Εγκατάλειψη του σχολείου, χρήση ουσιών και παραβατικότητα

 

Παπανδρέου Περικλής[1]

Τουλούμη Γιώτα[2]

Πουλόπουλος Χαράλαμπος[3]

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παρούσα αναδρομική μελέτη αξιοποιεί στοιχεία που  προσέφεραν, μέσω συνεντεύξεων, 8.322 χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών,  οι οποίοι προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α., κατά την οκταετία 1995 – 2002. Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο συσχετίζεται η εκπαιδευτική αποτυχία με  τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και την παραβατικότητα.

Η σύγκριση μέσω μοντέλων πολλαπλής λογιστικής εξάρτησης αυτών που εγκατέλειψαν πρόωρα το δευτεροβάθμιο σχολείο με αυτούς που απόκτησαν απολυτήριο Λυκείου ανέδειξε σημαντικές διαφοροποιήσεις σε ότι αφορά (α) στο κοινωνιοδημογραφικό υπόβαθρο των δύο ομάδων, (β) τον βαθμό εμπλοκής τους με την παραβατικότητα και (γ) την επικινδυνότητα των πρακτικών χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Στην συνέχεια η μελέτη εστιάζει αποκλειστικά σε αυτούς που εγκατέλειψαν πρόωρα το δευτεροβάθμιο σχολείο. Η στατιστική ανάλυση με μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης προσέφερε τόσο τη δυνατότητα της ταξινομητικής περιγραφής του πληθυσμού, όσο και αυτή της διερεύνησης υποθέσεων σχετικών με την χρονική σειρά εμφάνισης των προβληματικών συμπεριφορών (εγκατάλειψη του σχολείου, χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και παραβατικότητα).

Αναδείχθηκαν δύο διακριτές υποομάδες και αντίστοιχα μοντέλα κλιμάκωσης της προβληματικής συμπεριφοράς. Για τους χρήστες για τους οποίους ισχύει το πρώτο μοντέλο, ο πειραματισμός με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών ξεκίνησε σε μικρή ηλικία (13 – 14 ετών) και φαίνεται ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαδικασία απομάκρυνσης τους από το σχολείο.  Το δεύτερο μοντέλο αφορά το τμήμα τού υπό εξέταση πληθυσμού στο οποίο ανήκουν όσοι έχουν εγκαταλείψει το δευτεροβάθμιο σχολείο  πιθανώς για  λόγους που είτε είναι σχετικοί με τις φτωχές σχολικές τους επιδόσεις είτε με τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του. Αυτοί φαίνεται ότι άρχισαν χρήση σε σχετικά μεγάλη ηλικία (17 ετών κατά μέσο όρο) και πιθανόν στο πλαίσιο ενός εν γένει παραβατικού τρόπου ζωής. Τα ευρήματα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για την βελτίωση των πολιτικών πρόληψης τόσο της χρήσης ουσιών όσο και της σχολικής διαρροής. Περαιτέρω μελέτες, κυρίως ποιοτικές, απαιτούνται για την πληρέστερη κατανόηση του χαρακτήρα των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στο σύγχρονο ελληνικό δευτεροβάθμιο σχολείο και οδηγούν σε ενίσχυση των παρεκκλινόντων συμπεριφορών.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

To φαινόμενο της διαρροής από την υποχρεωτική εκπαίδευση αναδείχθηκε σε ζήτημα πολιτικής και αντικείμενο μελέτης για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος  ήταν σχετικός με τη μέριμνα για εξασφάλιση εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού οι ικανότητες και οι γνώσεις του οποίου θα ανταποκρίνονταν στις αναβαθμισμένες και συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της σύγχρονης οικονομίας. Δεν αποτελεί βέβαια σύμπτωση το ότι αυτή η «οικονομική» οπτική για το θέμα της εγκατάλειψης του Σχολείου ήταν διαδεδομένη την δεκαετία του ’60, όταν ο δυτικός κόσμος βρισκόταν σε τροχιά ραγδαίας ανάπτυξης και τα εκπαιδευτικά συστήματα περνούσαν στη φάση της μαζικοποίησης.

Το δεύτερο ζήτημα σχετιζόταν με την «ανησυχία» ότι αυτοί που εγκαταλείπουν το σχολείο είναι επιρρεπείς στο έγκλημα και επομένως αντιπροσωπεύουν κίνδυνο για την έννομη τάξη (Dorn, 1996). Αφετηρία αυτής της σκοπιάς αποτελούν οι ουμανιστικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα που εναπόθεταν στη γενίκευση της εκπαίδευσης τις ελπίδες περιορισμού της εγκληματικότητας (Φαρσεδάκης, 1985). Έτσι το φαινόμενο της εγκατάλειψης του σχολείου συγκέντρωσε και το ενδιαφέρον της κοινωνιολογίας και αναπτύχθηκαν οι βάσεις όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων που επιχειρούν την ερμηνεία του και περιγράφουν τις αρνητικές συνέπειες για το άτομο και την κοινωνία.

Σήμερα, σε ένα περιβάλλον οικονομικής ύφεσης και υψηλής δομικής ανεργίας η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την σχολική αποτυχία σχετίζεται κυρίως με τις προσπάθειες περιορισμού της έκτασης του κοινωνικού αποκλεισμού. Από αυτή την σκοπιά θεωρείται –και όχι άδικα– ότι οι νέοι που αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα, και ιδιαίτερα αυτοί που έχουν παραβατικό τρόπο ζωής, έχουν φτωχές εκπαιδευτικές επιδόσεις και έχουν εμπλακεί  με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, συνιστούν μια ευπαθή κοινωνική ομάδα που διατρέχει υψηλό κίνδυνο κοινωνικής περιθωριοποίησης. Από μια άλλη συγγενή σκοπιά, οι νέοι αυτοί διατρέχουν κίνδυνο περιθωριοποίησης γιατί δεν διαθέτουν τα κρίσιμα εκείνα εφόδια που επιτρέπουν την επιτυχή μετάβαση σε ενήλικους ρόλους (Dryfoos, 1998, MacDonald, 1997).

ΛΟΓΟΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Οι λόγοι για τους οποίους οι έφηβοι εγκαταλείπουν το σχολείο ποικίλλουν. Οι Elliott και Voss (1974) διακρίνουν μεταξύ των εφήβων που εγκαταλείπουν το σχολείο όσους ήταν ακαδημαϊκά ικανοί και όσους είχαν φτωχές σχολικές επιδόσεις. Μια πληρέστερη αποτύπωση των αιτιών της σχολικής διαρροής (Rumberger, 1983) απαριθμεί:

  1. Παράγοντες που σχετίζονται με το σχολείο: όπως οι φτωχές επιδόσεις, η αρνητική στάση απέναντι στην εκπαίδευση, η σύγκρουση αξιών και πολιτισμικών κωδίκων, τα προβλήματα προσαρμογής και συμπεριφοράς.
  2. Παράγοντες στο ατομικό επίπεδο: προβλήματα στην οικογένεια, συναισθηματικές δυσκολίες, προβληματική συμπεριφορά, παραβατικότητα, χρήση ψυχότροπων ουσιών.
  3. Οικονομικούς παράγοντες: οικονομική δυσπραγία, χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, και σύμφωνα με  την μελέτη Paleocrassas et al (1999) αλλά και αυτή της Καλογρίδου (1998) φαίνεται ότι οι λόγοι που εξωθούν τους μαθητές να εγκαταλείψουν το σχολείο είναι κυρίως οικονομικοί. Η επικράτηση της παραβατικότας και των άλλων προβληματικών συμπεριφορών στον μαθητικό πληθυσμό στην Ελλάδα φαίνεται να είναι σχετικά μικρή (Hibel et al 2000, Κουράκης, 1999) και σύμφωνα με τις ποιοτικές έρευνες σε μαθητικό πληθυσμό δεν φαίνεται να έχει υψηλό βαθμό συσχέτισης με τη σχολική διαρροή.

Σε αντίθεση με τις ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες που αφορούν τον γενικό μαθητικό πληθυσμό, οι συνεντεύξεις με έφηβους χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών που εξετάζουν τη διαδικασία διαμόρφωσης παρεκκλίνουσας πορείας (Papandreou, 2000) αποκαλύπτουν σημαντική αλληλοεπικάλυψη της παραβατικότητας και της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών.

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σύμφωνα με την έρευνα των Paleocrassas et al (1999) το ποσοστό διαρροής από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν στην Ελλάδα την σχολική χρονιά 1991/92 κοντά στο αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό. Συγκεκριμένα το 9,6% της «σχολικής φουρνιάς» που μπήκε στην Α’ Γυμνασίου το 1991/92[4] δεν κατάφερε να αποκτήσει το απολυτήριο Γυμνασίου (Σταμέλος, 1999).  Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1987/88 το ποσοστό ήταν 12,6% (Paleocrassas et al 1999), ενώ την περίοδο 1980-83 κυμαινόταν μεταξύ του 18 με 22% (Λαρίου-Δρεττάκη, 1993). Επομένως, η διαχρονική τάση του ποσοστού εγκατάλειψης του σχολείου στην Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί πτωτική τάση.

Θεωρητικό πλαίσιο

Είναι γνωστό ότι η μελέτη της σχολικής εμπειρίας κατέχει προεξάρχουσα θέση σε πολλές από τις κλασικές θεωρήσεις των αιτιών ανάπτυξης της εφηβικής παραβατικότητας. Στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε εδώ θα εξετάσουμε μόνο εκείνες που μπορούν να φωτίσουν την ανάλυση των δεδομένων που διαθέτουμε.

Ανέφικτες επιδιώξεις και ματαίωση

Ο Merton (1949) ερμήνευσε την ύπαρξη των ανομικών συμπεριφορών στην αμερικανική κοινωνία ως αποτέλεσμα της προσπάθειας κάποιων μελών των κατωτέρων τάξεων να επιτύχουν τους συμβατικούς στόχους της οικονομικής επιτυχίας και της κοινωνικής αναγνώρισης με αντισυμβατικά μέσα. Ο Cohen’s (1955)  επεξεργάστηκε περαιτέρω αυτή τη γραμμή σκέψης και απέδωσε τις γενεσιουργές αιτίες της εφηβικής παραβατικότητας στη ματαίωση και το στρες που βιώνουν οι μαθητές εργατικής προέλευσης, λόγω της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στα πρότυπα και τις αξίες της μεσαίας τάξης, τα οποία κυριαρχούν στο σχολείο. Έτσι κάποια από τα παιδιά αυτά αρνούνται να αποδεχθούν τους περιορισμούς που η κοινωνική τους καταγωγή συνεπάγεται και υιοθετούν αντισυμβατικό ή και παραβατικό προσανατολισμό. Η ένταξη σε παρέες παραβατικών ομοτίμων και η εγκληματική δράση παρέχουν το κύρος και τις εναλλακτικές λύσεις για εκείνες τις επιδιώξεις τους που δεν μπορούν να ευοδωθούν με συμβατικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση το έργο του Cohen δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ούτε με τους μηχανισμούς και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αποξένωσης από το σχολείο αλλά ούτε και με τις επιπτώσεις της  εγκατάλειψής του.

Αργότερα, η μελέτη του Willis (1978) έδωσε περισσότερη προσοχή σε αυτούς τους τομείς επισημαίνοντας κάποιες από τις αυτό-υπονομευτικές παρενέργειες της αντισχολικής και συγκρουσιακής κουλτούρας προς τις οποίες συχνά διοχετεύονται τα αδιέξοδα των παιδιών των κατωτέρων τάξεων.

Οι  Elliot και Voss’s (1974) αξιοποιούν τις καταβολές αυτής της παράδοσης για να εξετάσουν το ρόλο που η εγκατάλειψη του σχολείου διαδραματίζει για τη μετέπειτα παραβατική δραστηριότητα. Η προοπτική μελέτη τους παρακολούθησε την πορεία ενός δείγματος 2.617 μαθητών.  Η βασική παρατήρηση επί της οποίας τελικά βασίστηκε η θεωρητική τους θέση είναι ότι οι έφηβοι που εγκατέλειψαν το σχολείο είχαν πολύ μεγαλύτερη παραβατική δραστηριότητα στα χρόνια που παρακολουθούσαν σχολείο παρά αργότερα, όταν το είχαν πλέον εγκαταλείψει. Η ερμηνεία που προσφέρουν οι παραπάνω συγγραφείς αποδίδει την έξαρση της εφηβικής παραβατικότητας κατά τα σχολικά χρόνια στα αισθήματα αποξένωσης και ματαίωσης που οι κοινωνικά ευάλωτοι μαθητές βιώνουν. To θεωρητικό τους συμπέρασμα είναι ότι η εγκατάλειψη του σχολείου οδηγεί στη μείωση της παραβατικότητας.

Κοινωνικός Έλεγχος

Οι θεωρίες του κοινωνικού ελέγχου εκκινούν από την οπτική του Durkheim και αντιλαμβάνονται την παραβατικότητα και το έγκλημα ως αναπόφευκτα συστατικά της κοινωνικής ζωής. Επομένως εναπόκειται στην επιρροή των κοινωνικών θεσμών ο περιορισμός της έμφυτης τάσης των ατόμων να παραβαίνουν τους κανόνες. Σύμφωνα με τον Hirschi (1969) o κοινωνικός έλεγχος επιτυγχάνεται μέσω των δεσμών  που τα άτομα αναπτύσσουν με τους θεσμούς, και οι οποίοι λαμβάνουν τη μορφή της δέσμευσης, της εμπλοκής, της πίστης, της πρόσδεσης.

Υιοθετώντας αυτή την ερμηνευτική αρχή  ο Thornberry et al (1985) υποστηρίζουν ότι η εγκατάλειψη του σχολείου διαρρηγνύει τους δεσμούς του κοινωνικού ελέγχου που αυτό ασκεί, και αναπόφευκτα οδηγεί σε παρόξυνση της παραβατικότητας. Οι εν λόγω συγγραφείς ασκούν κριτική στους Elliot και Voss για το ότι οι τελευταίοι  παραβλέπουν το γεγονός ότι η εφηβική παραβατικότητα ούτως ή άλλως υποχωρεί στην ηλικία των 16 – 17 χρόνων, ηλικία που συμπίπτει με τον χρόνο εγκατάλειψης του σχολείου. Η προσεκτικότερη εξέταση που οι Thornberry et al επιχειρούν καταλήγει στο ότι η εγκατάλειψη του σχολείου ενισχύει τόσο την εφηβική παραβατικότητα όσο και τη μετέπειτα ενήλικη εγκληματικότητα.

Άλλοι συγγραφείς όπως οι Bachman et al. (1978), Jarjoura’s (1993) υποστηρίζουν ότι επειδή η εγκατάλειψη του σχολείου και η παραβατικότητα έχουν πολλούς κοινούς αιτιολογικούς παράγοντες δεν συνδέονται με μια γνησίως αιτιακή σχέση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Jarjoura «αυτοί που εγκαταλείπουν το σχολείο έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες από τους αποφοίτους να ακολουθήσουν παραβατική πορεία, αλλά η αιτία δεν είναι πάντα σχετική με την εγκατάλειψη του σχολείου». Ο ίδιος ερευνητής καταλήγει στη θέση ότι όσοι άφησαν το σχολείο για οικονομικούς λόγους (για να πιάσουν δουλειά) δεν είχαν στη συνέχεια έξαρση της παραβατικής δραστηριότητας. Άλλοι που άφησαν πίσω τους την ταυτότητα του μαθητή γιατί «δεν τους άρεσε το σχολείο» φαίνεται ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες να ακολουθήσουν παραβατική πορεία.

Χρήση ουσιών και εγκατάλειψη του σχολείου

Πολλές είναι οι έρευνες που επικεντρώνονται στη σχέση της χρήσης ουσιών και της παραβατικότητας με την εγκατάλειψη του σχολείου. Στη σχετική βιβλιογραφία συστηματικά επιβεβαιώνεται η μεγαλύτερη επικράτηση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στον πληθυσμό των έφηβων που φεύγουν πρόωρα από το σχολείο συγκριτικά με τους συνομήλικους τους που παραμένουν στην εκπαίδευση (Mensch and Kandel, 1988; Ekstrom et al., 1986; Eliot and Voss, 1974).

Η κλασική αναφορά στο συγκεκριμένο αντικείμενο είναι η έρευνα των Barbara Mench και Denise Kandel (1988).  Οι συγγραφείς αυτοί ανέλυσαν δεδομένα που συλλέχθηκαν σε εθνικό επίπεδο από αμερικανική προοπτική μελέτη 12.000 νέων ανθρώπων, οι οποίοι το 1984 ήταν 19-27 ετών, και διερεύνησαν το ρόλο που η χρήση νόμιμων και παράνομων ψυχοτρόπων ουσιών έχει με την εγκατάλειψη του δευτεροβάθμιου σχολείου. Το πλαίσιο των Mench και Kandel  για την ερμηνεία της εγκατάλειψης του σχολείου υιοθετεί την σκοπιά των Jessor and Jessor’s (1977)  και τη θεωρία τους περί «προβληματικής συμπεριφοράς». Έτσι αντιμετωπίζουν τη χρήση ουσιών και την εγκατάλειψη του σχολείου ως εκδηλώσεις ενός κοινού υποβάθρου «προβληματικής συμπεριφοράς». Η συσχέτιση των δύο φαινομένων αποδίδεται στην ύπαρξη κοινών αιτιολογικών παραγόντων, όπως ο προσανατολισμός σε «αντισυμβατικά πρότυπα και αξίες», οι «όχι ικανοποιητικές σχέσεις με τους γονείς», η «υπέρμετρη προσκόλληση σε φιλικές σχέσεις», «τα ψυχολογικά προβλήματα».

Επομένως, η χρήση ουσιών και η εγκατάλειψη του σχολείου δεν συνδέονται με μια γνησίως αιτιακή σχέση, αλλά κάθε μια από τις συμπεριφορές αυτές μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αιτία είτε ως αποτέλεσμα της άλλης. Η πρώιμη εμπλοκή με τη χρήση ουσιών μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στις σχολικές επιδόσεις και να συμβάλει τελικά στην απόφαση για εγκατάλειψη του σχολείου. Από την άλλη μεριά, όσοι εγκαταλείπουν το σχολείο έχουν αυξημένες πιθανότητες προσχώρησης σε φιλικούς κύκλους όπου η χρήση ουσιών και η παραβατικότητα ενδημούν.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, τα ευρήματα της μελέτης των Mench and Kandel επιβεβαιώνουν  τη σημαντική συμβολή της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών στην εγκατάλειψη του σχολείου. Τεκμηριώνουν το ότι η χρήση ουσιών συνιστά επιπρόσθετο διακριτό παράγοντα, η συμβολή του οποίου στην ερμηνεία του φαινομένου δεν απαλείφεται όταν εξισορροπηθούν οι διαφορές υποβάθρου  μεταξύ της ομάδας των αποφοίτων και αυτών που εγκατέλειψαν το σχολείο. Τελικά η διακριτή αυτή συνιστώσα  αθροίζεται από κοινού με τους άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες που ευθύνονται για την εγκατάλειψη του σχολείου. Ακόμη παραπέρα, οι Mench και Kandel παρατηρούν, ότι «όσο χαμηλώνει η ηλικία έναρξης χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών τόσο αυξάνεται το ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου» και ότι «όσο εντονότερη η κοινωνική απαξία ενός συγκεκριμένου τύπου χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών τόσο ισχυρότερος είναι ο συσχετισμός της με την εγκατάλειψη του σχολείου».

Σημαντικά είναι τέλος τα ευρήματα των Mench and Kandel που σχετίζονται με τη συμβολή των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας στην απόφαση για εγκατάλειψη του σχολείου. Σε μια πρώτη εξέταση, μεταβλητές όπως ο βαθμός αυτοπεποίθησης (self-esteem) και το σημείο ελέγχου (locus of control) εμφανίζουν υψηλό βαθμό συσχέτισης με την εγκατάλειψη του σχολείο. Όταν όμως εισαχθούν σε πολυπαραγοντικά μοντέλα από κοινού με κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά χάνουν τη σημασία τους για την πρόβλεψη της εγκατάλειψης του σχολείου.

Οι Janosz et al. (1997) εξετάζοντας τη βιβλιογραφία τη σχετική με τους επιβαρυντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εγκατάλειψη του σχολείου επιβεβαιώνουν αυτό το εύρημα. Καταλήγουν στη θέση ότι οι πλέον σημαντικοί επιβαρυντικοί παράγοντες είναι όσοι συνδέονται με τη σχολική εμπειρία και την οικογένεια. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η αυτοπεποίθηση, οι κοινωνικές και διαπροσωπικές ικανότητες δεν φαίνεται να διαθέτουν ικανότητα πρόγνωσης της πρώιμης εγκατάλειψης του σχολείου.

  • Παραμονή στο σχολείο και χρήση ουσιών

Σημείο αφετηρίας για τη διερεύνηση του ρόλου που η παραμονή στο σχολείο διαδραματίζει για τις προβληματικές συμπεριφορές είναι η  παρατήρηση των Jessor και Jessor (1977) ότι η παράταση του χρόνου παραμονής στην εκπαίδευση περιορίζει τη δριμύτητα της εμπλοκής με τη χρήση ουσιών και μετριάζει άλλες συμπεριφορές υψηλού κινδύνου.

H μελέτη των Obot και Anthony (1999) διερεύνησε εις βάθος την επίδραση που έχει το ιστορικό παραμονής ή διακοπής του σχολείου στις μορφές και τη δριμύτητα της χρήσης ουσιών ένα δείγμα Αφροαμερικανών χρηστών ψυχοτρόπων ουσιών.  Τα ευρήματά τους δείχνουν ότι όσοι διέκοψαν το σχολείο ήταν περίπου δυο φορές πιο πιθανόν να κάνουν ενέσιμη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών από ό,τι οι απόφοιτοι του δευτεροβάθμιου σχολείου.

  • Στόχοι – Μέθοδοι – Περιορισμοί

Επιδίωξη της μελέτης είναι η διερεύνηση του ρόλου της σχολικής εμπειρίας για τη διαμόρφωση της παρεκκλίνουσας πορείας των εφήβων εκείνων που είτε έκαναν κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών είτε ήταν εξαρτημένοι από αυτές. Προκειμένου να εξετασθεί αυτή η επίδραση, θα επιχειρήσουμε στο πρώτο τμήμα της ανάλυσης μας, τη σύγκριση των χαρακτηριστικών δύο ομάδων: η πρώτη αποτελείται από χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών που αποφοίτησαν από το Λύκειο, και η δεύτερη από όσους εγκατέλειψαν το σχολείο σε κάποιο στάδιο πριν από την απόκτηση του απολυτήριου Λυκείου.

Ο αναδρομικός χαρακτήρας της μελέτης δεν μας δίδει, τουλάχιστον όχι άμεσα, τη δυνατότητα να διακρίνουμε αν οι καταγραμμένες διαφορές χαρακτηριστικών μεταξύ των δύο ομάδων αποτελούν αιτίες ή αποτελέσματα της διακοπής του σχολείου. Η ύπαρξη όμως πληροφοριών όπως η ηλικία διακοπής του σχολείου, η ηλικία έναρξης χρήσης παράνομων ουσιών κ.λπ. μας επιτρέπει να εξετάσουμε, στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής μας, υποθέσεις σχετικά με τη χρονική διαδοχή των προβληματικών αυτών συμπεριφορών.

Η ανάλυση αυτού του τύπου δεν δίνει τη δυνατότητα έγκυρης επικύρωσης ή διάψευσης αιτιακών υποθέσεων σχετικών με τους παράγοντες που οδηγούν στην εγκατάλειψη του σχολείου. Έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί με αυστηρότητα ο ισχυρισμός ότι είναι ψευδής ο αιτιακός συσχετισμός της χρήσης ουσιών και της παραβατικότητας με την εγκατάλειψη του σχολείου. Αυτή η αδυναμία οφείλεται στην απουσία μεταβλητών που να καταγράφουν την επικράτηση των ευρύτερων μορφών προβληματικής συμπεριφοράς. Αν υπήρχαν τέτοιες μετρήσεις θα μπορούσε να ελεγχθεί στατιστικά η συμβολή τους, και να εξετασθεί το κατά πόσο η είσοδός τους σε μοντέλα πολλαπλής παλινδρόμησης θα επηρέαζε την ερμηνευτική ισχύ των μεταβλητών που σχετίζονται με την χρήση ουσιών και την παραβατικότητα.

Παρόλα αυτά, η συγκριτική μελέτη των διαθέσιμων γραμμικών μοντέλων προσφέρει ισχυρές ενδείξεις για την εγκυρότητα των αιτιολογικών υποθέσεων και αναδεικνύει τους πλέον σημαντικούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Η επιλογή των αρτιότερων μοντέλων θα οδηγήσει στην ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιων αιτιακών υποθέσεων.

Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η φύση των δεδομένων που αξιοποιεί η παρούσα ερευνητική εργασία (συμπλήρωση κλειστού ερωτηματολογίου με συνέντευξη) δεν επιτρέπουν την εις βάθος εξέταση της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητας του έφηβου παραβάτη ή του έφηβου χρήστη εξαρτησιογόνων ουσιών. Η πλούσια και δυναμική διαδικασία προσχώρησης στην κουλτούρα της χρήσης ουσιών (Becker, 2000) αλλά και η αλληλεπίδραση με το σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και οι διαδικασίες απόδοσης και αποδοχής της κοινωνικής ετικέτας του περιθωριακού, βρίσκονται εκτός των δυνατοτήτων του θετικιστικού μοντέλου έρευνας που αναγκαστικά υιοθετούμε εδώ. (Για μια αρχική διερεύνηση των διαδικασιών περιθωριοποίησης και δευτερογενούς παρέκκλισης βλ. Papandreou 2000).

Πληθυσμός – δείγμα

Ο πληθυσμός που ενδιαφέρει αυτή τη μελέτη είναι οι προβληματικοί χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών. Το δείγμα μας αποτελείται από 8.322 χρήστες οι οποίοι κατά το διάστημα 1995 – 2002 προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α. σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Ηράκλειο, αναζητώντας θεραπευτική υποστήριξη[5].

Ο ποιοτικός έλεγχος των δεδομένων ο οποίος εστίασε  στη συγκριτική εξέταση των μετρήσεων των μεταβλητών Εκπαιδευτικό Επίπεδο και Διακοπή του Σχολείου, και τον εντοπισμό έκτροπων τιμών (outliers) οδήγησε στο να εξαιρεθούν από την ανάλυση 852 άτομα. Έτσι το δείγμα που αξιοποιεί η ανάλυση που ακολουθεί αριθμεί 7.470 άτομα. Το 85,1% αυτών είναι άνδρες και μόνο το 14,9% γυναίκες. Ο μέσος όρος της ηλικίας στο δείγμα αυτό είναι 25,4 έτη {Τυπική Απόκλιση (Τ.Α.): 6,3 έτη}.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ, ΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Παπανδρέου Περικλήσ[1]

Τουλούμη Γιώτας[2]

Πουλόπουλου Χαράλαμπου[3]

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παρούσα αναδρομική μελέτη αξιοποιεί στοιχεία που  προσέφεραν, μέσω συνεντεύξεων, 8.322 χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών,  οι οποίοι προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α., κατά την οκταετία 1995 – 2002. Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο συσχετίζεται η εκπαιδευτική αποτυχία με  τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και την παραβατικότητα.

Η σύγκριση μέσω μοντέλων πολλαπλής λογιστικής εξάρτησης αυτών που εγκατέλειψαν πρόωρα το δευτεροβάθμιο σχολείο με αυτούς που απόκτησαν απολυτήριο Λυκείου ανέδειξε σημαντικές διαφοροποιήσεις σε ότι αφορά (α) στο κοινωνιοδημογραφικό υπόβαθρο των δύο ομάδων, (β) τον βαθμό εμπλοκής τους με την παραβατικότητα και (γ) την επικινδυνότητα των πρακτικών χρήσης ναρκωτικών ουσιών.

Στην συνέχεια η μελέτη εστιάζει αποκλειστικά σε αυτούς που εγκατέλειψαν πρόωρα το δευτεροβάθμιο σχολείο. Η στατιστική ανάλυση με μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης προσέφερε τόσο τη δυνατότητα της ταξινομητικής περιγραφής του πληθυσμού, όσο και αυτή της διερεύνησης υποθέσεων σχετικών με την χρονική σειρά εμφάνισης των προβληματικών συμπεριφορών (εγκατάλειψη του σχολείου, χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και παραβατικότητα).

Αναδείχθηκαν δύο διακριτές υποομάδες και αντίστοιχα μοντέλα κλιμάκωσης της προβληματικής συμπεριφοράς. Για τους χρήστες για τους οποίους ισχύει το πρώτο μοντέλο, ο πειραματισμός με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών ξεκίνησε σε μικρή ηλικία (13 – 14 ετών) και φαίνεται ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαδικασία απομάκρυνσης τους από το σχολείο.  Το δεύτερο μοντέλο αφορά το τμήμα τού υπό εξέταση πληθυσμού στο οποίο ανήκουν όσοι έχουν εγκαταλείψει το δευτεροβάθμιο σχολείο  πιθανώς για  λόγους που είτε είναι σχετικοί με τις φτωχές σχολικές τους επιδόσεις είτε με τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του. Αυτοί φαίνεται ότι άρχισαν χρήση σε σχετικά μεγάλη ηλικία (17 ετών κατά μέσο όρο) και πιθανόν στο πλαίσιο ενός εν γένει παραβατικού τρόπου ζωής. Τα ευρήματα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για την βελτίωση των πολιτικών πρόληψης τόσο της χρήσης ουσιών όσο και της σχολικής διαρροής. Περαιτέρω μελέτες, κυρίως ποιοτικές, απαιτούνται για την πληρέστερη κατανόηση του χαρακτήρα των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στο σύγχρονο ελληνικό δευτεροβάθμιο σχολείο και οδηγούν σε ενίσχυση των παρεκκλινόντων συμπεριφορών.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

To φαινόμενο της διαρροής από την υποχρεωτική εκπαίδευση αναδείχθηκε σε ζήτημα πολιτικής και αντικείμενο μελέτης για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος  ήταν σχετικός με τη μέριμνα για εξασφάλιση εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού οι ικανότητες και οι γνώσεις του οποίου θα ανταποκρίνονταν στις αναβαθμισμένες και συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της σύγχρονης οικονομίας. Δεν αποτελεί βέβαια σύμπτωση το ότι αυτή η «οικονομική» οπτική για το θέμα της εγκατάλειψης του Σχολείου ήταν διαδεδομένη την δεκαετία του ’60, όταν ο δυτικός κόσμος βρισκόταν σε τροχιά ραγδαίας ανάπτυξης και τα εκπαιδευτικά συστήματα περνούσαν στη φάση της μαζικοποίησης.

Το δεύτερο ζήτημα σχετιζόταν με την «ανησυχία» ότι αυτοί που εγκαταλείπουν το σχολείο είναι επιρρεπείς στο έγκλημα και επομένως αντιπροσωπεύουν κίνδυνο για την έννομη τάξη (Dorn, 1996). Αφετηρία αυτής της σκοπιάς αποτελούν οι ουμανιστικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα που εναπόθεταν στη γενίκευση της εκπαίδευσης τις ελπίδες περιορισμού της εγκληματικότητας (Φαρσεδάκης, 1985). Έτσι το φαινόμενο της εγκατάλειψης του σχολείου συγκέντρωσε και το ενδιαφέρον της κοινωνιολογίας και αναπτύχθηκαν οι βάσεις όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων που επιχειρούν την ερμηνεία του και περιγράφουν τις αρνητικές συνέπειες για το άτομο και την κοινωνία.

Σήμερα, σε ένα περιβάλλον οικονομικής ύφεσης και υψηλής δομικής ανεργίας η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την σχολική αποτυχία σχετίζεται κυρίως με τις προσπάθειες περιορισμού της έκτασης του κοινωνικού αποκλεισμού. Από αυτή την σκοπιά θεωρείται –και όχι άδικα– ότι οι νέοι που αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα, και ιδιαίτερα αυτοί που έχουν παραβατικό τρόπο ζωής, έχουν φτωχές εκπαιδευτικές επιδόσεις και έχουν εμπλακεί  με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, συνιστούν μια ευπαθή κοινωνική ομάδα που διατρέχει υψηλό κίνδυνο κοινωνικής περιθωριοποίησης. Από μια άλλη συγγενή σκοπιά, οι νέοι αυτοί διατρέχουν κίνδυνο περιθωριοποίησης γιατί δεν διαθέτουν τα κρίσιμα εκείνα εφόδια που επιτρέπουν την επιτυχή μετάβαση σε ενήλικους ρόλους (Dryfoos, 1998, MacDonald, 1997).

 

ΛΟΓΟΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Οι λόγοι για τους οποίους οι έφηβοι εγκαταλείπουν το σχολείο ποικίλλουν. Οι Elliott και Voss (1974) διακρίνουν μεταξύ των εφήβων που εγκαταλείπουν το σχολείο όσους ήταν ακαδημαϊκά ικανοί και όσους είχαν φτωχές σχολικές επιδόσεις. Μια πληρέστερη αποτύπωση των αιτιών της σχολικής διαρροής (Rumberger, 1983) απαριθμεί:

  1. Παράγοντες που σχετίζονται με το σχολείο: όπως οι φτωχές επιδόσεις, η αρνητική στάση απέναντι στην εκπαίδευση, η σύγκρουση αξιών και πολιτισμικών κωδίκων, τα προβλήματα προσαρμογής και συμπεριφοράς.
  2. Παράγοντες στο ατομικό επίπεδο: προβλήματα στην οικογένεια, συναισθηματικές δυσκολίες, προβληματική συμπεριφορά, παραβατικότητα, χρήση ψυχότροπων ουσιών.
  3. Οικονομικούς παράγοντες: οικονομική δυσπραγία, χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την ελληνική περίπτωση, και σύμφωνα με  την μελέτη Paleocrassas et al (1999) αλλά και αυτή της Καλογρίδου (1998) φαίνεται ότι οι λόγοι που εξωθούν τους μαθητές να εγκαταλείψουν το σχολείο είναι κυρίως οικονομικοί. Η επικράτηση της παραβατικότας και των άλλων προβληματικών συμπεριφορών στον μαθητικό πληθυσμό στην Ελλάδα φαίνεται να είναι σχετικά μικρή (Hibel et al 2000, Κουράκης, 1999) και σύμφωνα με τις ποιοτικές έρευνες σε μαθητικό πληθυσμό δεν φαίνεται να έχει υψηλό βαθμό συσχέτισης με τη σχολική διαρροή.

Σε αντίθεση με τις ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες που αφορούν τον γενικό μαθητικό πληθυσμό, οι συνεντεύξεις με έφηβους χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών που εξετάζουν τη διαδικασία διαμόρφωσης παρεκκλίνουσας πορείας (Papandreou, 2000) αποκαλύπτουν σημαντική αλληλοεπικάλυψη της παραβατικότητας και της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών.

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σύμφωνα με την έρευνα των Paleocrassas et al (1999) το ποσοστό διαρροής από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν στην Ελλάδα την σχολική χρονιά 1991/92 κοντά στο αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό. Συγκεκριμένα το 9,6% της «σχολικής φουρνιάς» που μπήκε στην Α’ Γυμνασίου το 1991/92[4] δεν κατάφερε να αποκτήσει το απολυτήριο Γυμνασίου (Σταμέλος, 1999).  Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1987/88 το ποσοστό ήταν 12,6% (Paleocrassas et al 1999), ενώ την περίοδο 1980-83 κυμαινόταν μεταξύ του 18 με 22% (Λαρίου-Δρεττάκη, 1993). Επομένως, η διαχρονική τάση του ποσοστού εγκατάλειψης του σχολείου στην Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί πτωτική τάση.

 

Θεωρητικό πλαίσιο

Είναι γνωστό ότι η μελέτη της σχολικής εμπειρίας κατέχει προεξάρχουσα θέση σε πολλές από τις κλασικές θεωρήσεις των αιτιών ανάπτυξης της εφηβικής παραβατικότητας. Στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε εδώ θα εξετάσουμε μόνο εκείνες που μπορούν να φωτίσουν την ανάλυση των δεδομένων που διαθέτουμε.

 

Ανέφικτες επιδιώξεις και ματαίωση

Ο Merton (1949) ερμήνευσε την ύπαρξη των ανομικών συμπεριφορών στην αμερικανική κοινωνία ως αποτέλεσμα της προσπάθειας κάποιων μελών των κατωτέρων τάξεων να επιτύχουν τους συμβατικούς στόχους της οικονομικής επιτυχίας και της κοινωνικής αναγνώρισης με αντισυμβατικά μέσα. Ο Cohen’s (1955)  επεξεργάστηκε περαιτέρω αυτή τη γραμμή σκέψης και απέδωσε τις γενεσιουργές αιτίες της εφηβικής παραβατικότητας στη ματαίωση και το στρες που βιώνουν οι μαθητές εργατικής προέλευσης, λόγω της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στα πρότυπα και τις αξίες της μεσαίας τάξης, τα οποία κυριαρχούν στο σχολείο. Έτσι κάποια από τα παιδιά αυτά αρνούνται να αποδεχθούν τους περιορισμούς που η κοινωνική τους καταγωγή συνεπάγεται και υιοθετούν αντισυμβατικό ή και παραβατικό προσανατολισμό. Η ένταξη σε παρέες παραβατικών ομοτίμων και η εγκληματική δράση παρέχουν το κύρος και τις εναλλακτικές λύσεις για εκείνες τις επιδιώξεις τους που δεν μπορούν να ευοδωθούν με συμβατικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση το έργο του Cohen δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ούτε με τους μηχανισμούς και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αποξένωσης από το σχολείο αλλά ούτε και με τις επιπτώσεις της  εγκατάλειψής του.

Αργότερα, η μελέτη του Willis (1978) έδωσε περισσότερη προσοχή σε αυτούς τους τομείς επισημαίνοντας κάποιες από τις αυτό-υπονομευτικές παρενέργειες της αντισχολικής και συγκρουσιακής κουλτούρας προς τις οποίες συχνά διοχετεύονται τα αδιέξοδα των παιδιών των κατωτέρων τάξεων.

Οι  Elliot και Voss’s (1974) αξιοποιούν τις καταβολές αυτής της παράδοσης για να εξετάσουν το ρόλο που η εγκατάλειψη του σχολείου διαδραματίζει για τη μετέπειτα παραβατική δραστηριότητα. Η προοπτική μελέτη τους παρακολούθησε την πορεία ενός δείγματος 2.617 μαθητών.  Η βασική παρατήρηση επί της οποίας τελικά βασίστηκε η θεωρητική τους θέση είναι ότι οι έφηβοι που εγκατέλειψαν το σχολείο είχαν πολύ μεγαλύτερη παραβατική δραστηριότητα στα χρόνια που παρακολουθούσαν σχολείο παρά αργότερα, όταν το είχαν πλέον εγκαταλείψει. Η ερμηνεία που προσφέρουν οι παραπάνω συγγραφείς αποδίδει την έξαρση της εφηβικής παραβατικότητας κατά τα σχολικά χρόνια στα αισθήματα αποξένωσης και ματαίωσης που οι κοινωνικά ευάλωτοι μαθητές βιώνουν. To θεωρητικό τους συμπέρασμα είναι ότι η εγκατάλειψη του σχολείου οδηγεί στη μείωση της παραβατικότητας.

 

Κοινωνικός Έλεγχος

Οι θεωρίες του κοινωνικού ελέγχου εκκινούν από την οπτική του Durkheim και αντιλαμβάνονται την παραβατικότητα και το έγκλημα ως αναπόφευκτα συστατικά της κοινωνικής ζωής. Επομένως εναπόκειται στην επιρροή των κοινωνικών θεσμών ο περιορισμός της έμφυτης τάσης των ατόμων να παραβαίνουν τους κανόνες. Σύμφωνα με τον Hirschi (1969) o κοινωνικός έλεγχος επιτυγχάνεται μέσω των δεσμών  που τα άτομα αναπτύσσουν με τους θεσμούς, και οι οποίοι λαμβάνουν τη μορφή της δέσμευσης, της εμπλοκής, της πίστης, της πρόσδεσης.

Υιοθετώντας αυτή την ερμηνευτική αρχή  ο Thornberry et al (1985) υποστηρίζουν ότι η εγκατάλειψη του σχολείου διαρρηγνύει τους δεσμούς του κοινωνικού ελέγχου που αυτό ασκεί, και αναπόφευκτα οδηγεί σε παρόξυνση της παραβατικότητας. Οι εν λόγω συγγραφείς ασκούν κριτική στους Elliot και Voss για το ότι οι τελευταίοι  παραβλέπουν το γεγονός ότι η εφηβική παραβατικότητα ούτως ή άλλως υποχωρεί στην ηλικία των 16 – 17 χρόνων, ηλικία που συμπίπτει με τον χρόνο εγκατάλειψης του σχολείου. Η προσεκτικότερη εξέταση που οι Thornberry et al επιχειρούν καταλήγει στο ότι η εγκατάλειψη του σχολείου ενισχύει τόσο την εφηβική παραβατικότητα όσο και τη μετέπειτα ενήλικη εγκληματικότητα.

Άλλοι συγγραφείς όπως οι Bachman et al. (1978), Jarjoura’s (1993) υποστηρίζουν ότι επειδή η εγκατάλειψη του σχολείου και η παραβατικότητα έχουν πολλούς κοινούς αιτιολογικούς παράγοντες δεν συνδέονται με μια γνησίως αιτιακή σχέση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Jarjoura «αυτοί που εγκαταλείπουν το σχολείο έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες από τους αποφοίτους να ακολουθήσουν παραβατική πορεία, αλλά η αιτία δεν είναι πάντα σχετική με την εγκατάλειψη του σχολείου». Ο ίδιος ερευνητής καταλήγει στη θέση ότι όσοι άφησαν το σχολείο για οικονομικούς λόγους (για να πιάσουν δουλειά) δεν είχαν στη συνέχεια έξαρση της παραβατικής δραστηριότητας. Άλλοι που άφησαν πίσω τους την ταυτότητα του μαθητή γιατί «δεν τους άρεσε το σχολείο» φαίνεται ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες να ακολουθήσουν παραβατική πορεία.

 

Χρήση ουσιών και εγκατάλειψη του σχολείου

Πολλές είναι οι έρευνες που επικεντρώνονται στη σχέση της χρήσης ουσιών και της παραβατικότητας με την εγκατάλειψη του σχολείου. Στη σχετική βιβλιογραφία συστηματικά επιβεβαιώνεται η μεγαλύτερη επικράτηση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στον πληθυσμό των έφηβων που φεύγουν πρόωρα από το σχολείο συγκριτικά με τους συνομήλικους τους που παραμένουν στην εκπαίδευση (Mensch and Kandel, 1988; Ekstrom et al., 1986; Eliot and Voss, 1974).

Η κλασική αναφορά στο συγκεκριμένο αντικείμενο είναι η έρευνα των Barbara Mench και Denise Kandel (1988).  Οι συγγραφείς αυτοί ανέλυσαν δεδομένα που συλλέχθηκαν σε εθνικό επίπεδο από αμερικανική προοπτική μελέτη 12.000 νέων ανθρώπων, οι οποίοι το 1984 ήταν 19-27 ετών, και διερεύνησαν το ρόλο που η χρήση νόμιμων και παράνομων ψυχοτρόπων ουσιών έχει με την εγκατάλειψη του δευτεροβάθμιου σχολείου. Το πλαίσιο των Mench και Kandel  για την ερμηνεία της εγκατάλειψης του σχολείου υιοθετεί την σκοπιά των Jessor and Jessor’s (1977)  και τη θεωρία τους περί «προβληματικής συμπεριφοράς». Έτσι αντιμετωπίζουν τη χρήση ουσιών και την εγκατάλειψη του σχολείου ως εκδηλώσεις ενός κοινού υποβάθρου «προβληματικής συμπεριφοράς». Η συσχέτιση των δύο φαινομένων αποδίδεται στην ύπαρξη κοινών αιτιολογικών παραγόντων, όπως ο προσανατολισμός σε «αντισυμβατικά πρότυπα και αξίες», οι «όχι ικανοποιητικές σχέσεις με τους γονείς», η «υπέρμετρη προσκόλληση σε φιλικές σχέσεις», «τα ψυχολογικά προβλήματα».

Επομένως, η χρήση ουσιών και η εγκατάλειψη του σχολείου δεν συνδέονται με μια γνησίως αιτιακή σχέση, αλλά κάθε μια από τις συμπεριφορές αυτές μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αιτία είτε ως αποτέλεσμα της άλλης. Η πρώιμη εμπλοκή με τη χρήση ουσιών μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στις σχολικές επιδόσεις και να συμβάλει τελικά στην απόφαση για εγκατάλειψη του σχολείου. Από την άλλη μεριά, όσοι εγκαταλείπουν το σχολείο έχουν αυξημένες πιθανότητες προσχώρησης σε φιλικούς κύκλους όπου η χρήση ουσιών και η παραβατικότητα ενδημούν.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, τα ευρήματα της μελέτης των Mench and Kandel επιβεβαιώνουν  τη σημαντική συμβολή της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών στην εγκατάλειψη του σχολείου. Τεκμηριώνουν το ότι η χρήση ουσιών συνιστά επιπρόσθετο διακριτό παράγοντα, η συμβολή του οποίου στην ερμηνεία του φαινομένου δεν απαλείφεται όταν εξισορροπηθούν οι διαφορές υποβάθρου  μεταξύ της ομάδας των αποφοίτων και αυτών που εγκατέλειψαν το σχολείο. Τελικά η διακριτή αυτή συνιστώσα  αθροίζεται από κοινού με τους άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες που ευθύνονται για την εγκατάλειψη του σχολείου. Ακόμη παραπέρα, οι Mench και Kandel παρατηρούν, ότι «όσο χαμηλώνει η ηλικία έναρξης χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών τόσο αυξάνεται το ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου» και ότι «όσο εντονότερη η κοινωνική απαξία ενός συγκεκριμένου τύπου χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών τόσο ισχυρότερος είναι ο συσχετισμός της με την εγκατάλειψη του σχολείου».

Σημαντικά είναι τέλος τα ευρήματα των Mench and Kandel που σχετίζονται με τη συμβολή των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας στην απόφαση για εγκατάλειψη του σχολείου. Σε μια πρώτη εξέταση, μεταβλητές όπως ο βαθμός αυτοπεποίθησης (self-esteem) και το σημείο ελέγχου (locus of control) εμφανίζουν υψηλό βαθμό συσχέτισης με την εγκατάλειψη του σχολείο. Όταν όμως εισαχθούν σε πολυπαραγοντικά μοντέλα από κοινού με κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά χάνουν τη σημασία τους για την πρόβλεψη της εγκατάλειψης του σχολείου.

Οι Janosz et al. (1997) εξετάζοντας τη βιβλιογραφία τη σχετική με τους επιβαρυντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εγκατάλειψη του σχολείου επιβεβαιώνουν αυτό το εύρημα. Καταλήγουν στη θέση ότι οι πλέον σημαντικοί επιβαρυντικοί παράγοντες είναι όσοι συνδέονται με τη σχολική εμπειρία και την οικογένεια. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως η αυτοπεποίθηση, οι κοινωνικές και διαπροσωπικές ικανότητες δεν φαίνεται να διαθέτουν ικανότητα πρόγνωσης της πρώιμης εγκατάλειψης του σχολείου.

Παραμονή στο σχολείο και χρήση ουσιών

Σημείο αφετηρίας για τη διερεύνηση του ρόλου που η παραμονή στο σχολείο διαδραματίζει για τις προβληματικές συμπεριφορές είναι η  παρατήρηση των Jessor και Jessor (1977) ότι η παράταση του χρόνου παραμονής στην εκπαίδευση περιορίζει τη δριμύτητα της εμπλοκής με τη χρήση ουσιών και μετριάζει άλλες συμπεριφορές υψηλού κινδύνου.

H μελέτη των Obot και Anthony (1999) διερεύνησε εις βάθος την επίδραση που έχει το ιστορικό παραμονής ή διακοπής του σχολείου στις μορφές και τη δριμύτητα της χρήσης ουσιών ένα δείγμα Αφροαμερικανών χρηστών ψυχοτρόπων ουσιών.  Τα ευρήματά τους δείχνουν ότι όσοι διέκοψαν το σχολείο ήταν περίπου δυο φορές πιο πιθανόν να κάνουν ενέσιμη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών από ό,τι οι απόφοιτοι του δευτεροβάθμιου σχολείου.

Στόχοι – Μέθοδοι – Περιορισμοί

Επιδίωξη της μελέτης είναι η διερεύνηση του ρόλου της σχολικής εμπειρίας για τη διαμόρφωση της παρεκκλίνουσας πορείας των εφήβων εκείνων που είτε έκαναν κατάχρηση εξαρτησιογόνων ουσιών είτε ήταν εξαρτημένοι από αυτές. Προκειμένου να εξετασθεί αυτή η επίδραση, θα επιχειρήσουμε στο πρώτο τμήμα της ανάλυσης μας, τη σύγκριση των χαρακτηριστικών δύο ομάδων: η πρώτη αποτελείται από χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών που αποφοίτησαν από το Λύκειο, και η δεύτερη από όσους εγκατέλειψαν το σχολείο σε κάποιο στάδιο πριν από την απόκτηση του απολυτήριου Λυκείου.

Ο αναδρομικός χαρακτήρας της μελέτης δεν μας δίδει, τουλάχιστον όχι άμεσα, τη δυνατότητα να διακρίνουμε αν οι καταγραμμένες διαφορές χαρακτηριστικών μεταξύ των δύο ομάδων αποτελούν αιτίες ή αποτελέσματα της διακοπής του σχολείου. Η ύπαρξη όμως πληροφοριών όπως η ηλικία διακοπής του σχολείου, η ηλικία έναρξης χρήσης παράνομων ουσιών κ.λπ. μας επιτρέπει να εξετάσουμε, στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής μας, υποθέσεις σχετικά με τη χρονική διαδοχή των προβληματικών αυτών συμπεριφορών.

Η ανάλυση αυτού του τύπου δεν δίνει τη δυνατότητα έγκυρης επικύρωσης ή διάψευσης αιτιακών υποθέσεων σχετικών με τους παράγοντες που οδηγούν στην εγκατάλειψη του σχολείου. Έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί με αυστηρότητα ο ισχυρισμός ότι είναι ψευδής ο αιτιακός συσχετισμός της χρήσης ουσιών και της παραβατικότητας με την εγκατάλειψη του σχολείου. Αυτή η αδυναμία οφείλεται στην απουσία μεταβλητών που να καταγράφουν την επικράτηση των ευρύτερων μορφών προβληματικής συμπεριφοράς. Αν υπήρχαν τέτοιες μετρήσεις θα μπορούσε να ελεγχθεί στατιστικά η συμβολή τους, και να εξετασθεί το κατά πόσο η είσοδός τους σε μοντέλα πολλαπλής παλινδρόμησης θα επηρέαζε την ερμηνευτική ισχύ των μεταβλητών που σχετίζονται με την χρήση ουσιών και την παραβατικότητα.

Παρόλα αυτά, η συγκριτική μελέτη των διαθέσιμων γραμμικών μοντέλων προσφέρει ισχυρές ενδείξεις για την εγκυρότητα των αιτιολογικών υποθέσεων και αναδεικνύει τους πλέον σημαντικούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Η επιλογή των αρτιότερων μοντέλων θα οδηγήσει στην ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιων αιτιακών υποθέσεων.

Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η φύση των δεδομένων που αξιοποιεί η παρούσα ερευνητική εργασία (συμπλήρωση κλειστού ερωτηματολογίου με συνέντευξη) δεν επιτρέπουν την εις βάθος εξέταση της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητας του έφηβου παραβάτη ή του έφηβου χρήστη εξαρτησιογόνων ουσιών. Η πλούσια και δυναμική διαδικασία προσχώρησης στην κουλτούρα της χρήσης ουσιών (Becker, 2000) αλλά και η αλληλεπίδραση με το σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και οι διαδικασίες απόδοσης και αποδοχής της κοινωνικής ετικέτας του περιθωριακού, βρίσκονται εκτός των δυνατοτήτων του θετικιστικού μοντέλου έρευνας που αναγκαστικά υιοθετούμε εδώ. (Για μια αρχική διερεύνηση των διαδικασιών περιθωριοποίησης και δευτερογενούς παρέκκλισης βλ. Papandreou 2000).

 

Πληθυσμός – δείγμα

Ο πληθυσμός που ενδιαφέρει αυτή τη μελέτη είναι οι προβληματικοί χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών. Το δείγμα μας αποτελείται από 8.322 χρήστες οι οποίοι κατά το διάστημα 1995 – 2002 προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α. σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Ηράκλειο, αναζητώντας θεραπευτική υποστήριξη[5].

Ο ποιοτικός έλεγχος των δεδομένων ο οποίος εστίασε  στη συγκριτική εξέταση των μετρήσεων των μεταβλητών Εκπαιδευτικό Επίπεδο και Διακοπή του Σχολείου, και τον εντοπισμό έκτροπων τιμών (outliers) οδήγησε στο να εξαιρεθούν από την ανάλυση 852 άτομα. Έτσι το δείγμα που αξιοποιεί η ανάλυση που ακολουθεί αριθμεί 7.470 άτομα. Το 85,1% αυτών είναι άνδρες και μόνο το 14,9% γυναίκες. Ο μέσος όρος της ηλικίας στο δείγμα αυτό είναι 25,4 έτη {Τυπική Απόκλιση (Τ.Α.): 6,3 έτη}.

 

Πίνακας 1. Περιγραφικά στοιχεία του δείγματος ανά Φύλο

N=7.470, Άνδρες=6.355, Γυναίκες=1.115

Ν%Ν%Ν% 3.99962,948943,94.48860,1 1652,6585,22233,0        1232,0222,11452,0 1602,6545,12143,0 79212,811510,890712,5        2.80477,134752,33.15173,3 83322,931747,71.15026,7        59917,3549,365316,2

Χαρακτηριστικό Φύλο Σύνολο
  Άνδρες Γυναίκες    
Εκπαιδευτικό Επίπεδο*1            
Απόφοιτοι Λυκείου 2.191 34,5 568 50,9 2.759 36,9
Έχουν διακόψει
Παρακολουθούν σχολείο
Κυρία Ουσία Κατάχρησης*2
Χρήστες Οπιοειδών 5.089 82,6 878 82,1 5.967 82,5
Χρήστες Κοκαΐνης
Χρήστες χαπιών
Χρήστες Κάνναβης
Ιστορικό Σύλληψης*3
Ναι
Όχι
Ιστορικό Φυλάκισης*4
Ναι
Όχι 2.856 82,7 519 90,6 3.375 83,8
             

 

  • Αποτελέσματα

Η πλειοψηφία (60,1%) των χρηστών που προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α. την 8ετία 1995 – 2002 δήλωσαν ότι, σε κάποιο στάδιο, είχαν εγκαταλείψει την 12ετή σχολική εκπαίδευση. Ένα σημαντικό μέρος των χρηστών (27,1%) εμφανίζεται να έχει διακόψει πριν από την ολοκλήρωση της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης και επομένως να μη διαθέτει απολυτήριο Γυμνασίου. Μόνο το 36,9% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι είτε έχουν απλώς αποφοιτήσει από το Λύκειο είτε ότι έχουν προχωρήσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, ένα 3% του δείγματος παρακολουθούσε σχολείο τη στιγμή που αναζήτησε βοήθεια για το πρόβλημα της κατάχρησης ψυχοτρόπων ουσιών.

Προκειμένου να επιχειρηθεί η σύγκριση των αποτελεσμάτων αυτών με τα ισχύοντα στον γενικό πληθυσμό θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιομορφίες του δείγματος μας σε ότι αφορά την κατανομή ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα. Επιλέξαμε να κάνουμε αυτή τη σύγκριση με βάση την κυρίαρχη ομάδα του δείγματος μας, δηλαδή τους άνδρες ηλικίας 20 –29 ετών. Τα στοιχεία για το εκπαιδευτικό επίπεδο του γενικού πληθυσμού προέρχονται από την επεξεργασία των αποτελεσμάτων της απογραφής που διεξήγαγε η ΕΣΥΕ τον Μάρτιο του 2001. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι στον γενικό πληθυσμό το ποσοστό των νέων ενηλίκων ανδρών (20 –29 ετών) που δεν διαθέτουν απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανέρχεται σε 28,9%. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό που ισχύει για τους νέους ενήλικες άνδρες του δείγματος μας, αφού ένα 46,5% αυτών εμφανίζεται να έχει αφήσει το σχολείο πριν την ολοκλήρωση του δευτεροβάθμιου επιπέδου.  Λιγότερο σημαντικές είναι οι παρατηρούμενες διαφορές στο ποσοστό των νέων ενηλίκων που προχώρησαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και απόκτησαν κάποιο τίτλο σπουδών (14,6% στο γενικό πληθυσμό και 11,9%  στο δείγμα μας).

Η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών που προσέγγισαν το ΚΕ.Θ.Ε.Α. αναζητώντας βοήθεια (82,4%) ανέφεραν ως κυρία ουσία κατάχρησης την ηρωίνη ή άλλα οπιούχα. Ως προς αυτό δεν φαίνεται να υφίσταται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών (Πίνακας 1).

Παράμετροι σχετικοί με την γνωστή στις αρχές παραβατική συμπεριφορά έχουν καταγραφεί μόνο για  τα 4.274 άτομα που προσέγγισαν το ΚΕ.Θ.Ε.Α. την περίοδο 2000 – 2002. Παρατηρούμε ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων αυτή την περίοδο (73,3%), ανέφεραν ότι έχουν συλληφθεί τουλάχιστον μια φορά. Η παραβατική εμπλοκή αποτελεί κυρίως ανδρική υπόθεση. Ενώ μόνο το 52,3%  των γυναικών ανέφερε ότι έχει συλληφθεί έστω για μια φορά, το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες χρήστες ήταν 77,1%. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλλα είναι στατιστικά σημαντική (Χ2=176,83  p<0.0005). Τέλος, ιστορικό φυλάκισης αναφέρει μόνο το 16,2% των ατόμων που προσέγγισαν το ΚΕ.Θ.Ε.Α. τα έτη 2000 – 2005. Η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων δεν είναι τόσο μεγάλη όσο ήταν για το ιστορικό σύλληψης (Χ2=23,05 p<0.0005 Πίνακας 1).

Διαφορές μεταξύ αποφοίτων και εγκαταλειψάντων

Στη συνέχεια θα προχωρήσουμε στη συγκριτική μελέτη των χαρακτηριστικών των χρηστών που εγκατέλειψαν την 12ετή εκπαίδευση σε σχέση με τους χρήστες  που αποφοίτησαν από το Λύκειο. Από την ανάλυση αυτή εξαιρέθηκαν τα 165 άτομα που παρακολουθούσαν σχολείο τη στιγμή που προσέγγισαν τις υπηρεσίες του ΚΕ.Θ.Ε.Α. Η εκτίμηση των διαφορών βάσει μοντέλου πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης και τον υπολογισμό των αντίστοιχων λόγων πιθανοτήτων (odds ratios). Αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2. Διαφοροποίηση σειράς χαρακτηριστικών των χρηστών που εγκατέλειψαν την 12 ετή εκπαίδευση σε σχέση με τους χρήστες που αποφοίτησαν από το λύκειο. Εκτίμηση των λόγων πιθανοτήτων (ODDS RATIOS) βάσει μοντέλου πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕ.Θ.Ε.Α. 1995 – 2002.

 

 

Χαρακτηριστικά

Απόφοιτοι Λυκείου

(Ν=2.759)

Εγκαταλεί-ψαντες

(Ν=4.488)

Λόγος Πιθανοτήτων

(OR)

 

 

95% Ο.Α.*1

 

P*2

Φύλο          
  Άνδρες 2.191 3.999 2,26 1,74-2,92 ,000
  Γυναίκες 568 489 1,0    
Ηλικιακή Ομάδα          
  <18 110 568 1,0    
  19-29 1.980 2.786 0,05 0,02-0,11 ,000
  30-40 617 1.037 0,04 0,02 – 0,09 ,000
  >40 52 96 0,02 0,008-0,061 ,000
Επάγγελμα Πατέρα          
  Ανιδεικ.  Εργάτης 221 562 5,60 3,50-8,94 ,000
  Ειδικ. Εργάτης 351 627 3,95 2,51-6,21 ,000
  Υπάλληλος- Πωλητής 267 297 2,73 1,70-4,38 ,000
  Διοικ. Υπάλληλος 253 315 2,89 1,80-4,63 ,000
  Επαγγελματίας 126 92 1,94 1,12-3,33 ,017
  Ανώτερο Στέλεχος 127 45 1,0    
Απασχόληση          
  Σταθερή 638 826 0,66 0,53-0,83 ,000
  Περιστασιακή 798 1.752 1,04 0,74-1,46 ,810
  Άνεργος/η 1019 1754 1,0    
Παραβατικότητα          
  Σύλληψη          
  Ναι 1048 1959 1,63 1,33- 2,00 ,000
             Όχι 574 470 1,0    
  Φυλάκιση          
  Ναι 135 508 2,35 1,76-3,15 ,000
             Όχι 1384 1801 1,0    
Ουσία έναρξης χρήσης          
  Όπιοειδή 121 182 1,35 0,86-2,12 ,199
  Κοκαΐνη 30 27 0,44 0,17-1,17 ,101
  Χάπια 173 439 1,54 1,08-2,20 ,018
  Κάνναβη 2093 3096 1,0    
Τρόπος Χρήσης          
  Κάπνισμα/εισπνοή 767 940 0,62 0,50-0,77 ,000
  Βρώση/πόση 166 297 0,63 0,40-1,00 ,050
  Από τη μύτη 496 509 0,62 0,49-0,78 ,000
  Ένεσιμη χρήση 1287 2673 1,0    
             

*1  Ο.Α. : Όρια Αξιοπιστίας               *2 P : Επίπεδο σημαντικότητας.

 

  • Φύλο

Σε συμφωνία με τη μονοπαραγοντική ανάλυση που παρουσιάστηκε στον Πίνακα 1, τα αποτελέσματα της πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης δείχνουν ότι οι γυναίκες εμφανίζονται να έχουν σημαντικά υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο απ’ ό,τι οι άνδρες του δείγματός μας, ακόμα και μετά τον έλεγχο άλλων προγνωστικών παραγόντων. Είναι εξάλλου ένα εύρημα που επιβεβαιώνεται από κάθε έρευνα των χαρακτηριστικών των προβληματικών χρηστών στην Ελλάδα (π.χ. ΚΕ.Θ.Ε.Α. 2003, ΕΚΤΕΠΝ 1998). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του  Πίνακα 2 οι άνδρες χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών έχουν υπερδιπλάσιες πιθανότητες από τις γυναίκες να έχουν ιστορικό διακοπής του σχολείου.

 

  • Ηλικία

Επιλέξαμε να εξετάσουμε τις ηλικιακές διαφορές ως προς την εγκατάλειψη του σχολείου με τη δημιουργία τεσσάρων ηλικιακών κατηγοριών. Η πρώτη αφορά εφήβους μικρότερους των 18 ετών, η δεύτερη νέους ενήλικες 18 – 29, και οι άλλες δύο ενήλικες 30 – 40 και άνω των 40.  Όπως είναι αναμενόμενο, όσο μικρότερη είναι η ηλικία κατά την οποία οι χρήστες προσεγγίζουν τις θεραπευτικές υπηρεσίες αναζητώντας βοήθεια, τόσο πιθανότερο είναι να έκαναν κατάχρηση ουσιών κατά τα σχολικά χρόνια και επομένως να έχουν ιστορικό απόσυρσης από το σχολείο. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης οι έφηβοι χρήστες είναι τουλάχιστον είκοσι φορές πιο πιθανό να έχουν εγκαταλείψει το σχολείο, συγκριτικά με τους ενήλικες, ενώ μεταξύ των ενηλίκων δεν παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση.

 

  • Επάγγελμα του Πατέρα

Το επάγγελμα του πατέρα συνιστά ισχυρό δείκτη της κοινωνικο-οικονομικής καταγωγής των συμμετεχόντων στην έρευνα. Στοιχεία σχετικά με το πεδίο αυτό άρχισαν να συλλέγονται από τον τομέα Έρευνας του ΚΕ.Θ.Ε.Α. από το 2000 και εφεξής. Τα αποτελέσματα του μοντέλου λογαριθμικής παλινδρόμησης δείχνουν, ότι η γνωστή ισχυρή συσχέτιση της κοινωνικής θέσης με την εγκατάλειψη του σχολείου είναι σημαντική και για τον πληθυσμό των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών.

Οι χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών οι προερχόμενοι από τα υπάλληλα κοινωνικά στρώματα έχουν υψηλότερες πιθανότητες να εγκαταλείψουν το σχολείο. Συγκεκριμένα οι χρήστες που ο πατέρας τους είναι ανειδίκευτος εργάτης έχουν υπερπενταπλάσιες πιθανότητες να έχουν εγκαταλείψει το σχολείο πριν από την απόκτηση του απολυτηρίου του Λυκείου συγκριτικά με εκείνους τους χρήστες που ο πατέρας τους είναι ανώτερο στέλεχος ή ιδιοκτήτης μεγάλης επιχείρησης. Γενικά παρατηρούμε ότι όσο χαμηλότερο είναι το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, όπως αυτό αποτυπώνεται μέσω του επαγγέλματος του πατέρα, τόσο υψηλότερη η πιθανότητα εγκατάλειψης του σχολείου.

  • Απασχόληση

Όπως είναι αναμενόμενο οι χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών που έχουν αποφοιτήσει από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν καλύτερες προοπτικές σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα απασχόλησης συγκριτικά με όσους δεν διαθέτουν απολυτήριο Λυκείου. Τα ευρήματα της ανάλυσής μας επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση. Παρά το ότι η  εμπλοκή με την χρήση ουσιών εξαθλιώνει το σύνολο του υπό εξέταση πληθυσμού, οι χρήστες που είναι απόφοιτοι του Λυκείου εμφανίζεται να έχουν 1,5 φορές περισσότερες πιθανότητες από τους διακόψαντες να απασχολούνται σε σταθερή βάση κατά την περίοδο που αναζητούν θεραπευτική υποστήριξη. Σε ό,τι δε αφορά τις διαφορές μεταξύ του να είναι κανείς άνεργος ή να απασχολείται σε περιστασιακή βάση δεν μοιάζει να υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ αποφοίτων και όσων διέκοψαν το σχολείο.

 

Πίνακας 3. Μέσοι όροι ηλικίας και τυπικές αποκλίσεις για κρίσιμα σημεία της πορείας των χρηστών που εγκατέλειψαν την 12 ετή εκπαίδευση και αυτών που αποφοίτησαν από το λύκειο.

 M.Τ.*1T.A.*2M.Τ.*1T.A.*2 16,302,8415,242,63 19,834,1218,844,33 21,304,4120,124,41

Κρίσιμα Ηλικιακά Ορόσημα Εκπαιδευτικό Επίπεδο
  Απόφοιτοι Λυκείου Διακόψαντες
Ηλικία Διακοπής Σχολείου 15,18 2,31
Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παράνομων Ουσιών
Ηλικία Έναρξης Χρήσης Κυρίας Ουσίας Κατάχρησης
Ηλικία Έναρξης Ενέσιμης Χρήσης
Ηλικία κατά την Αναζήτηση Θεραπείας 25,81 5,93 25,47 6,42
Διάρκεια Περιόδου Κατάχρησης 5,38 4,29 6,00 4,65

 

ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όπως προαναφέραμε, τα στοιχεία που συλλέγονται σχετικά με το ιστορικό συλλήψεων, καταδικών και φυλακίσεων από το 2000 και εφεξής επιτρέπουν τη διερεύνηση της σχέσης της παραβατικότητας με την εγκατάλειψη του σχολείου. Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι οι εγκαταλείψαντες έχουν συχνότερα από τους αποφοίτους παραβατικό ιστορικό. Συγκεκριμένα, οι εγκαταλείψαντες εμφανίζονται να έχουν συγκριτικά με τους αποφοίτους 1,6 φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν συλληφθεί έστω μόνο μια φορά και  2,4 φορές να έχουν ιστορικό φυλάκισης.

 

ΧΡΗΣΗ ΕΞΑΡΤΗΣΙΟΓΟΝΩΝ ΟΥΣΙΩΝ

Τόσο οι χρήστες που έχουν αποφοιτήσει από το Λύκειο όσο και εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει το σχολείο αναζητούν θεραπεία όταν κατά μέσο όρο είναι περίπου 25,5 ετών (Πίνακας 3). Αλλά η ομάδα των αποφοίτων μοιάζει να ξεκινά τον πειραματισμό με τις ουσίες περίπου ένα χρόνο αργότερα από τους διακόψαντες. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και  για τον χρόνο εισόδου τους στη φάση της συστηματικής χρήσης, οπότε τα μέλη της πρώτης ομάδας  «σπαταλούν» μικρότερο χρονικό διάστημα στο στάδιο της κατάχρησης. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν στατιστικά σημαντικές (p<0,0005) σύμφωνα με την T-δοκιμασία για τη σύγκριση μέσων τιμών.

Επιπρόσθετα, η μονοπαραγοντική εξέταση των διαφορών των δύο ομάδων σε ό,τι αφορά το είδος της ψυχότροπης ουσίας με την οποία ξεκίνησαν τη χρήση ουσιών, επίσης παράγει αρκετά σημαντικά στατιστικά αποτελέσματα (Χ2=37,86; p<0.0005). Η πλέον σημαντική διαφορά αφορά τα άτομα που ξεκίνησαν με τη χρήση χαπιών και οι οποίοι εμφανίζεται να έχουν το υψηλότερο ποσοστό διακοπής σχολείου (71,7%).  Ακολουθούν οι πειραματιζόμενοι με την κάνναβη (59,7%) και τα οπιοειδή (60,1%). Σε κάθε περίπτωση, τα αποτελέσματα της πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης καταδεικνύουν ότι η σημαντικότητα αυτών των διαφορών μειώνεται σημαντικά όταν ληφθούν υπόψη οι διαφορές των δύο ομάδων στους υπόλοιπους παράγοντες που εμφανίζονται στον Πίνακα 2. Η μόνη διάκριση που διατηρείται στατιστικά σημαντική αφορά αυτούς που πειραματίζονταν με τις ουσίες μέσω της χρήσης χαπιών κάθε τύπου,  και οι οποίοι εμφανίζονται να έχουν 1,5 φορά μεγαλύτερη πιθανότητα από τους χρήστες κάνναβης να εγκαταλείψουν το σχολείο (Πίνακας 2). Υποθέτουμε ότι η υψηλή διαθεσιμότητα των χαπιών όπως τα βαρβιτουρικά και οι βενζοδιαπεζίνες επιτρέπει τη συχνότερη χρήση τους κατά το στάδιο του πειραματισμού με τις ψυχότροπες ουσίες, και επομένως οι χρήστες τους είχαν φτωχότερες σχολικές επιδόσεις και υψηλότερη πιθανότητα εγκατάλειψης του σχολείου.

Τα ίδια ισχύουν και για τις διαφορές τις σχετικές με την ψυχότροπη ουσία που οι χρήστες αναφέρουν ως κυρία ουσία κατάχρησης. Και εδώ, η μονοπαραγοντική ανάλυση εντοπίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ αποφοίτων και διακοψάντων. Συγκεκριμένα οι χρήστες οπιοειδών και κάθε είδους χαπιών εμφανίζονται να έχουν ιστορικό διακοπής του σχολείου σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους χρήστες κάνναβης. Όμως η συμπερίληψη  της μεταβλητής Είδος Κυρίας Ουσίας Κατάχρησης στο μοντέλο πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης εξαλείφει τη στατιστική σημασία της συμβολής της στην εξήγηση του φαινομένου. Έτσι τελικά καταλήγουμε στο συμπέρασμα  ότι οι δύο ομάδες χρηστών δεν διαφέρουν σημαντικά ως προς το είδος της ψυχότροπης ουσίας που προτιμούσαν να καταναλώνουν.

Στατιστικά σημαντικές παραμένουν παρόλα αυτά οι υφιστάμενες διαφορές ως προς τον τρόπο χρήσης. Οι χρήστες που εγκατέλειψαν το σχολείο εμφανίζονται να έχουν 1,6 φορές περισσότερες πιθανότητες να κάνουν ενέσιμη χρήση συγκριτικά με τους αποφοίτους Λυκείου. Οι χρήστες αυτοί έχουν μικρότερες πιθανότητες, συγκριτικά με τους αποφοίτους Λυκείου, να χρησιμοποιούν τους λιγότερο επιβλαβείς τρόπους χρήσης όπως αυτοί του καπνίσματος, της εισπνοής κλπ.  Το εύρημα αυτό είναι σε συμφωνία με τα αποτελέσματα της μελέτης των Obot και Anthony (1999), και ενισχύει την υπόθεση ότι η παράταση της παραμονής  στο σχολείο αμβλύνει τις συμπεριφορές υψηλού κινδύνου ακόμη και για τους χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών.

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΟΥΣΙΩΝ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Η ύπαρξη στοιχείων σχετικών με την ηλικία εμφάνισης  των  προβληματικών συμπεριφορών που μας απασχολούν εδώ (δηλαδή αναφορικά με την ηλικία εγκατάλειψης σχολείου, ηλικία έναρξης χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών, ηλικία πρώτης σύλληψης κ.λπ.) μας επιτρέπει να διερευνήσουμε τον τρόπο που αυτές οι συμπεριφορές αλληλοσυσχετίζονται και αλληλοδιαδέχονται.

  • Από τους 4.488 χρήστες που εγκατέλειψαν το σχολείο πριν αποκτήσουν το απολυτήριο Λυκείου, 1.608 χρήστες ανέφεραν ότι στην περίπτωσή τους η εγκατάλειψη του σχολείου προηγήθηκε της έναρξης χρήσης παράνομης ψυχότροπης ουσίας (Υποπληθυσμός Ι). Οι χρήστες αυτοί εγκατέλειψαν το σχολείο σε μέση ηλικία 13,72 (Τ.Α.: 2,19) ετών, και ξεκίνησαν να κάνουν χρήση παράνομων ναρκωτικών μετά από τριάμισι περίπου χρόνια [μέση ηλικία έναρξης 17,14  (Τ.Α.: 3,09) έτη].
  • Αντίθετα, 2.148 άτομα δήλωσαν ηλικία έναρξης χρήσης κάποιας παράνομης ψυχότροπης ουσίας μικρότερη από την ηλικία εγκατάλειψης του σχολείου (Υποπληθυσμός ΙΙ). Για τον συγκεκριμένο υποπληθυσμό χρηστών η μέση ηλικία έναρξης της χρήσης παράνομων ουσιών είναι τα 13,86 έτη (Τ.Α.: 1,35), και μέση ηλικία εγκατάλειψης του σχολείου, περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα, δηλαδή στα 16,33 (Τ.Α.: 1,47) έτη.
  • Τέλος για 658 χρήστες που προσήλθαν στο ΚΕ.Θ.Ε.Α. οι χρόνοι εμφάνισης των δύο προβληματικών συμπεριφορών σχεδόν συμπίπτουν.

Τα παραπάνω στοιχεία κατ’ αρχήν επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι για την πλειοψηφία των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών η έναρξη του πειραματισμού με την χρήση ουσιών συμβάλλει στο να αποσυρθούν από το σχολείο. Παρόλα αυτά, για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού που εξετάζουμε φαίνεται να ισχύει το αντίθετο: η πρώιμη εγκατάλειψη του σχολείου φαίνεται ότι για κάποιους δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες εμπλοκής με την προβληματική χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Έτσι διαμορφώνεται η εικόνα δύο υποπληθυσμών με σημαντικές διαφορές στην πορεία διαμόρφωσης παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Στον  Υποπληθυσμό Ι ανήκουν όσοι εγκατέλειψαν το σχολείο και έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα άρχισαν τη χρήση ουσιών ενώ στον Υποπληθυσμό ΙΙ όσοι ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία.

Η περαιτέρω συγκριτική μελέτη του τρόπου συσχέτισης της εγκατάλειψης του σχολείου και της χρήσης ουσιών επιδιώχθηκε με μοντέλα πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης με εξαρτημένη μεταβλητή την Ηλικία Διακοπής του Σχολείου. Αρχικά η ανάλυση των δύο υποπληθυσμών έγινε με τη χρήση ενιαίων μοντέλων στα οποία όμως γίνεται διάκριση των δύο υποπληθυσμών. Η προσέγγιση αυτή δίνει τη δυνατότητα άμεσης σύγκρισης των δύο υποπληθυσμών.

Πίνακας 4. Από κοινού ανάλυση με μοντέλα Πολλαπλής Παλινδρόμησης της Ηλικίας Εγκατάλειψης του Σχολείου για τον Υποπληθυσμό (Ι) αυτών που άρχισαν τη χρήση ουσιών αφού εγκατέλειψαν το σχολείο και τον Υποπληθυσμό (ΙΙ) αυτών που είχαν εμπλακεί με χρήση πριν εγκαταλείψουν το σχολείο. Κανονικοποιημένοι συντελεστές Beta και επίπεδο Σημαντικότητας. Στοιχεία ΚΕ.Θ.Ε.Α. 1995 – 2002.

 

  Μοντέλο
Μεταβλητές Ι II III
Σταθερά      
  Υποπληθυσμός Ι 16.74* 14.12*** 14.85*
  Υποπληθυσμός ΙΙ 16,33*** 16,34*** 16,10***
Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παράνομης Ουσίας      
  Υποπληθυσμός Ι 0,98*** 1,32*** 1,03***
  Υποπληθυσμός ΙΙ 1,65*** 1,32*** 1,17***
Ηλικία Πρώτης Σύλληψης      
  Υποπληθυσμός Ι   -0,11** -0,05*
  Υποπληθυσμός ΙΙ   -0,008* 0,03*
Ηλικία Πρώτης Καταδίκης      
  Υποπληθυσμός Ι     -0,11*
  Υποπληθυσμός ΙΙ     0,02*
       
F 1020,46 258,35 96,56
  Sig. ,000 ,000 ,000
Adj. R square 0,45 0,44 0,44
         

***η τιμή του t –test του κανονικοποιημένου συντελεστή  Beta  είναι σημαντική στο επίπεδο p<0,0005

** Σημαντικό στο επίπεδο p<0,05

* Μη στατιστικά σημαντικό p>0,4

Το πρώτο από αυτά τα μοντέλα περιλαμβάνει μόνο την ανεξάρτητη μεταβλητή Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παράνομης Ουσίας και για του δύο υποπληθυσμούς. Το μοντέλο αυτό προβλέπει το 45% περίπου της διακύμανσης της εξαρτημένης μεταβλητής (Ηλικία Εγκατάλειψης του Σχολείου). Σε ό,τι αφορά τον  υποπληθυσμό ΙΙ παρατηρούμε ότι η έναρξη της χρήσης ουσιών συμβάλλει σημαντικά στην εγκατάλειψη του σχολείου (κανονικοποιημένος συντελεστής  Beta=1,63,  t –test σημαντικό στο επίπεδο p<0,0005). Για τον υποπληθυσμό Ι η συσχέτιση των δύο μεταβλητών είναι πολύ ασθενέστερη (κανονικοποιημένος συντελεστής Beta=0,98,  t –test σημαντικό στο επίπεδο p<0,0005) και βέβαια η χρονική διαδοχή των γεγονότων είναι αντίστροφη. Αν συγκρίνουμε τη διαφορά των δύο τιμών του συντελεστή Beta με F δοκιμασία προκύπτει ότι είναι ισχυρά στατιστικά σημαντική (p<0.001).

Στη συνέχεια, παρατηρούμε ότι  η συμπερίληψη των μεταβλητών Ηλικία Πρώτης Σύλληψης  και Ηλικία Πρώτης Καταδίκης, στο από κοινού για τους δύο υποπληθυσμούς μοντέλο, δεν αυξάνει σημαντικά σε όλες τις περιπτώσεις την ερμηνευτική αξία του. Συγκεκριμένα, το μοντέλο ΙΙ καταδεικνύει ότι ή Ηλικία Πρώτης Σύλληψης έχει ερμηνευτική αξία μόνο για τον υποπληθυσμό Ι.  Η είσοδος στη συνέχεια στο μοντέλο ΙΙΙ και της Ηλικίας Πρώτης Καταδίκης δεν προσθέτει ερμηνευτική αξία (Πίνακας 4).

 

Πίνακας 5. Βέλτιστα Μοντέλα Πολλαπλής Παλινδρόμησης για τον Υποπληθυσμό (Ι) και τον Υποπληθυσμό (ΙΙ) Κανονικοποιημένοι συντελεστές Beta και επίπεδο Σημαντικότητας.

 

Μεταβλητές Υποπληθυσμός Ι Υποπληθυσμός ΙΙ
Σταθερά 8,586*** 9,005***
Ηλικία Διακοπής Σχολείου 0,359*** εξαρτημένη
Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παραν. Ουσίας εξαρτημένη 0,487***
Ηλικία Πρώτης Σύλληψης 0,313***  
     
F
104,127 665,528
  Sig. ,000 ,000
Adj. R square
0,242 0,236
  SE 2,345 1,179

*** η τιμή του t –test του κανονικοποιημένου συντελεστή  Beta  είναι σημαντική στο επίπεδο p<0,0005

 

 

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι υποπληθυσμοί Ι και ΙΙ διαφοροποιούνται σε βαθμό στατιστικά σημαντικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη διακριτή ανά υποπληθυσμό ανάλυση (Πίνακας 5).

Όπως φαίνεται στον Πίνακα 5, οι παράγοντες που προβλέπουν την Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παράνομης Ουσίας για τον Υποπληθυσμό Ι είναι (με σειρά βαρύτητας) η Ηλικία Διακοπής του Σχολείου και η Ηλικία Πρώτης Σύλληψης. Το διπαραγοντικό αυτό γραμμικό μοντέλο ερμηνεύει το 24% της συνολικής διακύμανσης της εξαρτημένης μεταβλητής. Η αναλυτική αξία αυτού του μοντέλου έγκειται στο ότι υπογραμμίζει τον παραβατικό προσανατολισμό των νέων εκείνων που αποσύρθηκαν από το σχολείο πολύ νωρίς και ξεκίνησαν τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών περίπου τριάμισι χρόνια αργότερα.

Το μοντέλο που  ερμηνεύει καλύτερα τη Διακοπή Σχολείου για τον Υποπληθυσμό ΙΙ περιλαμβάνει μόνο ένα προγνωστικό παράγοντα και αυτός σχετίζεται με την Ηλικία Έναρξης Χρήσης Παράνομων Ουσιών. Η παραβατικότητα δεν φαίνεται να έχει ανεξάρτητη συμβολή στην απόφαση για εγκατάλειψη του Σχολείου. Και σε αυτή την περίπτωση το μοντέλο ερμηνεύει περίπου το 24% της διακύμανσης της εξαρτημένης μεταβλητής.

  • Συμπεράσματα

Τα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε αυτή η μελέτη προέρχονται από την  έρευνα που διενεργεί το ΚΕ.Θ.Ε.Α. σε σταθερή βάση, και η οποία αφορά τα χαρακτηριστικά των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών που προσεγγίζουν τις θεραπευτικές του υπηρεσίες. Το μέγεθος του δείγματος είναι σημαντικό μιας και αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος του πληθυσμού των προβληματικών χρηστών που αναζήτησαν θεραπευτική υποστήριξη, την περίοδο 1995 – 2002. Επιτρέπει επομένως την εξαγωγή συμπερασμάτων με αξιώσεις γενίκευσης για τον σύνολο πληθυσμό των προβληματικών χρηστών. Τα πλέον σημαντικά από τα συμπεράσματα αυτά είναι τα εξής:

  • Επιβεβαιώνονται τα ευρήματα άλλων παλαιότερων ελληνικών ερευνών που καταγράφουν υψηλά ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου και φτωχές εκπαιδευτικές επιδόσεις μεταξύ των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών (ΕΚΤΕΠΝ 1999; ΚΕ.Θ.Ε.Α. 1998).
  • Σημαντικές είναι οι καταγραμμένες διαφορές μεταξύ των χρηστών που αποσύρθηκαν πρώιμα από το σχολείο και αυτών που κατάφεραν να αποφοιτήσουν από το Λύκειο. Οι πλέον σημαντικές διαφορές αφορούν το υπόβαθρο των δύο ομάδων. Οι χρήστες που έχουν εγκαταλείψει το σχολείο είναι πιθανότερο να είναι έφηβοι, άνδρες, κατώτερης κοινωνικής θέσης, άνεργοι και να έχουν παραβατική δραστηριότητα. Σε ό,τι αφορά την ψυχότροπη ουσία που επιλεγούν να καταναλώνουν δεν προκύπτουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων. Η συντριπτική κυριαρχία της ηρωίνης στην ελληνική «σκηνή» της προβληματικής χρήσης,  πιθανώς καλύπτει τυχόν διαφοροποιήσεις μεταξύ των χρηστών που «άφησαν» το σχολείο και αυτών που απόκτησαν το απολυτήριο Λυκείου. Αυτό δεν αναιρεί το ότι οι τελευταίοι μοιάζει να  ευεργετήθηκαν από την παραμονή τους στο σχολείο αποφεύγοντας την πρώιμη είσοδο στην φάση της κατάχρησης ουσιών. Εν τέλει αναζήτησαν θεραπεία κατά μέσο όρο πιο γρήγορα από ό,τι οι διακόψαντες, και είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες αποχής από την επικίνδυνη πρακτική της ενέσιμης χρήσης. Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με βορειοαμερικανικά ευρήματα (Obot &Anthony,1999)
  • Οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ηλικία εμφάνισης των προβληματικών συμπεριφορών και τη χρονική διαδοχή τους αναδεικνύουν διαφοροποιήσεις του υπό εξέταση δείγματος που διαψεύδουν την ύπαρξη ενός καθολικής ισχύος μοντέλου «σταδίων», τα οποία οδηγούν από την μια προβληματική συμπεριφορά στην άλλη. Με αυτή την έννοια, τα ευρήματα αυτής της μελέτης είναι σε συμφωνία με τη θεωρία των Jessor and Jessor’s (1977)  που βλέπει την χρήση ουσιών και την εγκατάλειψη του σχολείου ως διακριτές εκδηλώσεις ενός κοινού υποβάθρου «προβληματικής συμπεριφοράς».
  • Η ανάλυση που επικέντρωσε σε όσους είχαν ιστορικό εγκατάλειψης του σχολείου, ανέδειξε δύο μοντέλα κλιμάκωσης της προβληματικής συμπεριφοράς. Το πρώτο μοντέλο αφορά το μεγαλύτερο τμήμα των προβληματικών χρηστών που αποσύρθηκαν από το σχολείο. Πρόκειται γι’ αυτούς τους χρήστες που κατά μέσο όρο άρχισαν να πειραματίζονται με τις εξαρτησιογόνες ουσίες πρώιμα, σε ηλικία 13 με 14 ετών, και οι οποίοι εγκατέλειψαν το σχολείο μετά από δυόμισι περίπου χρόνια. Για τον υποπληθυσμό αυτό, η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών μοιάζει να συμβάλλει με τρόπο καθοριστικό στην απόφαση για εγκατάλειψη του σχολείου. Άξιο σχολιασμού είναι επίσης το ότι η γνωστή στις αρχές (εμφανής) παραβατικότητα δεν μοιάζει να αποτελεί σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα υπεύθυνο για την πρόωρη διακοπή του σχολείου. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει παλαιότερες ελληνικές μελέτες που εκτιμούν ότι για τους έλληνες μαθητές είναι περιορισμένη η συμβολή της πρώιμης παραβατικής εμπλοκής στο φαινόμενο της διακοπής του σχολείου (Paleocrassas et al,1999; Καλογρίδου,1998). Βέβαια δεν μπορούμε να επεκτείνουμε το συμπέρασμα αυτό και σε ότι αφορά την αφανή παραβατικότητα, μιας και το χρησιμοποιούμενο ερωτηματολόγιο δεν προβλέπει την καταγραφή όλου του φάσματος της παραβατικότητας, και οι γενικεύσεις που βασίζονται μόνο σε στοιχεία καταγεγραμμένης παραβατικότητας θεωρούνται παρακινδυνευμένες (Ζαραφωνίτου, 1995).
  • Το δεύτερο μοντέλο κλιμάκωσης της προβληματικής συμπεριφοράς αφορά το τμήμα τού υπό εξέταση πληθυσμού στο οποίο ανήκουν όσοι έχουν εγκαταλείψει το σχολείο πριν ξεκινήσουν να κάνουν χρήση ουσιών, και για λόγους είτε σχετιζόμενους με τις φτωχές σχολικές τους επιδόσεις είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας. Αυτοί άρχισαν τη χρήση ουσιών περίπου τριάμισι χρόνια αφότου άφησαν το σχολείο, όταν ήταν κατά μέσο όρο ήταν 17 ετών.  Ενδιαφέρον έχει το ότι το συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού στη συνέχεια εκδήλωσε σημαντική παραβατική δραστηριότητα. Το εύρημα αυτό μας επιτρέπει να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι εκείνοι που εγκαταλείπουν το Σχολείο και μυούνται στην χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, τελικά υιοθετούν έναν εν γένει παραβατικό τρόπο ζωής. Μια τέτοια υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο  της θεωρητικής θέσης που ανέπτυξε ο Walters (1994) σχετικά με το στυλ ζωής των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών[6].
  • Σε κάθε περίπτωση το πρώτο μοντέλο «περάσματος», ισχύει για την πλειοψηφία των χρηστών του δείγματος μας. Η γραμμική συσχέτιση της ηλικίας έναρξης της χρήσης ουσιών και της εγκατάλειψης του σχολείου είναι στατιστικά σημαντική και εξηγεί σημαντικό μέρος της διακύμανσης του φαινομένου. Η χρονικά αντίστροφη σχέση, η οποία ισχύει για τον μικροτέρου μεγέθους υποπληθυσμό εκείνων που δήλωσαν ότι άρχισαν να πειραματίζονται με τα ναρκωτικά αφού είχαν ήδη εγκαταλείψει το σχολείο, είναι στατιστικά λιγότερο σημαντική.
  • Τα συμπεράσματα αυτά προσφέρουν χρήσιμες κατευθύνσεις για την πολιτική πρόληψης της σχολικής διαρροής, της εμπλοκής με τη χρήση ουσιών και την παραβατικότητα, που εφαρμόζονται στο χώρο του σχολείου. Οι προληπτικές αυτές παρεμβάσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται αρκετά νωρίς, στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και τα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου και θα πρέπει να αφορούν τόσο σε παρεμβάσεις Αγωγής Υγείας αλλά και σε προγράμματα Ενισχυτικής Διδασκαλίας των μαθητών εκείνων που βρίσκονται στο περιθώριο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
  • Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα που συλλέχθηκαν, μέσω δομημένων συνεντεύξεων, από τα άτομα που αναζήτησαν υποστήριξη από τις υπηρεσίες απεξάρτησης του ΚΕ.Θ.Ε.Α. Η στατιστική ανάλυση αυτών των δεδομένων προσέφερε τόσο τη δυνατότητα ταξινομητικής περιγραφής του πληθυσμού των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών, όσο και τη δυνατότητα εξέτασης υποθέσεων σχετικών με την χρονική αλληλουχία εμφάνισης των προβληματικών συμπεριφορών. Αυτή η μελέτη των επιφαινομένων του παρεκκλίνοντος τρόπου ζωής είναι σημαντική αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εις βάθος διερεύνηση της αλληλοεπίδρασης του έφηβου με το σχολικό περιβάλλον και τις αξίες του. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού συστήματος όπου ενδημούν οι προκαταλήψεις και ευνοείται η περιθωριοποίηση ή και ο στιγματισμός δεν προξενεί έκπληξη η ανάπτυξη παραβατικών αντιδράσεων και η παρόξυνση  των προβληματικών συμπεριφορών (Hargreaves et al, 1975). Το κενό που υπάρχει στην κατανόηση των αλληλοεπιδρασιακών διεργασιών, που λαμβάνουν χώρα στο σύγχρονο ελληνικό δευτεροβάθμιο Σχολείο, και της σημασίας τους για την διαμόρφωση της εφηβικής παραβατικής ταυτότητας θα πρέπει να καλυφθεί από μελλοντικές έρευνες, ποιοτικού κυρίως προσανατολισμού.

 

Ο Παπανδρέου Περικλής, ΜΑ είναι Υπεύθυνος του Τμήματος Σχεδιασμού & Μελετών του ΚΕ.Θ.Ε.Α. Υποψήφιος  Διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του LSE. Για αλληλογραφία p.papandreou@lse.ac.uk

[2] H Δρ. Τουλούμη Γιώτα είναι λέκτωρ της Βιοστατιστικής στο Εργαστήριο Υγιεινής & Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Επικοινωνία στο gtouloum@med.uoa.gr

[3] Διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Bradford, Διευθυντής Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.)

[4] Η διαρροή στο επίπεδο του Δημοτικού σχολείου είναι σχεδόν αμελητέα (Σταμέλος, 1999).

[5] Θερμές είναι οι οφειλόμενες ευχαριστίες προς τον υπεύθυνο και τα  στελέχη του Τομέα Έρευνας του ΚΕ.Θ.Ε.Α. τόσο για  τη φιλική συνεργασία τους όσο και για τις επίμονες προσπάθειές τους που κατέστησαν διαθέσιμα τα στοιχεία που αξιοποίησε αυτή η μελέτη.

[6] Μια επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφία περιλαμβάνεται στο Κίτσος (2002).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bachman, J.G., O’Malley, P. and Johnston, J. (1978). Adolescence to Adulthood-Change and Stability in the Lives of Young Men. In Youth in Transition Vol III. Ann Arbor, Michigan: Institute for Social Research

Becker, H. (2000). Οι περιθωριοποιημένοι. Αθήνα. Νομική Βιβλιοθήκη

Cohen, A.K. (1955). Delinquent Boys: The culture of the gang. New York: Free Press.

Jessor, D. and Jessor, R. (1985). Structure of problem behavior in adolescence and young adulthood. Journal of Consulting & Clinical Psychology, 53, 890–904.

Dorn, S. (1996). Creating the dropout: An Institutional an Social History of School Failure. Westport, Connecticut, London: Praeger.

Donovan, J. and Jessor, R. (1985). Structure of problem behavior in adolescence and young adulthood. Journal of Consulting & Clinical Psychology, 53, 890–904.

Dryfoos, J.G. (1998). Making it through adolescence in a risky society. New York and Oxford: Oxford University Press.

Ekstrom, R. B., Goertz, M.E., Pollack, J.M., and Rock, D.A. (1986). Who drops out of high school and why? Findings from a national study. Teachers College Record. 87, 3576-373

ΕΚΤΕΠΝ (1999). Ετήσια Έκθεση για την Κατάσταση των Ναρκωτικών στην Ελλάδα. Αθήνα: ΕΚΤΕΠΝ

Elliott, D. C. and Voss, H. L. (1974). Delinquency and Dropout. Toronto: Lexington Books.

Hargreaves, D., Hester, S., Mellor, F. (1975). Deviance in classrooms. London and Boston: Routledge and Kegan Paul..

Hibel, B., Andersson, B., Ahlstrom, S., Balakireva, O., Bjarnasson, T., Kokkevi, A., Morgan, M. (2000). The 1999 ESPAD report. Stockholm: CAN & Council of Europe.

Hirschi, T. (1969). Causes of delinquency. Berkley: University of California Press

Janosz, M., LeBlanc, M., Boulerice, B., Tremblay, R.E. (1997). Disentangling the Weight of School Dropout Predictors: A Test on Two Longitudinal Samples. Journal of Youth and Adolescence. 26,6, 733-762

Jarjoura, G.R. (1993). Does dropping out of school enhance delinquent involvement? Results from a large-scale national probability sample. Criminology. 31,2,149-172.

Jessor, R., & Jessor, S.L. (1977). Problem behavior and psychosocial development: A longitudinal study of youth. New York: Academic Press.

Καλογρίδη, Σ. (1998). Έξω από το σχολείο τι; Η μετασχολική πορεία των νέων που εγκατέλειψαν την 9-χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση την τριετία 1985-88 στο Δήμο Ν. Λιοσίων Αττικής. Στο Ρ. Παπαθεοφιλοπούλου και Σ. Βοσνιάδου: Η εγκατάλειψη του Σχολείου. Αθήνα: Goutenberg.

ΚΕ.Θ.Ε.Α. (1998). Κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά και συνθήκες χρήσης των ατόμων που απευθύνθηκαν στα συμβουλευτικά κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. το 1998. Αθήνα: ΚΕ.Θ.Ε.Α.

ΚΕ.Θ.Ε.Α. (2003). Κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά και συνθήκες χρήσης των ατόμων που απευθύνθηκαν στα συμβουλευτικά κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. τα έτη 1995 – 2002. Αθήνα: ΚΕ.Θ.Ε.Α.

Κίτσος, Γ. (2002). Εγκληματικότητα χρηστών ναρκωτικών ουσιών και κοινωνικός αποκλεισμός. Στο Χ. Ζαραφωνίτου & Ι. Τσίγκανου: Ναρκωτικά: Τάσεις και εγκληματολογικές διαστάσεις στη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη

Κουράκης, Ν. (1999). Έφηβοι παραβάτες και κοινωνία. Κομοτηνή: Σάκκουλας

Λαρίου-Δρεττάκη, Μ. (1993). Η εγκατάλειψη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και παράγοντες που σχετίζονται με αυτήν. Αθήνα: Γρηγόρης

MacDonald, R. (1997). Youth, the underclass and social exclusion. London ; New York: Routledge.

Mensch, B.S. and Kandel, D.B. (1988). Dropping out of High School and Drug Involvement, Sociology of Education, 61,95-113.

Obot, S.I., and Anthony, J.C. (1999). Association of School Dropout with Recent and Past Injecting Drug Use Among African American Adults. Addictive Behaviors, 24,5, 701-705

Paleokrassas, S., Rousseas, P., Vretakou, V. (1999). Greek Lower Secondary School Dropouts: Results from a National Survey. Athens: Pedagogical Institute.

Papandreou, P. (2000). School influence on adolescent problem behaviour: The Case of Substance Users in Greek Schools. MA Dissertation, University of Sussex.

Rumberger, R.W. (1983). Dropping out of high school: the influence of race, sex, and family background. American Educational Research Journal 20: 199-220

Σταμέλος, Γ. (1999). Κοινωνικός αποκλεισμός και μαθητική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα: Μύθοι και πραγματικότητα. Στο Χ. Κωνσταντίνου & Γ. Πλειός: Σχολική αποτυχία και κοινωνικός αποκλεισμός: αιτίες, συνέπειες και αντιμετώπιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Thornberry, T.P., Moore, M., and Christenson, R.L. (1985). The effect of dropping out of high school on subsequent criminal behavior. Criminology, 23, 3–18.

Φαρσεδάκης, Ι. (1986). Παραβατικότητα και Κοινωνικός Έλεγχος των Ανηλίκων. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Willis, P.(1978). Learning to Labour. How Working Class Kids Get Working Class Jobs. Aldershot: Gower.

Ζαραφωνίτου, Χ. (1995) Εμπειρική Εγκληματολογία. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email