking in the Interwar Middle East can tell us about Territorialization, The American Historical Review, 116 (2), 273-306.

Srougo, S. (2021). The fall of the Balkan port: Geopolitical dynamics and the decline of the free zone in Thessaloniki (1923-1939), Journal of Historical Geography, 72, 63-72.

Trocki, C. (1999). Opium, Empire and the Global Politcal Economy: A study of the Asian Opium Trade 1750-1950, Λονδίνο: Routledge.

Tsiganou, J. (2003). Law-making on drugs and politics in Greece. Αθήνα: ΕΚΚΕ.

 

Print Friendly, PDF & Email