Εξάρτηση και μητρότητα

 

Μαρίνα Παπαδή, PhD[1]

Περίληψη

Ο αφηγηματικός λόγος μητέρων, εξαρτημένων από την χρήση τοξικών ουσιών, στην διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας επιτρέπει την ανάδειξη εκείνων των στοιχείων – συνθηκών που συντέλεσαν στην έναρξη της χρήσης αλλά και στην προσωπική απόφαση αυτών των γυναικών να έρθουν σε ρήξη μαζί της, σύμφωνα με τις ιστορίες ζωής που κατέθεσαν μέλη του ειδικού προγράμματος για εξαρτημένες μητέρες και τα παιδιά τους της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω.

Οι εξειδικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις ως προς το φύλο αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα τόσο για την έναρξη της θεραπευτικής διαδικασίας όσο και για την πρόληψη της υποτροπής στην διάρκεια της θεραπείας απεξάρτησης.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι εξαρτημένες από ουσίες γυναίκες ως μια ιδιαίτερη ομάδα στο σύνολο των γυναικών αλλά και στον πληθυσμό των εξαρτημένων έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια ν’ απασχολούν τόσο την διεθνή βιβλιογραφία όσο και τα θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης τα οποία δημιουργούν ειδικά θεραπευτικά πλαίσια για τις εξαρτημένες γυναίκες.

Έτσι αμφισβητείται η άποψη η οποία δηλώνει ότι οι γυναίκες δεν αποτελούν ειδικό πεδίο έρευνας καθώς η κυρίαρχη θέση αναφέρει ότι η κατάχρηση ουσιών είναι μια συμπεριφορά περισσότερο διαδεδομένη στους άντρες παρά στις γυναίκες και η ίδια η εμπειρία της κατάχρησης ουσιών είναι ίδια και στα δύο φύλα(Martin&Martin, 1980).

To 2002 η Brown αναφέρει ότι η ιστορία της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στις γυναίκες είναι μια χρόνια άρνηση, μια απουσία.

Η εμπειρία της εξάρτησης στις γυναίκες δεν δείχνει μια αποκλειστική εικόνα και δεν έχει μια και μοναδική ανάγνωση. Μαζί με την ευχαρίστηση θα δει κανείς την οδύνη, την επιθυμία για την ζωή, την κακή σχέση με το σώμα και το αβίωτο φύλο, τον θάνατο και τις απώλειες τόσο στο ψυχικό όσο και στο σωματικό επίπεδο.

Παράλληλα παρατηρείται ότι η προκατάληψη απέναντι στην εξαρτημένη γυναίκα όπως αυτή διαμορφώνεται από την διαιώνιση των κοινωνικών ρόλων έχει συχνά οδηγήσει στην άρνηση της κατάστασής της και στην μη προσέλευση στο θεραπευτικό πλαίσιο. Η υπό-εκπροσώπηση των γυναικών στα θεραπευτικά πλαίσια είναι γεγονός το οποίο υπογραμμίζει με την σειρά του το μικρό αριθμό ερευνών και μελετών σχετικά με τη θεραπεία και τα αποτελέσματά της στον γυναικείο πληθυσμό των χρηστών.

Απέναντι στον κυρίαρχο βιό – ιατρικό λόγο για την εξάρτηση η αναφορά του λόγου των ίδιων των γυναικών μέσα από την αφήγηση της ιστορίας της ζωής τους, μας φέρνει πιο κοντά στην θέση του Reinarman (2005) η οποία αναφέρει ότι η χρήση και η κατάχρηση ουσιών είναι προϊόντα ενός συγκεκριμένου κάθε φορά κοινωνικού – ιστορικού – πολιτιστικού πλαισίου.

Έτσι ο λόγος γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση της ουσιοεξάρτησης στις γυναίκες που μπορεί να μας δείξει τις απόψεις τους ως υποκείμενα μιας εμπειρίας που ζουν μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Όταν η εξαρτημένη γυναίκα βιώνει παράλληλα και την μητρότητα οι προαναφερόμενες συνθήκες γίνονται εντονότερες λόγω του στίγματος που την συνοδεύει καθώς αμφισβητεί και παραβιάζει τα κυρίαρχα πρότυπα της μητρότητας, διαψεύδει τις κοινωνικές προσδοκίες για τα χαρακτηριστικά του ρόλου της μητέρας (Μάτσα, 2003).

Παράλληλα η συμβολή του φεμινισμού ήταν σημαντική καθώς έδωσε την δυνατότητα για μια διαφορετική κατανόηση και ερμηνεία της πραγματικότητας προστατεύοντας τις γυναίκες γενικότερα από τους μύθους που περιέβαλαν την μητρότητα. Η μητρότητα θεωρείται από το νέο ρεύμα του φεμινισμού (maternal revivalism) ως μια δοκιμασία αλλά και μια δύναμη, μια διαδικασία η οποία έχει θετικές εμπειρίες αλλά και δυσκολίες, οι οποίες γίνονται κατανοητές μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου η μητρότητα εξιδανικεύεται (Gordon, 1990; Mπανάκη, 2004).

Η επιστήμη δε της ψυχολογίας όπως και οι ψυχολόγοι αποτελούν μέρος αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας και δεν είναι παράξενο που έχουν αποτυπώσει και ενσωματώσει τις γενικότερες κοινωνικές κατασκευές για την μητρότητα στον τρόπο με τον οποίο την εκφράζουν και δομούν μέσα από τις ψυχολογικές θεωρίες.

Έτσι πολλές από τις ψυχολογικές έρευνες που έχουν γίνει για την μητρότητα να μην αντανακλούν την πραγματικότητα της ζωής και του βιώματος της μητρότητας σε πολλές γυναίκες όπως γυναίκες εξαρτημένες, γυναίκες με διαφορετική εθνικότητα, εργαζόμενες με αποτέλεσμα να συσχετισθούν με αρνητικές κατασκευές για την μητρότητα (Μπανάκη 2004).

Διαμορφώνοντας κυρίαρχες απόψεις για την ιδανική μητέρα υποστηρίχθηκαν και επίσημες πολιτικές παρεμβάσεις για την νομοθεσία που αφορά στην οικογένεια και την μέριμνα του παιδιού. Η εξαρτημένη μητέρα είτε αναλάβει την ανατροφή του παιδιού της είτε όχι δεν είναι μια ιδανική μητέρα.

Σκοπός της παρούσας εργασίας δεν είναι η διερεύνηση των αιτιών που οδηγούν τις γυναίκες σε μια σχέση εξάρτησης από τις ουσίες όσο η παρουσίαση και ο προβληματισμός γύρω από τις διεργασίες – συνθήκες που συμβαίνουν στο ψυχικό – οικογενειακό – κοινωνικό πλαίσιο της ζωής μιας γυναίκας που εκτός από εξαρτημένη είναι και μητέρα.

Καθώς η γυναικεία εξάρτηση σε συνάρτηση με την μητρότητα είναι ένα πολύπλοκο και σύνθετο πρόβλημα το οποίο καταγράφεται σε παγκόσμια κλίμακα πλέον στην παρούσα εργασία γίνεται μια αναφορά στο προφίλ της εξαρτημένης γυναίκας στην σύγχρονη πραγματικότητα, διερευνώνται στάσεις και συμπεριφορές της εξαρτημένης μητέρας απέναντι στο παιδί της, στα συναισθήματά της σε σχέση με τον ρόλο της, οι συνθήκες της ζωής της ενώ παρατίθεται η μεθοδολογία και τα δεδομένα της εργασίας αυτής η οποία στηρίχθηκε στον αφηγηματικό λόγο των γυναικών αυτών.

Το προφίλ της εξαρτημένης γυναίκας – μητέρας

Η αναφορά στο προφίλ θέτει ένα βασικό ερώτημα. Υπάρχει άραγε ένα ιδιαίτερο προφίλ ή συγκεκριμένη δομή προσωπικότητας για την εξαρτημένη γυναίκα;

Η απάντηση σύμφωνα με την βιβλιογραφία και τα ερευνητικά δεδομένα είναι, όχι. Ωστόσο φαίνεται να υπάρχουν διαφορές με βάση το φύλο στον πληθυσμό των εξαρτημένων οι οποίες τις διαφοροποιούν ως ομάδα (Ζώτου – Κοπακάκη, 2005; Μάτσα, 2001; Naegle, 1988; Reed, 1985).

Διαφορές στην χρήση – προσέλευση στην θεραπεία.

Η χρήση των ουσιών στην βιβλιογραφία φαίνεται να αφορά ως μια δυσλειτουργική συμπεριφορά και ως φαινόμενο κυρίως τον ανδρικό πληθυσμό, καθώς το 70-80% των χρηστών είναι άνδρες (Kandall, 1998).

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το European Monitoring Centre for Drugs and Drug Addiction (2005) σε προγράμματα απεξάρτησης υπογραμμίζουν την αυξημένη σε αριθμό παρουσία των εξαρτημένων ανδρών. Επίσης η αναλογία των ανδρών – γυναικών, η οποία είναι περίπου 3 προς 1 στις εισαγωγές που πραγματοποιούνται σε θεραπευτικές κοινότητες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα του φαινομένου αυτού (DeLeon & Jainchill, 1991).

Επίσης αντιμετωπίζουν σοβαρότερα ψυχολογικά προβλήματα, περισσότερα ιατρικά προβλήματα, έχουν χαμηλότερο εισόδημα, μεγαλύτερη σοβαρότητα εξάρτησης, μεγαλύτερα ποσοστά κακοποίησης, λιγότερες όμως εκκρεμότητες με το νόμο (Lundy, Gottheil, Serota, Weinstein & Sterling, 1995; Marsh & Miller, 1985; McLellanetal., 1992; Rohsenow, Corbett & Devine, 1998; Wallen 1992).

Διαφορές στο επίπεδο της ψυχικής διαταραχής.

Σύμφωνα με την Μάτσα (1997) η εξάρτηση από ουσίες στις γυναίκες συνυπάρχει με κάποια ψυχική διαταραχή (κατάθλιψη που μπορεί να οδηγήσει σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία, κρίσεις πανικού κ.ά.).

Παράλληλα η ψυχική διαταραχή μπορεί να συνυπάρχει και σε άλλα μέλη της οικογένειάς της.

Σύμφωνα με τους Brown et al., 2002; DeLeon & Jainchill, 1982 οι γυναίκες που προσεγγίζουν θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης συχνά αναφέρουν σαν ένα από τους πιο σημαντικούς λόγους τα σοβαρά συναισθηματικά και ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ίδιες (Ζώτου – Κοπακάκη, 2005).

Παρατηρείται επίσης η αναφορά τους σε συμπτώματα φοβίας και συνδρόμου μετά-τραυματικού στρες (VanDamme 1998), καθώς οι συνθήκες ζωής τους όχι μόνο κατά την περίοδο της χρήσης χαρακτηρίζεται από κακοποίηση συναισθηματική και σεξουαλική.

Διαφορές στην επαγγελματική ζωή.

Οι γυναίκες που προσέρχονται στα προγράμματα απεξάρτησης αντιμετωπίζουν σοβαρότερα επαγγελματικά προβλήματα, έχουν υψηλά ποσοστά ανεργίας αν και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο είναι υψηλότερο από εκείνο των ανδρών χρηστών.

Σύμφωνα με την Μάτσα (1997) το 1/3 αυτών είναι άστεγες και το 95% άνεργες.

Ιατρικά προβλήματα.

Οι εξαρτημένες γυναίκες αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο για την μόλυνση από σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, ιδιαίτερα από τον ιό τουAids (Μάτσα 1997) καθώς δεν ζητούν την χρήση προφυλακτικού ακόμα και αν το δέχονται ως μια μέθοδο προστασίας και αντισύλληψης. Έτσι ενισχύεται η εικόνα της εξαρτημένης γυναίκας ως σεξουαλικά διαθέσιμης, χωρίς διακρίσεις την ώρα που χρειάζεται να καταφεύγει στην πορνεία για την εξοικονόμηση χρημάτων.

Οι βιολογικές διαφορές των φύλων φαίνεται να συσχετίζονται με τις συνέπειες της χρήσης καθώς οι γυναίκες ιδιαίτερα αυτές που καταναλώνουν αλκοόλ επιβαρύνονται περισσότερο και να παρουσιάσουν κίρρωση του ήπατος (Lex 1991; Ζώτου – Κοπακάκη 2005).

Έναρξη της χρήσης και το πλαίσιο των σχέσεων.

Η γυναικεία εξάρτηση είναι στενά συνδεδεμένη με την έναρξη ετερόφυλων σχέσεων τόσο των συντροφικών όσο και των ερωτικών (Παπαθανασίου2009).

Ευρήματα από έρευνα (Moe, 2006) δηλώνουν ότι οι γυναίκες μπορούν να μυηθούν στην χρήση ουσιών εκτός από τους συντρόφους τους και από μέλη της οικογένειάς τους.

Οι Bryan & Treloar (2007) βρήκαν ότι οι άνδρες σύντροφοι των γυναικών χρηστριών τις διευκόλυναν ως προς την έναρξη της χρήσης ουσιών με πρακτικές όπως την προμήθεια ουσιών, σύριγγας κ.ά.

Επίσης επισήμαναν ότι οι γυναίκες ξεκίνησαν την χρήση σε γυναικείες ομάδες γεγονός που δηλώνει μια ενεργητική συμμετοχή των γυναικών στην εμπειρία της χρήσης.

Η βιβλιογραφία δείχνει επίσης ότι οι γυναίκες αρχίζουν την χρήση μετά από παρότρυνση του συντρόφου τους ή σχετίζονται με χρήστες οι οποίοι τις προμηθεύουν ενώ φαίνεται να συνεχίζουν λόγω της χρήσης του άνδρα συντρόφου τους (Moe, 2006; Westermeyer & Boedicker, 2000; Νικολάου, 2001).

Η Cοvington (2002) και η Sun (2007) αναφέρουν ότι οι ερωτικές σχέσεις των γυναικών χρηστριών αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την θεραπεία των γυναικών και συνηγορούν στην κατάχρηση και εξάρτηση των γυναικών με τους εξής τρόπους:

  1. Οι γυναίκες φαίνεται να μπαίνουν στην χρήση μετά από παρότρυνση του συντρόφου.
  2. Οι άνδρες αποτελούν τους κύριους προμηθευτές των ουσιών στις γυναίκες από την εγκαθίδρυση της εξάρτησης.
  3. Οι γυναίκες περιγράφουν την απογοήτευση που αισθάνονται από άνδρες, από την παραμέληση του παιδιού τους και τις καταδίκες.
  4. Πολλές είναι θύματα κακοποίησης από άνδρες.
  5. Οι γυναίκες ενισχύονται λιγότερο από τους συντρόφους για να ενταχθούν σε πρόγραμμα απεξάρτησης σε σύγκριση με τους άνδρες.

Ο παράγοντας ηλικία έναρξης της χρήσης παρουσιάζει αντικρουόμενα δεδομένα.

Για τους Amaro & Hardy – Fanta (1995) οι γυναίκες ξεκινούν την χρήση σε πιο προχωρημένη ηλικία από αυτή των ανδρών, γεγονός που δεν επιβεβαιώνεται από

Τους Westrmeyer & Boedicker (2000) οι οποίοι δεν βρήκαν κάποια σημαντική διαφορά στις έρευνες τους και από το ΚΕΘΕΑ(2002) που μιλά για έναρξη της χρήσης σε μικρότερη ηλικία.

Τέλος οι γυναίκες φαίνεται να παραμένουν μικρότερο χρονικό διάστημα στην χρήση και ασχολούνται με τα οικιακά (Hernandez – Avila, Rounsaville & Kranzler, 2004 b).

Διαφορές ως προς την παραβατικότητα.

Τα ερευνητικά δεδομένα φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι οι γυναίκες εμπλέκονται λιγότερο συχνά σε ποινικές και εγκληματικές δραστηριότητες (Παπαθανασίου 2009).

Στην Ελλάδα το ποσοστό των γυναικών που καταδικάζονται είναι μικρότερο των ανδρών (30 : 1) σύμφωνα με το ΕΠΙΨΥ 1999.

Οι Ζώτου – Κοπακάκη (2005) μιλούν για διαφοροποίηση του φύλου ως προς το είδος των αδικημάτων με εκείνα των γυναικών να αφορούν στην πορνεία.

Για τις γυναίκες η χρήση ουσιών φαίνεται να δημιουργεί αντανακλαστικά τιμωρίας παρά θεραπείας (Velasquez & Stotts, 2003) καθώς στην Αμερική τα παιδιά απομακρύνονται από το σπίτι αν η μητέρα κάνει χρήση ουσιών σε σχέση με την χρήση του πατέρα (Charkin, Paone, Friedman, Wilets, 1993).

Έτσι οι γυναίκες δεν θα αναζητήσουν την θεραπεία καθώς θα ενδοβάλλουν την κοινωνική αντίληψη που τις θέλει ανίκανες μητέρες κα η εξάρτηση θα αποκτήσει ισχυρότερη κοινωνική σημασία από την μητρότητα.

Εγκυμοσύνη και μητρότητα.

Η εγκυμοσύνη παράλληλα με την εξάρτηση γίνεται πλέον ένα σημαντικό θέμα καθώς συνδέεται με μια σειρά προβλημάτων υγείας και επιπλοκών όπως πρόωρος τοκετός, εξωμήτριος κύηση, γέννηση νεκρού εμβρύου, ενδομήτριος θάνατος από στερητικό σύνδρομο, χαμηλός ρυθμός απόκτησης βάρους στο βρέφος, αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, υπέρταση, μετάδοση HIV, ηπατίτιδα C, B, προεκλαμψία κ.ά. (Gerada, 1995; Fraser 1976; αναφέρονται στο Παπαθανασίου 2009).

Οι εξαρτημένες μητέρες αντιμετωπίζουν προβλήματα από την ελλιπή ιατρική φροντίδα καθώς ανακαλύπτουν την εγκυμοσύνη συνήθως μετά την ολοκλήρωση του πρώτου τριμήνου, γεγονός που δεν επιτρέπει την διακοπή της ακόμη και αν δεν θέλουν το παιδί. Γίνεται αντιληπτό ότι το παιδί θα είναι ένα παιδί που θα βιωθεί χωρίς επιθυμία, χωρίς την φαντασίωση που ενισχύει το δεσμό μητέρας παιδιού.

Είναι ένα παιδί χωρίς προϊστορία (Κερασιώτη, Μπιζά, Πολυχρονοπούλου, Σφήκα 2011).

Τέτοια ευρήματα, τα οποία είναι πραγματικότητα, χρησιμοποιούνται ως δείκτες της ανικανότητας της μητέρας που κάνει χρήση στο γονικό της ρόλο και στις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας των παιδιών της (Αbbot, 1995).

Η Βabcock (2008) επισημαίνει ότι η επικέντρωση της μελέτης στα προβλήματα υγείας των παιδιών ενοχοποιεί τις μητέρες μέσα από την αναπαραγωγή εκείνων των κοινωνικών στερεοτύπων για τις εξαρτημένες μητέρες και αποσιωπούν την συμμετοχή των ανδρών σε αυτά (αναφέρεται στο Παπαθανασίου 2009).

Παράλληλα αναφέρεται ότι ένα ποσοστό 40 – 50 % των εξαρτημένων μητέρων θα αναλάβουν την φροντίδα των παιδιών τους (Σφηκάκη 2012) χωρίς την συμμετοχή των συντρόφων τους καθώς και οι ίδιοι τις περισσότερες φορές είναι εξαρτημένοι. Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη μονογονεϊκή οικογένεια ακόμη και αν το παιδί έχει αναγνωρισθεί και από τους δύο γονείς.

Κακοποίηση και βία στην ζωή της εξαρτημένης γυναίκας – μητέρας.

Οι εξαρτημένες γυναίκες για την Moe (2006) κακοποιούνται σωματικά, σεξουαλικά και ψυχικά από τους άνδρες συντρόφους τους.

Το 74% γυναικών που παρακολούθησαν πρόγραμμα απεξάρτησης από αλκοόλ και ψυχοτρόπες ουσίες αναφέρει σεξουαλική κακοποίηση (Jarvis&Copeland, 1997) ενώ παρόμοια δεδομένα από την Αγγλία αναφέρουν κακοποίηση σε ποσοστό 50-90% (ΜcKeganey, Neale&Robertson 2005).

Οι McHugoetal (2005) στην ερευνά τους βρίσκουν ότι το 85% των γυναικών με εξάρτηση και ψυχικά προβλήματα είχαν κακοποιηθεί στην ενήλικη ζωή τους και ένα ποσοστό 60% ανέφεραν σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική τους ηλικία (αναφέρεται στο Παπαθανασίου, 2009).

Έτσι η χρήση μπορεί να αποτελεί ένα τρόπο διαχείρισης και ανακούφισης από το τραύμα της κακοποίησης.

Η κακοποίηση σε όλες τις μορφές της μπορεί να επηρεάσει την αύξηση της χρήσης όσο και την θεραπεία καθώς μπορεί να εμποδίσει την συμμετοχή της εξαρτημένης γυναίκας στο θεραπευτικό πλαίσιο την στιγμή που ίδια έχει ειδικές ανάγκες όπως έχουν περιγραφεί παραπάνω και υψηλό κίνδυνο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Τέλος η Galvani (2006) αναφέρει επίσης ότι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που εργάζονται σε δομές απεξάρτησης και δεν γνωρίζουν την σύνδεση της χρήσης με την κακοποίηση δεν αξιολογούν την επίδρασή της στην θεραπεία των γυναικών θέτουν σε δοκιμασία την συνολική θεραπεία και υγεία των γυναικών αυτών και των παιδιών του (Παπαθανασίου 2009).

Το στίγμα της εξαρτημένης γυναίκας – μητέρας.

Ερευνητικά δεδομένα της SAMHSA (2007) στις ΗΠΑ, δείχνουν ότι το 28,9% των γυναικών που έκαναν χρήση ενώ αναγνώριζαν ότι είχαν ανάγκη για θεραπεία και ειδικό πρόγραμμα απεξάρτησης δεν παρακολούθησαν λόγω του στίγματος. Εδώ το στίγμα συμπεριλαμβάνει αντιλήψεις όπως οι άλλοι μπορούν να σχηματίσουν αρνητική εικόνα για μένα, η θεραπεία ίσως επηρεάσει αρνητικά την δουλειά μου, δεν θέλω να μάθουν οι άλλοι για μένα, φοβάμαι, αισθάνομαι ντροπή, μπορεί να έχω μπλεξίματα με την αστυνομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες

(αναφέρεται στο Παπαθανασίου 2009).

Τα συναισθήματα ενοχής και ντροπής εκφράζουν την εικόνα της αποτυχημένης γυναίκας και μητέρας την οποία κουβαλά και αναπαράγει παρόλο που την κάνει στόχο (Ο Connoretal 2002; VanDamme, 1998).

To στίγμα με την έννοια της έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας είναι ισχυρός ψυχολογικός παράγοντας που διαφοροποιεί την κατάχρηση ανδρών και γυναικών (Covington, 2002; Παπαθανασίου 2009).

Η γυναίκα τοξικομανής – μητέρα είναι διπλά καταπιεσμένη, διπλά στιγματισμένη αναφέρει η Μάτσα (2001) και συνεχίζει ….η κοινωνία την θεωρεί μίασμα, πηγή κοινωνικών δεινών…ανάξια για το ρόλο της μητέρας.

Παράλληλα η εξάρτηση στις γυναίκες βοηθά την αντίληψη για την σεξουαλική της διαθεσιμότητα, χωρίς θέληση, χωρίς όρια. Η σύνδεση με την πορνεία είναι δεδομένη και αντιμετωπίζεται κυρίως ως ηθικό ζήτημα (Velasquez et al; Stotts, 2003; αναφέρεται στο Παπαθανασίου 2009).

Εξάρτηση και μητρότητα. Η συνάντηση με το θεραπευτικό πλαίσιο

Όπως έγινε κατανοητό από την παρουσίαση των χαρακτηριστικών που ομαδοποιούν τις εξαρτημένες γυναίκες σε προηγούμενο κεφάλαιο οι εξαρτημένες μητέρες συναντούν τις ουσίες και οδηγούνται στην χρήση, κατάχρηση και εξάρτηση σε κάποια σημαντικά κρίσιμη στιγμή της ζωής τους ακριβώς γιατί προϋπάρχει της συνάντησης αυτής το σύνολο ή ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών που επέδρασαν καταλυτικά στην πορεία της ζωής της.

Προϋπάρχει μια ελλειμματικά δομημένη και ευάλωτη προσωπικότητα, η σοβαρή δυσλειτουργία του οικογενειακού συστήματος με την ανεπάρκεια των γονεϊκών ρόλων, τις στερήσεις και τις εμπειρίες έντονης ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης (Παπαδή, 2008).

Για την Μάτσα (2001) η εξαρτημένη γυναίκα έχει βιώσει συσσωρευμένα τραύματα και χαρακτηρίζεται από σοβαρότατα ναρκισσιστικά ελλείμματα, ενώ από πλευράς ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης, οι γυναίκες αυτές εκφράζουν προβληματικές της εφηβείας γύρω από θέματα προσωπικής, επαγγελματικής, κοινωνικής και σεξουαλικής ταυτότητας (Καλατζή, Κουλός, Μικελοπούλου 2011).

Όλα αυτά θα γίνουν περισσότερο πολύπλοκα και θα επηρεασθεί η δυναμική τους σε αυτή την γυναίκα με την συνήθως απροσδόκητη παρουσία ενός παιδιού στην ζωή της η οποία θα δημιουργήσει μια σειρά έντονων πολλές φορές και συγκρουόμενων συναισθημάτων.

Το αρχικό σοκ λέει η Κερασιώτη κ.ά.(2011) το διαδέχεται μια εσωτερική πάλη για πώς θα πρέπει να νιώθει. Ενοχές για την εγκυμοσύνη, θυμός που το μωρό είναι αποτέλεσμα ερωτικής συνεύρεσης σε περίοδο χρήσης και που τις περισσότερες φορές έχει ένα απόντα επίσης χρήστη πατέρα, άγχος και φόβο για το πώς θα αναλάβει το μητρικό της ρόλο.

Mε την μητρότητα, δυο ανθρώπινα πλάσματα, βρίσκονται σε φάση εξάρτησης. Το παιδί της από εκείνη και εκείνη από την χρήση των ουσιών γεγονός που την μετατρέπει σε μια μητέρα που δεν είναι συναισθηματικά και σωματικά διαθέσιμη για το παιδί της.

Έτσι η μητρότητα θα γίνει το κεντρικό θέμα της ταυτότητάς της ακόμα και αν αυτή η εγκυμοσύνη δεν είναι επιθυμητή και προγραμματισμένη (Κερασιώτη, Μπιζά, Πολυχρονοπούλου, Σφήκα, 2011).

Η εγκυμοσύνη στην εξαρτημένη γυναίκα πολύ περισσότερο η γέννηση του βρέφους θα κάνει αισθητή στην ίδια την σοβαρή δυσκολία της στην σύναψη δεσμού με το παιδί της.

Σοβαρά επώδυνα βιώματα, προηγούμενες εγκυμοσύνες που οδηγήθηκαν στην έκτρωση, το συναίσθημα της απώλειας, του αβίωτου πένθους, η επανάληψη της σχέσης με την δική της μητέρα άρα και η εικόνα της ως παιδί θα επηρεάσουν με την έντονη παρουσία τους συνειδητά ή ασυνείδητα την σχέση της με τις ουσίες, θα ενισχύσουν την ανασφάλειά της ως προς τον γονεϊκό της ρόλο και την επεξεργασία συναισθηματική και φαντασιωτική της εικόνα του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί.

Γίνεται έτσι ένα πρόσωπο τραγικό που καλείται να μεταδώσει αυτό που η ίδια δεν έχει κατακτήσει (Καλατζή, Κουλός, Μικελοπούλου, 1011) και αυτό που τελικά μεταδίδεται είναι το περιεχόμενο ενός χώρου κενού γεγονός που την καθιστά δέσμια μέσα από την χρήση σε μια κατάσταση μόνιμης παιδικότητας.

Απούσα ως μητέρα μοιράζεται με το παιδί της την ίδια ανάγκη, της ύπαρξης του σημαντικού Άλλου.

Για την εξαρτημένη μητέρα την θέση του σημαντικού Άλλου έχει καταλάβει η ουσία και ο συμβολισμός της.

Η εξαρτημένη μητέρα φαίνεται να επαναλαμβάνει την δική της σχέση με την μητέρα της δίνοντας στο παιδί τους την ευκαιρία να μπει σε μια θέση μεταβατικού αντικειμένου όπως υπήρξαν και οι ίδιες για τις μητέρες τους.

Λέει χαρακτηριστικά η Joyce McDougall (2000) προσπαθώντας να προσεγγίσουν με θεωρητικά την λύση της εξάρτησης αντιλαμβανόμαστε ότι οι σχέσεις παιδιού με το πρώτο αντικείμενο (μητέρα) παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο σχήμα αυτής της ψυχικής λειτουργίας.

Επίσης αναφέρει ότι προσπαθώντας να συνοψίσει τις μητρικές αναπαραστάσεις των ασθενών της που υπέφεραν από εξαρτημένες επιθυμίες, παρατήρησε ότι αποδίδουν δυο αντίθετα χαρακτηριστικά στην εσωτερική μητέρα: αφενός την περιγράφουν σαν κάποιον που αρνείται και την παραμικρή σωματική επαφή (πράγμα που μπορεί να ερμηνευθεί ως τρόμος της μητέρας μην τυχόν καταβροχθιστεί, απορροφηθεί ή αδειάσει από το μωρό της) και αφετέρου, τα παιδιά την αντιλαμβάνονται ως υπερπροστατευτική και εξαρτημένη από αυτά. Επιπλέον οι μητέρες αυτές παρουσιάζονται σαν να νοιάζονται πολύ για τον φυσικό πόνο των παιδιών τους, ενώ είναι ανίκανες να αντιληφθούν και να καταλάβουν τον ψυχικό τους πόνο.

Η αλλαγή και η βελτίωση της σχέσης της εξαρτημένης μητέρας με τον εαυτό της η οποία αντανακλά στην επεξεργασία των αναπαραστάσεων της δικής της σχέσης με την μητέρα της και στην διαθεσιμότητά της στον δεσμό με το παιδί της δεν είναι δυνατή χωρίς την ύπαρξη και ενός θεραπευτικού πλαισίου που θα λειτουργήσει ως ένας μεταβατικός χώρος κατά τον Winnicott ο οποίος θα συγκρατήσει και θα μεταβολίσει αυτό το πολύ σημαντικό υλικό.

Ειδικές θεραπευτικές δομές για εξαρτημένες μητέρες στο πλαίσιο των οποίων μπορούν να έχουν και τα παιδιά τους, τους επιτρέπουν μέσα από την θεραπευτική σχέση να λειτουργήσουν με επάρκεια στο μητρικό τους ρόλο και να αναπτύξουν τον συναισθηματικό δεσμό με τα παιδιά τους (Κερασιώτη, Μπιζά, Πολυχρονοπούλου, Σφήκα, 2011).

Έτσι η θεραπευόμενη μητέρα θα μπορέσει να βιώσει την νέα εμπειρία της θεραπείας ως ένα συνολικό, ενιαίο βίωμα το οποίο θα λειτουργήσει επανορθωτικά και θα την οδηγήσει στην ανάδειξη ενός ισχυρού Εγώ, ικανού να βιώνει ικανοποίηση μακριά από την εξάρτηση, να λειτουργεί ως κοινωνικό Υποκείμενο (Καλατζή, Κουλός, Μικελοπούλου).

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Η χρήση, κατάχρηση και εξάρτηση των γυναικών από τοξικές ουσίες έγινε αντικείμενο ερευνητικής μελέτης και θεραπευτικής πρακτικής τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

Αρχικά τα πρώτα χρόνια η επιστημονική μελέτη για την εξάρτηση παρουσιαζόταν ως μια καθαρά ανδρική υπόθεση. Αργότερα εστιάστηκε στις διαφορές των φύλων και μόλις την τελευταία δεκαετία άρχισε να αναφέρεται ξεχωριστά στις γυναίκες ως μια αυτόνομη κοινωνική ομάδα.

Στο επίπεδο της θεραπευτικής προσέγγισης για τις εξαρτημένες γυναίκες και μητέρες θεσπίσθηκαν το 1997, 2000, 2006 (ΕΚΤΕΠΝ 1998, 2006; ΚΕΘΕΑ; 18ΑΝΩ; αναφέρεται στο Παπαθανασίου 2009).

Το 1997 δημιουργείται στην Ελλάδα το πρώτο Ειδικό Πρόγραμμα για Εξαρτημένες Γυναίκες της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω του ΨΝΑ.

Στην λειτουργία του τα πρώτα χρόνια λίγες γυναίκες ξεκίνησαν θεραπεία (Μάτσα 1998), 6 άτομα το 1995, 4 άτομα το 1996 ενώ τα ίδια έτη στο Συμβουλευτικό Σταθμό 79 άτομα το 1995 και 63 το 1996.

Τον Ιανουάριο του 2000 το ΚΕΘΕΑ θα ξεκινήσει το δικό του πρόγραμμα εξαρτημένων μητέρων στην ΙΘΑΚΗ.

Το 2003 θα δημιουργηθεί από το 18 Άνω ο Συμβουλευτικός Σταθμός για εξαρτημένες μητέρες και γυναίκες με ειδικό χώρο για την θεραπεία των παιδιών.

Τέλος το Μάιο του 2006 δημιουργείται επίσης από την Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω το ειδικό πρόγραμμα κλειστής διαμονής για τις εξαρτημένες μητέρες και τα παιδιά τους δίνοντας έμφαση τόσο στο θέμα της εξάρτησης όσο και στο γονεϊκό δεσμό μητέρας παιδιού.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Ποιοτική Μελέτη

Η Measham (2002) και η Ettorne (2004) ισχυρίζονται ότι το φύλο είναι ζωτικής σημασίας στην κατανόηση της χρήσης ουσιών τον 21ο αιώνα, ενώ οι έμφυλες ταυτότητες στις κουλτούρες των ναρκωτικών δεν επιτελούνται μέσω των δύο πόλων του τι είναι αντρικό και γυναικείο, αλλά από τους κοινούς τόπους όπου οι άνδρες και οι γυναίκες εκπληρώνουν τις παραδοσιακές και μη ταυτότητες με την χρήση ουσιών, τις στάσεις και τη συμπεριφορές των ατόμων, τις κουλτούρες των ναρκωτικών μέσα στις οποίες καταλαμβάνουν μία θέση και τις πολυπλοκότητες των διαφόρων ρόλων του φύλου τους που οι γυναίκες χρήστριες εκπληρώνουν όπως οι μητέρες (Παπαθανασίου 2009).

Όπως προαναφέρθηκε η εμπειρία των γυναικών με την εξάρτηση έχει μελετηθεί κυρίως μέσα από την οπτική των διαφορών των δύο φύλων ή την επιδημιολογία.

Παράλληλα στο ευρύτερο γυναικείο πληθυσμό οι μελέτες για την μητρότητα αγνόησαν την σημασία της εμπειρίας της ίδιας της γυναίκας που γίνεται μητέρα και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η ίδια τον εαυτό της μέσα στην μητρότητα.

Καταγράφεται λοιπόν ένα έλλειμμα σχετικά με τον λόγο των ίδιων των γυναικών και ειδικότερα πως αυτές αφηγούνται και νοηματοδοτούν την πορεία στην χρήση και τον μητρικό τους ρόλο μέσα σε αυτή την πορεία.

Με βάση τα παραπάνω δημιουργήθηκε η ανάγκη σχεδιασμού μιας μελέτης που θα έδινε έμφαση στην υποκειμενικότητα του βιώματος της μητρότητας μέσα από τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται το σύνολο της ύπαρξής της στην πορεία μέσα στην εξάρτηση από τις ουσίες αλλά και στην θεραπεία της.

Καταλληλότερη θεωρήθηκε η ποιοτική μελέτη η οποία όπως και η θεραπεία τους θα τις αναγνώριζε ως υποκείμενα των εμπειριών τους.

Για τον Smith (1994 a) η καταλληλότερη ποιοτική μέθοδος για την ανάπτυξη των γυναικείων θεμάτων είναι η αφήγηση η οποία προσπαθεί να μεταφέρει αυτούσια την σημασία που αποδίδουν οι ίδιες οι γυναίκες μέσα από τις αυτοβιογραφίες τους με τις ουσίες.

Μέθοδος συλλογής υλικού και ανάλυσής του

Η αφήγηση ζωής είναι ένα ξεχωριστό είδος ιστορίας όπου το άτομο συνθέτει διαφορετικά κομμάτια του εαυτού του σε ένα όλο που να έχει σημασία τόσο για το ίδιο όσο και για τους άλλους. Ως αφήγηση έχει αρχή, μέση και τέλος, όπου αναπαρίσταται ο τρόπος με τον οποίο το άτομο δομεί αφηγηματικά τις εμπειρίες του (Μc Adams, 1990).

Η αφήγηση της ζωής στην παρούσα μελέτη δεν στηρίχθηκε στην συνέντευξη αλλά στις βιογραφίες εξαρτημένων μητέρων που συμμετείχαν σε θεραπευτικό πρόγραμμά απεξάρτησης και τις έγραψαν έχοντας ενημερωθεί για τους στόχους αυτής της μελέτης και με την δέσμευση της ερευνήτριας για την εξασφάλιση της ανωνυμίας τους και της προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων.

Οι βιογραφίες κρίθηκαν ως καταλληλότερη επιλογή καθώς ήταν διαθέσιμες οι ίδιες περισσότερο σε αυτό παρά να συμμετέχουν σε μια συνέντευξη με ένα άτομο που δεν θα ήταν ο θεραπευτής τους και θα χρειαζόταν να μιλήσουν τόσο προσωπικά.

Επίσης σημαντικός παράγοντας για την επιλογή των βιογραφιών τους ήταν ο χρόνος που δεν διέθεταν καθώς συμμετείχαν σε μια σειρά από θεραπευτικές δραστηριότητες στην διάρκεια της ημέρας. Έτσι οι βιογραφίες γράφτηκαν από τις ίδιες στον χρόνο που εκείνες ήταν διαθέσιμες να το κάνουν.

Το υλικό αποτελούν οι βιογραφίες 4 εξαρτημένων μητέρων που παρακολουθούν την φάση της κοινωνικής επανένταξης του ειδικού προγράμματος εξαρτημένων μητέρων και των παιδιών τους της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Άνω.

Και οι 4 μητέρες επιλέχθηκαν μετά από συζήτηση με τους ατομικούς θεραπευτές τους για το αν ήταν η κατάλληλη στιγμή για τα θέματα που επεξεργάζονταν στην ψυχοθεραπεία τους να τους ζητηθεί να γράψουν τη βιογραφία τους καθώς η βιογραφία ως μέθοδος συλλογής υλικού δεν χρησιμοποιείται στο συγκεκριμένο θεραπευτικό πλαίσιο.

Οι βιογραφίες συλλέχθηκαν σε χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας από την στιγμή που ενημερώθηκαν για την μελέτη.

Οι βιογραφίες τους καταγράφηκαν και στην συνέχεια επιλέχθηκαν οι βασικοί θεματικοί άξονες, εκτός της μητρότητας, οι οποίοι κυριαρχούσαν στις αφηγήσεις τους και οι οποίοι παρουσιάζονται σε αυτή την μελέτη.

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την ανάλυση ήταν η εξής:

  1. Προσεκτική ανάγνωση του κειμένου πολλές φορές ώστε να αναδυθεί μια συγκεκριμένη μορφή για το που εστιάζει το κείμενο. Έτσι τα σημαντικά στοιχεία της ιστορίας προέκυψαν με βάση την συνολική ιστορία και όχι το προσωπικό ενδιαφέρον και την ψυχοθεραπευτική εμπειρία της ερευνήτριας ως εργαζόμενης σε πλαίσιο απεξάρτησης.
  2. Καταγραφή της αρχικής και γενικής εντύπωσης της κάθε βιογραφίας.
  3. Καταγραφή των βασικών θεματικών που προέκυψαν ως κοινά στοιχεία στις βιογραφίες τους.
  4. Παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων των αφηγήσεων, με σκοπό την διασφάλιση αλλά και την ανάδειξη της υποκειμενικότητας των εξαρτημένων μητέρων και την δυνατότητα πιθανών εναλλακτικών ερμηνειών από άλλους ερευνητές ή ενδιαφερόμενους για τέτοια μελέτη.

Αν και βασικός στόχος της μελέτης ήταν να δοθεί έμφαση στο λόγο και την εμπειρία που περιγράφει για τις εξαρτημένες μητέρες οι ερμηνείες δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθούν. Οι Kidder & Fine (1997) ορίζουν τις ερμηνείες που προκύπτουν από την αφήγηση ως καλειδοσκοπικές (αναφέρεται στο Μπανάκη 2004) καθώς μπορούν να αλλάζουν και να οδηγήσουν σε διαφορετικές οπτικές.

ΒΑΣΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Η παιδική ηλικία

Μερικά στοιχεία από τα πιο σημαντικά που αποκτούν αξία και ένα ιδιαίτερο ρόλο στο ατομικό ιστορικό της παιδικής ηλικίας αυτών των γυναικών είναι τραυματικά γεγονότα όπως απώλειες αγαπημένων προσώπων

Όταν ήμουν 8 χρονών έχασα τον πατέρα μου, για μένα ήταν μεγάλος πόνος αυτό όπως και όταν έχασα την γιαγιά μου.

Συναισθήματα μοναξιάς που δεν επιτρέπουν την επεξεργασία των τραυμάτων

Έμεινα τελείως μόνη μου γιατί ούτε τ’αδέρφια μου ούτε η μητέρα μου ήταν κοντά μου.

Μυστικά που προκαλούν ένα σοκ συναισθηματικό, μια ρήξη δυνατή στην σχέση με την μητέρα. Αυτή η διάσταση προκαλεί μια στιγμιαία απώλεια του είναι.

Δεν θα ξεχάσω τον χαρακτηρισμό που άκουσα. Υιοθετημένο μπάσταρδο και την υποψία ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική γυναίκα που με γέννησε. Νόμισα ότι χάθηκα όταν μου το επιβεβαίωσε.

Ο γονεϊκός ρόλος των παππούδων και των γιαγιάδων που τους επιτρέπει να έχουν μια την ανάμνηση της ηρεμίας και της ευτυχίας σαν χαρακτηριστικά της σχέσης με τον εαυτό τους. Να θυμούνται ότι μπόρεσαν στην ζωή τους να νιώσουν και αγάπη για τον Άλλο και για τον εαυτό τους.

Όταν ζούσα στο σπίτι της γιαγιάς μου ήμουν ένα ευτυχισμένο παιδάκι. Η γιαγιά μου κάθε καλοκαίρι έπαιρνε εμένα και τον αδερφό μου και πηγαίναμε διακοπές σε διάφορα σημεία της Ελλάδας.

Τα πρώτα μου χρόνια τα μεγάλωσα με την γιαγιά μου και τον παππού μου. Δεν ήταν πραγματικός παππούς αλλά εγώ τον θεωρούσα.

Τις περισσότερες φορές ζήταγα από την μάνα μου να με πάει στην γιαγιά μου. Την γιαγιά μου την φώναζα μαμά για αρκετά χρόνια. Την αγαπούσα πολύ και υπάρχουν στιγμές που μου λείπει ακόμα πολύ έντονα.

Ωστόσο στην βιβλιογραφία για την μελέτης της παιδικής ηλικίας του τοξικομανή, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι υπάρχουν αναμνήσεις μιας ήρεμης και παιδικής ηλικίας αν και μπορεί να βιώσουν στην πορεία της ζωής τους μεγάλους κινδύνους κατά περιόδους ή σε σημαντικές εξελικτικές φάσεις της ζωής τους.

Μέχρι τότε η ζωή μου κυλούσε ήρεμα και πάντα ένιωθα να παίρνω ικανοποίηση από οτιδήποτε έκανα και κατάφερνα για μένα.

Μόνο τα μαθητικά μου χρόνια ήταν καλά στην ζωή μου. Μόνο αυτά θέλω να θυμάμαι.

Η πορεία του παιδιού που θα γίνει μια εξαρτημένη γυναίκα και μητέρα είναι αντιφατική. Φαίνεται ενσωματωμένη στην οικογένεια και δεν είναι. Είναι κάποια μοναδική και ξεχωριστή και δεν είναι. Παίζει και δεν παίζει. Συναντά τον παράδεισο και μετά την πτώση.

Καταργεί τον χρόνο και ο χρόνος που έζησε είναι αρκετά σκληρός.

Το πέρασμα στην εφηβεία.

Στην βιβλιογραφία η συνάντηση με την ουσία συμπίπτει με την εφηβεία, το τέλος της παιδικής ηλικίας και η πορεία προς την ενήλικη ζωή και σεξουαλικότητα.

Εάν σε αυτή την φάση οι συγκρούσεις τόσο οι εσωτερικές σε ψυχικό επίπεδο όσο και αυτές με τα γονεϊκά πρότυπα που δεν θα της επιτρέψουν να ταυτιστεί με σημαντικά πρόσωπα στην ζωή της τότε το σώμα της και το πέρασμα στην πράξη θα είναι μια σημαντική διέξοδο και εκτόνωση.

Τα εφηβικά μου χρόνια ήταν σκληρά, βίαια και πολύ ξύλο. Το μόνο που σκεφτόμουν- ήταν ότι ήθελα να φύγω από το σπίτι. Ποτέ δεν είχα νιώσει μια ζεστή αγκαλιά, ένα χάδι, ποτέ δεν έχω ακούσει από τα χείλη των γονιών μου την λέξη σ’αγαπώ.

Η ουσία και η χρήση θα καλύψει την αίσθηση αδυναμίας και θα της επιτρέψει να νιώσει μια αίσθηση παντοδυναμίας στην επικοινωνία της με τον εαυτό της και τους άλλους. Θα υιοθετήσει ένα μητρικό ρόλο αυτό που δεν πήρε και δεν της έδωσε η μητέρα της.

Στην εφηβεία μου είχα μπλέξει με παρέες και έβγαινα συνέχεια έξω πάντα με δικά μου λεφτά. Όταν έφτασα στα 16 ήρθε στην ζωή μου η ουσία αρχικά το αλκοόλ για να φτιάξω κεφάλι και μετά η ηρωίνη.

Μέχρι τα 18 έζησα με τους γονείς μου και σπούδασα σε επαγγελματική σχολή ενώ παράλληλα δούλευα μέχρι αργά το βράδυ για να μην τους είμαι βάρος. Όλα φαίνονταν καλά και τέλεια για εκείνους και δεν ήξεραν ότι ένα συγγενικό πρόσωπο με είχε βιάσει. ‘Ήμουν πολύ δυνατή και εκείνοι, ιδίως η μητέρα μου πολύ στενάχωρη. Θα την σκότωνε η αλήθεια.

Πολλοί έφηβοι και έφηβες δοκιμάζουν ουσίες καθημερινά αλλά δεν θα καταλήξουν όλοι στην εξάρτηση. Αυτό που φαίνεται να έχει μια καθοριστική σημασία έχει να κάνει με την καθήλωση στην φάση της παιδικής ηλικίας στο στάδιο του θρυμματισμένου καθρέφτη κατά τον Claude Olevenstein. Ένα στάδιο εύθραυστου και θρυμματισμένου ναρκισσισμού, στην διαρκή αναζήτηση μιας ταυτότητας, που δεν σχηματίσθηκε στην βρεφική ηλικία (6-18 μηνών), στο στάδιο του καθρέφτη, κατά τον Lacan.

 Η δυναμική της οικογένειας

Ο ρόλος της οικογένειας έχει καταγραφεί και αναλυθεί στην προβληματική της εξάρτησης.

Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη δομή οικογένειας στην εξάρτηση μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στην οικογένεια της εξαρτημένης μητέρας χαρακτηριστικά και δυναμικά, τρόπους επικοινωνίας και συμπεριφορές που ενοχοποιούνται ως δυσλειτουργικές γονικές πρακτικές.

Η χρήση αναφέρεται σαν μια συνηθισμένη εικόνα καθώς η μύηση ξεκινά μέσα από την οικογένεια, από τους γονείς αλλά και από άλλα μέλη όπως αδέρφια ή μέλη της ευρύτερης οικογένειας θείοι κλπ

Όταν η κόρη μου ήταν 10 μηνών ξεκίνησα την χρήση ηρωίνης και κοκαΐνης μαζί με την αδερφή μου. Ήταν δύσκολο να σταματήσω.

Η θεία μου, μικρότερη αδερφή της μητέρας μου ήταν πολλά χρόνια στην χρήση. Όταν μέναμε στην πόλη ερχόταν συχνά στο σπίτι μας και στο μυαλό μου έχουν καταγραφεί πολλές άσχημες εικόνες από την χρήση. Από πολύ μικρή την χρήση την είχα πολύ οικεία μέσα στο σπίτι, διότι και ο πατέρας μου έκανε χρήση μαριχουάνα. Βλέποντας την θεία μου της ζήτησα και εγώ. Στην αρχή ήταν αρνητική αλλά όχι για πολύ ώρα. Μετά από λίγο καιρό της ξαναζήτησα να κάνω χρήση και μου έδωσε χωρίς κανένα δισταγμό. Για αρκετό καιρό κατέβαινα στο σπίτι της γιαγιάς μου και έκανα χρήση με την θεία μου.

Αν δεν έκανα χρήση δεν μπορούσα να λειτουργήσω. Πήγαινα στην θεία μου έπαιρνα ηρωίνη, της έδινα λεφτά, μου έδινε.

Όταν γνώρισα την μάνα μου ήταν ψυχρή και απόμακρη και το μόνο που μου είπε ήταν πως ο πατέρας μου ήταν χρήστης και αυτός και πως δεν με ήθελε.

Εδώ φαίνεται ο άλλος, ο σημαντικός άλλος να είναι σταθερά παρών στην δόμηση συμπεριφορών που οδηγούν στην εξάρτηση ακόμα και όταν είναι απών.

Η εξαρτημένη γυναίκα υπήρξε ένα κακοποιημένο παιδί μέσα από την δόμηση τέτοιων συμπεριφορών και την έλλειψη προτύπων για ταύτιση. Η ποιότητα της σχέσης με την μητέρα είναι καθοριστική για την κοινωνικοποίηση και την ασφάλεια που έχει ανάγκη το παιδί για να την αποχωρισθεί.

O Winnicot, περιγράφει ότι, όταν το υποκείμενο δεν έχει κατακτήσει την ικανότητα να είναι μόνος του (δηλαδή να είναι μόνος ενώπιον της μητέρας), προκειμένου να λύσει τα συναισθηματικά προβλήματα που συναντά, θα αναζητά την καθησυχαστική παρουσία της μητέρας και θα την αντικαταστήσει η τροφή, τα ναρκωτικά, το κάπνισμα, οι άλλοι προκειμένου πρόσκαιρα να αντισταθμίσουν το στρες.

Έχουν δηλαδή την λειτουργία ενός μεταβατικού αντικειμένου.

Η μάνα μου έλεγε τα πάντα. Ακόμα και το πως κοιμήθηκε με τον γκόμενο και εγώ της έλεγα συνέχεια ότι δεν είμαι φίλη σου γιατί μου το κάνεις αυτό ρε γαμώτο.

Η μάνα μου συνέχιζε και εμένα αυτό με στεναχωρούσε. Είχα συνεχώς την εικόνα του νεκρού πατέρα μου στο μυαλό. Η μάνα μου δεν με πρόσεχε καθόλου, φρόντιζε μόνο τους γκόμενους.

Γύριζα από την δουλειά μου και για μένα δεν υπήρχε φαγητό. Έπρεπε να πιω για να τα ξεχάσω.

Όταν γεννήθηκα ο πατέρας μου είχε αρνηθεί την ύπαρξή μου. Η μητέρα μου ζούσε μαζί μας αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε.

Ο πατέρας μου από την αρχή που μείναμε μαζί ήταν πολύ σκληρός με μένα και την αδερφή μου. Μας μάλωνε συνέχεια για το παραμικρό και μας έδερνε πολύ άσχημα. Πολλές φορές από το ξύλο μας άφηνε σημάδια στο σώμα μας και η μητέρα ποτέ δεν τον σταμάτησε.

Ο πατέρας μου με κατηγορούσε για την κατάσταση της μητέρας μου, ότι εγώ φταίω δηλαδή που αρρώστησε εκείνη και ήμουν μόνο 8 χρονών.

Η πατρική φιγούρα επιβεβαιώνεται επίσης συναισθηματικά στερητική όπως η μητέρα, κακοποιητική και βίαιη, αδύναμη και αδιάφορη αλλά. Για τον Olivenstein (1982) ο εξαρτημένος άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με μια νοσταλγία ταυτότητας. Έχει να αντιμετωπίσει τον νόμο, έτοιμος να τον παραβεί, γιατί δεν έχει ενσωματώσει, δεν έχει δεχθεί τις απαγορεύσεις του μέσα από μια ελλειμματική πατρική λειτουργία.

Τέλος ο αδελφικός δεσμός ο παραγνωρισμένος του οικογενειακού μυθιστορήματος περιλαμβάνει το μίσος, τον φθόνο, την ζήλια αλλά και την αγάπη.

Για τον Kaes (2010) το αδελφικό σύμπλεγμα δηλώνει μια θεμελιώδη οργάνωση των ερωτικών, ναρκισσιστικών και αντικειμενοτρόπων επιθυμιών του μίσους και της επιθετικότητας απέναντι σε αυτό τον άλλο τον οποίο αναγνωρίζουμε ως αδερφό ή αδερφή.

Εμένα με μαλώνανε τα αδέρφια μου συνέχεια ρωτούσαν την μάνα μου γιατί την έκανες αυτή δεν σου φτάναμε εμείς; Εγώ τότε έκλαιγα συνέχεια, είχα καταλάβει ότι δεν με θέλανε, ότι ήμουν βάρος.

Όταν άρχισε η σχολική χρονιά πήγαμε σχολείο εγώ και ο αδερφός μου. Ποτέ δεν μας πήγε η μάνα μου και το σχολείο ήταν αρκετά μακριά από το σπίτι μας. Ένιωθα πολύ άσχημα που η μητέρα μου δεν ήταν κοντά μας.

 

Το βίωμα της μητρότητας

Η εγκυμοσύνη

Η παρουσία των παιδιών στην ζωή των εξαρτημένων γυναικών συνδυάζεται με την απουσία ή την εγκατάλειψη από τους συντρόφους τους. Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη μονογονεϊκή οικογένεια όπου το παιδί διώχνει τον πατέρα.

Σε αυτές τις 4 μητέρες το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται ακόμα και στην περίπτωση μιας που είναι παντρεμένη αλλά ο σύζυγός της επίσης χρήστης θα αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα με τον ερχομό του παιδιού του. Και για τις 4 γυναίκες είναι η πρώτη εγκυμοσύνη, και το πρώτο τους παιδί.

Φαίνεται να επαναλαμβάνεται αυτό που προηγούμενες έρευνες και η θεραπευτική εμπειρία αναφέρει, ότι δηλαδή σε καμία περίπτωση η εγκυμοσύνη τους δεν ήταν προγραμματισμένη, δεν ήταν επιλογή τους αλλά ένα τυχαίο γεγονός στην πορεία τους  στην χρήση ουσιών και στην πορεία των σχέσεών τους με το άλλο φύλο. Αυτό που φαίνεται να επαναλαμβάνεται είναι η έναρξη μιας σχέσης η οποία αρχικά είναι επιθυμητή και τρυφερή η οποία δεν επιτρέπει την επιθυμία για ένα παιδί.

Μετά από λίγο καιρό γνωρίζω τον………..μου άρεσε πολύ και εκείνος έδειχνε να με φροντίζει Έτσι τα φτιάξαμε και μετά από λίγο καιρό μείναμε μαζί. Εγώ πέρναγα τέλεια μαζί του γιατί ενδιαφερόταν για μένα και εγώ το ένιωσα για πρώτη φορά στην ζωή μου. Περνάμε καλά, εκείνος ήταν χρήστης, εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα και μετά από λίγο καιρό με αρρωσταίνει και εμένα με χάπια, μετά κολλάω στις ουσίες, την ηρωίνη και μένω έγκυος. Δεν το περίμενα. Ήθελα και δεν ήθελα να το κρατήσω. Δεν ήξερα τι πρόβλημα είχα με την πρέζα.

Η εγκυμοσύνη γίνεται επιθυμητή όχι για την ίδια την γυναίκα, όχι για την ύπαρξη του παιδιού αλλά για την σωτηρία μιας σχέσης με τον σύντροφο η οποία στηρίζεται στις ουσίες.

Ένας σημαντικός αριθμός μητέρων, εκφράζεται θετικά για την παρούσα κύηση, ενώ θεωρεί το μωρό ως ευκαιρία και εναποθέτει μη ρεαλιστικές προσδοκίες στο αγέννητο μωρό (Κissinetal, 2001; Κερασιώτη κ.ά. 2011)

Το Νοέμβριο μένω έγκυος στην κόρη μου. ‘Ήθελα να την κρατήσω πιστεύοντας ότι έτσι θα κρατούσα για πάντα τον……….και η σχέση μας θα άλλαζε.

Αλλού η εγκυμοσύνη βιώνεται απειλητικά και φαίνεται να προκαλεί ανυπόφορο ναρκισσιστικό πλήγμα, να έχει τον χαρακτήρα της παραβίασης και της εισβολής στην ζωή της και στο σώμα της. Επίσης γίνεται ένα γεγονός που επηρεάζει την δυναμική της οικογένειας και επιτρέπει την επιστροφή της εξαρτημένης γυναίκας στην οικογένειά της.

Στα 25 γνώρισα τον πατέρα της μπέμπας μου. ‘Ήταν παντρεμένος. Μετά από ένα χρόνο μένω έγκυος. Στην αρχή δεν το είχα καταλάβει παρά μόνο όταν έφτασα 4 μηνών.

Στην αρχή το έκρυβα μόνο η μητέρα μου το ήξερε και κανένας άλλος. Αλλά κάποια στιγμή δεν μπορούσα να το κρύψω. Το μάθανε όλοι και έγινε χαμός. Ο πατέρας μου δεν το ήθελε καθόλου, με έβριζε από το πρωί ως το βράδυ. Η εγκυμοσύνη μου ήταν δύσκολη για μένα. Δεν το ήθελα το παιδί, ήθελα να το αποβάλλω, μόνο αυτό ήθελα. Το σιχαινόμουνα. Σκεφτόμουν διάφορους τρόπους για να το σκοτώσω. Δεν μίλαγα σε κανέναν, δεν ήθελα τίποτα. Το μόνο που ήθελα ήταν να ξεφορτωθώ το παιδί.

Χαρακτηριστική αναφορά της εγκυμοσύνης σαν ένα γεγονός όμοιο με τα άλλα, χωρίς συναισθηματική επένδυση, χωρίς σκέψεις, χωρίς φαντασιώσεις.

Η γέννηση του παιδιού μου.

Η χρήση ουσιών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και η επανάληψη της οικογενειακής δυναμικής στην ζωή αυτών των μητέρων φαίνεται να είναι μια στρατηγική επιβίωσης προκειμένου να δραπετεύσει από την ενοχή, την αμφιθυμία ή την έλλειψη επιθυμίας για το παιδί τους, την αδυναμία για την ανάληψη ευθυνών για το παιδί.

Η γέννηση του παιδιού και ο γονεϊκός ρόλος.

Η γέννηση του παιδιού όπως και η εγκυμοσύνη στις εξαρτημένες μητέρες δεν φαίνεται να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στη χρήση ουσιών. Ακολουθεί μια φάση ζωής με περισσότερη χρήση, με παραβατική συμπεριφορά και την ανάληψη του γονεϊκού ρόλου από τον παππού και την γιαγιά.

Σε μια μόνο μητέρα η γέννηση του παιδιού στήριξε την απόφασή της για θεραπείας και την αναζήτηση βοήθειας άμεσα.

Δεν ήξερα πως θα καταλήξω να την αφήσω στην μάνα μου 40 ημερών.

Εγώ κατευθείαν στην Ομόνοια για να βρω την δόση μου δεν σκέφτηκα τίποτα πίσω μου. Μπαίνω κατευθείαν στο κύκλωμα γνωρίζω άτομα που είναι στην χρήση και τότε κόλλησα για τα καλά. Για να βρω την δόση μου έκανα πορνεία, μάλωνα συνέχεια, έκανα νταραβέρι, ήμουν αγρίμι, έκανα ότι ήθελα στην πιάτσα. Έκανα ληστεία, με συλλάβανε για ξυλοδαρμό και μπήκα φυλακή. Συνέχισα να πίνω ηρωίνη. Μίλαγα με το παιδί στο τηλέφωνο για πολλά χρόνια χωρίς να το βλέπω, αλλά εκείνο δεν μου μίλαγε καλά. Στο σχολείο λέει ότι έχω πεθάνει και με φωνάζει θεία.

Όλα όμως ήταν μια αυταπάτη αφού παντρευτήκαμε όταν η κόρη μου ήταν 10 μηνών, ξεκίνησα και την χρήση κοκαΐνης μαζί με την ηρωίνη. Πίναμε μαζί με τον άντρα μου και την αδερφή μου. Αυτά τα χρόνια ήταν κόλαση για μένα. Δεν ζούσα, απλώς υπήρχα δεν ξέρω πως και γιατί.

Εισέπραξα υποτίμηση, αμφισβήτηση, έλεγα διαρκώς ψέματα αναγκάστηκα να μείνω στον δρόμο κάτω από άθλιες συνθήκες, έχοντας ένα παιδί πότε στους δικούς μου και πότε στους γονείς του άντρα μου χωρίς να το βλέπω, χωρίς να γνωρίζει η μικρή ποια είμαι και ποιος τελικά είναι ο δικός μου ρόλος. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν αναλάβει αυτό που εγώ δεν μπορούσα.

Το 2009 έρχεται στην ζωή η κόρη μου και όλα αλλάζουν. Γεννήθηκε με στερητικά και έμεινε 1 μήνα στο νοσοκομείο. Πήγαινα και την έβλεπα τακτικά, να πω την αλήθεια δεν το είχα δεχθεί ότι είχα παιδί.

Η αδυναμία και η άρνηση ακόμη να δημιουργήσουν οι εξαρτημένες μητέρες σχέση με το παιδί τους οφείλεται τόσο στις εμπειρίες που έχουν οι ίδιες από την δική τους μητέρα, από μία σχέση συναισθηματικά απόμακρη μια σχέση στέρησης για την παιδική ηλικία της εξαρτημένης μητέρας, όσο και στον φόβο, τον θυμό και την άγνοια που προκαλεί η χρήση.

Η επαφή με το θεραπευτικό πλαίσιο και οι αλλαγές στον γονεϊκό ρόλο και στον δεσμό μητέρας παιδιού

Οι μητέρες συμφωνούν πως δεν χρησιμοποίησαν κάποιο τρόπο για να προστατέψουν τα παιδιά τους τουλάχιστον συνειδητά καθώς όταν έκαναν χρήση δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός της ουσίας. Αντίθετα προσπάθησαν για μια ακόμη φορά να δραπετεύσουν μέσα από τις ουσίες, μια στρατηγική ψυχικής και συναισθηματικής επιβίωσης.

Τα παιδιά του θα τα αφήσουν στους γονείς τους ή θα τα πάρουν μαζί τους στο θεραπευτικό πλαίσιο.

Η μητέρα μου είναι κοντά μου τώρα που είμαι στο πρόγραμμα. Της έχω αφήσει την κόρη μου και ξέρω ότι είναι καλή γιαγιά

Το παιδί γίνεται κίνητρο για θεραπεία όταν οι ίδιες έχουν εκτιμήσει την σοβαρότητα της κατάστασής τους.

Κουράστηκα από την ξεφτίλα για μένα και την κόρη μου.

Όταν κατάλαβα ότι έχω τερματίσει και πάτωνα αποφάσισα να μπω στο πρόγραμμα παίρνοντας και την μικρή μαζί μου, χωρίς να έχω καμία σχέση μαζί της από πριν.

Κάποια στιγμή με φωνάζει η κοινωνική λειτουργός του νοσοκομείου και μου εξηγεί ότι δεν μπορώ να την πάρω από την στιγμή που είμαι στην χρήση. Μου πρότεινε να πάω σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Στην αρχή ήμουν αρνητική. Σε δεύτερη φάση το ξανασκέφτηκα.

Οι αλλαγές της θεραπείας μπορούν να υπάρξουν και να βιωθούν όταν οι μητέρες αυτές αναγνωρίσουν οι ίδιες το αίτημα τους για βοήθεια και την επιθυμία τους για την ζωή, όταν συνειδητοποιήσουν την ανεπάρκεια του μητρικού τους ρόλου, όταν αποκαταστήσουν τους ρόλους στην σχέση μητέρας παιδιού, όταν αποδεχθούν τα συναισθήματά τους όσο αρνητικά και αν είναι για ένα παιδί που δεν επιθύμησαν.

Είχα ένα παιδί που δεν ήξερα πως μεγάλωνε, πως περπατούσε, πότε μίλησε και καλούμαι εγώ τώρα να κάνω σχέση μαζί του.

Είναι όμως επιλογή μου να την έχω μαζί μου (στο θεραπευτικό πρόγραμμα) και δεν το μετανιώνω. Τώρα είμαστε μαμά και κόρη. Υπάρχουν φυσικά δυσκολίες, υπάρχει σχέση μαζί της και αυτό το έχω κερδίσει, το έχω κατακτήσει και είμαι περήφανη και για τις δυο μας που παλέψαμε και συνεχίζουμε να παλεύουμε για την σχέση μας.

Δυσκολεύτηκα στην αρχή να κάτσω. Μετά από λίγες μέρες ήρθε και η μικρή. Εκεί δυσκολεύτηκα περισσότερο. Δεν ήθελα να δεχθώ ότι έχω παιδί. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις απεξάρτηση και ταυτόχρονα να είσαι μητέρα. Τρομερά δύσκολα. Υπάρχουν στιγμές που ήθελα να φύγω, να ανοίξω την πόρτα και να εξαφανισθώ αλλά κάτι με κράταγε πίσω. Μάλλον ήθελα να ζήσω και όχι να πεθάνω. 9 μήνες στο κλειστό πρόγραμμα μου βγήκαν πολλές συμπεριφορές άσχημες αλλά ήταν για καλό.

Εκεί κατάλαβα πως είναι να νοιάζεται κάποιος για σένα πραγματικά, να σε ακούει, να διεκδικείς ότι σου ανήκει, να ακούς τον άλλο, να αγαπάς τον εαυτό σου και να θέλεις την ζωή. Όσο για την μικρή υπάρχουν στιγμές που την αρνούμαι, που δεν την θέλω, που νιώθω ότι μου έχει δέσει τα χέρια ότι δεν νιώθω ελεύθερη. Είναι όμως όλη μου η ζωή, είναι η οικογένειά μου, είναι το παιδί μου. Εάν δεν υπήρχε ίσως να μην ζούσα. Ήταν ο λόγος που ξεκίνησα την θεραπεία πριν την μικρή δεν το σκεφτόμουνα. Αλλά στην πορεία δεν ήταν μόνο η μπουμπού, είδα πολλά κομμάτια δικά μου και οι ρόλοι που οδήγησαν στην χρήση.

Αυτή την στιγμή μένω με την κόρη μου σε ξενώνα. Εδώ αντιμετωπίζεις προβλήματα οικογενειακά, κοινωνικά, επαγγελματικά ακόμη και το παρελθόν που έχεις αφήσει πίσω σου.

Η καθημερινότητά μου είναι δύσκολη αλλά το παλεύω και δεν το βάζω κάτω. Υπάρχουν στιγμές που είμαι αισιόδοξη.

Η υποστηρικτική λειτουργία του θεραπευτικού πλαισίου ουσιαστικά διαμορφώνει έναν μεταβατικό χώρο (Winnicot), ικανό να μεταβολίσει και να συγκρατήσει όλες τις ενδοψυχικές συγκρούσεις αυτών των μητέρων που προκύπτουν από την επανάληψη τρόπων συμπεριφοράς και δημιουργίας σχέσεων με το ίδιο το πλαίσιο και τους εκφραστές του που είναι οι θεραπευτές τους. Η θεραπευτική σχέση θα τους δώσει την δυνατότητα να επαναλάβουν την σχέση με την δική τους μητέρα αρχικά, να δημιουργήσουν και να αναλύσουν αναπαραστάσεις και πολύτιμο υλικό στην ψυχοθεραπεία τους.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η επιλογή του αφηγηματικού λόγου μέσω των βιογραφιών, για την μελέτη της μητρότητας σε εξαρτημένες μητέρες και των συνθηκών της ζωής τους στηρίχθηκε στην αναγνώριση και την πεποίθηση σύμφωνα με την οποία ο λόγος αποτελεί μια πολύ σημαντική μεταβλητή. Παραπέμπει σε ιδέες, γνώμες αλλά κυρίως στην σύνθεση εμπειριών, αναμνήσεων συναισθημάτων που αποκαλύπτουν τον εαυτό, τον άλλον και την κοινωνική πραγματικότητα. Σε αυτή την μελέτη το ζητούμενο δεν ήταν η αντιπροσωπευτικότητα για τον σύνολο του πληθυσμού των εξαρτημένων γυναικών και μητέρων αλλά η έκφραση αυτού του λόγου, η ανάδειξη των εμπειριών και των βιωμάτων που τον συνθέτουν και η διατύπωση ίσως και συμπερασμάτων για εξαρτημένες μητέρες που έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα υποκείμενα της μελέτης.

Οι εξαρτημένες μητέρες που συμμετείχαν στην μελέτη μας έδωσαν το παρελθόν και το παρόν της ζωής τους έχοντας ήδη μια εικόνα για τον εαυτό τους και την πορεία τους. Μας θυμίζουν ότι όσα και αν γνωρίζουμε ως επιστήμονες για την εξάρτηση ή την μητρότητα προέχει η ανασύσταση της εμπειρίας του ατόμου και ο ανασχηματισμός της μέσω της αφήγησης.

Έτσι και για τους ειδικούς που δουλεύουν στην θεραπεία απεξάρτησης ο κόσμος δεν πρέπει να είναι δεδομένος και πως έχουμε την ανάγκη να αναζητούμε πως τα άτομα που έχουν το βίωμα της εξάρτησης, τον κατανοούν, τον ερμηνεύουν και του δίνουν το δικό τους νόημα.

Έτσι μπορούμε να δούμε το άτομο στην κατεύθυνση του από τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής του στο βίωμα, από το ψυχικό στο κοινωνικό (Ναυρίδης, 1991) και αντίστροφα.

Παράλληλα είναι γνωστό ότι ο εξαρτημένος άνθρωπος μιλά μέσα από την πράξη και τον τρόπο που χρησιμοποιεί το σώμα του για την οδύνη που τον κατακλύζει.

Η αφήγηση των εμπειριών του δηλώνει όχι μόνο τις αιτίες που τις προκάλεσαν αλλά την νοηματοδότησή τους από τον ίδιο.

Στην παρούσα μελέτη επιβεβαιώθηκαν ήδη γνωστά αποτελέσματα από προηγούμενες μελέτες και θεραπευτικές εμπειρίες για την εξάρτηση στην γυναίκα που είναι ταυτόχρονα και μητέρα. Οι τραυματισμοί στην παιδική της ηλικία, η επανάληψη της σχέσης με την μητέρα της μέσα από την σχέση με το παιδί της, ο δικός της ανεπαρκής μητρικός ρόλος, η εξάρτηση ως ένα οικογενειακό ζήτημα, η θεραπεία της εξάρτησης και του μητρικού δεσμού με το παιδί. Είναι εμφανές νομίζω η ανάγκη να σχεδιασθούν και να αναπτυχθούν εξειδικευμένες παρεμβάσεις θεραπείας απεξάρτησης για τις γυναίκες καθώς η συμμετοχή τους στην θεραπεία είναι μικρότερη σε σχέση με αυτή των αντρών, ενώ το στίγμα και οι συνέπειές του στην ζωή τους και στην οικογένειά τους είναι ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας. Σύμφωνα με την βιβλιογραφία υπάρχουν τουλάχιστον έξι πιθανές ομάδες εξαρτημένων γυναικών που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε εξειδικευμένες με βάση το φύλο θεραπευτικές παρεμβάσεις: οι έγκυες (που υποδιαιρούνται στις έφηβες και τις ενήλικες), όσες κάνουν ενδοφλέβια χρήση, οι έφηβες πολυ-χρήστριες, οι επαγγελματίες, οι νοικοκυρές και οι ηλικιωμένες (Ζώτου – Κοπακάκη 2008).

Στο σχεδιασμό των εξειδικευμένων παρεμβάσεων η δημιουργία ενός φιλικού περιβάλλοντος στα πλαίσια απεξάρτησης, η φαρμακοθεραπεία όπου συνυπάρχουν ψυχιατρικά προβλήματα, η ψυχοθεραπεία και η ψυχοθεραπευτική σχέση ως βασικό εργαλείο θεραπείας φαίνεται να είναι πολύ σημαντικές συνθήκες για την συμμετοχή των γυναικών στα θεραπευτικά πλαίσια. Η δυνατότητα επίσης να έχουν οι γυναίκες ειδικές ομάδες φύλου που θα πραγματοποιούνται για να μοιράζονται θέματα κακοποίησης (DeLeon 2000; αναφέρεται στο Ζώτου – Κοπακάκη 2008).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Duparc F. Andre Green -Παιδική ηλικία και εφηβεία. Εκδόσεις Κατάρτι 2008
  2. Arfken, C.S., diMenza S., Schuster C.R (2001) Gender differences in problem severity at assessment and treatment retention. Journal of Substance Abuse Treatment, 20,53 -57.
  3. ReneKaes (2010) Το αρχαϊκό αδελφικό σύμπλεγμα. Περιοδικό Εκ των Υστέρων, Νο 20, 17 – 33.
  4. Ελένη Λαζαράτου (2007) Το διαγενεαλογικό αντίκειμενο. Περιοδικό Εκ των Υστέρων, Νο 15, 89-107

5.Salvador Ferenczi (2008). Σύγχυση γλωσσών ανάμεσα στους ενήλικες και τα παιδιά. Η γλώσσα της τρυφερότητας και του πάθους. Περιοδικό Εκ των Υστέρων, Νο 17, 21 -33.

  1. Joyce McDougall (2001) Ψυχική Οικονομία στις καταστάσεις εξάρτησης. Περιοδικό Εκ των Υστέρων, Νο5,11-30.
  2. Welldon E. (1997) Η σκοτεινή πλευρά της μητρότητας. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

8.Winnicot D. (1976) To παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός του κόσμος. Εκδόσεις Καστανιώτης.

  1. Αλεξανδρίδης Α. Τραύμα Εφήβων ηρωινομανών, Μέρος Ι, Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 54, 131- 134.
  2. Κεφάλας Π., Ματσακά Ι., Μαρινοπούλου, Μ., Κλινικά δεδομένα κοριτσιών που προσέρχονται στο τμήμα εφήβων και νέων της Μονάδας Απεξάρτησης Ψ.Ν.Α.

Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 57, 49-53

  1. Petit P., (1988) Τοξικομανία και Πατρική Λειτουργία. Τετράδια Ψυχιατρικής 43-47.
  2. Μάτσα Κ. Βία, περιθώριο, στιγματισμός. Οι συντεταγμένες της ζωής και της σχέσης των τοξικομανών μητέρων και των παιδιών τους. Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 82, 8-15
  3. Σφηκάκη Μ. (2001). Σεξουαλική Κακοποίηση. Η σχέση της με την Τοξικομανία.

Τετράδια Ψυχιατρικής, Νο 67, 8-12.

  1. Ζώτου Σ., Κοπακάκη Μ. (2005). Χρήση ουσιών στην εφηβεία. Παράγοντας φύλο και οικογενειακό ιστορικό. Εξαρτήσεις, τεύχος 8,26-36
  2. Κερασιώτη Α., Μπιζά Σ., Πολυχρονοπούλου Γ., Σφήκα Δ. (2011) Μητρότητα στην εξάρτηση. Ευκαιρία για αλλαγή ή καταδίκη/βάρος. Πόστερ στο 7ο Πανελλήνιο Παιδοψυχιατρικό Συνέδριο27- 29 /5/2011.
  3. Καλατζή Μ., Κουλός Ν., Μικελοπούλου Κ., (2011). Η δυναμική των σχέσεων στο ειδικό τμήμα γυναικών εξαρτημένων μητέρων με τα παιδιά τους. Εισήγηση στο 7ο Πανελλήνιο Παιδοψυχιατρικό Συνέδριο 27 -29/5/2011.
  4. Παπαδή Μ. (2008) Η συνοχή και η προσαρμοστικότητα στην οικογένεια του εξαρτημένου. Συμβίωση ή υποστήριξη ; Ο ρόλος της στην θεραπεία απεξάρτησης. Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας.

[1] Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονικά Υπεύθυνη του Σχολείου της Μονάδας Απεξάρτησης 18 Ανω, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Στοιχεία επικοινωνίας marpapadi@yahoo.gr

Print Friendly, PDF & Email