Η δομή της οικογένειας και το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία σε έντεκα χώρες της Ευρώπης*

 

Thoroddur Bjarnason1,2**, Aleksandra G. Davidaviciene3, Patrick Miller4, Alojz Nociar5, Andreas Pavlakis6 & Eva Stergar7

University at Albany, Albany, NY, USA,1 Centre for Social Research and Analysis, Reykjavic, Iceland,2 Institute of Pedagogics, Vilnius, Lithuania,3 Alcohol and Health

Research Centre, Edinburgh, UK,4 Board of Ministers for Drug Dependencies and Drug Control, Bratislava, Slovakia,5 KENTHEA, Nicosia, Cyprus 6 and Institute of Public Health, Ljubljana, Slovenia 7

 

Περίληψη

Στόχοι: Αυτή η μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει (1) εάν οι διαφορετικοί τύποι μη παραδοσιακών οικογενειακών δομών σχετίζονται εξίσου με το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία, (2) εάν κάθε τύπος οικογενειακής δομής σχετίζεται εξίσου με το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία σε διαφορετικές χώρες και (3) εάν αυτές οι διαφορές των οικογενειακών δομών μπορούν να εξηγηθούν βάσει της επικράτησής τους στην κάθε χώρα.

Σχεδιασμός: Συνήθειες καπνίσματος με αυτό-αναφορά μεταξύ 33.978 μαθητών στην Κύπρο, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ισλανδία, την Ιρλανδία, τη Λιθουανία, τη Μάλτα, τη Σλοβάκικη Δημοκρατία, τη Σλοβενία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναλύθηκαν με το ιεραρχικό μοντέλο πολλαπλής παλινδρόμησης.

Ευρήματα: Οι έφηβοι που ζουν και με τους δύο βιολογικούς τους γονείς καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν μόνο με τη μητέρα τους, οι οποίοι, εν συνεχεία, καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν μόνο με τον πατέρα τους, με τη μητέρα και τον θετό πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς τους γονείς.  Η διαβίωση με βιολογικό πατέρα και θετή μητέρα συνδέεται με λιγότερο κάπνισμα από ό,τι η διαβίωση μόνο με τον πατέρα, με τη βιολογική μητέρα και θετό πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς, αλλά δεν διαφέρει από τη διαβίωση και με τους δύο βιολογικούς γονείς ή μόνο με τη μητέρα.  Τα αποτελέσματα της διαβίωσης μόνο με τη μητέρα, μόνο με τον πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς είναι πιο έντονα στις χώρες όπου αυτοί οι τύποι οικογένειας είναι λιγότερο συνηθισμένοι.  Όταν ληφθεί υπόψη η επικράτηση κάθε τύπου οικογένειας, οι διαφορές στη σημαντικότητα των αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών ελαχιστοποιούνται.

Συμπεράσματα: Οι έφηβοι που ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς καπνίζουν λιγότερο από τους εφήβους στους περισσότερους άλλους οικογενειακούς τύπους, και οι έφηβοι που ζουν μόνο με τη μητέρα τους ή τον πατέρα τους και θετή μητέρα καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν σε άλλες μη παραδοσιακές οικογενειακές δομές.  Η σημασία της δομής είναι αντιστρόφως ανάλογη με την επικράτηση τέτοιων τύπων οικογενειών σε κάθε χώρα.

 

Λέξεις Κλειδιά: Έφηβοι, κάπνισμα, διακρατικός, δομή της οικογένειας.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το κάπνισμα ενέχει σοβαρές ιατρικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τους εφήβους.  Αν και οι σοβαροί κίνδυνοι υγείας που συνδέονται με τη χρήση καπνού μπορεί να μην είναι άμεσα απειλητικοί στους έφηβους καπνιστές, το καθημερινό κάπνισμα συνδέεται με κακή υγεία και ποικίλα σωματικά συμπτώματα σε αυτή την ηλικιακή ομάδα (Holmen κ.ά. 2000).  Επιπλέον, ο καπνός διεκδικεί τα περισσότερα θύματά του μεταξύ εκείνων που άρχισαν να καπνίζουν ως έφηβοι.  Περίπου εννέα στους δέκα ενήλικους καπνιστές άρχισαν να καπνίζουν από την ηλικία των 18 ετών (βλ. An κ.ά. 1999), και οι παθήσεις που σχετίζονται με το κάπνισμα στη μεταγενέστερη ζωή έχει βρεθεί ότι αυξάνουν με την έναρξη του καπνίσματος σε νεαρή ηλικία (Bartecchi, MacKenzie & Schrier 1994).

Εκτός από τους άμεσους κινδύνους για την υγεία που συνδέονται με το κάπνισμα, η έρευνα υποστηρίζει έντονα ότι το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία συνδέεται με πολλά ακόμη κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα.  Συγκεκριμένα, το κάπνισμα φαίνεται να παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη της νεανικής παραβατικότητας.  Ο πολιτισμικός συμβολισμός του τσιγάρου ως σημάδι ανεξαρτησίας, πρώιμης ανάπτυξης και σκληρότητας έχει εντοπιστεί ως σαφές χαρακτηριστικό της αυτό-εικόνας των εφήβων καπνιστών (Chassin κ.ά. 1992).  Η πράξη του καπνίσματος αποτελεί έτσι αυτούσιο τμήμα της παρουσίας του εφήβου, διευκολύνοντας την αποδοχή σε ορισμένες ομάδες και αποκλείοντας τη συμμετοχή σε άλλες (Sharp & Getz 1996; Glendinning & Inglis 1999).  Κατά συνέπεια, το κάπνισμα επισπεύδει τη μετάβαση των εφήβων σε διάφορες παραβατικές συμπεριφορές, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής χρήσης ουσιών (Golub & Johnson 1998 Kandel & Yamaguchi 1993), της βίαιης συμπεριφοράς (Bernburg & Thorlindsson 1999 Bjarnason, Sigurdardottir & Thorlindsson 1999) και της πρόωρης έναρξης της σεξουαλικής δραστηριότητας (Dorius, Heaton & Steffen 1993; Robinson, Telljohann & Price 1999).

ΔΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Στις περισσότερες δυτικές χώρες, το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία παρουσίασε σταθερή μείωση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 ή τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, αλλά άρχισε πάλι να αυξάνεται κάπως κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα (Irgens-Jensen 1991; Franceschi & Naett 1995; Thomas κ.ά. 1998; Bjarnason & Sig-fusdottir 1999; CAN 1999).  Προς το τέλος του 20ού αιώνα, οι κατά κεφαλήν πωλήσεις τσιγάρων παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση στις Ηνωμένες Πολιτείες απ’ ό,τι στην Ευρώπη (ΠΟΥ 1997).  Αυτές οι υπερατλαντικές διαφορές στις πωλήσεις τσιγάρων απεικονίζονται στις συνήθειες καπνίσματος κατά την εφηβική ηλικία όπως εμφανίζονται στον πίνακα 1.

Ο πίνακας 1 δείχνει, βάσει αυτό-αναφορών την επικράτηση του καθημερινού καπνίσματος μεταξύ εφήβων 15-16 χρονών στις 30 ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στο Ερευνητικό Πρόγραμμα για το Αλκοόλ και Άλλες Ουσίες στα Σχολεία της Ευρώπης 1999 (1999 European School Survey Project on Alcohol and Other Drugs) (ESPAD Hibell κ.ά. 2000) και τη Μελέτη Παρατηρώντας το Μέλλον 1999 στις Ηνωμένες Πολιτείες (1999 Monitoring the Future study)* (Johnston, O’Malley & Bachman 2000).  Όπως συμβαίνει και με τα αποτελέσματα μελετών μεταξύ πληθυσμών ενηλίκων (Graham 1996 Joosens 1996 Dobson κ.ά. 1998), ο πίνακας 1 δείχνει ότι το κάπνισμα είναι γενικά επικρατέστερο μεταξύ των γυναικών στη βόρεια Ευρώπη απ’ ό,τι στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη και είναι επίσης επικρατέστερο μεταξύ των εφήβων στην Ευρώπη σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.  Για παράδειγμα, κατά μέσο όρο 67% των γυναικών και 70% των αντρών στην Ευρώπη είχαν καπνίσει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους, σε σύγκριση με το 57% των ανδρών και των γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.  Τα υψηλότερα επίπεδα καπνίσματος βρέθηκαν σε άντρες στις Νήσους Φαρόι και σε γυναίκες στη Γροιλανδία, ενώ η χαμηλότερη επικράτηση καπνίσματος κατά τη διάρκεια της ζωής εντοπίστηκε μεταξύ αντρών στην Ισλανδία και γυναικών στην Κύπρο.

Πίνακας 1. ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΣΕ ΜΑΘΗΤΕΣ 15-16 ΕΤΩΝ ΑΠΟ 30 ΠΟΛΕΙΣ ΤΙΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΗΠΑ ΤΟ 1999.

  Έχουν καπνίσει κάποια στιγμή της ζωής τους Έχουν καπνίσει τις τελευταίες 30 ημέρες
Χώρες

Αγόρια

Κορίτσια

Ποσοστό Αγόρια Κορίτσια Ποσοστό
Βουλγαρία 73 73 1,00 48 51 1,06
Κροατία 70 69 0,99 40 36 0,90
Κύπρος (Ελληνική) 60 43 0,72 25 9 0,36
Τσεχική Δημοκρατία 82 76 0,93 46 43 0,93
Δανία 72 74 1,03 34 41 1,21
Εσθονία 84 65 0,77 41 24 0,59
Νησιά Faroe 86 81 0,94 42 41 0,98
Φινλανδία 77 73 0,95 44 43 0,98
Γαλλία 69 74 1,07 41 47 1,15
FYROM 60 55 0,92 38 35 0,92
Ελλάδα 59 59 1,00 34 36 1,06
Γροιλανδία 83 89 1,07 62 71 1,15
Ουγγαρία 72 70 0,97 37 35 0,95
Ισλανδία 54 57 1,06 26 30 1,15
Ιρλανδία 68 77 1,13 32 42 1,31
Ιταλία 62 66 1,06 37 43 1,16
Λετονία 83 71 0,86 48 34 0,71
Λιθουανία 85 68 0,80 49 30 0,61
Μάλτα 55 58 1,05 29 34 1,17
Ολλανδία 61 67 1,10 33 39 1,18
Νορβηγία 69 72 1,04 36 44 1,22
Πολωνία 75 62 0,83 39 28 0,72
Πορτογαλία 59 59 1,00 31 30 0,97
Ρουμανία 67 51 0,76 31 20 0,65
Ρωσία (Μόσχα) 78 71 0,91 48 42 0,88
Σλοβακική Δημοκρατία 76 68 0,89 40 34 0,85
Σλοβενία 66 63 0,95 28 30 1,07
Σουηδία 67 67 1,00 29 32 1,10
Ουκρανία 80 59 0,74 50 29 0,58
Ηνωμένο Βασίλειο 60 70 1,17 31 37 1,19
Μ.Ο. από 30 ευρωπαϊκές χώρες 70 67 0,95 38 36 0,95
Μ.Ο. από 11 ευρωπαϊκές χώρες 67 65 0,98 33 33 1,00
Ηνωμένες Πολιτείες 57 57 1,00 25 26 1,04

 

Source: Hibell κ.ά. (2000). Οι έντεκα χώρες που συμμετέχουν στην παρούσα μελέτη εμφανίζονται με έντονα γράμματα

 

Δομή της οικογένειας και κάπνισμα στην εφηβική ηλικία

Η οικογενειακή δομή είναι μεταξύ των παραγόντων πρόβλεψης που συνδέονται πιο άμεσα με το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία και με διάφορες άλλες παραβατικές συμπεριφορές (Bjarnason 2000).  Οι έρευνες γενικά έχουν δείξει ότι οι έφηβοι που διαμένουν και με τους δύο βιολογικούς τους γονείς είναι λιγότερο πιθανό να καπνίζουν από ό,τι εκείνοι που ζουν με έναν από τους δύο γονείς (Adlaf & Ivis 1996; Glendinning, Shucksmith & Hendry 1997; Miller 1997; Amey & Albrecht 1998).  Οι ενδείξεις για αυξημένα ποσοστά καπνίσματος μεταξύ εφήβων που ζουν με έναν βιολογικό γονέα και έναν θετό είναι λιγότερο σαφή, και μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την κουλτούρα.  Για παράδειγμα, μελέτες στην Ισλανδία (Adalbjarnardottir & Blondal 1996), τη Νορβηγία (Irgens-Jensen 1991) και τη Σκωτία (Glendinning κ.ά. 1997) έχουν βρει ότι το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία είναι παρόμοιο για τις οικογενειακές δομές «γονιός-θετός γονιός» και τις οικογενειακές δομές που περιλαμβάνουν μόνο έναν από τους δύο γονείς.  Ενώ οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στον Καναδά (Adlaf & Ivis 1996) και τις Ηνωμένες Πολιτείες (Amey & Albrecht 1998) έχουν δείξει ότι οι οικογενειακές δομές «γονιός-θετός γονιός» είναι παρόμοιες με τις οικογένειες με δύο γονείς, όσον αφορά αυτό το ζήτημα.  Δεν είναι απόλυτα σαφές, εάν αυτές οι διαφορές στα ερευνητικά συμπεράσματα απεικονίζουν πολιτιστικές ή δομικές διαφοροποιήσεις στην κατάσταση των διαφορετικών τύπων οικογενειών, ή εάν οφείλονται σε τυχαίες διακυμάνσεις μεταξύ των μελετών.

Η επίδραση της οικογενειακής δομής στο κάπνισμα κατά την εφηβική ηλικία και  σε άλλες επικίνδυνες συμπεριφορές είναι γενικά μικρή και μπορεί να ερμηνευθεί βάσει διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων ως αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών των μονογονεϊκών οικογενειών, τον ανεπαρκή γονικό έλεγχο, την πίεση από το διαζύγιο ή από τη γονική απουσία στα παιδιά ή ακόμη από τις διαδικασίες επιλογής στην μονογονεϊκή οικογένεια (για την επισκόπηση βλ. McLanahan & Sandefur 1994).  Η έρευνα για την χρήση καπνού από εφήβους περιλαμβάνει συνήθως την οικογενειακή δομή ως μεταβλητή ελέγχου, αλλά οι διαφορές στη χρήση καπνού από τους εφήβους μεταξύ των διαφορετικών τύπων οικογενειών σπανίως είναι το κυρίως επίκεντρο της έρευνας.  Πράγματι, τέτοιες έρευνες στοχεύουν ρητά στην αιτιολόγηση των διαφορών στο κάπνισμα μεταξύ εφήβων όσον αφορά την οικογενειακή δομή βάσει πιο θεωρητικών και περίπλοκων μοντέλων (π.χ. Matsueda & Heimer 1987; Miller 1997).

 

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Σε αυτό το άρθρο, επικεντρωνόμαστε σαφώς σε μοντέλα καπνίσματος στην εφηβική ηλικία βάσει της οικογενειακής δομής σε ένα διακρατικό πλαίσιο.  Συγκεκριμένα, εξετάζουμε τρία ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί επαρκώς σε προγενέστερες μελέτες.

Καταρχήν, συνδέονται όλες οι μη-παραδοσιακές οικογενειακές δομές εξίσου με τα υψηλά επίπεδα καπνίσματος μεταξύ των εφήβων;  Η σπανιότητα των περιπτώσεων εφήβων που ζουν μόνο με τον πατέρα τους, με τον πατέρα τους και θετή μητέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς έχει αναγκάσει τους ερευνητές είτε να απορρίψουν τους λιγότερο κοινούς οικογενειακούς τύπους είτε να τους εντάξουν σε ευρύτερες κατηγορίες, όπως «μη-φυσικές οικογένειες», «μονογονεϊκές οικογένειες» ή «οικογένειες: γονιός-θετός γονιός».  Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιούμε ένα σύνολο δεδομένων 33.978 εφήβων, που δίνουν ικανοποιητική στατιστική ισχύ για να εξετάσουμε το συσχετισμό των οικογενειακών δομών που αποτελούν λιγότερο από το 1% όλων των οικογενειών μέσα στις οποίες διαβιούν οι έφηβοι.

Κατά δεύτερον, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των χωρών στην ένταση της σχέσης μεταξύ κάθε τύπου οικογενειακής δομής και του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία;  Όπως σημειώσαμε και παραπάνω, οι επιρροές συγκεκριμένων τύπων οικογενειών στο κάπνισμα κατά την εφηβική ηλικία μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των μελετών που πραγματοποιούνται στις διαφορετικές χώρες.  Κατά συνέπεια, ενώ οι έφηβοι που ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς έχουν βρεθεί γενικά να καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν μόνο με τον ένα από τους γονείς, ορισμένες μελέτες έχουν βρει ότι οι οικογένειες «γονιός-θετός γονιός» είναι παρόμοιες με τις οικογένειες δύο γονιών, ενώ άλλες θεωρούν πως είναι παρόμοιες με τις μονογονεϊκές οικογένειες.  Ωστόσο, λόγω των διαφορών στους πληθυσμούς στόχους, στις μεθόδους έρευνας, στους ορισμούς των οικογενειακών τύπων και στις μετρήσεις του καπνίσματος μεταξύ αυτών των μελετών, δεν στάθηκε δυνατό να βγουν ασφαλή συμπεράσματα από τα διακρατικά στοιχεία.  Στη μελέτη μας, χρησιμοποιούμε στοιχεία από 11 χώρες σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης, οι οποίες συμμετέχουν σε μια τυποποιημένη, συντονισμένη, διακρατική μελέτη της χρήσης ουσιών από εφήβους.  Είμαστε επομένως σε θέση να εξετάσουμε άμεσα τις διακρατικές διαφορές στο κάπνισμα από εφήβους σε συγκεκριμένους τύπους οικογενειών σε πολιτιστικά ετερόκλητες χώρες.

Τρίτον, η επίδραση που έχει η διαβίωση σε μη-παραδοσιακές οικογενειακές δομές είναι μικρότερη στις χώρες όπου τέτοιες οικογένειες είναι πιο συνηθισμένες;  Υποθέτουμε ότι η αρνητική επίδραση της διαβίωσης σε μη-παραδοσιακές οικογενειακές δομές θα είναι αντιστρόφως ανάλογη με την επικράτηση τέτοιων τύπων οικογενειών στην κοινωνία.  Με άλλα λόγια, θεωρούμε ότι τα αποτελέσματα της διαβίωσης (1) μόνο με τη μητέρα, (2) μόνο με τον πατέρα, (3) με τη μητέρα και θετό πατέρα, (4) με τον πατέρα και θετή μητέρα και (5) με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς θα είναι ισχυρότερα στις χώρες όπου τέτοιες δομές είναι σπάνιες, και θα είναι πιο ασθενή σε χώρες όπου αυτές οι δομές είναι κοινές.  Το υποθετικό ή πραγματικό στίγμα από τη διαβίωση στις μη-παραδοσιακές οικογενειακές δομές αναμένεται να μειωθεί καθώς τέτοια οικογενειακά σχήματα θα αρχίσουν να πληθαίνουν.  Επιπλέον, όσο η παραδοσιακή οικογένεια θα αποδυναμώνεται σε κοινωνικό επίπεδο, άλλοι κοινωνικοί θεσμοί αναμένεται να αντισταθμίσουν βαθμιαία την πιθανή μείωση της γονικής επιτήρησης και τον έλεγχο.  Τελικά, είναι πιθανό, σε οποιαδήποτε κοινωνία, οι περιορισμένες γνωστικές, συναισθηματικές ή κοινωνικές δεξιότητες να οδηγήσουν ένα συγκεκριμένο αριθμό ατόμων σε μη-παραδοσιακή οικογενειακή δομή.  Η ίδια ομάδα είναι επίσης πιθανό να έχει περιορισμένες γονεϊκές δεξιότητες, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε κάπνισμα κατά την εφηβική ηλικία και σε άλλες προβληματικές συμπεριφορές.  Δεδομένου ότι το ποσοστό των μη-παραδοσιακών οικογενειών στην κοινωνία έχει αυξητικές τάσεις, οι συμπεριφορές αυτής της ομάδας μάλλον θα καταστούν λιγότερο σημαντικές για το συνολικό μοντέλο.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στη μελέτη προέρχονται από το Ερευνητικό Πρόγραμμα για το Αλκοόλ και Άλλες Ουσίες στα Σχολεία της Ευρώπης 1999 (ESPAD, βλ. Hibell κ.ά. 2000).  Οι 11 χώρες από τις οποίες διατίθενται τα στοιχεία για τη παρούσα μελέτη –Κύπρος, Γαλλία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Μάλτα, Σλοβάκικη Δημοκρατία, Σλοβενία, Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο- είναι κατανεμημένες έτσι γεωγραφικά ώστε να έχουν μια ισορροπία. Πολιτισμικά, αυτές οι χώρες περιλαμβάνουν την κατά 95% Ελληνορθόδοξη Κύπρο από το νότο, την κατά 92% καθολική Ιρλανδία στη δύση και την κατά 93% λουθηρανική Ισλανδία στο Βορρά.  Συμπεριλαμβάνουν επίσης παραδοσιακούς δυτικούς προμαχώνες της Ευρώπης της βιομηχανικής κεφαλαιοκρατίας και της φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως η Γαλλία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς επίσης και χώρες όπως η Λιθουανία, η Δημοκρατία της Σλοβακίας και η Σλοβενία που κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους από τη Σοβιετική Ένωση, την Τσεχοσλοβακία και τη Γιουγκοσλαβία, αντίστοιχα και οι οποίες μαζί με την Ουγγαρία κατήργησαν την κρατικά ελεγχόμενη πολιτική οικονομία κατά τη διάρκεια τη παιδικής ηλικίας των εφήβων συμμετεχόντων μας.

Όπως φαίνεται στον πίνακα 1, η επικράτηση της χρήσης καπνού από τους εφήβους σε αυτές τις χώρες είναι ελαφρώς χαμηλότερη από ό,τι στις χώρες του ESPAD συνολικά.  Τα υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος σε αυτές τις χώρες βρέθηκαν μεταξύ ανδρών στη Λιθουανία (85%) και γυναικών στη Γαλλία (74%), ενώ η χαμηλότερη επικράτηση κατά τη διάρκεια της ζωής βρέθηκε μεταξύ ανδρών στην Ισλανδία (54%) και γυναικών στην Κύπρο (43%).  Ομοίως, η επικράτηση του καπνίσματος τις τελευταίες 30 ημέρες, των εφήβων συμμετεχόντων μας κυμαίνεται από 41% μεταξύ των ανδρών και 47% μεταξύ των γυναικών στη Γαλλία και 25% μεταξύ των ανδρών και 9% μεταξύ των γυναικών στην Κύπρο.  Το ποσοστό των εφήβων που μένουν και με τους δύο βιολογικούς τους γονείς στις χώρες της μελέτης μας κυμαίνεται από 93% στη Μάλτα και 91% στην Κύπρο σε 69% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 67% στην Ισλανδία.

 

ΔΕΊΓΜΑ

Οι τεχνικές δειγματοληψίας που υιοθετήθηκαν σε κάθε χώρα που συμμετέχει στο πρόγραμμα ESPAD εξαρτήθηκαν από γεωγραφικούς παράγοντες, από το μέγεθος του πληθυσμού και άλλους λογαριθμικούς περιορισμούς (Hibell κ.ά.. 2000· Bjarnason & Morgan 2002).  Στον πίνακα 2 περιέχεται μια ανασκόπηση της συλλογής στοιχείων στις χώρες που συμμετέχουν στην παρούσα μελέτη.  Στις μικρότερες χώρες –Μάλτα και Ισλανδία- ολόκληρος ο πληθυσμός των μαθητών που γεννήθηκαν το 1983 επιλέχτηκε, και στην Κύπρο επιλέχτηκε το 34% του πληθυσμού που γεννήθηκε το συγκεκριμένο έτος.  Στη Σουηδία και τη Σλοβενία από τον συνολικό κατάλογο όλων των τάξεων επιλέχθηκε ένα τυχαίο δείγμα.  Στη Δημοκρατία της Σλοβακίας, επιλέχθηκε ένα τυχαίο δείγμα σχολείων, από τον κατάλογο όλων των σχολείων της χώρας, και έπειτα επιλέχθηκαν τυχαία δύο τάξεις από κάθε σχολείο.  Σε τέσσερις χώρες επιλέχθηκε ένα αναλογικό στρωματοποιημένο δείγμα σχολείων από τον κατάλογο όλων των σχολείων, και έπειτα επιλέχτηκαν τυχαία μια τάξη (στη Γαλλία και την Ουγγαρία) ή δύο τάξεις (στην Ιρλανδία και τη Λιθουανία) από κάθε σχολείο.  Στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιλέχθηκαν μη-αναλογικά στρωματοποιημένα δείγματα από τέσσερις περιοχές, Αγγλία, Ουαλία, Σκωτία και βόρεια Ιρλανδία.  Η σχολική τάξη αποτέλεσε την τελική μονάδα δειγματοληψίας σε όλες τις χώρες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και αυτές οι διαφορετικές μέθοδοι δειγματοληψίας δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις εκτιμήσεις του καπνίσματος μεταξύ των μαθητών σε αυτές τις 11 χώρες, έχουν όμως διαφορές στην ακρίβεια των εκτιμήσεων μεταξύ των χωρών (Bjarnason & Morgan 2002).  Λόγω του ότι οι μαθητές μέσα σε μία τάξη είναι πιο ομοιογενείς από ό,τι σε όλες τις τάξεις η δειγματοληψία κατά συστάδα οδηγεί σε μικρότερη ακρίβεια από ό,τι εάν οι μαθητές είχαν επιλεγεί ξεχωριστά.  Έτσι σε μερικές από τις χώρες οι εκτιμήσεις είναι λιγότερο ακριβείς από ό,τι θα ήταν εάν το δείγμα ήταν του ίδιου μεγέθους αλλά υποθετικά τυχαία επιλεγμένο.  Εντούτοις, η δειγματοληψία του συνολικού πληθυσμού όπως έγινε στη Μάλτα και την Ισλανδία μας δίνει σφάλμα δειγματοληψίας μηδέν, και η δειγματοληψία του 34% του εθνικού πληθυσμού στην Κύπρο μειώνει το τυπικό σφάλμα των εκτιμήσεων κατά έναν παράγοντα √1 -0,34, ή 0,81 (βλ. Kalton, 1983; Bjarnason & Morgan, 2002).  Επιπλέον, η στρωματοποιημένη δειγματοληψία που εφαρμόστηκε στη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, τη Λιθουανία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα αυξήσει την ακρίβεια των εκτιμήσεων στο βαθμό που τα άτομα είναι περισσότερο ομοιογενή μέσα σε κάθε συστάδα από ό,τι μεταξύ των συστάδων.

Ορισμένες από τις πληροφορίες που χρειάζονται για τον υπολογισμό αυτών των σύνθετων αποτελεσμάτων του σχεδιασμού δεν ήταν διαθέσιμες στο σύνολο των δεδομένων του ESPAD, και κατά συνέπεια μόνο τα κατά προσέγγιση τυπικά σφάλματα μπορούν να υπολογιστούν.  Για να το αντισταθμίσουμε κάνουμε στατιστικούς ελέγχους που βασίζονται εναλλακτικά στην υπόθεση μηδενικής συσχέτισης εντός συστάδας και την υπόθεση υψηλής συσχέτισης εντός συστάδας.  Όπως επισημαίνει ο Kalton (1983, σελ. 31), η συσχέτιση εντός συστάδας ρ είναι κατά κανόνα μια χαμηλή θετική τιμή μικρότερη από 0,15.  Στην ακόλουθη ανάλυση, παρουσιάζουμε στατιστικούς ελέγχους βάσει της υπόθεσης ρ=0 (καμία συσχέτιση εντός συστάδας) και ρ=0,15 (υψηλή συσχέτιση εντός συστάδας).  Στην τελευταία περίπτωση επομένως, οι στατιστικοί έλεγχοι διαιρούνται με √(1 -ρ * (b -1) όπου το b είναι το μέσο μέγεθος συστάδας (Kalton 1983), κατά συνέπεια μειώνονται οι τιμές των στατιστικών ελέγχων κατά 0,60.

 

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΩΝ

Δόθηκαν ανώνυμα ερωτηματολόγια σε όλους τους μαθητές που είχαν γεννηθεί το 1983 και ήταν παρόντες στην τάξη την ημέρα της έρευνας, και την περίοδο της έρευνας Μάρτιο-Μάιο 1999, εκτός από τη Μάλτα στους μαθητές της οποίας δεν δόθηκαν ερωτηματολόγια τον Ιανουάριο του 1999 (Hibell κ.ά. 2000).  Οι συμμετέχοντες ήταν από 15-16 ετών κατά τη διάρκεια της έρευνας, με τη μέση ηλικία σε κάθε χώρα να κυμαίνεται από τα 15,1 έως τα 15,3 έτη.  Οι έρευνες διεξήχθησαν στην κάθε χώρα από βοηθούς ερευνητές, δασκάλους ή άλλους υπαλλήλους του σχολείου, και ο κάθε μαθητής σφράγισε το ερωτηματολόγιό του σε λευκό φάκελο μετά τη συμπλήρωσή του (για τις λεπτομέρειες βλ. Bjarnason 1995).  Τα ποσοστά ανταπόκρισης στις 11 χώρες κυμαίνονταν μεταξύ 86 και 92%, με εξαίρεση τη Μάλτα (77%).  Παρά την πρόωρη ημερομηνία της διεξαγωγής της έρευνας και του χαμηλότερου ποσοστού ανταπόκρισης, τα στοιχεία από τη Μάλτα κρίθηκαν συγκρίσιμα με τα στοιχεία από τις άλλες χώρες (για περαιτέρω μεθοδολογικές λεπτομέρειες βλ. Hibell κ.ά 2000).

Καθαρό δείγμα

Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, τα ερωτηματολόγια 241 μαθητών (0,7%) με ελλιπή στοιχεία παραλείφθηκαν από περαιτέρω ανάλυση, γεγονός που μας οδηγεί σε ένα συνολικό καθαρό δείγμα 33.978 μαθητών.  Τα εθνικά καθαρά δείγματα κυμαίνονται από 2.270 μαθητές στη Γαλλία σε 5.039 μαθητές στη Λιθουανία.  Έγινε στάθμιση των στοιχείων για να διορθωθεί η μη-αναλογική στρωματοποιημένη δειγματοληψία στο Ηνωμένο Βασίλειο και να δοθεί ίση βαρύτητα σε κάθε μια από 11 χώρες στο σύνολο των δεδομένων.  Αυτό δίνει ίση βαρύτητα σε όλες τις χώρες, ανεξάρτητα από το μέγεθος του πληθυσμού και δεν επιτρέπει στις χώρες με μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος να επηρεάσουν δυσανάλογα τις εκτιμήσεις των στατιστικών μοντέλων.

Μεταβλητές

Στον Πίνακα 3 περιγράφονται οι στατιστικές για τις μεταβλητές που χρησιμοποιήθηκαν.  Η εξαρτημένη μεταβλητή είναι μια μέτρηση συχνότητας-ποσότητας του καπνίσματος που κατασκευάστηκε από τις μετρήσεις του καπνίσματος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής και τις μετρήσεις για το κάπνισμα τις τελευταίες 30 ημέρες (βλ. Hibell κ.ά. 2000).  Αυτή η μεταβλητή παίρνει τις ακόλουθες τιμές: 1: ποτέ στη διάρκεια της ζωής 2: κάποια φορά σε όλη τη διάρκεια της ζωής, αλλά όχι τις τελευταίες 30 ημέρες, 3: λιγότερο από 1 τσιγάρο την εβδομάδα για τις τελευταίες 30 ημέρες, 4: λιγότερο από 1 τσιγάρο την ημέρα, 5: 1-5 τσιγάρα την ημέρα, 6: 6-10 τσιγάρα την ημέρα, 7: 11-20 τσιγάρα την ημέρα και 8: περισσότερα από 20 τσιγάρα την ημέρα.  Ουσιαστικά, αυτές είναι οι τυπικές μετρήσεις της επικράτησης του καπνίσματος τις τελευταίες 30 ημέρες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν στα αποτελέσματα προηγούμενων μελετών.  Η εξαίρεση εδώ είναι η μείωση της περικοπής στο μηδέν διαιρώντας την ομάδα εκείνων που δεν έχουν καπνίσει στις τελευταίες 30 ημέρες σε: (1) «ποτέ στη διάρκεια της ζωής» και (2) «ναι στη διάρκεια ζωής, αλλά όχι τις τελευταίες 30 ημέρες».  Για να διορθωθεί η θετική ασυμμετρία προς τις υψηλές τιμές του καθημερινού καπνίσματος, ο φυσικός λογάριθμος αυτής της μεταβλητής χρησιμοποιείται στην ανάλυση πολλαπλών επιπέδων.

Πίνακας 2. Επισκόπηση των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τις 11 χώρες που συμμετέχουν στο Ερευνητικό Πρόγραμμα για το Αλκοόλ και Άλλες Ουσίες στα Σχολεία της Ευρώπης το 1999.

Χώρες Πληθυσμόςa Σχολεία Τάξεις Μαθητές

Δειγματοληψία

Κύπρος (Ελληνική) 0,7 34 106 3.621 Τυχαία συστάδα (34% πληθυσμού)
Γαλλία 59,8 290 290 2.270 Αναλογική στρωματοποιημένη συστάδα
Ουγγαρία 10,1 237 237 2.744 Αναλογική στρωματοποιημένη συστάδα
Ισλανδία 0,3 125 372 3.503 Συνολικός πληθυσμός
Ιρλανδία 3,9 91 196 2.278 Αναλογική στρωματοποιημένη συστάδα
Λιθουανία 3,6 240 482 5.039 Αναλογική στρωματοποιημένη συστάδα
Μάλτα 0,4 69 278 3.679 Συνολικός πληθυσμός
Σλοβακική Δημοκρατία 5,4 89 162 2.430 Τυχαία συστάδα σε 2 στάδια
Σλοβενία 1,9 128 128 2.367 Τυχαία συστάδα
Σουηδία 8,9 177 177 3.426 Τυχαία συστάδα
Ηνωμένο Βασίλειο 59,8 223 223 2.621 Μη-Αναλογική στρωματοποιημένη συστάδα
Σύνολο 154,8 1.703 2.926 33.978

 

Source: Hibell et al. (2000).

aΣυνολικός πληθυσμός σε εκατομμύρια. Πηγή: World Factbook (2002).

 

Οικογενειακή δομή

Οι απαντήσεις, σε έναν κατάλογο ελέγχου, των ατόμων που ζουν στο ίδιο σπίτι με τον συμμετέχοντα χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν έξι δυαδικές μεταβλητές που δείχνουν την οικογενειακή δομή: (1) μητέρα και πατέρας, (2) μητέρα και θετός πατέρας, (3) πατέρας και θετή μητέρα, (4) μητέρα μόνο, (5) πατέρας μόνο και (6) κανένας από τους βιολογικούς γονείς.  Η τελευταία κατηγορία (6) περιλαμβάνει τους μαθητές που ανέφεραν ότι ζουν μόνοι τους ή με θετούς γονείς ή σε ανάδοχη οικογένεια, με παππού και γιαγιά, με τα αδέρφια τους, με άλλον συγγενή ή μη-συγγενικό πρόσωπο.  Αυτές οι έξι μεταβλητές αθροίστηκαν σε εθνικό επίπεδο και χρησιμοποιήθηκαν ως δείκτες της εθνικής επικράτησης των διαφορετικών οικογενειακών τύπων.

Στις 11 χώρες, περίπου 80% κατά μέσο όρο των μαθητών ζει και με τους δύο γονείς, 10% ζει μόνο με την μητέρα, και 6% ζει με τη μητέρα και θετό πατέρα.  Οι υπόλοιποι μαθητές ζουν είτε μόνο με τον πατέρα, τον πατέρα και τη θετή μητέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς.  Το ποσοστό οικογενειών με δύο βιολογικούς γονείς βρέθηκε υψηλότερο στη Μάλτα (93%) και την Κύπρο (91%) και χαμηλότερο στην Ισλανδία (67%).  Αντιθέτως, το ποσοστό των συμμετεχόντων που ζουν μόνο με έναν από τους δύο γονείς είναι υψηλότερο στην Ισλανδία (19%) και χαμηλότερο στη Μάλτα (4%) και την Κύπρο (5%).  Η διαβίωση με τον έναν από τους βιολογικούς γονείς και έναν θετό είναι επικρατέστερη στο Ηνωμένο Βασίλειο (13%) και λιγότερο στη Μάλτα (1%), την Κύπρο (2%) και την Ιρλανδία (2%).

 

Οι μεταβλητές ελέγχου

Στην ανάλυση περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία όπως φύλο (γυναίκα: 1) και αυτό-αναφορά της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης (πόσο εύπορη είναι η οικογένειά σου σε σύγκριση με άλλες οικογένειες στη χώρα σου; 1: πάρα πολύ χειρότερα, 7: πάρα πολύ καλύτερα).

 

Στατιστικές αναλύσεις

Η ακόλουθη ανάλυση βασίζεται στις τεχνικές ιεραρχικών μοντέλων πολλαπλών επιπέδων και χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα HLM 5 (Bryk & Raudenbush 1992). Όπως με τα συνήθη μοντέλα πολλαπλής παλινδρόμησης, αυτή η μέθοδος μας επιτρέπει να υπολογίσουμε τα ατομικά επίπεδα επίδρασης του φύλου, της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης του γονιού και των διαφορετικών τύπων οικογενειακής δομής στο κάπνισμα κατά την εφηβεία.  Επιπλέον, το μοντέλο πολλαπλών επιπέδων μας επιτρέπει να υπολογίσουμε τις διαφορές στη δύναμη τέτοιων συσχετίσεων ατομικού επιπέδου μεταξύ των χωρών. Επιπλέον, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα χαρακτηριστικά σε επίπεδο χώρας για να εξηγήσουμε τέτοιες διαφορές μεταξύ των χωρών στις συσχετίσεις σε ατομικό επίπεδο.

Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, χρησιμοποιούμε την επικράτηση των διαφορετικών τύπων οικογένειας σε εθνικό επίπεδο για να προβλέψουμε τις διαφορές των επιδράσεων σε ατομικό επίπεδο από τη διαβίωση σε τέτοιες οικογενειακές δομές.  Αυτό μας επιτρέπει να εξετάσουμε την υπόθεση ότι οι επιδράσεις από τη διαβίωση στους διαφορετικούς τύπους μη-φυσικών οικογενειών διαφοροποιούνται αντιστρόφως ανάλογα με την επικράτηση τέτοιων οικογενειακών δομών.  Με άλλα λόγια, αναμένουμε υψηλότερα επίπεδα καπνίσματος μεταξύ των εφήβων που δεν ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς όταν τέτοιες οικογενειακές δομές είναι λιγότερο συνηθισμένες σε μια χώρα.  Στατιστικά, χρησιμοποιούμε τα ποσοστά, ανά χώρα, κάθε τύπου οικογένειας για να εκτιμήσουμε τη μεταβλητή σε ατομικό επίπεδο για τον αντίστοιχο οικογενειακό τύπο σε κάθε χώρα.  Τέλος, ελέγχουμε τις διαφορετικές παραμέτρους κάθε τύπου οικογένειας για να εξετάσουμε τη σχετική δύναμη κάθε οικογενειακής δομής ως παράγοντα πρόβλεψης του καπνίσματος κατά την εφηβική ηλικία.

 

Πίνακας 3. Περιγραφική στατιστική ανάλυση πολλαπλών επιπέδων για το κάπνισμα βάσει της δομής της οικογένειας σε μαθητές 15-16 χρονών σε 11 το 1999.

 

Εύρος Μ.Ο. SE SD
Επίπεδο χώρας (n =11)
% με δύο βιολογικούς γονείς 67,2–93,0 79,53 2,68 8,90
% μόνο με την μητέρα 3,2–14,0 9,72 1,10 3,65
% μόνο με τον πατέρα 0,6–4,7 1,81 0,34 1,12
% μητέρα και θετό πατέρα 0,7–11,4 5,56 1,13 3,74
% πατέρα και θετή μητέρα 0,2–1,7 0,96 0,17 0,55
% χωρίς κανένα βιολογικό γονέα 1,1–4,8 2,43 0,34 1,12
Ατομικό επίπεδο (n =33.978)
Κορίτσια 0–1 0,50 0,003
Κοινωνικοοικονομικό επίπεδο 1–7 3,42 0,006 1,10
Με δύο βιολογικούς γονείς 0–1 0,80 0,002
Μόνο με τη μητέρα 0–1 0,10 0,002
Μόνο με τον πατέρα 0–1 0,02 0,001
Με τη μητέρα και θετό πατέρα 0–1 0,06 0,001
Με τον πατέρα και θετή μητέρα 0–1 0,01 0,001
Χωρίς κανένα βιολογικό γονέα 0–1 0,02 0,001
Κάπνισμα (ln) 0–2,1 0,77 0,004 0,66

 

Αποτελέσματα

Ο πίνακας 4 παρουσιάζει τις επιδράσεις των παραγόντων πρόβλεψης του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία σε ατομικό επίπεδο.  Το φύλο δεν έχει καμία σημαντική συνολική επίδραση στο κάπνισμα μεταξύ εφήβων για αυτές τις 11 χώρες, ωστόσο η επίδραση του φύλου ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των χωρών.  Όπως φαίνεται στον πίνακα 1, οι άνδρες στις νότιες και ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες είναι πιθανότερο να καπνίζουν περισσότερο σε σχέση με τις γυναίκες, ενώ στις βόρειο-ευρωπαϊκές χώρες οι γυναίκες είναι πιθανότερο να καπνίζουν περισσότερο από ό,τι οι άνδρες.  Αυτοί οι διαφορετικοί τρόποι χρήσης αντισταθμίζουν ο ένας τον άλλο, με συνέπεια να μην διαφαίνεται σαφώς η επίδραση του φύλου αλλά διαφορές στις επιδράσεις του φύλου ανά χώρα.  Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία σε αυτές τις 11 χώρες.

Διαπιστώσαμε ότι με εξαίρεση τις οικογενειακές δομές «πατέρας- θετή μητέρα» οι έφηβοι που ζουν σε μη -παραδοσιακές οικογένειες οποιουδήποτε τύπου καπνίζουν περισσότερο από τους εφήβους που ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς.  Το φαινόμενο αυτό διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στις χώρες για τους εφήβους που ζουν μόνο με τη μητέρα τους, μόνο με τον πατέρα τους, ή με κανέναν από τους δύο βιολογικούς γονείς, αλλά όχι για εκείνους που ζουν με τη μητέρα και το θετό πατέρα ή με τον πατέρα και τη θετή μητέρα.  Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η διαβίωση μόνο με τη μητέρα, ή μόνο με τον πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς μπορεί να αποτελέσει παράγοντα πρόβλεψης του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία σε μεγαλύτερο βαθμό σε ορισμένες χώρες από ό,τι σε άλλες, ενώ η διαβίωση με τον έναν από τους δυο βιολογικούς γονείς και ένα θετό μπορεί να προβλέψει αυξημένα ποσοστά καπνίσματος στον ίδιο βαθμό και στις 11 χώρες.  Πρέπει να σημειωθεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος του δείγματος, οι στατιστικοί έλεγχοι που βασίζονται στην υπόθεση υψηλής συσχέτισης εντός συστάδας παράγουν τα ίδια αποτελέσματα με τους στατιστικούς ελέγχους που βασίζονται στην υπόθεση μηδενικής συσχέτισης εντός συστάδας.

Στον πίνακα 5, χρησιμοποιείται η εθνική αναλογία κάθε τύπου οικογένειας για να εξηγηθούν οι διαφορές σε διεθνές επίπεδο της σχέσης της οικογενειακής δομής και του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία.  Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσο μικρότερα είναι τα ποσοστά οικογενειών ανύπαντρων μητέρων, ανύπαντρων πατέρων, ή διαβίωσης με κανέναν από τους δυο βιολογικούς γονείς τόσο περισσότερο αποτελεί η διαβίωση σε μια τέτοια οικογένεια παράγοντα πρόβλεψης του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία.  Με άλλα λόγια, οι έφηβοι που ζουν σε μια από αυτές τις δομές είναι πιθανότερο να καπνίζουν όταν αυτές οι δομές σπανίζουν στη συγκεκριμένη χώρα.  Επιπλέον, η επίδραση σε αυτό το πλαίσιο εξηγεί πλήρως τις διαφορές που υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο. Μόλις ληφθεί υπόψη το παραπάνω πλαίσιο, ο τρόπος καπνίσματος στην εφηβική ηλικία με βάση την οικογενειακή δομή δεν διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στις χώρες.  Οι στατιστικοί έλεγχοι που βασίζονται στις υποθέσεις υψηλού συσχετισμού εντός της συστάδας και μηδενικού συσχετισμού εντός της συστάδας παράγουν τα ίδια αποτελέσματα, με εξαίρεση την αλληλεπίδραση μεταξύ της διαβίωσης μόνο με τη μητέρα σε μια χώρα όπου πολλοί έφηβοι ζουν μόνο με τη μητέρα τους.  Αυτή η μικρότερη επίδραση είναι σημαντική (P < 0,05) στην υπόθεση της μηδενικής συσχέτισης εντός της συστάδας, αλλά για την υπόθεση υψηλής συσχέτισης εντός της συστάδας (ρ= 0,15) δεν φθάνει στα τυπικά επίπεδα στατιστικής σημασίας (P = 0,17).

Τέλος, συγκρίναμε τη σχετική δύναμη των σταθερών αποτελεσμάτων για τους διαφορετικούς τύπους οικογένειας (τα αποτελέσματα αυτά δεν εμφανίζονται στους πίνακες).  Ενώ η διαβίωση σε όλους τους τύπους μη-φυσικών οικογενειών συνδέεται με περισσότερο κάπνισμα από ό,τι η διαβίωση σε φυσικές οικογένειες, αυτή η επίδραση διαφέρει σημαντικά μεταξύ των διαφορετικών τύπων μη-φυσικών οικογενειών (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, ρ=0).  Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στην επίδραση της διαβίωσης μόνο με τη μητέρα, ή με τον πατέρα και τη θετή μητέρα (διαφορά 0,04 ± 0.08).  Τα αποτελέσματα της διαβίωσης μόνο με τη μητέρα ή με τον πατέρα και τη θετή μητέρα είναι, ωστόσο, σημαντικά πιο ανίσχυρα από την επίδραση της διαβίωσης μόνο με τον πατέρα (0.09 ± 0.06 και 0,13± 0.09, αντίστοιχα), τη μητέρα και το θετό πατέρα (0.06 ± 0.04 και 0.10 ± 0.07, αντίστοιχα), ή σε άλλες δομές (0.17 ± 0.05 και 0.21 ± 0.09, αντίστοιχα).

Η διαβίωση μόνο με τον πατέρα δεν διαφέρει σημαντικά από τη διαβίωση με τη μητέρα και το θετό πατέρα (διαφορά 0,03 ± 0.07), ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς (0,08 ± 0.08).  Εκείνοι που ζουν με τη μητέρα και τον θετό πατέρα έχουν ωστόσο σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να καπνίσουν από ό,τι εκείνοι που δε ζουν με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς (0,11 ± 0.06).  Τα νούμερα που αναφέρονται παραπάνω βασίζονται στην υπόθεση της μηδενικής συσχέτισης εντός της συστάδας (ρ= 0), αλλά η στατιστική σημασία αυτών των φαινομένων παραμένει αμετάβλητη σε μέτρια συσχέτιση εντός της συστάδας (ρ≤ 0.08).

 

Πίνακας 4. Αποτελέσματα από την πολυεπίπεδη ανάλυση σχετικά με το κάπνισμα και την δομή της οικογένειας σε μαθητές ηλικίας 15-16 ετών από 11 ευρωπαϊκές χώρες το 1999.

 

 

Αμετάβλητο Αποτέλεσμα

Διαφορές μεταξύ των χωρών
Συντελεστής t-valueb Adj. t c

Διακύμανση

χ2b Adj. χ2c
Διακοπή 0,775 49,36 29,82 0,0026 184,8 110,7
Κορίτσια -0,019 -0,60 – 0,36 0,0099 188,0 113,6
Κοιν/μικό επίπεδο 0,005 0,91 0,55 0,0002 18,0 10,9
Δομή της οικογένειαςa  
Μόνο με τη μητέρα 0,095 4,73 2,86 0,0027 21,2 12,80
Μόνο με τον πατέρα 0,183 4,11 2,48 0,0129 29,6 17,91
Μητέρα και θετό πατέρα 0,171 7,75 4,68 0,0025 11,2 6,77
Πατέρα και θετή μητέρα 0,069 1,29 0,78 0,0150 16,2 9,81
Χωρίς κανένα βιολογικό γονέα 0,268 5,54 3,35 0,0192 43,8 26,46

 

Τα στοιχεία με στατιστική σημασία ίση ή μεγαλύτερη του P <0.05 αναγράφονται με έντονα γράμματα.

a Αντιπαράθεση μητέρας και πατέρα.

b Υποθέτοντας μηδενική αλληλεπίδραση εντός συστάδας ( ρ=0).

c Υποθέτοντας μεγάλη αλληλεπίδραση εντός συστάδας (ρ =0.15)

 

Συζήτηση

Σε αυτήν την μελέτη, έχουμε εξετάσει τη διαπολιτισμική σταθερότητα των συνηθειών του καπνίσματος στην εφηβική ηλικία βάσει της οικογενειακής δομής σε 11 χώρες σε όλη την Ευρώπη.  Μέσα στο ευρύ φάσμα των οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών παραμέτρων διαπιστώνουμε ότι οι έφηβοι που ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν μόνο με τη μητέρα, οι οποίοι εν συνεχεία καπνίζουν λιγότερο από εκείνους που ζουν μόνο με τον πατέρα, τη μητέρα και το θετό πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς.  Οι έφηβοι που ζουν με πατέρα και θετή μητέρα δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνους που ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς ή από εκείνους που ζουν μόνο με τη μητέρα, αλλά παρουσιάζουν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να καπνίζουν από εκείνους που ζουν μόνο με τον πατέρα, τη μητέρα και θετό πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς.

Η δύναμη της σχέσης ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των χωρών για τους εφήβους που ζουν μόνο με τη μητέρα, μόνο με τον πατέρα, ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς.  Ωστόσο, αυτή η παραλλαγή μπορεί να εξηγηθεί πλήρως εάν ληφθεί υπόψη η αναλογία των εφήβων που ζουν σε τέτοιες συνθήκες στην κάθε χώρα.  Όπως αναμένεται, η διαβίωση σε τέτοιες δομές συνδέεται με περισσότερο κάπνισμα όταν αυτές οι δομές είναι λιγότερο συνηθισμένες.  Μόλις ληφθεί αυτό υπόψη, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών στη συσχέτιση μεταξύ των διαφορετικών οικογενειακών δομών και του καπνίσματος στην εφηβεία.

Αυτά τα αποτελέσματα αποσαφηνίζουν και διευρύνουν τα αποτελέσματα προηγούμενων μελετών σε αυτό το χώρο.  Οι περισσότερες μελέτες έχουν βασιστεί σε δείγματα μερικών χιλιάδων μαθητών και κατά συνέπεια στάθηκε δυνατό να υπάρξει διαφοροποίηση μεταξύ διαφόρων τύπων μη-παραδοσιακών οικογενειακών δομών.  Στις 11 χώρες που περιλήφθηκαν στην παρούσα μελέτη 67-93% των εφήβων ζούσαν και με τους δύο βιολογικούς γονείς, 3-14% ζούσαν μόνο με τη μητέρα, 1-11% με τη μητέρα και το θετό πατέρα, 1-5% μόνο με τον πατέρα και 0-2% με τον πατέρα και θετή μητέρα.  Με ένα δείγμα περίπου 34.000 μαθητών ήμαστε σε θέση να προβούμε σε εκτιμήσεις των αποτελεσμάτων για κάθε έναν από αυτούς τους τύπους οικογένειας.

 

Πίνακας 5. Αποτελέσματα από την πολυεπίπεδη ανάλυση σχετικά με το κάπνισμα και την δομή της οικογένειας σε μαθητές ηλικίας 15-16 ετών από 11 ευρωπαϊκές χώρες το 1999.

 

Αμετάβλητο Αποτέλεσμα

Διαφορές μεταξύ των χωρών
Συντελεστής t-valueb Adj. t c Διακύμανση χ2b Adj. χ2c
Διακοπή 0,776 48,290 29,173 0,0026 192,11 116,06
Κορίτσια -0,018 -0,585 -0,353 0,0098 188,46 113,85
Κοιν/μικό επίπεδο 0,005 0,974 0,588 0,0002 16,82 10,16
Δομή της οικογένειαςa
Μόνο με τη μητέρα (SM) 0,098 7,481 4,519 Σταθερό
Σε επίπεδο χώρας SM -0,009 2,251 1,360
Μόνο με τον πατέρα (SF) 0,189 6,429 3,884 Σταθερό
Σε επίπεδο χώρας SF -0,080 –4,096 -2,474
Με μητέρα και θετό πατέρα (MF) 0,160 8,000 4,833 Σταθερό
Σε επίπεδο χώρας MF -0,001 -0,176 -0,106
Με πατέρα και θετή μητέρα (FS) 0,058 1,344 0,812 Σταθερό
Σε επίπεδο χώρας FS 0,064 0,798 0,482
Χωρίς κανένα βιολογικό γονέα (NP) 0,271 10,921 6,598 Σταθερό
Σε επίπεδο χώρας NP -0,093 –4,855 -2,933

 

Τα στοιχεία με στατιστική σημασία ίση ή μεγαλύτερη του P <0.05 αναγράφονται με έντονα γράμματα.

a Αντιπαράθεση μητέρας και πατέρα.

b Υποθέτοντας μηδενική αλληλεπίδραση εντός συστάδας ( ρ=0).

c Υποθέτοντας μεγάλη αλληλεπίδραση εντός συστάδας (ρ =0.15)

 

Η παρούσα μελέτη επιβεβαίωσε τα ευρήματα άλλων μελετών (π.χ. Adlaf & Ivis 1996; Glendinning, Shucksmith & Hendry 1997; Miller 1997; Amey & Albrecht 1998). Οι έφηβοι που ζουν μόνο με τον ένα από τους δύο γονείς είναι πιθανότερο να καπνίζουν σε σχέση με αυτούς που κατοικούν και με τους δύο βιολογικούς γονείς.  Ωστόσο, τα αποτελέσματά μας δείχνουν σαφώς ότι οι επιδράσεις της διαβίωσης μόνο με τη μητέρα είναι σημαντικά πιο ανίσχυρες από τις επιδράσεις της διαβίωσης μόνο με τον πατέρα.  Με άλλα λόγια, αν και μονογονεϊκές οικογένειες με μητέρα αρχηγό σχετίζονται συχνότερα με το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία, αυτό μάλλον οφείλεται στον αριθμό αυτών των οικογενειακών δομών, ο οποίος παρέχει επαρκή στατιστική ισχύ ικανή να ανιχνεύσει τέτοια αποτελέσματα ακόμη και σε σχετικά μικρά δείγματα.  Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι με την πιθανή εξαίρεση των οικογενειών πατέρας-θετή μητέρα, οι οικογένειες μόνο με τη μητέρα είναι στην πραγματικότητα ο τύπος των μη-παραδοσιακών οικογενειών που συνδέεται λιγότερο με το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία.

Ομοίως, τα προγενέστερα αποτελέσματα αυξημένου καπνίσματος μεταξύ εφήβων που ζουν με τον έναν από τους δυο βιολογικούς γονείς και έναν θετό είναι κάπως λιγότερο καθοριστικά.  Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη έχουν βρει τα επίπεδα εφηβικής χρήσης καπνού σε οικογένειες βιολογικός γονιός-θετός γονιός να είναι παρόμοια με αυτά στις μονογονεϊκές οικογένειες (π.χ. Adalbjarnardottir & Blondal 1996; Irgens-Jensen 1991; Glendinning κ.ά.. 1997), ενώ οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη Βόρεια Αμερική (π.χ. Adlaf & Ivis 1996· Amey & Albrecht 1998) έχουν βρει τις οικογένειες γονιός-θετός γονιός να είναι παρόμοιες με τις οικογένειας με τους δύο βιολογικούς γονείς.  Οι οικογένειες πατέρας-θετή μητέρα βρέθηκαν όμοιες με τις οικογένειες με δύο βιολογικούς γονείς και με τις οικογένειες μόνο με τη μητέρα.  Επιπλέον, οι οικογένειες με πατέρα-θετή μητέρα είναι σημαντικά λιγότερο συνδεδεμένες με το κάπνισμα και από τις οικογένειες μόνο με πατέρα και από τις οικογένειες με μητέρα-θετό πατέρα.  Αντίθετα, οι οικογένειες με μητέρα και θετό πατέρα είναι παρόμοιες με τις οικογένειες μόνο με πατέρα όσον αφορά το κάπνισμα στην εφηβική ηλικία και συνδέονται σημαντικά περισσότερο με το κάπνισμα και από τις οικογένειες μόνο με μητέρα και από τις οικογένειες με πατέρα-θετή μητέρα.

Τέλος, η μελέτη μας επικεντρώθηκε σε μια περίπτωση διαβίωσης των εφήβων που οι προηγούμενες έρευνες είχαν αγνοήσει κατά μεγάλο μέρος.  Συνολικά 870 από τους 33.978 μαθητές (2,4%) δεν ζούσαν με κανέναν από τους δύο βιολογικούς γονείς. Αυτή η ομάδα ατόμων ζούσε σε διάφορες δομές, συμπεριλαμβανομένων διαβίωση μόνος-μόνη, με θετούς-γονείς ή σε ανάδοχη οικογένεια, με παππούδες, με αδέλφια, με άλλους συγγενείς, ή με μη-συγγενικά πρόσωπα.  Περίπου το 48% αυτής της ομάδας ανέφερε ότι είχε καπνίσει στη διάρκεια των τελευταίων 30 ημερών, σε σύγκριση με το 33% του συνολικού δείγματος.  Πράγματι, η ανάλυση πολλών μεταβλητών δείχνει ότι το επίπεδο καπνίσματος είναι υψηλότερο σε αυτή την ομάδα και επίσης ότι αυτή η ομάδα έχει την ισχυρότερη επίδραση βάσει των εθνικών ποσοστών εφήβων σε τέτοιες συνθήκες.  Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να ασχοληθούν περαιτέρω με αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου.

Αυτή η μελέτη δεν εξέτασε τα διαφορετικά θεωρητικά ζητήματα της νεανικής παραβατικότητας που θα εντόπιζαν εναλλακτικά τη σχέση μεταξύ της οικογενειακής δομής και του καπνίσματος των εφήβων στο πλαίσιο της ψυχικής κατάστασης, των διαπροσωπικών σχέσεων, των πολιτιστικών διεργασιών ή της κοινωνικής πίεσης (Bjarnason 2000).  Ωστόσο τα αποτελέσματα που προέκυψαν από αυτή τη μελέτη έχουν αναδείξει σημαντικά θεωρητικά ζητήματα.  Η διαβίωση μόνο με τη μητέρα, μόνο με τον πατέρα ή με κανέναν από τους βιολογικούς γονείς σχετίζεται περισσότερο με το κάπνισμα στις χώρες όπου τέτοιες δομές διαβίωσης σπανίζουν και λιγότερο στις χώρες όπου αυτές οι δομές είναι συνηθισμένες.  Ενδιαφέρον είναι πως τέτοιες επιδράσεις δεν συναντιούνται στις οικογένειες μητέρα-θετός πατέρας ή στις οικογένειες πατέρας-θετή μητέρα.  Αυτό υποδηλώνει ότι αν και η απουσία ενός βιολογικού γονέα μπορεί να αυξήσει το επίπεδο καπνίσματος σε όλες τις χώρες, η επίδραση της απουσίας και των δύο βιολογικών γονέων στην οικογένεια είναι ισχυρή στις χώρες όπου οι μη-παραδοσιακές οικογενειακές δομές είναι λιγότερο συνηθισμένες.  Περαιτέρω έρευνες θα πρέπει να διερευνήσουν τις θεωρητικές επιπτώσεις αυτών των ευρημάτων.

Ευχαριστίες

Τα στοιχεία για αυτό το πρόγραμμα δόθηκαν από τους συγγραφείς και από τους Barbro Andersson (Σουηδία), Marie Choquet (Γαλλία), Zsuzsanna Elekes (Ουγγαρία), Mark Morgan (Ιρλανδία) και Gertrude Rapinett (Μάλτα).  Το πρόγραμμα επιχορηγήθηκε από το Σκανδιναβικό Συμβούλιο Ερευνών για την Εγκληματολογία, υποστηρίχθηκε λογιστικά από το πανεπιστήμιο του Albany και ερευνητικά από τον Benjamin Pearson-Nelson. Στο τελικό κείμενο είχαμε την τιμή να συμπεριλάβουμε τα προσεκτικά σχόλια και τις προτάσεις της Glenna Spitze.

Τίτλος πρωτοτύπου: “Family structure and adolescent cigarette smoking in eleven European countries” Addiction, Volume 98, Number 6, June 2003

** Διεύθυνση αλληλογραφίας: Thoroddur Bjarnason

Department of Sociology

University at Albany

SUNY

Albany, NY 12222

USA

Tel: +1 518 442 4672

Fax: +1 518 442 4936

E-mail: thor@albany.edu

* Αυτά τα δύο ερευνητικά προγράμματα χρησιμοποιούν συγκρίσιμες μεθόδους και παρόμοιες μετρήσεις των διαφόρων χρήσης ουσιών, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης καπνού (Hibell et al. 2000).  Παρόλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί πως ενώ οι ομάδες στα σχολεία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ορίζονται βάσει της ημερομηνίας γέννησης, το σχολικό σύστημα στις ΗΠΑ ορίζει τις ομάδες στα σχολεία βάσει του ακαδημαϊκού έτους.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός στόχος του προγράμματος 1999 ESPAD να είναι μαθητές της Α’ Λυκείου που γεννήθηκαν το 1983, και ο πληθυσμός στόχος του προγράμματος 1999 MTF να είναι μαθητές της Α’Λυκείου που γεννήθηκαν στο δεύτερο εξάμηνο του 1983 και το πρώτο εξάμηνο του 1984.  Έτσι οι αμερικανοί μαθητές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα MTF είναι κατά μέσο όρο 6 μήνες μικρότεροι από τους ευρωπαίους μαθητές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα ESPAD.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adalbjarnardottir, S. & Blondal, K. (1996) Tobaksreykingar og hassneysla reykviskra unglinga og vidhorf theirra til slikrar neyslu [Tobacco and cannabis use and attitudes toward such use among Reykjavik adolescents;. Uppeldi Og Menntun, 5, 43–62.

Adlaf, E. M. & Ivis, F. J. (1996) Structure and relations: the influence of familial factors on adolescent substance use and delinquency. Journal of Child and Adolescent Substance Use, 5, 1–19.

Amey, C. H. & Albrecht, S. L. (1998) Race and ethnic differences in adolescent drug use: the impact of family structure and the quantity and quality of parental interaction. Journal of Drug Issues, 28, 283–298.

An, L. C., O’Malley, P. M., Schulenberg, J. E., Bachman, J. G. & Johnston, L. D. (1999) Changes at the high end of risk in cigarette smoking among US high school seniors 1976–95. American Journal of Public Health, 89, 699–705..

Bartecchi, C. E., MacKenzie, T. D. & Schrier, R. W. (1994) The human costs of tobacco use (I). New England Journal of Medicine, 330, 907–912.

Bernburg, J. G. & Thorlindsson, T. (1999) Adolescent violence, social control, and the subculture of delinquency: factors related to violent behavior and nonviolent delinquency. Youth and Society, 30, 445–460.

Bjarnason, T. (1995) Administration mode bias in a school survey on alcohol, tobacco and illicit drug use. Addiction, 90, 555–559.

Bjarnason, T. (2000) Adolescent Substance Use: a Study in Durkheimian Sociology. Notre Dame, IN: University of Notre Dame.

Bjarnason, T. & Morgan, M. (2002) Guidelines for Sampling Procedures in the 2003 School Survey Project on Alcohol and Other Drugs. Stockholm: Centralforbundet for Alcohol Och Narko-tikaupplysning.

Bjarnason, T. & Sigfusdottir, I. D. (1999) Throun Vimuefnaneyslu Islenskra Unglinga [The Development of Substance Use Among Icelandic Adolescents]. Reykjavik: Icelandic Centre for Social Research and Analysis.

Bjarnason, T., Sigurdardottir, T. J. & Thorlindsson, T. (1999) Human agency, capable guardians and structural constraints: a lifestyle approach to the study of violent victimization. Journal of Youth and Adolescence, 28, 105–119.

Bryk, A. S. & Raudenbush, S. W. (1992) Hierarchical Linear Models: Applications and Data Analysis Methods. Newbury Park: Sage.

Centralforbundet for Alcohol och Narkotikaupplysning (CAN) (1999) Drogutveklingen I Sverige [Drug Trends in Sweden]. Stockholm: CAN.

Chassin, L., Presson, C. C., Sherman, S. J. & Edwards, D. A. (1992) The natural history of cigarette smoking and young adult social roles. Journal of Health and Social Behavior, 33, 328–347.

Dobson, A. J., Kuulasmaa, K., Moltchanov, V., Evans, A., Fort-mann, S. P., Jamrozik, K., Sans, S. & Tuomilehto, J. (1998) Changes in cigarette smoking among adults in 35 populations in the mid-1980s. Tobacco Control, 7, 14–21.

Dorius, G. L., Heaton, T. B. & Steffen, P. (1993) Adolescent life events and their association with the onset of sexual inter-course. Youth and Society, 25, 3–23.

Franceschi, S. & Naett, C. (1995) Trends in smoking in Europe. European Journal of Cancer Prevention, 4, 271–284.

Glendinning, A. & Inglis, D. (1999) Smoking behaviour in youth: the problem of low self-esteem? Journal of Adolescence, 22, 673–682.

Glendinning, A., Shucksmith, J. & Hendry, L. (1997) Family life and smoking in adolescence. Social Science and Medicine, 44, 93–101.

Golub, A. & Johnson, B. D. (1998) Alcohol is not the gateway to hard drug abuse. Journal of Drug Issues, 28, 971–984.

Graham, H. (1996) Smoking prevalence among women in the European Community 1950–90. Social Science and Medicine, 43, 243–254.

Hibell, B., Andersson, B., Ahlstrom, S., Balakireva, O., Bjarna-son, T., Kokkevi, A. & Morgan, M. (2000) The 1999 European School Survey Project on Alcohol and Other Drugs. Stockholm: Swedish Council for Information on Alcohol and Other Drugs.

Holmen, T. L., Barrett-Connor, E., Holmen, J. & Bjermer, L. (2000) Health problems in teenage daily smokers versus nonsmokers, Norway, 1995–7—the Nord-Trondelag health study. American Journal of Epidemiology, 151, 148–155.

Irgens-Jensen, O. (1991) Changes in the use of drugs among Norwegian youth year by year from 1968 to 1989. British Journal of Addiction, 86, 1449–1458.

Johnston, L. D., O’Malley, P. M. & Bachman, J. G. (2000) Monitoring the Future National Survey Results on Drug Use, 1975–99, Vol. I. Secondary School Students. NIH publication no. 00–4802. Bethesda, MD: National Institute on Drug Abuse.

Joosens, L. (1996) Trends in uptake and quitting smoking in Europe. Cardiovascular Risk Factors, 6, 126–120.

Kalton, G. (1983) Introduction to Survey Sampling. Newbury Park,CA: Sage.

Kandel, D. & Yamaguchi, K. (1993) From beer to crack: developmental patterns of drug involvement. American Journal of Public Health, 83, 851–855.

Matsueda, R. L. & Heimer, K. (1987) Race, family structure, and delinquency. American Sociological Review, 52, 826–840.

McLanahan, S. & Sandefur, G. (1994) Growing Up with a Single Parent. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Miller, P. (1997) Family structure, personality, drinking, smoking and illicit drug use: a study of UK teenagers. Drug and Alcohol Dependence, 14, 121–129.

Robinson, K. L., Telljohann, S. K. & Price, J. H. (1999) Predictors of sixth graders engaging in sexual intercourse. Journal of School Health, 69, 369–375.

Sharp, M. J. & Getz, G. J. (1996) Substance use as impression management. Personality and Social Psychology Bulletin, 22, 60–67.

Thomas, M., Walker, A., Wilmot, A. & Bennett, N. (1998) Living in Britain: Results From the 1996 General Household Survey. London: Stationary Office.

WHO (1997) Tobacco or Health: a Global Status Report. Geneva: World Health Organization.

Print Friendly, PDF & Email