Εξάρτηση ή αυτονόμηση: μελέτη περίπτωσης μιας εξαρτημένης μητέρας

 

Αλεξάνδρα Κερασιώτη1,*, Νεκτάριος Κουλός2, & Σπυριδούλα Μπιζά3

1Κερασιώτη Αλεξάνδρα, ψυχολόγος (Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω, Ψ.Ν.Α. / Ειδικό πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων και των παιδιών τους)

2Κουλός Νεκτάριος, ψυχολόγος (Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω, Ψ.Ν.Α. / Ειδικό πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων και των παιδιών τους)

3Μπιζά Σπυριδούλα, ψυχολόγος / νοσηλεύτρια (Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω, Ψ.Ν.Α. / Ειδικό πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων και των παιδιών τους)

 

Περίληψη

Θα παρουσιαστεί η προσπάθεια μιας εξαρτημένης από ουσίες γυναίκας στην πορεία της θεραπείας απεξάρτησής της στο Ειδικό πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων με τα παιδιά τους, στη Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Η Ελπίδα είναι μια άγαμη μητέρα εξαρτημένη από ηρωίνη και κοκαΐνη. Κατάγεται από μεγάλο αστικό κέντρο και προσέρχεται στο πρόγραμμα μητέρων έχοντας γίνει μητέρα ενός βρέφους μόλις 20 ημερών μετά από υπόδειξη της κοινωνικής υπηρεσίας του μαιευτηρίου στο οποίο γέννησε και υπό την πίεση του πατέρα της. Ερχόμενη στο πρόγραμμα δείχνει να διακατέχεται από μεγάλη αμφιθυμία αναφορικά με την απεξάρτησή της από ουσίες και εντάσσεται στο πρόγραμμα ευαισθητοποίησης. Στην κλειστή φάση της ψυχολογικής απεξάρτησης η Ελπίδα παρουσιάζει σταδιακά αλλαγές συνοδευόμενες από έντονες παλινδρομήσεις και εκδραματίσεις. Κατά την πορεία της θεραπείας της διαμορφώνει ένα πιο ισχυρό προσωπικό κίνητρο για αλλαγή, καταφέρνοντας να δεσμευτεί και να επενδύσει στις θεραπευτικές σχέσεις. Ως μητέρα μπόρεσε να συνάψει δεσμό με το παιδί της και να ανταποκριθεί επαρκώς στο μητρικό της ρόλο. Τέλος, στη φάση της κοινωνικής επανένταξης η Ελπίδα σταθεροποιεί τις εσωτερικές της αλλαγές και εντάσσεται κοινωνικά και επαγγελματικά.

Λέξεις-κλειδιά: εξάρτηση, εξαρτημένη γυναίκα, μητρότητα, θεραπευτικό πλαίσιο, ειδικό πρόγραμμα εξαρτημένων μητέρων

Εισαγωγικά

Το φαινόμενο της εξάρτησης από ουσίες ή της τοξικομανίας (addiction / substanceabuse / toxicomanie) προτιμούμε να το προσεγγίζουμε θεωρητικά, όπως έχει περιγράψει ο ClaudeOlievenstein στη δεκαετία του 1970, ως «το προϊόν της συνάντησης μιας ουσίας με μια συγκεκριμένη ελλειμματική προσωπικότητα σε μια δεδομένη κοινωνικοπολιτισμική στιγμή» (παρατίθεται στο Μάτσα, 2001, σελ. 19).

Στην κλινική πρακτική στο πρόγραμμα των Εξαρτημένων Μητέρων του 18 Άνω, η κατανόηση της ψυχικής λειτουργίας της εξαρτημένης μητέρας γίνεται κυρίως μέσα από την ψυχαναλυτική οπτική. Διάφοροι θεωρητικοί στα πλαίσια της θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (Klein, 1946. Winnicott, 1953, 2003.Kernberg, 1992), οι μελέτες του Lacan (1994) αλλά και η θεωρία του δεσμού (Bowlby, 1988) έχουν διαφωτίσει τις πρώιμες σχέσεις του βρέφους με τις γονεϊκές φιγούρες και την επίδρασή τους στη σταδιακή οργάνωση της προσωπικότητας του ως την ενήλικη ζωή.

Η θεραπευτική παρέμβαση στο πρόγραμμα των Εξαρτημένων Μητέρων δίνει επιπλέον έμφαση στη θεωρία δεσμού (Bowlby, 1988) δεδομένης της σπουδαιότητας της σύναψης δεσμού για την υγιή ψυχολογική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού της εξαρτημένης μητέρας. Ο δεσμός ξεκινά να αναπτύσσεται από την περίοδο της εγκυμοσύνης – στην περίπτωση των εξαρτημένων γυναικών συνήθως δε βιώνεται – και εξελίσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση μητέρας – παιδιού. Τα βιώματα του ίδιου του γονέα ασκούν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία αναπαραστάσεων της δικής του σχέσης με το παιδί του. Ιδιαίτερα η σχέση μητέρας – κόρης επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη θηλυκή ταύτιση του εαυτού και τη μετάβαση στη μητρότητα (Siddiqui, Hägglöf, &Eisemann, 2000). Η δημιουργία ισχυρού συναισθηματικού δεσμού του παιδιού με ένα πρόσωπο φροντίδας, όπως η μητέρα, προάγει την αίσθηση ασφάλειας διαμορφώνοντας ανάλογες νοητικές αναπαραστάσεις των προσώπων φροντίδας, οι οποίες λειτουργούν ως πρότυπα για τη συμπεριφορά, τις προσδοκίες του ατόμου, την αυτοαξία του και για το σχετίζεσθαί του με τους άλλους, επηρεάζουν δηλαδή την ψυχολογική προσαρμογή του ατόμου στην ενήλικη ζωή (Bowlby, 1982).

Η εγγύτητα βρέφους – μητέρας κατά τους πρώτους μήνες συμβάλλει καθοριστικά στη σύναψη δεσμού. Διαδικασία που ανακόπτεται στην περίπτωση της εξαρτημένης μητέρας τόσο λόγω πιθανού στερητικού συνδρόμου όσο και εξαιτίας της συνέχισης της χρήσης ουσιών εκ μέρους της. Το Πρόγραμμα των Εξαρτημένων Μητέρων του 18 άνω παρέχει στην εξαρτημένη γυναίκα και το παιδί της την ευκαιρία να συναντήσουν ξανά ο ένας τον άλλο ή αν βρίσκονται στην αρχή της σχέσης τους την ευκαιρία να γνωριστούν σε ένα πλαίσιο που διέπεται από σταθερότητα, συνέπεια, αποδοχή και όρια, το πλαίσιο της θεραπείας. Η εξαρτημένη γυναίκα παράλληλα με την προσωπική της θεραπεία μπορεί να επεξεργαστεί αφενός συναισθήματα και σκέψεις που αφορούν το μητρικό της ρόλο και αφετέρου να αφοσιωθεί στη φροντίδα του παιδιού της έχοντας συνεχή βοήθεια και στήριξη από το θεραπευτικό πλαίσιο. Επίσης, γνώσεις που δίνονται σχετικά με την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού συντελούν στη θετικότερη αλληλεπίδραση μητέρας – παιδιού και στην ενίσχυση της εγγύτητάς τους.

Παράλληλα με την ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας, στο επίκεντρο της θεραπείας βρίσκεται και η εμπλοκή των θεραπευομένων μητέρων σε ομάδες που χρησιμοποιούν διάφορες μορφές τέχνης και που έχουν έναν ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα (Μάτσα, 2001).

Στην παρούσα μελέτη περίπτωσης, ωστόσο, εστιάζουμε και παρουσιάζουμε τις διαδικασίες και παρεμβάσεις που συντελέστηκαν στην ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία. Στην ψυχοθεραπευτική συνθήκη, ο θεραπευτής μπορεί να στηρίξει σημαντικά την κλινική εργασία του με την εξαρτημένη μητέρα στην κατανόηση των φαινομένων της μεταβίβασης[1], της αντιμεταβίβασης[2] (Racker, 1968) και της εκδραμάτισης[3], όπως αυτά εκδηλώνονται στη σχέση με τον θεραπευτή και το θεραπευτικό πλαίσιο.

 

Η ιστορία της Ελπίδας και η προσέλευση στο πρόγραμμα

Η Ελπίδα είναι το πρώτο παιδί μιας τετραμελούς οικογένειας με μια αδερφή μικρότερη κατά 6 έτη. Η μητέρα της πέθανε σε ηλικία 50 ετών και ενώ η Ελπίδα ήταν σε ηλικία 25 ετών. Η αδερφή της πάσχει από χρόνια νόσο. Ο πατέρας της, συνταξιούχος, είναι αυτός που φροντίζει για τα δυο του παιδιά και εκείνος που κατευθύνει την Ελπίδα στο ΕιδικόΠρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων με τα παιδιά τους αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης της κατόπιν παρότρυνσης της κοινωνικής υπηρεσίας του μαιευτηρίου.

Η Ελπίδα ως παιδί μεγαλώνει με τη μητρική γιαγιά, της οποίας έχει και το όνομα. Η μητέρα της δουλεύει ως ιδιωτική υπάλληλος και λείπει πολλές ώρες από το σπίτι. Κύρια μέριμνα της μάλλον είναι η προσωπική ευχαρίστηση και διασκέδαση. Όταν επιστρέφει στο σπίτι δεν έχει πάντα τη διάθεση να είναι παρούσα στις φροντίδες των παιδιών της. Άλλοτε παρέχει στα παιδιά της μια αίσθηση ζεστασιάς και άλλοτε είναι συναισθηματικά απούσα και επικεντρωμένη στις δικές της δυσκολίες και ανάγκες. Η Ελπίδα την περιγράφει ως μια γυναίκα κουρασμένη και αποσυρμένη. Θυμάται να τη διεκδικεί έντονα ως μητέρα σε μια μη λειτουργική σχέση, συμβιωτική και εξαρτητική. Αμφιθυμικά συναισθήματα την διακατείχαν όσον αφορά τη μητέρα της: από τη μια έντονη επιθυμία και ανάγκη για φροντίδα από την άλλη θυμός. Η μητέρα της της εκμυστηρευόταν τα πάντα για την προσωπική και συζυγική της ζωή χωρίς όρια και ενδοιασμούς. Συχνά κατηγορούσε στην Ελπίδα τον πατέρα της εμπλέκοντας την με αυτόν τον τρόπο στις συζυγικές τους διαφορές και διενέξεις. Ως αποτέλεσμα η Ελπίδα απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τον πατέρα της και ταυτιζόμενη με τη μητέρα της θύμωνε μαζί του.

Η μητέρα μοιάζει να έχει εσωτερικευθεί στον ψυχισμό της Ελπίδας ως μια καταθλιπτικά αποσυρμένη και αδύναμη γυναίκα που δεν είναι σε θέση να προσφέρει επαρκή φροντίδα και ενδιαφέρον στα παιδιά της. Ο πατέρας γίνεται αντιληπτός από την Ελπίδα, μέσα από τα μάτια της μητέρας, σαν μια πολύ αυστηρή και απειλητική φιγούρα τόσο απέναντι στη μητέρα όσο και απέναντι στην ίδια, ένας «άγνωστος» που μόνο απαιτεί και δεν προσφέρει. Η Ελπίδα, στην παιδική της ηλικία, είχε βιώσει τη συναισθηματική και συχνά σωματική απουσία του πατέρα της και την παρουσία μιας μητέρας που την αντιμετώπιζε ως ναρκισσιστική προέκτασή της, την «έβλεπε» μόνο μέσα από την εκπλήρωση των δικών της αναγκών, οι οποίες ήταν στο επίκεντρο. Η Ελπίδα δε βιώθηκε από τη μητέρα της ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο με δικές του επιθυμίες και ανάγκες κι έτσι, στην προσπάθειά της να επιτύχει την εγγύτητα με τη μητέρα της, συγχωνεύθηκε με εκείνη.

Μοιάζει, λοιπόν, η οικογενειακή δυναμική να διαμορφώνεται σε ένα πλέγμα συγχωνευτικών σχέσεων, στο οποίο δεν ευνοείται η ανάπτυξη και η διαφοροποίηση. Τα όρια μεταξύ των μελών καταλύονται: η Ελπίδα έρχεται πολύ κοντά με τη μητέρα της και γίνεται χώρος υποδοχής και υποστήριξης της μητρικής αδυναμίας. Με άλλα λόγια, αλλάζει ρόλους μαζί της και γονεοποιείται προκειμένου να μπορέσει να σχετιστεί με τη μητέρα της, με κόστος τη διαμόρφωση ενός ψευδούς εαυτού. Άλλωστε, η αναστροφή των ρόλων και η γονεοποίηση είναι φαινόμενα που πολύ συχνά παρατηρούνται στις οικογένειες των εξαρτημένων ατόμων (Μάτσα, 2011). Η Ελπίδα δεν υπήρξε θύμα σεξουαλικής ή σωματικής κακοποίησης στην παιδική της ηλικία, φαινόμενο που, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, παρατηρείται συχνά στον πληθυσμό των εξαρτημένων γυναικών. Η πλειοψηφία των γυναικών που κάνουν χρήση ουσιών έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής ή άλλου είδους κακοποίησης στην παιδική ή εφηβική ηλικία. Η Ελπίδα, ωστόσο, είχε, ως παιδί υποστεί συναισθηματική παραμέληση τόσο από τη μητέρα όσο και από τον πατέρα της.

Μεγαλώνοντας σε αυτό το οικογενειακό περιβάλλον και νιώθοντας συχνά ανηδονία και εσωτερικό κενό, η Ελπίδα αρχίζει να φαντασιώνεται τον κόσμο των ουσιών θεωρώντας ότι θα είναι η λύση στα προσωπικά της προβλήματα και στο κενό που αισθανόταν. Έχοντας ως πρότυπο έναν εξάδελφό της, ο οποίος διέμενε στη Θεσσαλονίκη και ήταν χρήστης ουσιών, αποφασίζει και η ίδια να δοκιμάσει ουσίες πιστεύοντας ότι έτσι θα είναι ευτυχισμένη και ελεύθερη από την οικογένειά της. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «πάντα ήθελα να δοκιμάσω ναρκωτικά, μια ζωή περίμενα για αυτό».

Στην περίοδο της εφηβείας η Ελπίδα επιχειρεί επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας χαράζοντας με ξυράφι τους καρπούς των χεριών της είτε λόγω ερωτικής απογοήτευσης είτε για να νιώσει συναισθηματική πληρότητα, όπως η ίδια αναφέρει. Έχει ήδη ξεκινήσει τη χρήση ινδικής κάνναβης και την ίδια περίοδο θυμάται να έχει και τάσεις φυγής από το σπίτι.

Δίνει πανελλήνιες εξετάσεις και πετυχαίνει να εισαχθεί σε πανεπιστημιακή σχολή σε μια άλλη πόλη. Εκεί δημιουργεί ερωτική σχέση με ένα συμφοιτητή της και χρήστη ινδικής κάνναβης. Περιγράφει να έχουν ο ένας απόλυτη ανάγκη τον άλλον σε μια σχέση εξαρτητική αλλά και καταστροφική. Η Ελπίδα καθ’ όλη την πορεία της ζωής της τείνει να δομεί σχέσεις έντονα συμβιωτικές, με χαρακτηριστική λειτουργία της τον χειρισμό του άλλου. Πάντα επιζητούσε την προσοχή, την αγάπη και την επιδοκιμασία των άλλων ομόγυρών της με ένα τρόπο διεκδικητικό, αδηφάγο και απόλυτα ναρκισσιστικό χωρίς ποτέ να ενδιαφέρεται για τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Συχνά κάνει λόγο για την επιρρέπεια της σε αυτοκαταστροφικές τάσεις μη μπορώντας να ελέγξει τις παρορμήσεις της και να αγαπήσει τον εαυτό της. Επίσης η Ελπίδα διακρίνεται για χρόνια αισθήματα ντροπής, για χαμηλή αυτοεκτίμηση και χαμηλή ανοχή στη ματαίωση. Αυτό όμως που την κατακυριεύει είναι το άγχος εγκατάλειψης από τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της.

Σε ηλικία 25 ετών χάνει τη μητέρα της από καρδιακή ανεπάρκεια. Η είδηση του θανάτου της την έκανε να κλειστεί στον εαυτό της και ως λύση να καταφύγει στην ηρωίνη προσπαθώντας να αντέξει την απώλεια της μητέρας. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν βίωσε το πένθος για το θάνατο της αλλά τον αρνούνταν για πολλά χρόνια παλεύοντας να κρατήσει τη μητέρα ζωντανή μέσα της.

Η Ελπίδα συνεχίζει να κάνει χρήση ηρωίνης μαζί με κοκαΐνη (speedball) σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τον πόνο της και νιώσει ευφορικά συναισθήματα. Προσπαθεί να ζήσει μέσα από τις ουσίες μη μπορώντας να οριοθετήσει τον πατέρα της, ο οποίος γίνεται ολοένα και πιο παρεμβατικός στην προσπάθεια του να αναπληρώσει την απουσία της συζύγου του και να έχει τον έλεγχο των παιδιών του. Η Ελπίδα ασφυκτιά και αποφασίζει να φύγει μακριά του ώστε να απεμπλακεί από αυτή τη νοσηρή σχέση. Έχοντας διακόψει τη σχολή στην οποία φοιτούσε αποφασίζει να μετακομίσει σε άλλη πόλη και να ξεκινήσει εκ νέου σπουδές σε διαφορετικό αντικείμενο. Στην πορεία και εξαιτίας της χρήσης ουσιών αναγκάζεται να διακόψει και πάλι τις σπουδές της αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της σχολής. Διατηρεί σχέση με αλλοδαπό σύντροφο ο οποίος την προμηθεύει ουσίες και γίνεται πατέρας του παιδιού της.

Η άρνηση υπήρξε το κυρίαρχο συναίσθημα καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης. Η Ελπίδα και ο σύντροφός της επιθυμούσαν να αποκτήσουν ένα παιδί και δεν ελάμβαναν μέτρα αντισύλληψης. Η διαπίστωση των πρώτων συμπτωμάτων της κύησης αντιμετωπίστηκε με έντονη αμφιθυμία και άρνηση, ιδίως από τη μεριά της Ελπίδας, η οποία άρχισε σε εκείνη την περίοδο να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη χρήση ουσιών. Οι αυξημένες ενοχές που βίωνε αναλογιζόμενη τη συνεχιζόμενη χρήση ουσιών, της ενίσχυαν την αίσθηση ανεπάρκειας και αδυναμίας που τη διακατείχε. Η χρήση ουσιών πια λειτουργούσε ως μηχανισμός επιβίωσης αφού η Ελπίδα απωθούσε με αυτόν τον τρόπο τις δυσκολίες της πραγματικότητας.

Η αύξηση της χρήσης ουσιών την οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερους περιορισμούς στην καθημερινή λειτουργικότητα και σε παραμέληση κάθε προετοιμασίας για την υποδοχή ενός μωρού. Αναλογιζόμενη την ευθύνη της μητρότητας διακατέχεται από έντονο φόβο και ανασφάλεια. Ως κύρια στρατηγική αντιμετώπισης χρησιμοποιεί την αποφυγή. Αμελεί τον προγεννητικό έλεγχο, αποφεύγει την πραγματικότητα καταφεύγοντας στον κόσμο των ψευδαισθήσεων. Μέσα από τις ουσίες ανακουφίζεται προσωρινά ενώ η πραγματικότητα προβάλλει ξανά αδιέξοδη και σκληρή, πυροδοτώντας ενοχές και οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη και συχνότερη χρήση ουσιών, διαιωνίζοντας το φαύλο κύκλο της εξάρτησης.

Η Ελπίδα αρχίζει να παραπαίει μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο σύντροφος της είναι εκείνος που αναζητεί βοήθεια από τον πατέρα της. Η απότομη διακοπή της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών οδηγεί σε σπασμούς και σε πρόωρο τοκετό στον όγδοο μήνα της κύησης. Η Ελπίδα διαβαίνει σχεδόν το κατώφλι του θανάτου αφού μεταφέρεται σε ημικωματώδη κατάσταση και με αρχές σηψαιμίας στο μαιευτήριο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διακομιδής χάιδευε την κοιλιά της ερχόμενη σε επαφή για πρώτη φορά ουσιαστικά με την ύπαρξη του αγέννητου μωρού της. Η μητρότητα βιωνόταν ως απειλή και η Ελπίδα επιθυμούσε μαγικά να ξε-φύγει από όλα αυτά. Η συνειδητοποίηση της μητρικής της ευθύνης, η πίεση που δέχεται από τον πατέρα της και τα ενδοβλημένα κοινωνικά «πρέπει» σχετικά με το μητρικό ρόλο επιτείνουν το φόβο της και την αίσθηση ανεπάρκειας και αναξιότητας που τη διακατείχαν. Η Ελπίδα επιθυμεί να αναλάβει την κόρη της, ωστόσο το υπερβολικό άγχος αποτυχίας και η ελλιπής αυτοεκτίμηση και αυτοαποτελεσματικότητα την οδηγούν αντισταθμιστικά στο να αποφεύγει την ανάληψη του μητρικού ρόλου. Όπως επισημαίνει η Μάτσα (2011, σελ. 21), «… η εξαρτημένη μητέρα, η στιγματισμένη, θεωρείται ‘κακή’ μητέρα, εξ’ ορισμού ‘επικίνδυνη’ για το παιδί της. Έχοντας παραβιάσει το κανονιστικό πρότυπο της μητρότητας εσωτερικεύει το κοινωνικό στερεότυπο της ‘κακής’ μητέρας και βασανίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις, ενοχές, ντροπή και φόβο. Ο μεγαλύτερος φόβος της είναι μήπως της πάρουν το παιδί…».

Η σχέση της Ελπίδας με την κόρη της διαμορφώνεται ταυτόχρονα στο πεδίο της επιθυμίας αλλά και της άρνησης. Επιθυμεί να γίνει μια «τέλεια» μάνα, θέτει υψηλές προσδοκίες δίχως να επιτρέπει στον εαυτό της ατέλειες και λάθη. Η πίεση για την τελειότητα διακινεί δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία -μην αντέχοντας να διαχειριστεί η Ελπίδα- την οδηγούν σε αποφυγή και άρνηση ανάληψης της φροντίδας του μωρού. Ενδεικτικό είναι ότι τον πρώτο μήνα αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη της φροντίδας του. Αν και εκφράζει έντονα την επιθυμία να γίνει μάνα, αδρανεί μπροστά στο βάρος της ευθύνης, την οποία μεγεθύνει υπερβολικά στο μυαλό της.

Δέχεται να προχωρήσει στη δεύτερη φάση της απεξάρτησης στο τμήμα κλειστής διαμονής δίχως να εμπιστεύεται αρχικά ούτε το θεραπευτικό πλαίσιο ούτε τη δική της δύναμη. Αποφασίζει να δοκιμάσει τη θεραπεία δίχως να υπόσχεται τίποτα και συμφωνεί να εισαχθεί διατηρώντας ωστόσο επιφύλαξη και καχυποψία, αρνούμενη να επενδύσει τόσο στη σχέση της με τους θεραπευτές και τις συνθεραπευόμενές της όσο και στη σχέση με το παιδί της. Συχνά βιώνει έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις και αντιδρά με εκδραματίσεις όταν δυσκολεύεται να διαχειριστεί και να εκφράσει συναισθήματα και σκέψεις.

Η Ελπίδα στο θεραπευτικό πλαίσιο

Με την είσοδό της στη δεύτερη φάση της θεραπείας, η Ελπίδα δίνει την εντύπωση ενός πολύ «κακομαθημένου κοριτσιού». Είναι πολύ υποτιμητική προς τις συνθεραπευόμενες και τους θεραπευτές της. Δεν μπορεί να μπει σε διάλογο και εμμένει σε μια ιδιαίτερα άκαμπτη σκέψη. Πολλές φορές γίνεται ανταγωνιστική και παθητικά επιθετική. Εμπλέκεται εύκολα σε διενέξεις διεκδικώντας τις απαιτήσεις της μέσα από εκρήξεις θυμού και προσβολών προκαλώντας τις συνθεραπευόμενές της να την αποφεύγουν και να την αντιμετωπίζουν ως «τη στριμμένη», με αποτέλεσμα να περιθωριοποιείται μέσα στην ομάδα της. Έτσι, η Ελπίδα αλληλεπιδρά με τις υπόλοιπες γυναίκες της ομάδας της με όρους έλλειψης εμπιστοσύνης και φθόνου/ζήλειας και προκαλεί σε εκείνες έντονες αντιδράσεις θυμού, δυσφορίας και απόρριψης. Οι θεραπευτές με τη σειρά τους νιώθουν αντιμεταβιβαστικό θυμό απέναντι στην αμφιθυμία που προσλαμβάνουν από την Ελπίδα: από τη μια τους ακυρώνει και τους επιτίθεται από την άλλη λειτουργεί καταβροχθιστικά και αδηφάγα διεκδικώντας την αποκλειστική προσοχή και φροντίδα μέσα στην ομάδα, στη βάση ενός πολύ αδύναμου και παραμελημένου Εγώ.

Το θεραπευτικό πλαίσιο προσπάθησε να εμπεριέξει (containment) την αμφιθυμία, την ανασφάλεια και το θυμό της Ελπίδας, να αντέξει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της, συναισθανόμενο το φόβο της και παρέχοντας τόσο σε εκείνη όσο και στο παιδί της φροντίδα με σταθερότητα και συνέπεια. Τα πρώτα ψήγματα εμπιστοσύνης που ανέπτυξε την οδήγησαν δειλά στην έκφραση του πόνου της και στις πρώτες προσπάθειες να πλησιάσει και να σχετιστεί με τους άλλους. Ωστόσο, η Ελπίδα αρχικά δεν άντεχε αυτή την ψυχική μετακίνηση με ευκολία, ξεσπούσε, επέκρινε, απομόνωνε και απομονωνόταν. Σιγά-σιγά, καθώς εμπιστευόταν τους θεραπευτές, άρχισε να εμπιστεύεται και τις δικές της δυνάμεις δοκιμάζοντας να αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού της βήμα-βήμα. Σταδιακά η Ελπίδα καταφέρνει να βιώσει μια θεμελιώδη εμπιστοσύνη στο πλαίσιο και τολμά να αποκαλυφθεί στην ομάδα, μέσα από την επαναφορά επώδυνων τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος.

Αρχικά η Ελπίδα επέλεξε να ασχοληθεί με καθήκοντα που της φαίνονταν λιγότερο δύσκολα, με καθήκοντα που η ίδια θεωρούσε ότι είχε λιγότερες πιθανότητες να λαθέψει άρα και να απορριφθεί από τους θεραπευτές, αφού για εκείνη το λάθος και η επίκριση ισοδυναμούσαν με ολοκληρωτική απόρριψη (διχότομος τρόπος σκέψης). Η ύπαρξη ενός ελλειμματικού και ευάλωτου Εγώ ευνοούσε την ανάπτυξη γνωσιακών διαστρεβλώσεων και επέτεινε τη χρήση του μηχανισμού της σχάσης όταν δυσκολευόταν να διαχειριστεί καταστάσεις και συναισθήματα. Ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη σε υποδείξεις και παραινέσεις. Συμβουλές και υποδείξεις για την καθημερινή φροντίδα του παιδιού της ερμηνευόταν αυτόματα ως κατηγορίες θεωρώντας ότι την επικρίνουν και την απορρίπτουν στο μητρικό της ρόλο, όπως παλιότερα έκανε ο πατέρας της. Αυτές οι αρνητικές σκέψεις και ερμηνείες της γεννούσαν δύσφορα συναισθήματα που εκδραμάτιζε άλλοτε με φωνές και άλλοτε με γοερό κλάμα. Οι θεραπευτές που ασχολούνταν με το παιδί της συχνά γινόταν αντικείμενα εξιδανίκευσης ενώ η ίδια επιθυμούσε να τους μοιάσει και να γίνει τόσο ικανή στη φροντίδα του παιδιού όσο κι εκείνοι. Όταν ένιωθε ωστόσο ματαιωμένη, τους υποτιμούσε και λειτουργούσε επιθετικά απέναντί τους.

Στη βοήθεια που της παρεχόταν σε σχέση με το παιδί λειτουργούσε καταβροχθιστικά. Δύσκολα ικανοποιούνταν και διακατέχονταν από μια ακόρεστη επιθυμία να λάβει πάντα περισσότερα από όσα της δίνονταν. Προσδοκούσε συνεχή παρουσία και προσφορά. Η ικανοποίηση των επιθυμιών και αναγκών της καθώς και του παιδιού της αποτελούσαν κριτήριο σύμφωνα με το οποίο όριζε το ποιός τη νοιάζεται και ποιός όχι. Δυσκολευόταν να δει τους άλλους πέρα από εκείνη και τις ανάγκες της και επεδίωκε εξαρτητικές, συγχωνευτικές σχέσεις μαζί τους, στις οποίες καταλύονταν κάθε έννοια ετερότητας και αυτονομίας. Η οριοθέτηση και ο διαχωρισμός των άλλων από εκείνη λειτουργούσαν απειλητικά και ισοδυναμούσαν με απόρριψη ή απώλεια.

Γνωρίζουμε ότι η σύναψη δεσμού με το παιδί ξεκινά από την περίοδο της εγκυμοσύνης αφού σε αυτή τη φάση αναδύονται οι νοητικές αναπαραστάσεις που έχει σχηματίσει η μητέρα από το δεσμό με τους δικούς της γονείς, οι οποίες καθορίζουν το σχετίζεσθαι με το αγέννητο βρέφος. Στην περίπτωση της Ελπίδας η εγκυμοσύνη παρέμεινε αβίωτη καθώς απωθούνταν. Μετά την πρόωρη γέννα η Ελπίδα βρέθηκε από το χάος των ουσιών σε ένα οριοθετημένο θεραπευτικό πλαίσιο και αντιμέτωπη τόσο με τη διακοπή της χρήσης ουσιών και την εκμάθηση της διαχείρισης νέων στρατηγικών αντιμετώπισης των συναισθημάτων της όσο και με το τραυματικό παρελθόν που κλήθηκε να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά μετά από χρόνια δίχως τη συνδρομή των ουσιών. Παράλληλα χρειαζόταν να αναλάβει τόσο πρακτικά τη φροντίδα του μωρού της όσο και ουσιαστικά να σχετιστεί μαζί του. Η ανασφάλεια που η ίδια βίωσε στη σχέση της με τους δικούς τους γονείς λειτουργούσε ως τροχοπέδη στη σύναψη δεσμού με το δικό της βρέφος.

Αυτή την ανασφάλεια, αυτό το εσωτερικό κενό, απόρροια της ασταθούς και μη συνεπούς παρουσίας των πρωταρχικών άλλων στη ζωή της, η Ελπίδα προσπάθησε να καλύψει με μια διαρκή αναζήτηση αντικειμένων προσκόλλησης, φτάνοντας στο σημείο να «καταβροχθίζει» τα πρόσωπα με τα οποία σχετιζόταν προκειμένου να τα αισθανθεί παρόντα, όπως έκανε και με τις ουσίες ή με την τροφή. Οι διαδικασίες αποχωρισμού – εξατομίκευσης δεν φαίνεται να ολοκληρώθηκαν, με συνέπεια τη μη απαρτίωση της ταυτότητας. Η Ελπίδα μεγάλωσε με τη βαθιά πεποίθηση ότι χρέος της ήταν η ικανοποίηση των προβολών και προσδοκιών της μητέρας της παίρνοντας η ίδια τη θέση του μερικού αντικειμένου γι’ αυτές (Welldon, 1997).

Η εσωτερικευμένη ψυχολογική αναπαράσταση της μητέρας της διακρινόταν από αμφιθυμία και άγχος, γεγονός που δεν επέτρεψε στην Ελπίδα να αναπτύξει ικανότητα συναισθηματικής αυτορρύθμισης και να εσωτερικεύσει στρατηγικές αυτό-ανακούφισης. Η ασυνεπής στάση και η ελλιπής απαντητικότητα των γονιών της, ιδίως της μητέρας της, οδήγησε σε έναν αγχώδη αμφιθυμικό τύπο δεσμού, ο οποίος καθοδηγούσε τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις προσδοκίες της. Επίσης συνέτεινε στη γνωστική διαστρέβλωση των ερεθισμάτων, επηρέαζε δηλαδή το πώς η Ελπίδα επεξεργαζόταν γνωστικά, αντιλαμβανόταν και αποθήκευε αναμνήσεις από αλληλεπιδράσεις σε κάθε είδους σχέση της, τόσο με το άλλο φύλο, τις συνθεραπευόμενές της, τους θεραπευτές της όσο και με το ίδιο το παιδί της. Οι εσωτερικές αναπαραστάσεις στην περίπτωση της Ελπίδας δεν της δημιουργούσαν αίσθηση ασφάλειας και προστασίας, η οποία θα διευκόλυνε την αντιμετώπιση των απειλών. Δεν λειτουργούσαν ως συμβολικές πηγές προστασίας, των οποίων η ενεργοποίηση σε δύσκολες καταστάσεις θα δημιουργούσε τη «συμβολική εγγύτητα» (Mikulincer&Shaver, 2007).

Αντίθετα, επέτειναν την απειλή και την απομόνωση και υπερενεργοποιούσαν το σύστημα πρόσδεσης σε μια προσπάθεια να κερδίσει μια πιο αξιόπιστη αντίδραση στήριξης (Main, 1990; Main, Kaplan&Cassidy, 1985). Η υπερενεργοποίηση χαρακτηρίζεται γενικά από υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους για την επίτευξη άνεσης, από υπερβολικές απαιτήσεις για προσοχή και φροντίδα, από έντονη επιθυμία για εμπλοκή, από προσπάθεια για ελαχιστοποίηση της γνωστικής, συναισθηματικής και φυσικής απόστασης από τους άλλους, συμπεριφορές που χαρακτήριζαν την Ελπίδα. Προκειμένου να κερδίσουν άτομα, όπως η Ελπίδα, φροντίδα και στήριξη τείνουν να μεγεθύνουν τη σοβαρότητα των απειλών (υπερμεγέθυνση, καταστροφοποίηση) καθώς και τη δική τους ανικανότητα να λειτουργήσουν αυτόνομα. Υπερτονίζουν το άγχος τους, μηρυκάζουν για προηγούμενες απειλητικές εμπειρίες και γενικά φέρονται με παιδικόμορφο τρόπο (Cassidy&Berlin, 1994; Mikulincer&Shaver, 2007).

Η διαμόρφωση της προσωπικότητας της Ελπίδας, λοιπόν, ξεκινά με την προσπάθεια επένδυσης σε μια ανεπαρκή, «απούσα» μητέρα, η οποία θυματοποιείται και δεν διευκολύνει τις δευτερογενείς ταυτίσεις της Ελπίδας με το φύλο της. Σε αυτή τη βάση, ο πατέρας ενδοβάλλεται ως ξένο και ανεπιθύμητο σώμα, ενσαρκώνοντας ένα ιδιαίτερα αυστηρό και τιμωρητικό Υπερεγώ, το οποίο δε μπορεί να εσωτερικευθεί ούτε ως φορέας εσωτερικού ελέγχου από τη μια αλλά ούτε και ως πηγή αυτοεκτίμησης από την άλλη. Η Ελπίδα εξακολουθεί να επιδιώκει ναρκισσιστικές ικανοποιήσεις από τους άλλους και να παρουσιάζει αυξημένη τάση για προσκόλληση, που μπορεί να περιγραφεί και ως κατάσταση «βουλιμίας προς το αντικείμενο» (objecthunger) (Chethik, 1979). Τα ναρκισσιστικά ελλείμματα είναι έντονα και οι άλλοι βιώνονται ως μερικές όψεις αυτού του ελλειμματικού Εγώ. Το Εγώ παραμένει ανώριμο, με μια ελλειμματική συνθετική λειτουργία, και μόνο από μια παρανοειδή θέση μπορεί να βιώσει τους άλλους ανθρώπους ως ξεχωριστούς από εκείνη, προκειμένου να σχετιστεί μαζί τους. Η σχέση με τον άλλον αποτελεί, λοιπόν, για την Ελπίδα ένα πεδίο απειλητικών συναισθηματικών επενδύσεων που κινητοποιούν τους πρώιμους αμυντικούς μηχανισμούς της άρνησης, της σχάσης, της εξιδανίκευσης/υποτίμησης και του παντοδύναμου ελέγχου.

Το παιδί της Ελπίδας ήταν ιδωμένο από την ίδια ως προέκταση του εαυτού της, ως μερικό αντικείμενο. Ασυνείδητα προσπάθησε αρχικά να επαναλάβει την ίδια στάση που είχε η μητέρα της απέναντι σε εκείνη. Η Ελπίδα αδυνατούσε να το διαχωρίσει από εκείνη και έτεινε στην αρχή της θεραπείας της να σχετιστεί μαζί του συμβιωτικά, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο σχετίζεσθαι που είχε με τη δική της μητέρα. Γνωρίζουμε από έρευνες ότι οι αντιλήψεις των γονέων όσον αφορά το δεσμό που έχουν αναπτύξει κατά την παιδική τους ηλικία μπορούν να προβλέψουν στο 75% των περιπτώσεων την κατηγοριοποίηση του δεσμού των δικών τους παιδιών (Mainetal., 1985; Fonagy, Steele&Steele, 1991; Steele, Steele&Fonagy, 1996). Η τάση αυτή μειώθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και αντικαταστάθηκε από περισσότερο λειτουργικούς τρόπους σχετίζεσθαι.

Η Ελπίδα κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με καταστάσεις που εκείνη ερμήνευε ως δυσάρεστες και της προκαλούσαν δυσφορία, λειτουργούσε στην έναρξη της θεραπείας της με υπερενεργοποίηση, στρατηγική που εφάρμοζε καθ’ όλη την παιδική ηλικία στη σχέση με τη μάνα της. Η αγχώδης συμπεριφορά της χαρακτηριζόταν από μεγάλη επιθυμία για εγγύτητα και προστασία, έντονη ανησυχία για τη διαθεσιμότητα των άλλων και για την αξία που η ίδια έχει για αυτούς (Mikulincer&Shaver, 2007).

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της κρυφής φυγής της από τη δομή σε μια φάση της θεραπείας που θεωρούσε ότι οι άλλοι δεν τη θεωρούν σημαντική και ένιωθε ότι δεν εκπληρώνονται οι ανάγκες της. Παρορμητικά και έχοντας χαμηλή ανοχή στη ματαίωση αποφάσισε να εγκαταλείψει τη δομή παίρνοντας μαζί της το μωρό της δίχως να σκεφτεί τις επακόλουθες συνέπειες για εκείνη και το παιδί της.

Η Ελπίδα άρχισε βήμα-βήμα να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες τόσο αναφορικά με τη φροντίδα του παιδιού της όσο και στην ατομική της θεραπεία. Ξεκίνησε δειλά στην αρχή να αναγνωρίζει τα συναισθήματα και τις δυσλειτουργικές σκέψεις της, να εκφράζει το εκάστοτε συναίσθημα αποφεύγοντας τις εκδραματίσεις και την παρορμητική λήψη αποφάσεων, να αυτορρυθμίζεται συναισθηματικά και να επιλύει τις δυσκολίες και τα προβλήματα της καθημερινότητας με θετικές, μη καταστροφικές στρατηγικές. Η θετική ανατροφοδότηση που έλαβε κατά την ανάληψη των πρώτων προσπαθειών φροντίδας της κόρης της λειτούργησαν κινητοποιητικά και για τη δική της ατομική θεραπεία και απεξάρτηση.

Η Ελπίδα βιώνοντας το νέο ρόλο, το ρόλο της μητέρας, απέκτησε ισχυρό εσωτερικό κίνητρο για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή. Αντιμετώπισε τη μητρότητα ως την ευκαιρία εκείνη που θα τη διαφοροποιούσε από το παρελθόν και την τραυματική της παιδική ηλικία. Κίνητρο και στόχος της ήταν η διαφοροποίησή της σε σχέση με τους γονείς της. Τη φόβιζε η επανάληψη των ίδιων λαθών στη σχέση της με το παιδί της και συνειδητά επεδίωκε την εγκαθίδρυση μιας σχέσης μαζί του που θα βασίζεται στο σεβασμό των ιδιαίτερων προσωπικών αναγκών του.

Η πορεία προς την απεξάρτηση

Στη φάση της ευαισθητοποίησης (α΄ φάση απεξάρτησης) η Ελπίδα εκδήλωνε έντονη αμφιθυμία ως προς την απόφασή της να προχωρήσει στη δεύτερη φάση. Αφενός αναγνώριζε την αναγκαιότητα της απεξάρτησής της λόγω της γέννησης της κόρης της, αναλογιζόμενη το ασυμβίβαστο μεταξύ εξάρτησης και μητρότητας αλλά και την ευθύνη που συνεπάγεται η ανατροφή ενός παιδιού, αφετέρου θεωρούσε ότι διέφερε έναντι των άλλων εξαρτημένων γυναικών, γεγονός που την οδηγούσε σε υποτίμηση της εξάρτησής της από τις ουσίες.

Ως βασικό επιχείρημα για τη διαφοροποίησή της από τις υπόλοιπες θεραπευόμενες έθετε το ότι μπορούσε να ζει «διπλή ζωή» για πάνω από μια δεκαετία. Από τη μια έκανε χρήση ουσιών και κινούνταν στον κόσμο τους και από την άλλη -μέχρι και ένα περίπου μήνα πριν την πρόωρη γέννηση της κόρης της- εργαζόταν σε καθημερινή βάση και διατηρούσε δικό της διαμέρισμα κρύβοντας από τους οικείους της την εξάρτησή της. Το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε καταφέρει να διακόψει τη χρήση ουσιών μόνη της για κάποια χρονικά διαστήματα αντικαθιστώντας τις ουσίες με αλκοόλ, χωρίς να το θεωρεί «ουσία», ήταν ένας περαιτέρω λόγος υποτίμησης τόσο της εξάρτησής της όσο και της θεραπευτικής διαδικασίας.

Ο Wurmser (1974, 1987a, 1987b) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι πολλοί χρήστες ουσιών χρησιμοποιούν ως άμυνα τη σχάση, για να απαρνηθούν μια αναπαράσταση του εαυτού-ως-χρήστη-ναρκωτικών, που εναλλάσσεται με μια αναπαράσταση ενός εαυτού-που-δεν-κάνει-χρήση ναρκωτικών. Αυτά τα άτομα συχνά νιώθουν σα να «αναλαμβάνει» για λίγο κάποιος άλλος.

Στην πρώτη φάση η παρέμβαση εστιάστηκε κατά προτεραιότητα στην αποδοχή της ταυτότητας της εξαρτημένης, στην ενίσχυση του κινήτρου για απεξάρτηση καθώς και στην ενθάρρυνσή για αποχή από τις ψυχοδραστικές ουσίες. Η Ελπίδα κατάφερε να διατηρήσει την αποχή της από τις ουσίες, να προσέρχεται κανονικά στις συνεδρίες και τελικά να εισαχθεί στη επόμενη φάση του προγράμματος.

Στη φάση της ψυχολογικής απεξάρτησης (β΄ φάση απεξάρτησηςπρόγραμμα κλειστής διαμονής μητέρων με τα παιδιά τους) η Ελπίδα αρχικά προέβαλε έντονες αντιστάσεις στη θεραπεία της εντείνοντας τη χρήση πρώιμων αμυντικών μηχανισμών. Η θεραπεία αρχικά βιωνόταν ως απειλή με αποτέλεσμα η Ελπίδα να αρνείται ή συχνά να υποτιμά την ύπαρξη της εξάρτησής της από ουσίες και να προβάλει στις υπόλοιπες συνθεραπευόμενες δικές της αδυναμίες και ελλείμματα, προσπαθώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποβάλει τα κομμάτια εκείνα του εαυτού της που την έκαναν να νιώθει ανεπαρκή. Στις σχέσεις με τους θεραπευτές προσπαθούσε αρχικά να τους προσεγγίσει φιλικά παραβλέποντας τα όρια μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, τηρώντας άλλοτε μια παθητικά δεκτική στάση απέναντι σε όσα όριζε το θεραπευτικό πλαίσιο και άλλοτε αμφισβητώντας τον θεραπευτικό λόγο.

Έπειτα από την προσαρμογή της στη δεύτερη φάση, η Ελπίδα κατάφερε να κάμψει τις αντιστάσεις της και να επεξεργαστεί το ανεπεξέργαστο ψυχικό της υλικό. Η ύπαρξη ενός σταθερού θεραπευτικού πλαισίου και η θεραπευτική σχέση που απέκτησε με τους θεραπευτές της λειτούργησαν επανορθωτικά για την Ελπίδα, η οποία για πρώτη φορά στη ζωή της βίωσε την αποδοχή και την κατανόηση τόσο των θετικών όσο και των δυσφορικών συναισθημάτων που εξέφραζε. Η μεταβίβασή της στους θεραπευτές χρωματιζόταν έντονα από τους πρώιμους μηχανισμούς της σχάσης, της εξιδανίκευσης και της υποτίμησης, επαναλαμβάνοντας δηλαδή το πρότυπο που εφάρμοζε με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους σύναπτε σχέση σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Για εκείνην ο άλλος ήταν είτε το «καλό» εσωτερικευμένο αντικείμενο είτε το «κακό», διωκτικό αντικείμενο εναλλάσσοντάς το ανάλογα με τις ψυχικές της διακυμάνσεις. Πολλές φορές ήταν αρνητική να ακούσει αποφεύγοντας τη βλεμματική επαφή, κοιτώντας αλλού κυρίως εστιάζοντας σε ένα μακρινό σημείο, ή προέβαινε σε συχνές εκδραματίσεις, κλαίγοντας δυνατά ή φωνασκώντας σε μια προσπάθεια της να αιτιολογήσει τη συμπεριφορά της. Οι ψυχικές διακυμάνσεις της αντιμετωπίστηκαν με ενσυναίσθηση, προσπάθεια συγκράτησης (holding) αλλά και σαφή, συνεπή όρια.

Κύριο πρόσωπο αναφοράς στη θεραπεία της Ελπίδας υπήρξε ο πατέρας, στον οποίο απέδιδε όλα της τα προβλήματα καταλογίζοντας του ευθύνες για τη σχέση του με τη μητέρα της και για τον θάνατό της. Τον θεωρούσε κακό πατέρα, κακό ως σύζυγο και υπαίτιο και για τη δική της εμπλοκή με τις ουσίες. Στα μάτια της φάνταζε ως ο κακός γίγαντας χωρίς συναισθήματα, απρόσωπος και αμέτοχος. Αδυνατούσε να αναγνωρίσει τη συμμετοχή της μητέρας της στη σχέση της με τον πατέρα της δικαιολογώντας τη συνεχώς και μη μπορώντας να της αποδώσει ευθύνες, επειδή δεν ήταν πια στη ζωή, σε μια προσπάθεια να την κρατήσει ζωντανή μέσα της. Όταν επέτρεπε στον εαυτό της να θυμώσει με τη μητέρα της δεν άντεχε την πραγματικότητα της απουσίας της μητέρας της από τη ζωή της.

Επίσης, στο διάστημα παραμονής της στη δεύτερη φάση, η Ελπίδα σε αρκετές περιόδους σημείωνε επεισόδια υπερφαγίας προσλαμβάνοντας αρκετό βάρος καθώς είχε παλινδρομήσει σε ένα πρώιμο στοματικό στάδιο χωρίς όμως να ικανοποιείται σε αυτό. Η τροφή φαίνεται να υπήρξε για την Ελπίδα το αντιστάθμισμα στην έλλειψη της ουσίας αλλά και στη συνειδητοποίηση της μητρικής απουσίας.

Στην πορεία της θεραπείας της η Ελπίδα κατάφερε να απαρτιώσει τις δύσκολες για εκείνη πλευρές του εαυτού και να συνάψει σχέση με το μωρό της αναλαμβάνοντας σταδιακά τις ευθύνες του μητρικού της ρόλου.

Κατά τη διάρκεια της κοινωνικής επανένταξης (γ’ φάση απεξάρτησης) η Ελπίδα ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της κόρης της και επεδίωξε να της παρέχει ασφάλεια και μια σταθερή, συνεπή ρουτίνα στην καθημερινότητα. Άρχισε να αντιμετωπίζει το παιδί της όχι πια ως προέκτασή της αλλά ως ανεξάρτητο άνθρωπο με τις δικές του ανάγκες και ικανότητες.

Υπήρξαν ωστόσο παλινδρομήσεις στη θεραπεία της σε περιόδους που αναδύονταν παλιές εξαρτητικές λειτουργίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις εκφραζόταν η τάση για αναστροφή των ρόλων και συγχώνευση με το παιδί της, μια λειτουργία που κυριαρχούσε στη σχέση με τη μητέρα της. Η Ελπίδα λειτουργούσε παρορμητικά με το συνηθισμένο παιδικόμορφο τρόπο της δίνοντας προτεραιότητα στις στιγμιαίες παρορμήσεις της και αδιαφορώντας για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. Έθετε σε προτεραιότητα τις ανάγκες της έναντι των αναγκών του παιδιού της.

Σε μια τέτοια στιγμή παρόρμησης και ενώ βρισκόταν στη φάση κοινωνικής επανένταξης αρχίζει να σκέφτεται το ενδεχόμενο υποτροπής της κάνοντας ξανά χρήση ουσιών. Αφορμή υπήρξε η υποτροπή ενός συντρόφου της με ουσίες. Με τους άντρες η Ελπίδα πάντοτε σύναπτε σχέσεις εξαρτητικές και συμβιωτικές μη μπορώντας να λειτουργήσει αυτόνομα και ανεξάρτητα. Στο παρελθόν διατηρούσε παράλληλες σχέσεις χρησιμοποιώντας τους συντρόφους ανάλογα με τις ανάγκες της. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, βίωσε συναισθήματα εγκατάλειψης, προδοσίας και ματαίωσης. Η παρορμητική χρήση ουσιών σύμφωνα με τον Wurmser θεωρείται μια κάποια λύση για αυτά τα επώδυνα συναισθήματα. Τελικά η Ελπίδα κατάφερε να μην κάνει υποτροπή και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα επώδυνα συναισθήματά της.

Με την πάροδο του χρόνου οι παλινδρομήσεις της μειώνονταν σταδιακά ενώ παράλληλα επιτελείτο η συναισθηματική της ωρίμανση, η αυτονόμησή της και η διαφοροποίηση της από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, με αποτέλεσμα η Ελπίδα να σταθεροποιείται όλο και περισσότερο.

Η επένδυση στις θεραπευτικές σχέσεις, η μεταβίβαση του ανεπεξέργαστου ψυχικού υλικού στα πρόσωπα των θεραπευτών και ο μεταβολισμός του μέσα σε ένα πολύ μητρικό και υποστηρικτικό θεραπευτικό πλαίσιο, δίνει στην Ελπίδα τη δυνατότητα να αποκτήσει σταδιακά μια προσωπικότητα με μεγαλύτερη ψυχική συνοχή και συγκρότηση. Έχει αποκτήσει ένα πιο ισχυρό Εγώ αντέχοντας περισσότερο στη ματαίωση και αντλώντας μεγαλύτερη ικανοποίηση από τον εαυτό της. Η επεξεργασία των ταυτίσεων είναι για την Ελπίδα βασικός πυλώνας για τη δόμηση σχέσεων με τους άλλους, οι οποίοι δεν αποτελούν πια πηγές ικανοποιήσεων συγχωνευτικού τύπου και πεδία επιθετικών προβολών αλλά ξεχωριστά αντικείμενα με τα οποία μπορεί να σχετιστεί και να βιώσει ευχαρίστηση. Από αυτή την περισσότερο καταθλιπτική θέση, η Ελπίδα διεργάζεται πιο αποτελεσματικά το πένθος της μητέρας και αντέχει περισσότερο να αποχωρίζεται τον άλλον. Ο ψυχισμός της είναι πιο ικανός να εγγράφεται στην συμβολική-πατρική λειτουργία και άρα να περνά στην τριαδική κατάσταση, επίτευγμα που της επιτρέπει να επενδύει και σε ερωτικές σχέσεις με το άλλο φύλο.

Ο δεσμός που κατάφερε να συνάψει με το παιδί της διαφοροποιείται από τη δική της σχέση με τη μητέρα της. Η Ελπίδα προσπαθεί καθημερινά να ανταποκρίνεται με ευαισθησία και συνέπεια στις ανάγκες του παιδιού παρέχοντάς του σταθερότητα και ασφάλεια και προσπαθώντας να μην προβάλει σε εκείνο δικά της άγχη και επιθυμίες. Δεν επιδιώκει να ικανοποιείται ναρκισσιστικά μέσα από αυτό. Το παιδί της δε βιώνεται πια ως δική της προέκταση, ως μερικό αντικείμενο αλλά ως ξεχωριστό, ολόκληρο αντικείμενο με το οποίο μπορεί να σχετιστεί και να βιώσει ικανοποίηση δίχως να χρειάζεται να κινητοποιεί τους πρώιμους αμυντικούς μηχανισμούς της άρνησης, της σχάσης και της προβολής. Στόχος της δεν είναι η επίτευξη της τελειότητας στη σχέση με το παιδί της αλλά συνειδητά προσπαθεί καθημερινά να λειτουργεί ως «αρκετά καλή» μητέρα (Winnicott, 1953) επανορθώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εικόνα της μητέρας μέσα της.

 

*Διεύθυνση Επικοινωνίας: Αριστείδου 10-12, Αθήνα, Τ.Κ. 10559, Τηλ. 2103215990

[1]Υποδηλώνει μια διεργασία μέσω της οποίας οι ασυνείδητες επιθυμίες επανενεργοποιούνται και αποκτούν υπόσταση επίκαιρου γεγονότος. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούν αντικείμενα τα οποία επενδύονται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο σχέσεων, με πρώτο και κυριότερο το πλαίσιο της ψυχαναλυτικής σχέσης. Βλ. Laplanche, J., Pontalis, J.-B. (1981). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος, σελ. 305.

[2]Σύνολο ασυνείδητων αντιδράσεων του ψυχαναλυτή απέναντι στον ψυχαναλυόμενο και συγκεκριμένα στη μεταβίβασή του. Βλ. Laplanche, J., Pontalis, J.-B. (1981). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος, σελ. 57.

[3]Φαινόμενο κατά το οποίο το υποκείμενο, υπό την κυριαρχία των ασυνείδητων φαντασιώσεων και επιθυμιών του, τις βιώνει σαν να ανήκαν στο άμεσο παρόν με μιαν έντονη αίσθηση επικαιρότητας. Η αίσθηση αυτή εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το άτομο παραγνωρίζει την προέλευση και τον επαναληπτικό της χαρακτήρα. Βλ. Laplanche, J., Pontalis, J.-B. (1981). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος, σελ. 166.

 

Βιβλιογραφία

Bowlby, J. (1982). Attachment and loss (2 Vol. 1).New York: Basic Books

Bowlby, J. (1988). A secure base: clinical application of attachment theory.London: Routledge.

Cassidy, J. & Berlin, L. J. (1994). The insecure/ambivalent pattern of attachment: Theory and research.Child Development, 65, 971-981.

Chethik, M. (1979).The Borderline Child.In J.D. Noshpitz (Ed.), Basic Handbook of Child Psychiatry (Vol. 2, pp. 304-321).New York: Basic Books.

Fonagy, P., Steele, M. & Steele, H. (1991). Maternal representations of attachment during pregnancy predict the organization of infant-mother attachment at one year of age.Child Development, 62, 891-905.

Kernberg, F. O. (1992). Borderline Conditions and Pathological Narcissism. New York:Jason Aronson.

Klein, M. (1946).Notes on Some Schizoid Mechanisms.In Envy and Gratitude andOther Works 1946-1963.London: Karnac Books, 1993, pp. 1-24.

Lacan, J. (1994). 1956-1957. Le Séminaire, Livre IV, La relation d’objet. Paris: Seuil.

Main, M. (1990). Cross-cultural studies of attachment organization: Recent studies, changing methodologies, and the concept of conditional strategies.Human Development, 33, 48-61.

Main, M., Kaplan, N. & Cassidy, J. (1985). Security in infancy, childhood, and adulthood: A move to the level of representation.Monographs of the Society for Research in Child Development, 50, 66-104.

Μάτσα, Κ. (2001). Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας. Εκδόσεις Άγρα: Αθήνα.

Μάτσα, Κ. (2011). Παιδιά εξαρτημένων γονέων. Ο γονεϊκός δεσμός και οι «σημαντικοί άλλοι». ΤετράδιαΨυχιατρικής, 115, 20-25.

Mikulincer, M.,&Shaver, P. R. (2007).Attachment in Adulthood: Structure, Dynamics and Change.New York, Guilford Press.

Racker, Η. (1968).Transference and counter-transference.London: MaresfieldLibrary.

Siddiqui, A., Hägglöf, B., &Eisemann, M. (2000).Own memories of upbringing as a determinant of prenatal attachment in expectant women, Journal of Reproductive and Infant Psychology, 18, 67-74.

Steele, H., Steele, M., & Fonagy, P. (1996). Associations among attachment classifications of mothers, fathers, and their infants.ChildDevelopment, 67, 1014-1027.

Welldon, E. V. (1997). Η σκοτεινή πλευρά της μητρότητας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Winnicott, D. W. (1953). Transitional objects and transitional phenomena – A study of the first not-me possession.International Journal of Psycho-Analysis, 34, 89-97.

Winnicott, D. W. (2003). ΔιαδικασίεςΩρίμανσηςκαιΔιευκολυντικόΠεριβάλλον. ΕλληνικάΓράμματα: Αθήνα.

Wurmser, L. (1974). Psychoanalytic considerations of the etiology of compulsive drug use. J. Am.Psychoanal.Assoc., 22, 820-843.

Wurmser, L. (1987a). Flight from conscience: experience with the psychoanalytic treatment of compulsive drug abusers, I: dynamic sequences, compulsive drug use. J.Subst. Abuse Treat., 4,157-168.

Wurmser, L. (1987b). Flight from conscience: experience with the psychoanalytic treatment of compulsive drug abusers, II: dynamic and therapeutic conclusions from the experiences with the psychoanalysis of drug users. JSubst.AbuseTreat., 4, 169-179.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία για την εξαρτημένη μητέρα στο Ειδικό πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων με τα παιδιά τους, στη Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω (Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής)

Καλατζή, Μ., Κουλός, Ν., &Μικελοπούλου Κ. (2011). Η Δυναμική των Σχέσεων στο Ειδικό           Πρόγραμμα Εξαρτημένων Μητέρων με τα παιδιά τους (Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής). Τετράδια Ψυχιατρικής, 116, 52-58.

Κερασιώτη, Α., Μπιζά, Σ., Πολυχρονοπούλου, Γ., & Σφήκα, Δ. (2012). Μητρότητα στην εξάρτηση: ευκαιρία για αλλαγή ή καταδίκη/βάρος; Τετράδια Ψυχιατρικής, 118, 34-38.

Print Friendly, PDF & Email