Δυσκολίες και προοπτικές στην κοινωνική ένταξη αποφυλακισμένων τοξικοεξαρτημένων ατόμων

 

Ανδρέας Κρεμμύδας*, Μ.Α. Συμβουλευτική Ψυχολογία, Υπεύθυνος Κέντρου Υποδοχής και Επανένταξης «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ»

* Τσαμαδού 7 Αθήνα, τηλ. 210 3300058 ή 210 3847700 email: akremmidas@yahoo.gr

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να διερευνήσει και να καταγράψει τα ιδιαίτερα προβλήματα και τις ανάγκες των τοξικοεξαρτημένων ατόμων που έχουν εγκλειστεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών σε σωφρονιστικά ιδρύματα. Εξετάζει σε ποιούς τομείς και σε ποιό βαθμό προκαλείται επιβάρυνση λόγω του εγκλεισμού τους στις φυλακές. Τα προβλήματα αυτά προστίθενται σε όσα προϋπάρχουν, εξαιτίας της τοξικοεξάρτησής τους. Στοχεύει στην αποτύπωση της πραγματικότητάς τους όταν αποφυλακίζονται, δηλαδή στον προσδιορισμό των αδιεξόδων και των δυσκολιών, που αντιμετωπίζουν με την αποφυλάκισή τους, καθώς και των προοπτικών τους. Ένας επιπλέον στόχος της έρευνας είναι να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, ορίζουν τις ανάγκες, τα προβλήματά και τις δυνατότητές τους.

Μεθοδολογικά έγινε συνδυασμός ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων, για να διερευνηθούν πληρέστερα τα παραπάνω ερωτήματα. Χρησιμοποιήθηκε, κυρίως, ως εργαλείο ποιοτικής έρευνας η Ομαδικά Εστιασμένη Συνέντευξη (Focus Group), για να διερευνηθούν οι αντιλήψεις και οι απόψεις των ερωτώμενων για τα ερευνητικά ερωτήματα. Επίσης, αξιοποιήθηκαν ως εργαλεία ποσοτικής έρευνας, τα ερωτηματολόγια EuropASI και FTDI, που είναι σταθμισμένα για τα ευρωπαϊκά και ελληνικά δεδομένα. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν μέλη της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΝΟΣΤΟΣ» και του Κέντρου Υποδοχής και Επανένταξης «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ» του ΚΕ.Θ.Ε.Α. οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εγκλειστεί στη φυλακή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 6 μήνες.

Η μελέτη έδειξε ότι η φυλάκιση επηρεάζει αρνητικά βασικούς τομείς της ζωής τους. Τομείς οι οποίοι συσχετίζονται με την εξάρτηση όπως: η υγεία, οι οικογενειακές, οι κοινωνικές και οι ερωτικές σχέσεις δημιουργούν μειονεκτήματα στη διαχείριση νομικών και δικαστικών εκκρεμοτήτων και επιδεινώνουν την οικονομική τους κατάσταση. Επιπλέον, η αποκοπή τους από τα κοινωνικά δρώμενα, η ιδρυματοποίηση και η εξάρτηση που παραμένει περιορίζουν τις δυνατότητες κοινωνικοποίησής τους. Έτσι, είναι πολύ πιθανό να αναπαράγουν το φαύλο κύκλο της χρήσης, της παραβατικότητας και της φυλάκισης. Ως εκ τούτου, χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια από μέρους τους, καθώς και ιδιαίτερη και εξατομικευμένη υποστήριξη από το πρόγραμμα θεραπείας, για να πετύχουν την όσο το δυνατόν πιο ομαλή ένταξή τους στην κοινωνία.

Συμπερασματικά, διαφαίνεται η ανάγκη να δημιουργηθούν εξειδικευμένα πλαίσια απεξάρτησης και κοινωνικής δραστηριοποίησης, τα οποία θα μπορούν να υποστηρίζουν αυτή την ομάδα ανθρώπων, η οποία είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τις τελευταίες δεκαετίες οι δυτικές κυρίως κοινωνίες έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εξάρτησης από τα ναρκωτικά, χωρίς, ωστόσο, να έχουν επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα σχετικά με τη μείωση της ζήτησης και του αριθμού των τοξικοεξαρτημένων σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι και στην Ελλάδα, λόγω της εξάπλωσης και της αυξανόμενης έντασης του προβλήματος της κατάχρησης ναρκωτικών, έχουν ήδη αναπτυχθεί πολλά και διαφορετικά θεραπευτικά πλαίσια παροχής υπηρεσιών πρόληψης, θεραπείας, κοινωνικής επανένταξης και οικογενειακής υποστήριξης για τους εξαρτημένους, από διάφορους φορείς και οργανώσεις είτε δημόσιους είτε ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς).

Καθώς το κοινωνικό περιβάλλον μεταβάλλεται συνεχώς, διαμορφώνονται νέες συνθήκες. Έτσι τα θεραπευτικά προγράμματα, για να είναι αποτελεσματικά και να μπορούν να απαντούν στις ανάγκες των καιρών, χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη τους αυτές τις αλλαγές. Η επιστημονική παρατήρηση και έρευνα στον τομέα της τοξικοεξάρτησης οδήγησε στη δημιουργία εξειδικευμένων θεραπευτικών πλαισίων, αναφορικά με τις θεραπευτικές προσεγγίσεις, τις μεθόδους, τους ιδιαίτερους στόχους, την πολιτική και τη στόχευση που ακολουθούν. Αυτά διαμορφώνονται λαμβάνοντας υπόψη την οικογενειακή κατάσταση, την ηλικία, τις εμπειρίες ζωής που σχετίζονται με το βαθμό βαρύτητας της εξάρτησης, τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας καθώς και τις ανάγκες των διαφόρων ομάδων εξαρτημένων π.χ. των εφήβων, των νεαρών ενηλίκων, των αποφυλακισμένων, καθώς και των γονέων τους (ΚΕ.Θ.Ε.Α., 2004).

Είναι επίσης γνωστό ότι οι τοξικοεξαρτημένοι εμπλέκονται παράλληλα σε παράνομες πράξεις (χρήση, κατοχή, διακίνηση, εμπορία, κλοπές κ.ά.), για να εξασφαλίζουν τα ναρκωτικά. Η φυλάκιση είναι η πρακτική που, κυρίως, χρησιμοποιεί το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης, ως μέτρο καταστολής – αποθάρρυνσης (Υπουργείο Δικαιοσύνης, 2003). Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για την κατάσταση των ναρκωτικών στην Ελλάδα, σε σύνολο 8.841 κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές, οι 3.634 κρατούνται για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ποσοστό 41,1% (Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν., 2003).

Το πρόβλημα της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών δε σταματά βέβαια με τη φυλάκιση των παραβατών. Προηγούμενες έρευνες υποστηρίζουν ότι η πλειονότητα των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές συνεχίζει τη χρήση μέσα σ΄ αυτές και μετά τον εγκλεισμό, σε ποσοστό 83% (Γιατροί Χωρίς Σύνορα, 2001; Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν., 2002). Εξάλλου, κατά την Π.Ο.Υ. (Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 1996), από την άποψη της δημόσιας υγείας, οι τρεις βασικές προκλήσεις για τις φυλακές στην Ε.Ε. είναι η ψυχική υγεία, τα ναρκωτικά και οι μεταδιδόμενες ασθένειες (EMCDDA, 2003) .

Το ποινικό μας σύστημα εστιάζεται περισσότερο στην τιμωρία και βασίζεται στην επιτήρηση και στον περιορισμό, παρά ενισχύει ουσιαστικά την αποκατάσταση και το σωφρονισμό (Κουράκης, 1997). Όμως, η υποτροπή των εξαρτημένων κρατουμένων στη χρήση ναρκωτικών και στην παραβατική συμπεριφορά, καθώς και ο κίνδυνος λήψης υπερβολικής δόσης ναρκωτικών, κυμαίνονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα τις πρώτες εβδομάδες μετά την αποφυλάκιση (Seaman S., Brettler R. & Gore S. 1998).

Η επαναλαμβανόμενη φυλάκιση συνήθως προκύπτει εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικής παρέμβασης στην αντιμετώπιση των αιτιών εξάρτησης των αποφυλακισμένων. Εκτός των προβλημάτων εξάρτησης και των δυσκολιών της λειτουργικής διαβίωσής τους, βιώνουν και εισπράττουν τον κοινωνικό ρατσισμό και το διπλό στιγματισμό (αποφυλακισμένοι και τοξικοεξαρτημένοι) με συνέπεια να οδηγούνται στο περιθώριο και να αυξάνουν οι δυσκολίες στην κοινωνική τους ενσωμάτωση.

Η πολιτεία, θέλοντας να ενισχύσει τα κίνητρά τους για απεξάρτηση, δίνει τη δυνατότητα στους εξαρτημένους που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις σχετικές με τα ναρκωτικά να ενταχτούν σε ένα θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης διακόπτοντας την ποινή τους (Νόμος 2331/1995). Τα προγράμματα ουσιαστικής στήριξης και απεξάρτησης των κρατουμένων που εφαρμόζονται εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων και έχουν εθελοντικό χαρακτήρα, απαιτούν ενεργή συμμετοχή και κίνητρα για αλλαγή. Καλύπτουν μικρό αριθμό κρατουμένων σε σχέση με τις υπάρχουσες ανάγκες και αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στη λειτουργία τους, λόγω των συνθηκών στις φυλακές (περιορισμένος χρόνος και χώρος). Έτσι, στην ουσία, είναι μικρές οι δυνατότητες ουσιαστικών θεραπευτικών παρεμβάσεων μέσα στη φυλακή και αδύνατες οι υπηρεσίες υποστήριξης της κοινωνικής ένταξης, εξαιτίας της κράτησής τους (Πουλόπουλος 2005).

Η συγκεκριμένη μελέτη ασχολείται με την ομάδα – στόχο των κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων που αποτελούν οι αποφυλακισμένοι τοξικοεξαρτημένοι[1]. Αποσκοπεί στον προσδιορισμό εκείνων των παραγόντων που δυσχεραίνουν τη θετική εξέλιξη της ζωής τους και στην κατανόηση των παραμέτρων που επηρεάζουν αυτή την εξέλιξη. Αποσκοπεί ακόμη στο να απαντήσει εάν ο εγκλεισμός επηρεάζει τους κρατούμενους. Επιπλέον, επιδιώκει να διευκρινίσει ποιοι είναι οι παράγοντες που συντελούν στην εξάρτηση και διαμορφώνουν το βαθμό βαρύτητάς της και τελικά ποιές δυσκολίες αντιμετωπίζουν τα άτομα στην κοινωνική τους επανένταξη. Τέλος, επιχειρεί να προτείνει εναλλακτικές προτάσεις, συμβάλλοντας στην όσο το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση των διαθεσίμων πόρων προς όφελος αυτής της ομάδας.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Α. Το σύνδρομο της εξάρτησης και το εξαρτημένο άτομο

Το σύνδρομο της εξάρτησης ορίζεται ως μια δέσμη φυσιολογικών και νοητικών εκδηλώσεων ή εκδηλώσεων της συμπεριφοράς, στις οποίες η χρήση κάποιας ουσίας ή ομάδας ουσιών, αποκτά πολύ πιο άμεση προτεραιότητα σε σχέση με άλλες συμπεριφορές, οι οποίες κάποτε είχαν μεγαλύτερη αξία για το συγκεκριμένο άτομο. Κεντρικό περιγραφικό χαρακτηριστικό του συνδρόμου εξάρτησης είναι η επιθυμία – συχνά έντονη και μερικές φορές ακατανίκητη – για λήψη ψυχοδραστικών ουσιών, με ή χωρίς ιατρική συνταγή (Στεφανής, Σολδάτος & Μαυρέας, 1992).

Σύμφωνα με το DSM-IV, βασικό χαρακτηριστικό της εξάρτησης από ουσίες είναι ένα σύμπλεγμα γνωστικών, συμπεριφορικών και φυσιολογικών συμπτωμάτων που δείχνουν ότι το άτομο συνεχίζει τη χρήση της ουσίας παρά την ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων τα οποία σχετίζονται με τη λήψη της (Μάνος, 1997).

Στη θεώρηση των θεραπευτικών κοινοτήτων η διαταραχή της εξάρτησης ουσιών δε διαχωρίζεται από το χρήστη. Η εικόνα που παρουσιάζουν τα εξαρτημένα άτομα χαρακτηρίζεται από τη συμπεριφορά υψηλού κινδύνου, σχετικά με την υγεία τους και μια συνολική κρίση στην κοινωνική τους λειτουργία. Η κατάχρηση είναι εκτός ελέγχου και τα άτομα είναι ανίκανα να διακόψουν τη χρήση ουσιών. Έτσι τελικά ζουν έναν κοινωνικά παρεκκλίνοντα ή και περιθωριακό τρόπο ζωής.

Η τοξικοεξάρτηση, ως διαταραχή όλου του ατόμου, επηρεάζει σημαντικές λειτουργίες του. Τα προβλήματα αφορούν σε γνωστικά και συμπεριφορικά πεδία καθώς και στην ψυχική διάθεση. Παρουσιάζουν σκέψη ασυνεχή, μη οργανωμένη και ένα σύστημα αξιών αποσπασματικά δομημένο ή ακόμη και αντικοινωνικό. Τα χαρακτηριστικά των στάσεων και της συμπεριφοράς της διαταραχής είναι εμφανή σε όλους τους τοξικοεξαρτημένους (De Leon, 2000).

Ο εξαρτημένος καταλήγει να είναι ένας μονοσήμαντος άνθρωπος. Παραβλέπει και υποβιβάζει τις συναισθηματικές, πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές και άλλες πλευρές του μπροστά στην ανάγκη της εύρεσης και της χρήσης της ουσίας εξάρτησης. Αλλοιώνεται τελικά η κοινωνική πλευρά του (Μάτσα, 2001).

Τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των τοξικοεξαρτημένων κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες. Έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και εμφανή ανικανότητα να οργανωθούν με ένα δημιουργικό τρόπο. Πιστεύουν ότι δεν έχουν σε ικανοποιητικό βαθμό αυτοέλεγχο (Stevens & Glider, 1994; De Leon, 2000). Έχουν αρνητική κοινωνική και ανολοκλήρωτη προσωπική ταυτότητα (Kaplan, 1980; Casriel, 1981; Yagelka, 1995). Παρουσιάζουν δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων, βιώνουν έντονα ενοχικά συναισθήματα και οδηγούνται σε ένα συνεχόμενο κύκλο αρνητικών συμπεριφορών και χρήσης, προκειμένου να μειώσουν τα συναισθήματα ενοχών. Αυτές οι συμπεριφορές δημιουργούν νέες ενοχές που αφορούν τον εαυτό, τους σημαντικούς άλλους και την ευρύτερη κοινωνία. Στη βιβλιογραφία είναι καταγεγραμμένες σχετικά υψηλές τιμές αυτοκτονικών σκέψεων ή εγχειρημάτων μεταξύ των εξαρτημένων (Hawke & Jainchill & De Leon, 1999). Με τη διακοπή της χρήσης ουσιών αναδύονται συναισθήματα με ένα νέο τρόπο τα οποία συχνά αναστατώνουν το άτομο και μπορούν να επιταχύνουν τη διακοπή από τη θεραπεία με κατάληξη την υποτροπή. Οι χρήστες ουσιών δεν εμπιστεύονται σχέσεις, εξουσίες και συστήματα, ενώ πιθανά έχουν χάσει την εμπιστοσύνη στους ίδιους τους εαυτούς τους (De Leon, 2000 ).

Β. Χρήση ναρκωτικών, παραβατικότητα, φυλακή

Η χρήση απαγορευμένων ψυχοδραστικών ουσιών συχνά τιμωρείται από το νόμο με ποινή φυλάκισης. Από την άλλη μεριά η κατάχρηση ουσιών πολύ συχνά συνδέεται με την παραβίαση κανόνων και νόμων, καθώς υιοθετείται από τους εξαρτημένους παραβατική συμπεριφορά λόγω της εξάρτησής τους (κλοπές, εκβιασμοί, διακίνηση μικροποσοτήτων για την εξασφάλιση της δόσης κ.λπ.). Επομένως το μισό του πληθυσμού των φυλακών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος ανέρχεται σε 356.000 κρατούμενους, έχει ιστορικό χρήσης ναρκωτικών, ενώ πολλοί από εκείνους που εισέρχονται στις φυλακές έχουν σοβαρό πρόβλημα χρήσης ναρκωτικών (EMCDDA, 2003).

Η ποινή φυλάκισης είναι από τα βασικότερα μέτρα κοινωνικής πρόληψης και καταστολής (Υπουργείο Δικαιοσύνης, 2003). Η σημασία, όμως, που αποδίδεται στις ποινές της φυλάκισης είναι κατώτερη των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Αυτό συμβαίνει, επειδή η ποινή κατά της ελευθερίας, ακόμη και σήμερα, έχει μειονεκτήματα, όπως η απομάκρυνση του κρατούμενου από το οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον (Κουράκης, 1997).

Ορισμένοι κρατούμενοι μπορεί να υιοθετήσουν παραβατικές συμπεριφορές για την επιβίωσή τους στη φυλακή. Η συναναστροφή τους με άλλους συγκρατούμενους, άτομα που έχουν διαπράξει παραβάσεις και εγκληματικές πράξεις, ενδεχομένως να τους εξομοιώνει με αυτούς. Πολλές φορές αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή αυτού του τρόπου ζωής, ώστε, τελικά, «εκείνος που μπαίνει δύο φορές στη φυλακή, να ζει τη μισή ζωή του γι’ αυτήν» (Τσαλίκογλου, 1991).

Η φυλακή μπορεί να κατασκευάσει παραβάτες, εξαιτίας του τρόπου διαβίωσης που επιβάλλει στους κρατούμενους με τις ακατάλληλες συνθήκες, την έλλειψη επαγγελματικής κατάρτισης και το είδος της εργασίας που προσφέρει, που ίσως αργότερα δεν θα τους χρησιμεύσει στη ζωή τους. Οι συνθήκες στη φυλακή πολλές φορές μπορεί να δημιουργήσουν καταστάσεις αφύσικες, ανώφελες ή/και επικίνδυνες, και μπορεί να επιβάλλουν στους κρατούμενους βίαιους καταναγκασμούς, βασίζοντας συχνά τη λειτουργία της στην κατάχρηση της εξουσίας και ενδέχεται να τους εξωθήσει να υιοθετήσουν ανάλογες βίαιες συμπεριφορές.

Το αίσθημα αδικίας πού αρκετοί κρατούμενοι νιώθουν είναι έντονο. Συχνά, εξοργίζονται ενάντια σε όλα όσα τους περιβάλλουν, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν εχθρικά τους φορείς της εξουσίας και τέλος να κατηγορούν γι’ αυτό την ίδια τη δικαιοσύνη. Ελλείψεις στο προσωπικό των φυλακών και στην εκπαίδευση δυσχεραίνουν τις συνθήκες κράτησης. Ορισμένοι από αυτούς ενδέχεται να αναπτύσσουν μη επιτρεπτούς τρόπους διαχείρισης των προβλημάτων που προκύπτουν κατά την εργασία τους (σύστημα καταδοτών, εκβιασμούς, διαφθορά κ.λπ.). Άρα το περιβάλλον στη φυλακή ευνοεί την οργάνωση του τρόπου ζωής των κρατουμένων στη βάση ενός συστήματος αξιών που στηρίζεται στην επιβίωση με κάθε τρόπο, στην ανάπτυξη υποσυστημάτων και ομάδων εγκληματιών, στην ιεράρχηση σύμφωνα με τη βαρύτητα του εγκλήματος (Φουκώ, 1976). Αρκετοί κρατούμενοι, όπως αναφέρουν οι ίδιοι, είναι θύματα ψυχολογικής βίας και έχουν υποστεί σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από κάποιους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ή τους συγκρατούμενους τους στη φυλακή αλλά και στο παρελθόν. Το ίδιο το περιβάλλον της φυλακής κατασκευάζει ανθρώπους, κατά τον (Φουκώ, 1976), που καθημερινά όλο και περισσότερο διακόπτουν τους δεσμούς τους με την κοινωνία και εντάσσονται όλο και περισσότερο στους «στρατώνες του εγκλήματος».

Έτσι ερμηνεύεται το γεγονός ότι σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στους πληθυσμούς φυλακών της Ε.Ε., οι εκτιμήσεις σχετικά με την επικράτηση της ενέσιμης χρήσης, τουλάχιστον μία φορά σε όλη τη ζωή, κυμαίνονται μεταξύ του 6% και του 69%, ποσοστό που υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό τις αντίστοιχες εκτιμήσεις για το γενικό πληθυσμό, οι οποίες αναφέρουν επίπεδα κάτω του 1% (Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν., 2004).

Επίσης, σύμφωνα με μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε χρήστες ναρκωτικών στις φυλακές της Ε.Ε., ένα ποσοστό μεταξύ του 3% και του 26% έκανε για πρώτη φορά χρήση ναρκωτικών κατά τη διάρκεια της φυλάκισης τους ενώ το 21% των χρηστών ενέσιμων ναρκωτικών ξεκίνησε την ενέσιμη χρήση μέσα στη φυλακή (EMCDDA, 2003).

Η αποδοχή μιας παθητικής στάσης για τη ζωή, η ισοπέδωση της προσωπικότητάς τους, η ανάπτυξη επιθετικότητας και συναισθημάτων εκδίκησης για την κοινωνία, καθώς και ο στιγματισμός και ο κοινωνικός ρατσισμός που υφίστανται, δυσκολεύουν τη ζωή των αποφυλακισμένων με αποτέλεσμα την υποτροπή τους στη φυλάκιση.

Οι συνθήκες που καλούνται να ζήσουν οι κρατούμενοι που απολύονται ωθούν πολλούς από αυτούς στην υποτροπή (Φουκώ, 1976), καθώς απολύονται από τη φυλακή μ’ ένα «διαβατήριο» πού πρέπει να παρουσιάζουν, στο οποίο αναφέρεται η καταδίκη τους. Συνήθως αδυνατούν να βρουν εργασία, δεν έχουν την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη και εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνουν τις ίδιες παραβατικές συμπεριφορές, καταλήγοντας εκ νέου στη φυλακή.

Με αυτά τα προβλήματα καθίσταται πολύ δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια για κοινωνική ένταξη των αποφυλακισμένων στην κοινωνία (Αλεξιάδη, 1991).

Είναι πάρα πολύ δύσκολο κανείς να μάθει να ζει ελεύθερα και δημιουργικά, χωρίς να έχει την ελευθερία του, όταν συναναστρέφεται με άτομα που έχουν διαπράξει παραβάσεις ποινικά κολάσιμες και εγκλήματα, ζώντας σε ένα ανασφαλές και απειλητικό περιβάλλον. Επομένως τίθεται το ερώτημα αν μπορεί η φυλακή να λειτουργήσει ως μέθοδος σωφρονισμού. Μήπως η φυλάκιση προκαλεί την υποτροπή. Καθώς όταν βγει κανείς από τη φυλακή οι πιθανότητες να ξαναμπεί σ’αυτήν αυξάνονται, όπως φαίνεται και από το μεγάλο ποσοστό κρατουμένων που έχουν εκτίσει προηγούμενη ποινή φυλάκισης (Κουράκης 1997).

Γ. Αποθεραπεία-Επανακοινωνικοποίηση

Ως θεραπεία θεωρείται η αλλαγή ταυτότητας και τρόπου ζωής του εξαρτημένου ατόμου. Η αλλαγή αυτή είναι μία εξελικτική διαδικασία, στην οποία το εξαρτημένο άτομο προχωράει με διαδοχικά βήματα από έναν τρόπο ζωής στον οποίο κυριαρχεί η χρήση σε έναν διαφορετικό τρόπο, απαλλαγμένο από ουσίες με σταθεροποιημένη αποχή (Prochaska & DiClemente & Nocross, 1992; De Leon, 2000).

Οι στόχοι της θεραπείας περιλαμβάνουν όλους εκείνους τους τομείς που σχετίζονται με τη χρήση, ώστε τελικά να αναπτυχθεί η ικανότητα δημιουργίας και διατήρησης ενός θετικού και δημιουργικού τρόπου ζωής. Επομένως, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική επανένταξη των αποφυλακισμένων, εξατομικευμένα και ως δικαίωμα του κάθε κρατούμενου.

Χρειάζεται να διαχωρίζουμε την ποινή από τη μεταχείριση και τη μέριμνα, δηλαδή την αποστολή της Δικαιοσύνης από αυτήν του Κοινωνικού Κράτους (Πανούσης, 1989).

Για την εξάρτησή του και για την παραβατικότητα που συνήθως τη συνοδεύει ευθύνεται ο κάθε άνθρωπος ατομικά αλλά όχι μόνος. Γι’ αυτό το λόγο, η απεξάρτηση και η ποινική παρέμβαση είναι αποτελεσματικές, μόνο όταν επενεργούν τόσο στο άτομο όσο και στο μικρόκοσμο των σχέσεών του. Ως εκ τούτου, η σωματική αποτοξίνωση και αντίστοιχα η ποινή, επενεργώντας εξ ορισμού ατομικά, δεν επαρκούν (Παρασκευόπουλος 2005). Χωρίς την κινητοποίηση και την ενεργή συμμετοχή του ίδιου του κρατούμενου είναι αδύνατη η επιτυχία οποιουδήποτε προγράμματος επανένταξης. Μόνον η επανακοινωνικοποίηση, ως διαδικασία «θωράκισης» του ατόμου τόσο σε επίπεδο αποδοχής των ορίων της κοινωνικής συμβίωσης όσο και σε επίπεδο απόκτησης δεξιοτήτων κοινωνικής λειτουργικότητας, μπορεί να έχει αποτέλεσμα. Αυτό προϋποθέτει δράση πολύμορφη όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο από τον κρατούμενο αλλά και μέσα στις δομές τόσο του συστήματος της φυλακής που κρατείται όσο και εκείνου της κοινωνίας για το οποίο προορίζεται.

Η στέρηση της ελευθερίας συνεπάγεται τον κοινωνικό αποκλεισμό και την απώλεια της προσωπικής ταυτότητας. Η δημιουργία όμως ενός περιβάλλοντος με θετικά ερεθίσματα επηρεάζει ανάλογα τη συμπεριφορά. Η εργασία και η εκπαίδευση βοηθούν στην ανάπτυξη μιας θετικής κοινωνικής ταυτότητας. Η κοινωνική διαπαιδαγώγηση περνάει μέσα από θεμελιώδεις αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις μας. Σήμερα, η κοινωνία φαίνεται ότι έχει αποτύχει να εντάξει τους κρατούμενους σε συνθήκες ελεύθερων πολιτών, καθώς η ποινή κατά της ελευθερίας λειτουργεί περισσότερο τιμωρητικά. Οι συνθήκες κράτησης στη φυλακή μπορούν να ευνοήσουν συμπεριφορές κατάχρησης εξουσίας, εγκατάλειψης και αδιαφορίας. Η φυλακή φαίνεται να λειτουργεί έχοντας ως μόνο στόχο το σωφρονισμό. Χρειάζεται η ευαισθητοποίηση και η ανάπτυξη της αλληλεγγύης προς τους κρατουμένους τόσο των πολιτών όσο και ειδικότερα των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και των αρμοδίων κρατικών λειτουργών. Ίσως με αυτό τον τρόπο συμβάλουμε, ώστε να αλλάξουν τα πράγματα (Πανούσης, 1989).

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Α. Μέσα συλλογής δεδομένων

Για την έρευνα αυτή χρησιμοποιήθηκαν τόσο η ποσοτική όσο και η ποιοτική μέθοδος συλλογής στοιχείων και ανάλυσης των αποτελεσμάτων.

  1. Εργαλεία ποσοτικής έρευνας

Η ποσοτική έρευνα συνέβαλε στην αποτύπωση των στοιχείων που διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία (profil) των συμμετεχόντων στην έρευνα. Επίσης, δίνει στοιχεία για το χρόνο φυλάκισης καθώς και για άλλους παράγοντες, που επηρεάζουν τη βαρύτητα της εξάρτησης. Έγινε συγκριτική μελέτη των στοιχείων των συμμετεχόντων στην έρευνα και του πληθυσμού των ατόμων που προσήλθαν στα θεραπευτικά κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. το έτος 2004.

Αξιοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο EuropASI, που είναι μια συνοπτική ημιδομημένη συνέντευξη και παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις πτυχές της ζωής ενός ατόμου που συμβάλλουν ή επηρεάζονται από την εξάρτηση και την κατάχρηση των ουσιών. Επιπλέον, στην ποσοτική έρευνα χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο του Δείκτη Αίτησης για Θεραπεία (TDI). Αυτό είναι ένα εργαλείο συλλογής πληροφοριών που αφορούν το αίτημα για θεραπεία, το οποίο συμπληρώνεται κατά την πρώτη επαφή του χρήστη με το θεραπευτικό πρόγραμμα. Η συλλογή των πληροφοριών αφορά: τις πηγές παραπομπής για θεραπεία, τις κοινωνικό–δημογραφικές πληροφορίες, τη χρήση ουσιών, τη συμπεριφορά υψηλού κινδύνου, το οικογενειακό ιστορικό, την υγεία, την εμπλοκή σε παραβατική συμπεριφορά.

  1. Εργαλεία ποιοτικής έρευνας

Στην έρευνα χρησιμοποιήθηκε επίσης η τεχνική της Ομαδικά Εστιασμένης Συνέντευξης (από δω και στο εξής θα αναφέρεται ως ΟΕΣ), η οποία αποτελεί ένα εργαλείο ποιοτικής μεθόδου και θεωρείται κατάλληλη για εφαρμογή στη διερεύνηση ειδικών κοινωνικών ομάδων. Έχει εφαρμοστεί στην εκτίμηση των αναγκών, στην ανάπτυξη νέων πλάνων, στην εξέταση νέων προγραμμάτων και ιδεών (Krueger, 1988). Δίνει τη δυνατότητα στα άτομα να παρέχουν πληροφορίες, να εκφράζουν απόψεις και εντυπώσεις, χρησιμοποιώντας τις δικές τους λέξεις, κάνοντας τους δικούς τους συσχετισμούς και συνειρμούς. Δεν περιορίζει τα άτομα όπως αυτό συμβαίνει από τη δομή ενός «κλειστού ερωτηματολογίου». Στις ΟΕΣ η ομάδα των συμμετεχόντων μοιράζεται ένα παρόμοιο ή και το ίδιο πρόβλημα (Πουλόπουλος & Τσιμπουκλή, 1995). Η ΟΕΣ απαντά επαρκώς στην ανάγκη του ερευνητή να ακούσει και να μάθει από τους συμμετέχοντες, έχει χαμηλό κόστος, δίνει άμεσα και κατανοητά αποτελέσματα και αντιμετωπίζει τους συμμετέχοντες ως οντότητες και όχι ως αριθμούς (Παπαναστασάτος, 2004).

Στην παρούσα έρευνα η ΟΕΣ χρησιμοποιήθηκε για την αναγνώριση και την αποτύπωση των προβλημάτων καθώς και τη διερεύνηση σε βάθος των αναγκών των τοξικοεξαρτημένων, όπως εκφράζονται και προσδιορίζονται από τους ίδιους, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν εγκλειστεί σε σωφρονιστικά ιδρύματα (σε Δικαστικές και στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, σε άλλες κλειστές φυλακές της χώρας καθώς και στο Ψυχιατρικό Κατάστημα Κρατουμένων Κορυδαλλού). Επίσης, χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση του βαθμού επίδρασης που έχει ο εγκλεισμός και την αξιολόγηση των συνεπειών του στη μετέπειτα ζωή τους. Η θεματολογία περιελάμβανε τέσσερις τομείς, και κάθε τομέας μια σειρά ερωτήσεων που είχαν προσχεδιαστεί, οι οποίες αναπροσαρμόζονταν στη διάρκεια των συνεντεύξεων, ανάλογα με το συγκινησιακό κλίμα και τη δυναμική της ομάδας.

Οι πληροφορίες που αξιοποιήθηκαν στην έρευνα αφορούσαν: α) την αντίληψη των συμμετεχόντων για το θεσμό της φυλακής και τον τρόπο ζωής των εγκλείστων, τις δυναμικές που αναπτύσσονται στη φυλακή και τα αποτελέσματα που προκύπτουν ως προς τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των κρατουμένων β) τη σχέση προσδοκιών και πραγματικότητας μετά την αποφυλάκισή τους, γ) την αποτύπωση των παραμέτρων που διαμορφώνουν το βαθμό βαρύτητας της εξάρτησης για τους συμμετέχοντες και δ) τις αντιλήψεις τους για τη θεραπεία και τα θεραπευτικά προγράμματα.

Β. Διαδικασία

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν μέλη στην κύρια φάση θεραπείας του προγράμματος διαμονής (Θεραπευτικό Πρόγραμμα «ΝΟΣΤΟΣ»-ΚΕ.Θ.Ε.Α.), καθώς και μέλη ανοικτού προγράμματος στη φάση της επανένταξης (Θεραπευτικό Πρόγραμμα «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ»-ΚΕ.Θ.Ε.Α.). Βασικό κριτήριο για την επιλογή των συμμετεχόντων ήταν ο εγκλεισμός τους σε σωφρονιστικά ιδρύματα, για διάστημα μεγαλύτερο από 6 μήνες, καθώς και η διάθεση των συμμετεχόντων να συζητήσουν για το θέμα της έρευνας. Επειδή η συμμετοχή 8 έως 12 ατόμων στις ομάδες διερεύνησης καθιστά την έρευνα αξιόπιστη, τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και σε σχέση με τη διαδικασία, δημιουργήθηκαν δύο ομάδες.

Η πρώτη ομάδα αποτελούνταν από 11 άτομα που ήταν ενταγμένα στη Θεραπευτική Κοινότητα «ΝΟΣΤΟΣ» και είχαν χρόνο παραμονής στο θεραπευτικό πρόγραμμα από 2 έως 14 μήνες. Όλοι όσοι πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής δέχθηκαν να συμμετάσχουν. Τη χρονική στιγμή της διεξαγωγής της έρευνας η συνολική δύναμη της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΝΟΣΤΟΣ» ήταν 50 άτομα.

Η δεύτερη ομάδα αποτελούνταν από 8 άτομα, μέλη του Θεραπευτικού Προγράμματος «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ», που βρίσκονταν στη φάση της κοινωνικής επανένταξης. Συμπεριλήφθηκαν και εδώ όσοι πληρούσαν τα κριτήρια συμμετοχής. Ένα άτομο παρά το ότι δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια, έλαβε μέρος κατόπιν δικού του αιτήματος -και μετά από απόφαση του ερευνητή- για λόγους, που κρίθηκαν σημαντικοί για τη δυναμική της ομάδας και τη σχέση που διαμορφωνόταν μεταξύ των συμμετεχόντων.

Οι ΟΕΣ διεξήχθηκαν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους συνεδριών της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΝΟΣΤΟΣ» στις εγκαταστάσεις του Προγράμματος στη Σαλαμίνα (Μάρτιος – Απρίλιος 2004) καθώς και στις εγκαταστάσεις του Προγράμματος «ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ» στην Αθήνα (Μάρτιος–Απρίλιος 2004). Η διάρκεια της κάθε συνάντησης ήταν περίπου 1 ώρα και 30 λεπτά. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά τρεις συναντήσεις (ανά ομάδα), με διαφορετική κάθε φορά θεματολογία. Το σύνολο όμως των θεμάτων που συζητήθηκαν παρουσίαζαν συνέχεια και συνάφεια μεταξύ τους.

Αξιοποιήθηκαν ως βοηθοί του συντονιστή εξωτερικοί συνεργάτες – εθελοντές, ενώ παράλληλα υπήρχε συνεργασία με τον υπεύθυνο Τομέα Έρευνας του ΚΕ.Θ.Ε.Α. για την οργάνωση των ερωτήσεων και την αξιοποίηση των απαντήσεων κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Στις συνεντεύξεις, χρησιμοποιήθηκε μαγνητόφωνο και έγινε καταγραφή σημειώσεων. Στο τέλος, κάθε συνέντευξης ακολουθούσε συνάντηση των ερευνητών για τη σύνοψη των μηνυμάτων της συνέντευξης και την ανταλλαγή πληροφοριών.

ΑΝΑΛΥΣΗ

Α. Ποιοτική ανάλυση και αποτελέσματα των Ομαδικά Εστιασμένων Συνεντεύξεων

Η ανάλυση βασίστηκε κυρίως στα απομαγνητοφωνημένα κείμενα, στις σημειώσεις και στις περιλήψεις των συνεντεύξεων. Αρχικά, μελετήθηκε το υλικό για τον καθορισμό των βασικών συμπερασμάτων. Κωδικοποιήθηκαν οι απαντήσεις έτσι, ώστε να μη βρίσκονται νέες παραλλαγές. Ακολούθησε η κατηγοριοποίηση και η σύνδεση των κατηγοριών, ώστε να διαμορφωθούν οι εννοιολογικές κατηγορίες. Οι εννοιολογικές κατηγορίες βασίστηκαν στην εννοιολογική συνάφεια και οργανώθηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδεικνύουν με όσο το δυνατόν περισσότερη σαφήνεια και πληρότητα την εκτίμηση των ίδιων των συμμετεχόντων γύρω από τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με τους στόχους της έρευνας. Στη συνέχεια ακολουθούν τα αποτελέσματα της ανάλυσης ανά εννοιολογική κατηγορία.

  1. Η φυλάκιση ως εμπειρία

Η φυλακή είναι ένα ίδρυμα στο οποίο κανείς δεν επιθυμεί να καταλήξει. Έχει ωστόσο επιλεγεί ως βασικός τρόπος αντιμετώπισης των εξαρτημένων παραβατών, γεγονός που αποδεικνύεται από τα επίσημα στοιχεία τα οποία, αναφέρουν ότι το 41% περίπου των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές έχει διαπράξει παραβάσεις σχετικές με το νόμο περί ναρκωτικών. Είναι πολύ πιθανό να τιμωρηθεί με ποινή στέρησης της ελευθερίας του οποιοσδήποτε σχετίζεται με την κατάχρηση παράνομων ουσιών.

Ο εγκλεισμός στη φυλακή βιώνεται ως μια πολύ δύσκολη και επώδυνη εμπειρία. Οι περισσότεροι χρήστες θεωρούν το μέγεθος της τιμωρίας δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το αδίκημα τους. Πολλές φορές το βιώνουν τόσο επώδυνα, ώστε να το παρομοιάζουν με ένα βήμα πριν από το θάνατο:

«Η φυλακή είναι μία πολύ βαριάς μορφής τιμωρία, εγκλεισμός, απομόνωση και από την εμπειρία μου το βίωνα σαν ένα βήμα πριν το θάνατο».

«Στη φυλακή πρέπει να τα έχεις 400 για να επιβιώσεις… μια ζούγκλα είναι, ένας βρώμικος χώρος…».

Κατά την άποψη αρκετών κρατουμένων κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρότερου, σε ένα διαρκή αγώνα για επιβίωση που απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες.

Οι κρατούμενοι θεωρούν ότι το σωφρονιστικό σύστημα έχει αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει η σωφρονιστική πολιτική και από τους στόχους τους οποίους θα έπρεπε να υπηρετούν και να επιδιώκουν και οι ίδιοι.

«Είναι ένας μικρόκοσμος στους οποίους λειτουργεί χίλιες φορές περισσότερο η παρανομία. Είναι σχολείο παρανομίας. Πηγαίνεις και μαθαίνεις πράγματα που τα χρησιμοποιείς στην πιάτσα…».

Οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι κυριαρχεί η αίσθηση της μοναξιάς, της ερημιάς και της εγκατάλειψης. Ο εγκλεισμός φαίνεται να δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα στον κρατούμενο και επιπρόσθετες ανάγκες για υποστήριξη, για να καταφέρει να διαχειριστεί και να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις συνέπειες από τη φυλάκιση:

«Μπαίνεις μέσα στη φυλακή πρεζάκι η οτιδήποτε άλλο και με αυτά που περνάς, χρειάζεσαι παρά πολύ υποστήριξη για να τα ξεπεράσεις. Δεν ξεπέρνιουνται, δεν ξεπέρνιουνται εύκολα τουλάχιστον, όλα αυτά που τραβάς».

  1. Προβλήματα διαβίωσης στη φυλακή

Οι δυσκολίες διαβίωσης στη φυλακή, όπως υποστηρίζουν, για τους εξαρτημένους είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Καταρχήν, αναφέρουν ελλείψεις στοιχειώδους μέριμνας, προβλήματα στις συνθήκες υγιεινής και ιατροφαρμακευτικής φροντίδας:

«Δεν υπάρχουν γιατροί να σε παρακολουθούν και μπορεί να πεθάνεις».

Η χρήση ναρκωτικών γίνεται με ιδιαίτερα επικίνδυνο τρόπο και διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο για μετάδοση επικίνδυνων λοιμωδών νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένου του ιού του HIV/AIDS:

«…υπήρχαν δυο-τρεις σύριγγες για 500 άτομα».

Η υπερσυγκέντρωση και η έλλειψη διαχωρισμού των κρατουμένων, σύμφωνα με τα αδικήματα που έχουν διαπράξει και τις ανάγκες τους για σωφρονισμό, δυσκολεύει τις μεταξύ τους σχέσεις και τη διαβίωσή τους:

«Σε τέσσερα- πέντε τετραγωνικά στοιβάζονται τέσσερις άνθρωποι».

Πολλοί αναφέρουν ότι συχνά υφίστανται κατάχρηση εξουσίας και προσβολές της προσωπικότητάς τους, οι οποίες επιβαρύνουν τις συνθήκες της ζωής τους, παραβιάζοντας θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα:

«Από τους εννιά μήνες τους τρεις είχα κάτσει στο πειθαρχείο χωρίς εισαγγελική απόφαση. Μου έκοβαν τα επισκεπτήρια που δικαιούμουν νόμιμα με τον αδελφό μου. Ήταν πολύ τιμωρητικό».

  1. Η επίδραση του εγκλεισμού στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς

Κατά την άποψη τους, η συμπεριφορά των εγκλείστων φαίνεται να διαμορφώνεται εξαιτίας του περιβάλλοντος της φυλακής και να επηρεάζεται έντονα από τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτή, καθώς και από την υπερσυγκέντρωση όλων των παραβατών του ποινικού δικαίου.

Οι αλλαγές στη συμπεριφορά αφορούν αρχικά τον τρόπο ομιλίας, τον τρόπο σκέψης, καθώς και την εικόνα που βγάζουν προς τους άλλους. Οι περισσότεροι υιοθετούν σκληρή στάση απέναντι στον εαυτό τους και στους άλλους και συμπεριφέρονται βίαια, με στόχο να μη δείχνουν ευάλωτοι και έτσι να καταφέρουν τελικά να επιβιώσουν.

Όπως αναφέρουν, η ανάγκη που έχουν για ασφάλεια φαίνεται ότι επιτυγχάνεται με την απομόνωση και τη σύναψη των ελάχιστων δυνατών σχέσεων. Οποιαδήποτε ένδειξη αδυναμίας ή έκφρασης φόβου σημαίνει ότι αφήνουν περιθώρια για εκμετάλλευση από τους άλλους. Για να το αποφύγουν αυτό, σκληραίνουν και αποσύρονται, προσπαθώντας επιμελώς να κρύβουν τα συναισθήματα και την ανθρώπινη πλευρά τους:

«Έπρεπε να γίνω άλλος άνθρωπος για να επιβιώσω με αυτούς τους ανθρώπους εκεί. Όταν μπήκα μέσα δεν ήμουνα σκληρή, εκεί άλλαξα».

«Γίνεσαι πιο άγριος μέσα στη φυλακή. Και το παραμικρό ανθρώπινο συναίσθημα να νοιώσεις το καταπνίγεις. Γίνεσαι ζώο εκεί μέσα».

Δημιουργούν ή εντάσσονται σε ομάδες, φτιάχνοντας τα δικά τους υποσυστήματα. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι δημιουργούν συμμαχίες με το καθεστώς της φυλακής, για να εξασφαλίσουν στοιχειώδη προνόμια, με αποτέλεσμα αργότερα, όπως φαίνεται να ντρέπονται και να ενοχοποιούνται για τις πράξεις τους. Άλλοι παίρνουν μεγάλα ρίσκα, όπως η εισαγωγή ναρκωτικών, στη φυλακή για να κερδίσουν το σεβασμό των άλλων και να ανέβουν στην ιεραρχία της φυλακής. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές, επηρεασμένοι από την πίεση του περιβάλλοντος τους, παρά από ελεύθερη επιλογή:

«Αν δεν ενταχτείς σε μία ομάδα δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Είναι αδύνατον να τα καταφέρεις μόνος σου».

«Γλύφεις για να περάσεις καλύτερα».

«Πρέπει να είσαι πανούργος στη φυλακή. Μόνο έτσι επιβιώνεις. Μπορεί να γίνεις ρουφιάνος για να επιβιώσεις».

  1. Ο εξαρτημένος κρατούμενος και οι άλλοι

α) Εντός Φυλακής

Η σχέση με το προσωπικό

Το προσωπικό της φυλακής, κατά την άποψη των κρατουμένων έχει απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι τους. Εκτιμούν ότι και μόνο η ύπαρξη τους αποτελεί σημαντικό λόγο για τη δυσφορία των υπαλλήλων. Πιστεύουν επίσης ότι οι υπάλληλοι τους αντιμετωπίζουν σαν πρόβλημα και για το λόγο αυτό όσοι καταφεύγουν στην κατάχρηση εξουσίας στοχεύουν στη μείωση των απαιτήσεων των κρατουμένων. Ορισμένοι κρατούμενοι υποστηρίζουν ότι παραβιάζονται: η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ο Σωφρονιστικός Κώδικας και ο Εσωτερικός Κανονισμός της Φυλακής.

Όπως αναφέρουν οι ίδιοι, αρκετοί σωφρονιστικοί υπάλληλοι τους αντιμετωπίζουν ρατσιστικά και τους κατατάσσουν στις χαμηλότερες βαθμίδες στην ιεραρχία της φυλακής. Εκφράζονται χωρίς σεβασμό απέναντί τους, δεν τους εκτιμούν ως προσωπικότητες και τους προσβάλλουν συνεχώς:

«Υπάρχει διαφορά στην αντιμετώπιση του χρήστη από άλλον κρατούμενο. Δεν υπάρχει σεβασμός από τους υπαλλήλους, δεν μας λάμβαναν καθόλου υπόψη τους».

«Στους χρήστες δεν μας είχαν καμία εμπιστοσύνη. Δε μετρούσε σε τίποτε η γνώμη μας».

«…πρέπει να είσαι ευχαριστημένη που σου προσφέρουμε και τρεις φορές την ημέρα φαγητό, γιατί έξω που ήσουνα, δεν έτρωγες καθόλου».

Διαφορετική αντιμετώπιση αναφέρουν ότι υπάρχει και στις συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής σε σχέση με τους άλλους κρατούμενους. Η δυνατότητα ιατροφαρμακευτικής κάλυψης και φροντίδας επίσης αναφέρουν ότι είναι ελλιπέστατη, σε σύγκριση με τους άλλους κρατούμενους:

«Να θελήσεις να επισκεφτείς οδοντίατρο και επειδή φοβούνται ότι μπορεί να έχεις AIDS ή ηπατίτιδα, να περιμένεις μήνες για να δεις τον οδοντίατρο».

«Οι τοξικομανείς ‘βρίσκονταν εκεί που έπρεπε να βρίσκονται’. Ήμασταν δηλαδή σε κελιά μέσα στη βρώμα, μες την υγρασία, δεν τολμούσες να περάσει από κει πέρα».

Η διαφορετική αντιμετώπιση αφορά και στο δικαίωμα τους στην εργασία. Συγκεκριμένα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας εξαρτημένος, ήταν πολύ δύσκολο να εξασφαλίσει το προνόμιο αυτό:

«Οι τοξικομανείς ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρουν δουλειά μέσα στη φυλακή, ενώ για τους άλλους κρατουμένους ήταν πολύ πιο εύκολα».

Η σχέση με τους συγκρατούμενους

Οι εξαρτημένοι κρατούμενοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει μεγάλη ένταση και ανταγωνισμός μεταξύ των κρατουμένων, η οποία σχετίζεται με τον ελάχιστο ζωτικό και λειτουργικό χώρο της φυλακής. Τα προνόμια είναι ελάχιστα και δεν δίνονται σε όλους. Έτσι, αναπτύσσονται έχθρες και αντιπαραθέσεις, οι οποίες πολύ συχνά εκφράζονται με βίαιο τρόπο:

«Οι κρατούμενοι μεταξύ τους είναι δύο άγρια θηρία που παλεύουν για να επιβιώσει το ένα».

Οι τοξικοεξαρτημένοι δεν είναι αποδεκτοί από τους άλλους κρατούμενους, εξαιτίας της εξάρτησής τους. Θεωρούνται πρόσωπα ανάξια εμπιστοσύνης, που μπορεί να συμμαχούν με οποιονδήποτε τους διευκολύνει, προκειμένου να «βολευτούν»:

«Σε μας τους χρήστες δεν μας είχαν καμιά εμπιστοσύνη. Μας θεωρούσαν προβληματικούς και ανέντιμους. Δύσκολα μας πλησίαζαν».

β) Σχέσεις με άτομα εκτός φυλακής

Οικογένεια

Οι σχέσεις τους με την οικογένεια είναι διαταραγμένες, λόγω της χρήσης και επιβαρύνονται ιδιαιτέρα με τον εγκλεισμό. Οι κρατούμενοι είναι έντονα ενοχοποιημένοι, εξαιτίας της στενοχώριας που προξενούν στους δικούς τους με τη φυλάκισή τους. Αισθάνονται ντροπή για τις επιλογές τους για λογαριασμό και των οικογενειών τους, επειδή ο στιγματισμός που αφορά τους ίδιους μεταφέρεται και στα μέλη της οικογένειάς τους:

«Δεν ήθελα να έρχεται η μητέρα μου στη φυλακή. Στεναχωριόμουν που την έβλεπα να στεναχωριέται. Ήθελα να μην έρχεται συνέχεια. Αισθανόμουν ντροπή».

Οι περιορισμένες δυνατότητες επικοινωνίας το διάστημα της κράτησής τους δε συμβάλλουν στη βελτίωση των σχέσεων και οι ήδη διαταραγμένες σχέσεις τους επιβαρύνονται περισσότερο:

«Με ένα εικοσάλεπτο επισκεπτήριο τη βδομάδα δεν έχεις την ευκαιρία να κάνεις και πολλά πράγματα. Μόνο με το τηλέφωνο δε γίνεται τίποτε».

Μερικές φορές, όμως, φαίνεται ότι ο «κοινός εχθρός» (η αντιμετώπιση της παρούσας δύσκολης κατάστασης) μπορεί να λειτουργήσει θετικά και να επανασυνδέσει τα μέλη της οικογένειας:

«Η φυλακή, εμένα και τους γονείς μου, μας έφερε πιο κοντά. Αλλά, πιστεύω από την άλλη, ότι χάθηκε η εμπιστοσύνη απέναντι σε μένα».

«Όταν ήμουν στη φυλακή οι δικοί μου, μου σταθήκαν πάρα πολύ, με αγκάλιασαν, με στήριξαν. Ξαναδέθηκε η οικογένεια. Ακόμη και ο αδελφός μου που δεν μίλαγα, ερχόταν κάθε εβδομάδα και με έβλεπε».

Ερωτικές σχέσεις, ερωτική ζωή

Οι ερωτικές σχέσεις των κρατουμένων με ανθρώπους εκτός φυλακής, είναι συνήθως σύντομης διάρκειας, με αποτέλεσμα οι κρατούμενοι να αισθάνονται εγκατάλειψη:

« … είχα σχέση πριν τη φυλακή. Με άφησε».

Η μοναξιά, η ανάγκη για ενδιαφέρον και η έλλειψη επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ωθούν ορισμένους εξαρτημένους σε επιλογές αδιέξοδες και ακραίες:

«Θυμάμαι ότι ένας από τους βασικούς λόγους που παντρεύτηκα μέσα στη φυλακή ήταν για να υπάρχει κάποιος δικός μου άνθρωπος απ’ έξω».

Η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, για αποκλειστικότητα, για τρυφερότητα και για αγάπη ωθεί ορισμένους σε ερωτικές επιλογές που σε άλλη περίπτωση δε θα έκαναν. Το βασικό είναι η κάλυψη αυτών των ανθρωπίνων αναγκών. Η έλλειψη αυτή οδηγεί ορισμένους στη σύναψη ομοφυλοφιλικών σχέσεων, επειδή δεν υπάρχουν άλλες επιλογές (αυτό εκφράστηκε, κυρίως, από τις γυναίκες ερωτώμενες):

«… εκεί μπορεί να χαθείς, να ερωτευτείς, να κάνεις ερωτικές σχέσεις είτε για να ικανοποιήσεις το σώμα σου είτε για να καλύψεις πολύ περισσότερο το κενό που έχεις μέσα σου για αγάπη».

Η σύναψη ερωτικών, ομοφυλοφιλικών σχέσεων μπορεί επίσης να συμβαίνει και για λόγους επιβίωσης:

«…άλλες, επειδή δεν έχουν χρήματα, έχουν κάνει σχέση με άλλες που έχουν χρήματα για να επιβιώσουν».

Άλλοι προσπαθούν να διαχειριστούν τις ερωτικές επιθυμίες τους καταπνίγοντάς τες, για να γλιτώσουν από τις συνέπειες που μπορεί να είναι είτε η ομοφυλοφιλία είτε η αδυναμία να είσαι σκληρός είτε η αποσταθεροποίηση από την ανάδυση ερωτικών συναισθημάτων:

«Προσπάθησα να μείνω μακριά από αυτά τα ερωτικά. Δεν κολλάει η φυλακή με αυτά. Σε μαλακώνει, σε χαλάει, σε κάνει αδύναμο και μπορούνε να σε εκμεταλλευτούν οι άλλοι».

 5. Ιδρυματισμός, διατάραξη της λειτουργικότητας του ατόμου

Ο ιδρυματισμός, δηλαδή η απόσυρση από το κοινωνικό γίγνεσθαι με την ανάπτυξη ενός ιδιαίτερα καταναγκαστικού τρόπου ζωής – που «λειτουργεί» μόνο σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο – συντελεί στην τροποποίηση της συμπεριφοράς. Αυτή η συμπεριφορά, επηρεαζόμενη και από το περιβάλλον, ενισχύεται, συνεχώς ως προς την έκφραση της, καταλήγοντας να γίνει ιδρυματική συμπεριφορά. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που αναπτύσσει την ιδρυματοποίηση, έχοντας ως αποτέλεσμα την αποκοπή του κρατούμενου, όλο και περισσότερο, από την κοινωνία και τα λειτουργικά του κομμάτια (την οικογένεια, τις κοινωνικές σχέσεις, την επικοινωνία, την αυτοεξυπηρέτηση, την αυτό-αποτελεσματικότητα κ.λπ.).

Η διαδικασία αυτή αδρανοποιεί τον κρατούμενο, αφαιρώντας του, οποιοδήποτε κίνητρο ενεργής συμμετοχής του στη ζωή:

«Αφέθηκα και αδιαφόρησα. Συνήθισα. Λες τι πέντε χρόνια τι επτά, το ίδιο είναι».

Η έλλειψη νέων ερεθισμάτων από το εξωτερικό περιβάλλον ενισχύει το συναίσθημα της μοναξιάς, της απομόνωσης, της αδιαφορίας, της έλλειψης ενδιαφέροντος για την ίδια τη ζωή. Αυτός ο παθητικός τρόπος διαβίωσης αφήνει τους εξαρτημένους κρατούμενους την πικρή γεύση της «χαραμισμένης και χαμένης ζωής». Η δυνατότητα σχεδιασμού και διαμόρφωσης πλάνου ατονεί συνεχώς και εκμηδενίζεται προοδευτικά:

«Δεν είχα κουράγιο να κάνω τίποτε, δεν είχα κέφι. Έξω μπορούσα και είχα πλάνο, μπορούσα να σχεδιάζω. Έκατσα δώδεκα χρόνια φυλακή, χρόνια που έφυγαν έτσι».

Η φυλακή είναι ένα σύστημα που ευνοεί την παθητικότητα και την αδράνεια. Κυριαρχεί η μιζέρια, η στασιμότητα και η ακινησία. Η εξάρτηση από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους εντείνει αυτή την κατάσταση, με αποτέλεσμα την έλλειψη συναισθημάτων ανάτασης:

«Για οτιδήποτε πρέπει να πεις σε κάποιον ‘άνοιξε την πόρτα’, η οτιδήποτε άλλο θέλεις. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο. Η ζωή μου στη φυλακή ήταν μια νεκρή περίοδος».

 6. Συναισθηματική, ψυχολογική κατάσταση

Ο θυμός για το σύστημα της φυλακής είναι πολύ έντονος και κυριαρχεί στους εξαρτημένους κρατούμενους. Ο εγκλεισμός, η στέρηση των βασικών συνθηκών ποιοτικής διαβίωσης, η έλλειψη κατανόησης και ανθρωπιάς είναι παράγοντες που προκαλούν θυμό και οργή στους έγκλειστους για τα συστήματα εξουσίας, όπως οι ίδιοι χαρακτηριστικά αναφέρουν στη συνέχεια.

Αισθάνονται απελπισία και πλήρες αδιέξοδο, λόγω της αδυναμίας τους να βρουν στο άμεσο μέλλον θετική προοπτική. Δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις, δεν παίρνουν ικανοποίηση από την επίτευξη προσωπικών στόχων, επειδή ούτε καν μπορούν να εξυπηρετήσουν μόνοι τους βασικές τους ανάγκες, και έτσι δεν μπορούν να παράγουν κανένα θετικό έργο. Το μόνο που οφείλουν να κάνουν είναι να αντέξουν, κάνοντας υπομονή. Έτσι έρχονται πολύ κοντά σε σκέψεις αυτοκαταστροφής και αυτοκτονίας:

«Με θύμωνε η στέρηση ελευθερίας, η εξάρτηση από τους άλλους, το ότι δεν είχα ένα πιάτο φαΐ, ένα καθαρό κρεβάτι, έναν άνθρωπο, μια αγκαλιά και δυο κουβέντες».

«Σε μένα αυτό που κυριαρχούσε ήταν η απελπισία. Και η απελπισία σε οδηγεί σε πράξεις όπως η αυτοκτονία, για να λυτρωθείς. Όπου και να κοιτάξεις δε βλέπεις φως…. ».

«Ένοιωθα απελπισία και αδιέξοδο. Είχα δύο εξαρτήσεις. Μία από τα ναρκωτικά και άλλη από τους άλλους. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε μόνος μου…».

Η εικόνα που αποκτούν για τον εαυτό τους είναι του αποτυχημένου και του άχρηστου. Δεν υπάρχουν δυνατότητες να βγουν από αυτό. Η εξάρτηση επιτείνει την αίσθηση της ανημποριάς και του αδιεξόδου.

Ο φόβος και η αγωνία, όπως οι ίδιοι περιγράφουν, είναι έντονα και μόνιμα συναισθήματα. Προκαλούνται από την ανασφάλεια που νιώθουν, επειδή δεν ορίζουν τίποτε στο οικείο ή στο ευρύτερο περιβάλλον που βρίσκονται. Τα δεδομένα κάθε στιγμή μπορεί να αλλάζουν με απρόβλεπτο τρόπο. Έχουν καθημερινές εκπλήξεις, χωρίς να έχουν απαντήσεις στο γιατί και στο πώς. Δεν έχουν ουσιαστικούς συμμάχους. Είναι υπόλογοι και ελεγχόμενοι κάθε στιγμή. Έτσι, το συναίσθημα της μοναξιάς κυριαρχεί και αποδυναμώνει οποιαδήποτε ενδεχόμενη θετική προσπάθεια:

«Αυτό που ήταν πιο έντονο ήταν η καθημερινή αγωνία για όλα τα πράγματα, μια συνεχή αγωνία για όλα. Όταν ξυπνάς το πρωί ξέρεις που είσαι. Στο κελί σου. Αυτό σου φέρνει απόγνωση και αγωνία. …, το κελί σού θυμίζει πού είσαι».

Η ανάγκη τους να νοιώσουν διαφορετικά είναι μεγάλη. Τα συναισθήματά τους όμως στέκονται εμπόδιο. Ο αποσυντονισμός και η αποσταθεροποίηση των συναισθημάτων που αναδύονται τους κινητοποιούν να αλλάξουν κάτι. Δεν υπάρχει, όμως, ο χώρος και η επιτρεπτικότητα στη φυλακή. Έτσι, μεγαλώνουν οι εσωτερικές τους συγκρούσεις. Επιλέγουν, τελικά, να βρίσκουν τρόπους ενάντια στον εαυτό τους, όπως τα ναρκωτικά, ώστε να αντέξουν αυτές τις συγκρούσεις:

«Όταν πρωτομπήκα φυλακή για έξι μήνες δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Ξαφνικά το συνειδητοποίησα. Τρόμαξα τότε και σκεπτόμουν πως πρέπει να βρω κάτι να πίνω».

«Δυστυχώς βρίσκεσαι εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα που τα συναισθήματά σου είναι εμπόδιο. Είτε είναι χαρά είτε είναι λύπη, ότι συναίσθημα και να έχεις, δεν μπορείς να το ζήσεις, οπότε το πνίγεις».

 7. Παραβατικότητα, χρήση ουσιών

Η παραβίαση του νόμου όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν και η παρανομία είναι αποδεκτή στο πλαίσιο της φυλακής, όσον αφορά τους κρατούμενους. Διακινούνται νόμιμες ή παράνομες ουσίες εντός της φυλακής, τις οποίες εξασφαλίζουν με νόμιμο (με συνταγογράφηση) ή παράνομο τρόπο. Ορισμένοι εκφράζουν την άποψη ότι αρκετά συχνά χαλαρώνουν τα μέτρα φύλαξης, για να εισάγονται ναρκωτικά, τα οποία θα λειτουργήσουν ως μέτρο πρόληψης των εξεγέρσεων από τους εξαρτημένους κρατούμενους:

«Όλες οι εξεγέρσεις αρχίζουν από τις τοξικομανείς, επειδή ζητούσαμε καλύτερες συνθήκες. Τα αιτήματα αυτά υπάρχουν, όταν δεν υπάρχουν ναρκωτικά και χάπια. Αν υπάρχουν ναρκωτικά, δεν γίνονται εξεγέρσεις. Γι’ αυτό τα επιτρέπουν».

Στη ζωή των κρατουμένων ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ο χρόνος. Η μονοτονία, η έλλειψη ερεθισμάτων και η απουσία άμεσης θετικής προοπτικής λειτουργούν ασφυκτικά, με αποτέλεσμα ο χρόνος να περνάει πολύ δύσκολα. Έτσι, τα ναρκωτικά βοηθούν σημαντικά στη βελτίωση της ψυχολογικής κατάστασης και στη διαχείριση του χρόνου τους:

«Όταν δεν είχα να πίνω, χτύπαγα, πήγαινα πειθαρχικό και τέτοια. Όταν όμως είχα να πιω δεν με ένοιαζε τίποτε. Όταν δεν είχα, υπήρχε πρόβλημα. Η χρήση είναι διαφυγή από τη μονοτονία, καταπραϋντικό του μυαλού, ησυχάζεις, δεν θέλεις τίποτε άλλο».

Η συναναστροφή και ο συγχρωτισμός με άλλους παραβάτες του νόμου, διαμορφώνει τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να γίνεται ανταλλαγή της «τεχνογνωσίας». Δημιουργούνται νέες ομάδες παραβατών, οι οποίες, ενδεχομένως, θα συνεργαστούν μελλοντικά σε παράνομες πράξεις:

«Στη φυλακή έμαθα να ανοίγω σπίτια, να κλέβω πορτοφόλια, πώς να κλέψω ένα αμάξι, πώς να αποδράσω από έναν κλειστό χώρο. Πώς να το κάνω χωρίς να με πιάσουν. Έμαθα να κρύβομαι, να ελίσσομαι, να κινούμαι παράνομα στην κοινωνία, σε μια ζημιά που θα κάνω να μην αφήσω αποτυπώματα».

«…κάνεις ατζέντα, γνωρίζεις άτομα που θα σου χρειαστούν έξω».

 8. Στάση και συμπεριφορά μετά τον εγκλεισμό

Το πρώτο διάστημα της αποφυλάκισης είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η συμπεριφορά των ατόμων καθορίζεται από τα έντονα συναισθήματα και τις ανάγκες τους. Το σύστημα αξιών τους διαμορφώνεται τόσο από τις πρόσφατες εμπειρίες όσο και από το περιβάλλον στο οποίο καλούνται να ζήσουν. Έχοντας για μεγάλα διαστήματα ζήσει με πολλές απαγορεύσεις και περιορισμούς, νοιώθουν έντονο θυμό για την «άδικη και υπερβολική», όπως τη χαρακτηρίζουν, τιμωρία που υπέστησαν. Έτσι, επιδιώκουν να κερδίσουν χωρίς καθυστέρηση αυτά που τους έχουν λείψει. Οι δεξιότητες όμως που έχουν από το παρελθόν ή απέκτησαν κατά την περίοδο του εγκλεισμού τους δεν επαρκούν γι’ αυτό που θέλουν να πετύχουν. Οι συμπεριφορές που υιοθετούν στην αρχή χαρακτηρίζονται από αύξηση του ρίσκου και επικινδυνότητα, με αποτέλεσμα το ποσοστό θνησιμότητάς τους να αυξάνεται, ιδιαίτερα τις πρώτες εβδομάδες μετά την αποφυλάκισή τους (Bird, 2003):

«Ήθελα στέγη, χρήμα, μεταφορικό μέσο, γυναίκα και για αυτά ήταν προϋπόθεση η χρήση. Δεν είχα νόμιμη δουλειά και για να λειτουργήσω έκανα χρήση».

«Την πρώτη φορά που βγήκα ήμουν λυσσασμένος, ήθελα να κάνω ζημιές, να κερδίσω σε μια μέρα πράγματα που είχα στερηθεί, αυτά που ήθελα. Ήθελα να οδηγήσω αμάξι, να πάω με γυναίκα, να πάω σε ένα μαγαζί, να τρέξω».

Την παθητική στάση, στην οποία με τόσο σπουδή τους εκπαίδευσε το σύστημα της φυλακής, συνεχίζουν να την ακολουθούν και στη ζωή τους ως ελεύθεροι πολίτες. Υπομένουν αυτό που τους συμβαίνει, έχοντας μια εντελώς ιδρυματική συμπεριφορά. Φαίνεται ότι δυσκολεύονται και είναι απρόθυμοι να επωμισθούν την ευθύνη της διαχείρισης της ζωής τους, η οποία τους δόθηκε ξανά με την απόλυσή τους από τη φυλακή:

«Από συνήθεια καθόμουν μέσα σε ένα δωμάτιο, δεν κυκλοφορούσα στο σπίτι. Δεν είχα καμία προσδοκία. Ήμουν πολύ χάλια. Δεν ήξερα πού να πάω, τι να κάνω, ένιωθα άσχημα, ένιωθα ότι θα με βλέπει όλος ο κόσμος περίεργα».

 9. Υποτροπή, παραβατική συμπεριφορά μετά τον εγκλεισμό

Η υποτροπή στη χρήση και στη φυλάκιση είναι αποτέλεσμα των αδιέξοδων επιλογών τους. Σχετίζεται με τα πολλαπλά, μεγάλα προβλήματα που είχαν και συνεχίζουν να έχουν, εξαιτίας της εξάρτησής τους. Σε αυτά προστίθενται τα προβλήματα προσαρμογής στην ευρύτερη κοινωνία μετά τον εγκλεισμό τους, η άσχημη ψυχολογική και συναισθηματική τους κατάσταση, η απουσία εξειδικευμένης και στοχευμένης υποστήριξης, ο κοινωνικός ρατσισμός κ.λπ. Έτσι, η χρήση ουσιών προβάλλει ως μια προσωρινή λύση στο συνολικό ψυχολογικό τους αδιέξοδο, παρέχοντάς τους άμεση ανακούφιση. Αναπαράγουν τον προηγούμενο κύκλο ζωής τους, καταλήγοντας πιθανά πάλι στη φυλακή. Τώρα τα πράγματα είναι ευκολότερα, γιατί γνωρίζουν τον τρόπο επιβίωσης «μέσα», έχουν «γνωριμίες» και έχει αλλάξει η εικόνα τους για τη φυλακή:

«Έκατσα ένα χρόνο έξω μετά τη φυλακή. Όση ζημιά δεν κατάφερα να πάθω στα 18 χρόνια που ήμουν στη χρήση, την έπαθα σε αυτό το χρόνο. Μέχρι τη στιγμή που με ξανασυνέλαβαν είχα φτάσει σε σημείο να μην μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι».

«Δεν με ένοιαζε, ‘μου είχαν κρατήσει κρεβάτι και μέσα’. Εγώ το είχα δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα ξαναμπώ».

«Αποφυλακίστηκα πέντε φορές. Τις τέσσερις έκανα προετοιμασία από μέσα. Πού θα πάω και από πού θα πάρω ναρκωτικά. Είχα ψάξει και είχα βρει τηλέφωνα από γνωστούς».

  1. Συναισθηματική, ψυχολογική κατάσταση μετά τον εγκλεισμό

Βγαίνοντας από τη φυλακή, «φορτωμένοι» με τις προηγούμενες εμπειρίες, βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. Η αποσταθεροποίηση που νοιώθουν εξαιτίας της αλλαγής περιβάλλοντος είναι έντονη από την πρώτη στιγμή. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην αλλαγή του καθημερινού προγράμματος, στην έλλειψη νέων σημείων αναφοράς, στην αλλαγή του περιβάλλοντός τους. Παράλληλα η έντονη επιθυμία που είχαν ως κρατούμενοι για την απόκτηση της ελευθερίας τους έρχεται σε αντίθεση με τη νέα, δύσκολη πραγματικότητά τους, την οποία περιγράφουν ως χαοτική:

«Βγαίνεις έξω και δεν ξέρεις τι να πρωτοκάνεις, από πού να πρωταρχίσεις. Έχουν μαζευτεί τόσα πολλά πλέον που δεν ξέρεις από πού να κάνεις την αρχή. Και είσαι σε μια χαοτική κατάσταση».

Η ανασφάλεια τους είναι έντονη. Αισθάνονται ανήμποροι και ανεπαρκείς να λειτουργήσουν όπως επιθυμούν. Η μοναξιά είναι έντονη και η δυσκολία τους να σχετιστούν μεγάλη. Νοιώθουν τους άλλους ως αντίπαλους. Εκφράζουν, αλλά και εισπράττουν ρατσισμό:

«Στη φυλακή μετά από καιρό είσαι κάποιος, έχεις γνωριμίες, μετράει η γνώμη σου. Όταν βγεις έξω δεν είσαι τίποτα».

Έχουν έντονο θυμό για τους άλλους, επειδή τους θεωρούν υπεύθυνους για τα προβλήματά τους:

«Δεν ένιωθα αυτό που έκανα. Ήμουν σαν χαμένη. Ήμουν πιο αργοκίνητη, δεν μπορούσα να σκεφτώ όπως άλλες φορές που ‘έπιανα’ τα πράγματα. Ήμουν απομονωμένη, θεωρούσα ότι έφταιγαν άλλοι γι’ αυτό που έχω πάθει».

«Ένιωθα πολύ θυμό με όλους. Πήγαινα μία φορά την εβδομάδα σε ψυχολόγο αλλά δε με βοηθούσε».

  1. Δυσκολίες στην κοινωνική ένταξη

Η κοινωνική τους ένταξη, καθώς και η δραστηριοποίησή τους είναι το τελικό ζητούμενο τόσο για τους ίδιους όσο και για το θεραπευτικό πρόγραμμα. Όταν αποφυλακίζονται, δυσκολεύονται να ενταχθούν και συνήθως ζουν με το πρόσφατο παρελθόν τους. Έχουν παντελή έλλειψη συγκεκριμένων στόχων. Δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν και πού να τελειώσουν. Μιλούν για τη φυλακή, και εξακολουθούν να ζουν με παρόμοιο τρόπο. Κλείνονται σπίτι τους και δυσκολεύονται να κινητοποιηθούν και να σχετιστούν με άλλους, πέρα από αυτούς που τους αποδέχονται και οι οποίοι είναι, συνήθως, άλλοι χρήστες ή αποφυλακισμένοι. Έτσι, απέχουν από την κοινωνική δράση και τη λειτουργική κοινωνική ζωή, ζώντας παθητικά. Τα οικονομικά, νομικά και επαγγελματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν επηρεάζουν την εξέλιξή τους, όπως αναφέρεται αναλυτικά στη συνέχεια.

α) Προβλήματα στην προσαρμογή και στην κοινωνική ενσωμάτωση

Η προσαρμογή τους είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Δεν ανήκουν ούτε στον κόσμο της φυλακής ούτε στην κοινωνία. Η «διπλή ζωή» που «αναγκάζονται» να έχουν λόγω του στιγματισμού τους αυξάνει το βαθμό δυσκολίας στην προσαρμογή τους. Επιπλέον, έχουν χάσει λόγω του εγκλεισμού τους συνήθειες που απαιτούνται από τον καθένα, για να ζήσει στην ευρύτερη κοινωνία:

«Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να προσαρμοστώ πάλι έξω. Δεν μπορούσα να βγαίνω έξω όπως έβγαινα. Είχα μαγαζοφοβία, κλειστοφοβία, δεν μπορούσα την κλεισούρα, είχα διάφορες εμμονές. Ήθελα να πίνω πιο πολύ και όσο έκανα περισσότερη χρήση, είχα και μεγαλύτερο πρόβλημα».

«Ήμουν ευχαριστημένη όταν βγήκα, όμως δεν μπορούσα να ενταχτώ κοινωνικά. Ήμουν κλεισμένη σε ένα σπίτι και έπινα συνέχεια».

Οι σχέσεις με την οικογένεια εξακολουθούν να είναι επιβαρυμένες και επιδεινώνονται από τα προβλήματα της καθημερινότητας καθώς και από την έλλειψη εμπιστοσύνης που τις χαρακτηρίζει:

«…η οικογένειά μου δεν μου είχε καθόλου εμπιστοσύνη… είχα μεγάλες συγκρούσεις μετά τη φυλακή. Έχασα πολλά προνόμια που είχα κι αυτό με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Πήραν το δικαίωμα ξαφνικά και έμπαιναν στο σπίτι μου και οι γονείς μου έψαχναν για ναρκωτικά».

β) Οικονομικά προβλήματα

Η φυλάκιση έχει πολύ σοβαρές συνέπειες στην οικονομική κατάσταση τόσο του ίδιου του κρατουμένου όσο και της οικογένειάς του. Αρχικά, λόγω της εμπλοκής με τα ναρκωτικά (παράνομες πράξεις για την εξασφάλιση πόρων για την αγορά ναρκωτικών που συνήθως αρχίζουν όταν οι νόμιμοι και διαθέσιμοι πόροι τελειώσουν) και στη συνέχεια, λόγω των δαπανών που προκύπτουν (δικαστικά έξοδα, έξοδα για δικηγόρους κ.ά.), προκειμένου να αποφευχθεί η κράτηση ή να επιτευχθεί η αποφυλάκιση. Τα οικονομικά προβλήματα διογκώνονται επίσης από την μακρόχρονη απουσία τους από τους χώρους εργασίας:

«Είχα νοικιάσει ένα μαγαζί, είχα επενδύσει πάρα πολλά λεφτά και φυσικά όλα πήγαν πίσω. Έχασα τα χρήματά μου, έχασα άδειες, έχασα…, τη δυνατότητα να κάνω κάτι μετά, γιατί η φυλακή μού έφαγε πάρα πολλά χρήματα. Μου έκοψε ό,τι σχεδίαζα και ό,τι ήθελα να κάνω».

«Οι γονείς μου θα έπαιρναν σπίτι με τα λεφτά που έδωσαν για μένα…».

γ) Επαγγελματικά προβλήματα

Η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι αποφυλακισμένοι χρήστες στην επαγγελματική τους αποκατάσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη και οι λόγοι προφανείς: διπλός ο στιγματισμός, ως τοξικοεξαρτημένοι και ως αποφυλακισμένοι, αφενός και αφετέρου μειωμένη παραγωγικότητα και επάρκεια σε απαιτητικές εργασίες, λόγω κυρίως, της μακρόχρονης αποχής τους από την εργασία καθώς και της αδράνειάς τους:

«Αντιμετώπισα ρατσισμό, δουλειές δεν υπάρχουν, οι μισθοί είναι κατώτεροι από των αλλοδαπών, δεν υπάρχουν ούτε δικαιώματα ούτε ασφάλεια».

«Χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια από παλιά».

δ) Νομικά προβλήματα

Η έκβαση των νομικών τους υποθέσεων, κατά την άποψη των πρώην κρατουμένων–εξαρτημένων, επηρεάζεται από την ιδιότητά τους. Ένας πρώην κρατούμενος-εξαρτημένος πιθανόν να σκοντάφτει στις προκαταλήψεις κάποιων δικαστών, γεγονός που δυσχεραίνει το να εξασφαλίζει δίκαιες δίκες, επιβαρύνοντας περισσότερο τη δύσκολη θέση του (Καπαρδής, 2004):

«Είχα ένα σοβαρό δικαστήριο με τράπεζα, το οποίο τελικά έχασα για το λόγο ότι ήμουν φυλακή. Η κράτησή μου ήταν σοβαρός λόγος για να αποδειχθεί ότι ήμουν αναξιόπιστη και κακοποιό στοιχείο και έτσι δεν μπορώ εγώ να κατηγορώ μια τράπεζα».

«Ένα δικαστήριο που είχα, θα το κέρδιζα, αλλά τελικά το έχασα επειδή ήμουν στη φυλακή, δεν δεχτήκαν να μεταφερθώ στο δικαστήριο (ως κρατούμενη) για να παραστώ στην υπόθεσή μου».

 12. Σχετικά με το θεραπευτικό πρόγραμμα

Το θεραπευτικό πρόγραμμα δρα υποστηρικτικά προς τους εξαρτημένους κρατούμενους, παρέχοντάς τους ένα πλαίσιο αναφοράς, ένα στήριγμα στη δύσκολη καθημερινότητα. Λειτουργεί, επίσης, ως συνδετικός κρίκος στην επαφή τους με τα θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης και επανένταξης.

Με τη βοήθεια του προγράμματος, κατά την άποψη τους, προετοιμάζονται καταλληλότερα για την ένταξή τους σε προγράμματα θεραπείας και επανένταξης μετά την αποφυλάκισή τους. Το θεραπευτικό πρόγραμμα βοηθά στην κινητοποίησή τους, στη βαθύτερη επεξεργασία των φόβων τους και στη μείωση των αντιστάσεών τους για τη θεραπεία. Μέσω της ομαδικής λειτουργίας, τους βοηθά στην ενστάλαξη ελπίδας, καθώς και στην ανάπτυξη κινήτρων για θεραπεία:

«Στη φυλακή γνώρισα το πρόγραμμα και βοηθήθηκα να καταλάβω περισσότερο τον εαυτό μου. Αν δεν είχα πάει σε πρόγραμμα, πιστεύω, πάλι μέσα θα’ μουνα».

«Αν δεν αποφάσιζα να καθαρίσω στη φυλακή και να πάω στο πρόγραμμα, δεν θα είχα επικοινωνία με την οικογένειά μου. Είχα μια πλάτη και ένα στήριγμα».

Ωστόσο, για κάποιους τα προγράμματα διαμονής παραλληλίζονται με το ολοκληρωτικό σύστημα της φυλακής και ως εκ τούτου δεν είναι ελκυστικά. Σε άλλους, αντιθέτως, λειτουργούν ως η καταλληλότερη λύση:

«Όταν βγήκα από τη φυλακή, είχα συνειδητοποιήσει ότι σε αυτή την κατάσταση με είχε φέρει η χρήση, τα ναρκωτικά, και ίσως ένα πρόγραμμα με βοηθούσε. Δεν μπορούσα όμως να κλειστώ σε μια κοινότητα, το έβλεπα κάπως σαν φυλακή. Γι’ αυτό και τα παράτησα».

«Πήγα κατευθείαν στην κοινότητα, συνεχίζοντας αυτό που είχα ξεκινήσει από μέσα. Δεν ήταν πολύ δύσκολο για μένα να αποφασίσω να πάω σε ένα κλειστό πρόγραμμα, γιατί πολύ απλά πάλι στα παγκάκια θα γύρναγα».

Οι περισσότεροι χρήστες κρατούμενοι ορίζουν την ένταξη στο θεραπευτικό πρόγραμμα ως τη βάση εκκίνησης για την πορεία της ανάκαμψής τους:

«Σε ό,τι και αν έκανα, όταν βγήκα από τη φυλακή, το ξεκίνημα μου ήταν στο πρόγραμμα. Από εδώ επί της ουσίας έκανα κάτι. Ξεπέρασα τους φόβους μου, σταμάτησα να φοβάμαι μήπως μπω φυλακή πάλι, που ήταν μεγάλο πρόβλημα για μένα.»

Αποτελέσματα από την ποσοτική ανάλυση

Η συγκριτική μελέτη βασικών χαρακτηριστικών στοιχείων που συνθέτουν το προφίλ των αποφυλακισμένων ατόμων (Ν=19), και οι οποίοι θα αναφέρονται ως «δείγμα», και των ατόμων που ζήτησαν υπηρεσίες υποστήριξης στη διάρκεια του 2004 από τα θεραπευτικά προγράμματα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. (Ν=1518), οι οποίοι θα αναφέρονται ως ΚΕ.Θ.Ε.Α., αποτυπώνει τις διαφορές -μικρότερες ή μεγαλύτερες- μεταξύ των δύο αυτών ομάδων. Αναλυτικότερα:

Ως προς το φύλο η αναλογία ανδρών/ γυναικών στο δείγμα είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με το ΚΕ.Θ.Ε.Α.. Στο δείγμα είναι περίπου 3:1, ενώ για το ΚΕ.Θ.Ε.Α. 6:1

Γράφημα 1. Κατανομή κατά φύλο των αποφυλακισμένων τοξικοεξαρτημένων και των αιτούντων θεραπεία από το ΚΕ.Θ.Ε.Α. το έτος 2004

Το 63,1% του δείγματος είναι 31 ετών και άνω, ενώ το ποσοστό του ΚΕ.Θ.Ε.Α. αντίστοιχα είναι 16,6%.

 

Γράφημα 2. Κατανομή κατά ηλικία των αποφυλακισμένων τοξικοεξαρτημένων και των αιτούντων θεραπεία από το ΚΕ.Θ.Ε.Α. το έτος 2004

Σε υπερδιπλάσιο ποσοστό (42,1%) τα άτομα του δείγματος είναι φορείς του HCV έναντι των ατόμων του ΚΕ.Θ.Ε.Α. 18,4%.

 

Γράφημα 3. Κατανομή βάση θετικών αποτελεσμάτων στο τεστ HCV των αποφυλακισμένων τοξικοεξαρτημένων και των αιτούντων θεραπεία από το ΚΕ.Θ.Ε.Α. το έτος 2004

Σχετικά με τα χρόνια προβλήματα υγείας τα άτομα του δείγματος παρουσιάζουν πιο αυξημένες τιμές (ποσοστό 52,6%) συγκριτικά με αυτά του ΚΕ.Θ.Ε.Α. (ποσοστό 32,7%).

Σχετικά με τη διάρκεια χρήσης ηρωίνης από 11 έτη και άνω, οι τιμές του δείγματος είναι περίπου 3,5 φορές πιο αυξημένες από τις αντίστοιχες του ΚΕ.Θ.Ε.Α. Φαίνεται σαφώς ότι η μακροχρόνια χρήση ηρωίνης είναι ιδιαίτερα αυξημένη στα άτομα του δείγματος.

Η ενέσιμη χρήση ηρωίνης παρουσιάζει μεγαλύτερες τιμές για τα άτομα του δείγματος (68,4%) σε σύγκριση με τα άτομα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. (49,6%). Ένας στους τέσσερις των ατόμων του δείγματος κάνει ενέσιμη χρήση για διάστημα που κυμαίνεται από 5 έως 10 έτη, ενώ ένας στους πέντε από 11 έτη και άνω.

Τα άτομα του δείγματος έχουν νοσηλευτεί για υπερβολική δόση περισσότερο από δύο φορές σε ποσοστό 63,2%, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τα άτομα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. (32%).

Το 13,7% των ατόμων του ΚΕ.Θ.Ε.Α. έχει φυλακιστεί (Ν=207 άτομα). Η διάρκεια φυλάκισης τους είναι, για περίπου τρεις στους τέσσερις, λιγότερο από ένα έτος. Για τα άτομα του δείγματος η αντίστοιχη αναλογία είναι περίπου ένας στους δύο, ενώ παρουσιάζουν, επίσης, διπλάσιες τιμές στη διάρκεια φυλάκισης από ένα έως τρία έτη, όπως και στη διάρκεια άνω των τριών ετών, με ποσοστό 26,3% έναντι του 13,1%.

Άρα, σε σύγκριση με τα άτομα του ΚΕ.Θ.Ε.Α., τα άτομα του δείγματος εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σε όλες σχεδόν τις βασικές παραμέτρους της βαρύτητας της εξάρτησης (στην κατάσταση της υγείας, στη διάρκεια και στον τρόπο χρήσης, στη συμπεριφορά υψηλού κινδύνου), γεγονός που δείχνει ότι είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένα άτομα.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η σύνοψη των συμπερασμάτων βασίστηκε στις επτά αρχές ή αξιώματα που διαμορφώνουν το πλαίσιο συνθηκών σωφρονισμού -τα οποία είναι ζητούμενα ακόμη και σήμερα- όπως αυτά έχουν διατυπωθεί από το Φουκώ (1976).

Η αρχή της επανορθωτικής τακτικής. Η ποινική κράτηση πρέπει να έχει για ουσιαστικό της στόχο τη μετατροπή της συμπεριφοράς του ατόμου, τη συνέτισή του καθώς και την κοινωνική του επανένταξη.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της παρούσας μελέτης, ο θεσμός της φυλακής ως μέσο σωφρονισμού φαίνεται να είναι αναποτελεσματικός και καταλήγει να λειτουργεί μόνο ως τιμωρητική διαδικασία.

Ο ιδρυματισμός που αναπτύσσουν οι κρατούμενοι χρήστες τους αποκόπτει από το περιβάλλον τους και από τις όποιες λειτουργικές τους δραστηριότητες, απομακρύνοντάς τους από συνήθειες που είναι αναγκαίες για την κοινωνική τους επανένταξη και τη λειτουργικότητά τους. Τους ωθεί στην παθητικότητα και τους αφαιρεί οποιοδήποτε κίνητρο για ενεργή συμμετοχή.

Η έλλειψη θετικών ερεθισμάτων και εμπειριών δημιουργεί συναισθήματα αυτολύπησης, μοναξιάς, ανημπόριας. Επίσης το θέμα του χρόνου αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα. Η αδράνεια, η στασιμότητα και η ακινησία κυριαρχούν στον τρόπο ζωής τους, με αποτέλεσμα η περίοδος αυτή, όπως οι ίδιοι τη χαρακτηρίζουν, να είναι μια περίοδος «χαμένης και χαραμισμένης ζωής». Οι περισσότεροι, νοιώθουν μοναξιά και εγκατάλειψη, έλλειψη νοιαξίματος από τους άλλους, ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία. Αυτά τα συναισθήματα οδηγούν ορισμένους σε επιλογές που σε άλλη περίπτωση δεν θα έκαναν, όπως η σύναψη ομοφυλοφιλικών ερωτικών σχέσεων, γεγονός που αφορά και αναφέρεται κυρίως από τις γυναίκες.

Η αποκοπή τους από το οικογενειακό τους περιβάλλον συνήθως δημιουργεί αποξένωση και επιβάρυνση στις σχέσεις με την οικογένειά τους. Ο στιγματισμός των ιδίων και των οικογενειών τους, τους δημιουργεί συναισθήματα ενοχής και ντροπής. Η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους γίνεται ολοένα και πιο αρνητική.

Η αρχή τής ταξινόμησης. Οι κρατούμενοι πρέπει να κατανέμονται ανάλογα με την ποινική σοβαρότητα της πράξης τους, ανάλογα με την ηλικία τους, τις τάσεις τους, τις παρεμβάσεις πού θα χρησιμοποιηθούν γι’ αυτούς και τα στάδια τής αλλαγής τους.

Σε αντίθεση με την παραπάνω αρχή, στις φυλακές συνυπάρχουν όλων των κατηγοριών παραβάτες του νόμου με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε αλλαγή, εξαιτίας της αλληλεπίδρασης όλων αυτών, να οδηγεί στην αντίθετη από την επιθυμητή κατεύθυνση. Οι τοξικοεξαρτημένοι δεν είναι αποδεκτοί από τους άλλους κρατούμενους, επειδή θεωρούνται ανάξιοι εμπιστοσύνης και ανυπόληπτοι.

Έτσι, προκειμένου να νοιώθουν ασφαλείς, εντάσσονται σε ομάδες. Όπου, αρκετοί εκπαιδεύονται και αποκτούν γνώσεις σε πρακτικές παρανόμων πράξεων, δημιουργώντας έτσι ένα υπόβαθρο για μελλοντική παραβατική ζωή. Ενώ, δηλαδή, είναι ζητούμενο να τροποποιούν τη συμπεριφορά τους προς τη θετική κατεύθυνση, ισχυροποιούν τη θέση τους στον κόσμο της παρανομίας.

Ο ζωτικός χώρος στη φυλακή είναι πολύ περιορισμένος, τα προνόμια ελάχιστα και για λίγους. Οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις με τους άλλους είναι πολλές φορές ακραίες και βίαιες. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλαίσιο στο οποίο επικρατεί ο πιο σκληρός, ο πιο βίαιος, ο πιο ακραίος, αυτός που «δε λογαριάζει τίποτε». Εκπαιδεύονται, λοιπόν, στην επιβίωση με ένα σύστημα αξιών όπου κυριαρχεί το δόγμα: «ο θάνατος σου η ζωή μου». Οποιαδήποτε έκφραση ανθρώπινου συναισθήματος εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Έτσι, η συμπεριφορά τους αλλάζει ολοκληρωτικά τόσο όσον αφορά στην εικόνα και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά (ομιλία, στάση του σώματος κ.λπ.) όσο και στον τρόπο λήψης των αποφάσεων και στις καθημερινές επιλογές οι οποίες απορρέουν από το σύστημα αξιών που έχουν διαμορφώσει.

Η αρχή της μετατροπής των ποινών. Οι ποινές πρέπει να μπορούν να μετατρέπονται, ανάλογα με την πρόοδο ή με την υποτροπή της παραβατικότητας.

Στη φυλακή, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, δε φαίνεται να υπάρχουν σαφή κριτήρια και ένα σύστημα αξιολόγησης της συμπεριφοράς, του βαθμού σωφρονισμού και της μεταμέλειας των κρατουμένων, ώστε να κινητοποιούνται σε προσωπικές αλλαγές. Η θετική συμπεριφορά, συχνά, δε σχετίζεται με τη μετατροπή (μείωση) της ποινής, ώστε οι κρατούμενοι να λαμβάνουν άμεσα τα αποτελέσματα της θετικής εξέλιξής τους. Αντίθετα, όπως οι ίδιοι οι τοξικοεξαρτημένοι αναφέρουν, συνήθως το μόνο που είναι σαφές, είναι η τιμωρία σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων.

Η αρχή της εργασίας ως υποχρέωση και ως δικαίωμα. Το δικαίωμα στην εργασία πρέπει να είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία της αλλαγής τους στην κατεύθυνση της προετοιμασίας τους για κοινωνική επανένταξη, βοηθώντας τους κρατούμενους στην επαγγελματική τους κατάρτιση και στη μείωση της ποινής τους[2].

Αντίθετα προς την παραπάνω αρχή, οι τοξικοεξαρτημένοι, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, αποκλείονται από την εργασία και έχουν διαφορετική αντιμετώπιση από το σωφρονιστικό προσωπικό σε σχέση με τους άλλους κρατούμενους. Με δεδομένο ότι οι δημιουργικές δραστηριότητες και οι διέξοδοι είναι ελάχιστες, οι δυνατότητες που έχουν τελικά για πρόσληψη θετικών, δημιουργικών ερεθισμάτων ελαχιστοποιούνται.

Η αρχή της σωφρονιστικής διαπαιδαγώγησης. Η διαπαιδαγώγηση των κρατουμένων είναι υποχρέωση της πολιτείας και του συστήματος της φυλακής.

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πώς μπορεί ένα σύστημα να διαπαιδαγωγήσει ανθρώπους με προβλήματα ιδιαίτερα έντονα και δύσκολα, όταν δεν έχει την ελάχιστη αποδοχή από αυτούς.

Οι περισσότεροι εξαρτημένοι κρατούμενοι χρήστες, όπως αναφέρουν, τρέφουν συναισθήματα θυμού, οργής και απαξίωσης γι’ αυτό το σύστημα. Αισθάνονται απελπισία και αδιέξοδο, επειδή δεν μπορούν να βρουν θετική προοπτική στη ζωή τους και δεν μπορούν να έχουν απτά αποτελέσματα από ενδεχόμενες θετικές τους ενέργειες. Η έλλειψη κατανόησης και ανθρωπιάς, η έλλειψη δυνατοτήτων να παράγουν οποιοδήποτε θετικό έργο φέρνει ορισμένους πολύ κοντά σε σκέψεις αυτοκτονίας. Άλλωστε η εικόνα που σιγά – σιγά δημιουργούν για τον εαυτό τους είναι του «αποτυχημένου» και του «άχρηστου» που δημιουργεί ή συμμετέχει μόνο σε προβληματικές καταστάσεις.

Ο φόβος, η καθημερινή αγωνία και η ανασφάλειά τους εντείνεται, καθώς είναι υπόλογοι κάθε στιγμή. Δεν ορίζουν τίποτε στο άμεσο περιβάλλον τους, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, δεν ξέρουν «τι θα τους ξημερώσει». Οι περισσότεροι νιώθουν μόνοι τους χωρίς συμμάχους, γι’ αυτό πρέπει τουλάχιστον να φαίνονται σκληροί.

Έτσι, τα συναισθήματα που τους εξανθρωπίζουν και τους κινητοποιούν για να κάνουν κάτι αποτελούν ένα μεγάλο εμπόδιο, γιατί τους καθιστούν ευάλωτους, ενώ δεν θα έπρεπε να είναι. Οι αποδεκτές επιλογές που έχουν στο πλαίσιο του συστήματος έρχονται σε αντίθεση με αυτά τους τα συναισθήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εσωτερικές τους συγκρούσεις να είναι ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Ο πιο οικείος και αποτελεσματικός τρόπος για τη μείωση της έντασης των ενοχλητικών συναισθημάτων και των αδιεξόδων τους φαίνεται να είναι η χρήση. Έτσι αναπαράγουν το φαύλο κύκλο της εξάρτησής τους.

Η αρχή του τεχνικού ελέγχου της κράτησης. Το καθεστώς τής φυλακής οφείλει να ελέγχεται και να διευθύνεται από εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο να έχει τις κατάλληλες ικανότητες και την ηθική, ώστε να μεριμνά για την ορθή κατάρτιση των ατόμων. Επιπλέον οφείλει να περιφρουρεί το πλαίσιο, για να λειτουργεί στη βάση των επιδιωκόμενων στόχων και των ηθικών αξιών, καθώς και να φροντίζει για τη διασφάλιση των καταλληλότερων συνθηκών ασφάλειας και υγιεινής των κρατουμένων.

Όμως, κατά την άποψη των εξαρτημένων αποφυλακισμένων, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι συνθήκες υγιεινής είναι ελλιπείς και δεν εξασφαλίζουν τα μέσα και τους τρόπους για μια διαβίωση χωρίς κίνδυνο. Οι εξαρτημένοι κρατούμενοι εισπράττουν το ρατσισμό από τους άλλους κρατούμενους και, όπως αναφέρουν, από το προσωπικό, έχοντας διαφορετική μεταχείριση και μειωμένες παροχές υπηρεσιών υγείας. Οι χώροι διαμονής τους είναι οι χειρότεροι, επειδή ως εξαρτημένοι αυτούς «αξίζουν».

Οι περισσότεροι δηλώνουν ότι υφίστανται προσβολές κατά της προσωπικότητάς τους και μόνο από το γεγονός ότι είναι χρήστες και άρα εν δυνάμει παράγοντες προβλημάτων και μπελάδων. Έτσι, εκτιμούν ότι τα φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας στοχεύουν στη μείωση των απαιτήσεων εκ μέρους τους και στην καταστολή τους. Οι περισσότεροι αναφέρουν ότι βιώνουν την παραβίαση των δικαιωμάτων τους και τη μη τήρηση των κανονισμών από αρκετούς σωφρονιστικούς υπαλλήλους.

Καθημερινά θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους κάνοντας χρήση με ιδιαίτερα επικίνδυνους τρόπους και είναι εκτεθειμένοι σε μολυσματικές ασθένειες.

Ορισμένοι, προκειμένου να βελτιώσουν τις συνθήκες κράτησής τους και να πετύχουν τα στοιχειώδη προνόμια, αναφέρουν ότι συμμαχούν με κάποια μέλη του σωφρονιστικού προσωπικού, προβαίνοντας σε πράξεις που δεν θα επέλεγαν, ελεύθερα, από μόνοι τους.

Όπως αρκετοί αναφέρουν, η παρανομία φαίνεται να είναι αποδεκτή στο πλαίσιο της φυλακής, όπου συχνά, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, διακινούνται ναρκωτικές ουσίες, σε ορισμένες περιπτώσεις με τη συναίνεση κάποιων σωφρονιστικών υπαλλήλων. Η μέθοδος αυτή, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, παρουσιάζεται ως «μέτρο πρόληψης» σε ενδεχόμενη απόπειρα εξέγερσης.

Η αρχή των συμπληρωματικών θεσμών. Η αποφυλάκιση πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα ελέγχου και συμπαράστασης έως την οριστική επανένταξη του πρώην κρατούμενου.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι αποφυλακισμένοι καλούνται να ζήσουν ελεύθεροι, έχοντας να διαχειριστούν τα προβλήματα που απέκτησαν με τον εγκλεισμό τους ή όσα μεταφέρουν από το πρόσφατο παρελθόν τους, και να οργανώσουν εκ νέου τη ζωή τους, χωρίς καμιά υποστήριξη. Το πρώτο διάστημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο γι’ αυτούς. Βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτή που προσδοκούσαν. Τους περιμένουν οι ίδιες δυσκολίες που είχαν και πριν μπουν φυλακή, ενώ σε αυτές έρχονται να προστεθούν και νέες που προέκυψαν από τον εγκλεισμό τους.

Ποια είναι τα προβλήματα, οι ανάγκες, τα εφόδια που διαθέτουν και τέλος η στάση που υιοθετούν;

Αρχικά οι περισσότεροι έχουν μεγάλες προσδοκίες που συνδέονται με την άμεση επίλυση των προβλημάτων και την εκπλήρωση των επιθυμιών τους και σχετίζονται με όλα αυτά που έχουν στερηθεί (διασκέδαση, σεξουαλικές σχέσεις, καλές συνθήκες διαβίωσης, ανέμελη και ξένοιαστη ζωή και πιθανώς χρήση ναρκωτικών ουσιών).

Παράλληλα, όμως έχουν προβλήματα προσαρμογής. Αλλάζει το καθημερινό τους πρόγραμμα, ενώ συγχρόνως δεν υπάρχουν νέα σημεία αναφοράς. Έχουν ήδη χάσει τις συνήθειες που απαιτούνται από τον καθένα για να ζήσει στην ευρύτερη κοινωνία (δραστηριοποίηση, κοινωνικότητα κ.λπ.). Εισπράττουν τον κοινωνικό ρατσισμό και αισθάνονται διπλά στιγματισμένοι τόσο ως τοξικοεξαρτημένοι όσο και ως αποφυλακισμένοι. Έχουν δυσκολίες να είναι παραγωγικοί και επαρκείς σε απαιτητικές εργασίες, λόγω κυρίως της μακρόχρονης αποχής τους από την εργασία και της αδράνειάς τους. Έχουν οικονομικές δυσκολίες και ενδεχομένως άλλες νομικές εκκρεμότητες που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εύρεση εργασίας. Οι σχέσεις με την οικογένεια είναι επιβαρυμένες και επιδεινώνονται από την καθημερινή επαφή.

Έχουν δυσκολία να ιεραρχήσουν τις ανάγκες τους, να οργανώσουν το ατομικό τους πλάνο δράσης. Δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν και πού να τελειώσουν και, το κυριότερο, είναι ακόμα τοξικοεξαρτημένοι.

Οι ανεκπλήρωτες ανάγκες τους πιθανά να αφορούν σε όλη την κλίμακα των αναγκών, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί από το Maslow (1954), τόσο σε βιολογικές (διαβίωσης) όσο και σε ανάγκες ασφάλειας και προστασίας (να νοιώσουν ασφαλείς, να ξεπεράσουν το φόβο, την ανασφάλεια και τη διαρκή απειλή που βίωναν στη φυλακή). Έχουν έντονη την ανάγκη να νοιώσουν ότι ανήκουν κάπου (το παράδοξο είναι ότι στη φυλακή αυτό σε κάποιο βαθμό το ένοιωθαν). Τώρα δεν ανήκουν ούτε στη φυλακή ούτε στην κοινωνία. Χρειάζονται, επίσης, να κερδίσουν την αποδοχή και το σεβασμό των άλλων, να εισπράξουν, αλλά και να νοιώσουν θετικά συναισθήματα για τον εαυτό τους.

Τα εφόδια που έχουν προκειμένου να λύσουν τα προβλήματά τους και να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους είναι στην ουσία όλες εκείνες οι δεξιότητες που απέκτησαν στη διάρκεια της φυλάκισής τους, οι οποίες ωστόσο δεν είναι βοηθητικές (βίαιη συμπεριφορά, ανοχή, παθητικότητα, αδράνεια, αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους, συνέχεια της εξάρτησης, «εκπαίδευση» στην παραβατικότητα κ.λπ.).

Τα συναισθήματα που νιώθουν να αναδύονται μπροστά στα νέα δεδομένα, είναι ο έντονος φόβος, η ανασφάλεια και η μοναξιά. Οι περισσότεροι αισθάνονται ανήμποροι και ανεπαρκείς να λειτουργήσουν όπως επιθυμούν. Η μεγάλη δυσκολία τους να σχετιστούν προκαλεί έντονο θυμό για τους άλλους, επειδή τους θεωρούν υπεύθυνους για τα προβλήματά τους.

Σχεδόν στο σύνολό τους είναι απρόθυμοι να αναλάβουν -γιατί κάτι τέτοιο φαίνεται να τους ξεπερνάει- την ευθύνη της ζωής τους, που τους δόθηκε ξανά με την αποφυλάκιση τους.

Η αποδιοργάνωση τους, εξαιτίας της υπερ­βολικής φυσικής ή ψυχολογικής φόρτισης, και η έλλειψη μηχανισμών αντίστασης παίζουν καθορι­στικό ρόλο στην υποτροπή (Πουλόπουλος 2005). Οι παράγοντες που σχετίζονται με την υποτροπή αφορούν στην οικογένεια, στις διαπροσωπικές πιέσεις για χρήση ου­σιών, στην κοινωνική απομόνωση, στην έλλειψη συμμετοχής σε παραγωγικές διαδικασίες, στην έλλειψη συμμετοχής σε δραστη­ριότητες αναψυχής, στην αρνητική συναισθηματική κατάσταση και στα σωματικά προβλήματα (Hawkins & Catalano, 1985). Έτσι, η υποτροπή στη χρήση και στη φυλάκιση είναι σχεδόν μονόδρομος. Αυτό μπορεί, εν μέρει, να ερμηνεύσει και τα υψηλά ποσοστά που εμφανίζουν τόσο η υποτροπή στη χρήση όσο και η επιστροφή στη φυλακή των εξαρτημένων που είχαν αποφυλακιστεί.

Το θεραπευτικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του σωφρονιστικού συστήματος

Τέλος, φαίνεται ότι το θεραπευτικό πρόγραμμα βοηθάει τα άτομα να αντιστέκονται στην υποτροπή και τα στηρίζει στις δυσκολίες τους, ενώ παράλληλα, συμβάλλει στη μείωση της βλάβης από τη χρήση ουσιών. Τους ενημερώνει και τους βοηθά στην ένταξή τους σε πρόγραμμα απεξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης, όταν αποφυλακιστούν. Το θεραπευτικό πρόγραμμα βοηθάει τους κρατούμενος να αποκτήσουν μια «πλάτη», ένα πλαίσιο αναφοράς, ένα στήριγμα. Μπορούν να προετοιμαστούν κατάλληλα και να οργανώσουν καλύτερα τη συνέχεια της ζωής τους. Με την κινητοποίησή τους διευκολύνεται η κάμψη των αντιστάσεων τους για τη θεραπεία. Το πρόγραμμα μπορεί να τους μεταδώσει αισιοδοξία και ελπίδα για τη συνέχεια. Για κάποιους φαίνονται ελκυστικότερα και καταλληλότερα τα προγράμματα διαμονής. Ενώ για άλλους, αντιθέτως, επειδή πολλές φορές ταυτίζουν τη διαμονή σε πρόγραμμα με τον εγκλεισμό τους στη φυλακή, τα ανοιχτά προγράμματα είναι η καταλληλότερη λύση. Τέλος, η ένταξη των κρατουμένων στο θεραπευτικό πρόγραμμα, ορίζεται από τους ίδιους ως η βάση εκκίνησης για την πορεία της ανάκαμψής τους.

Συνοψίζοντας, από τα αποτελέσματα της έρευνας φαίνεται ότι σχεδόν καμία από τις ζητούμενες παραπάνω αρχές, που διαμορφώνουν καλές συνθήκες στο σωφρονιστικό σύστημα, δεν υπηρετείται από το σύστημα της φυλακής. Αντίθετα, διαπιστώνεται ότι η επιβάρυνση και η βλάβη που προκαλεί ο μακροχρόνιος εγκλεισμός στους τοξικοεξαρτημένους είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Άρα οι τοξικοεξαρτημένοι κρατούμενοι χρειάζονται, οπωσδήποτε, ιδιαίτερη και εξατομικευμένη υποστήριξη, ώστε να εξασφαλίζονται θετικές προοπτικές στην κοινωνική τους επανένταξη. Αυτό θα μπορούσε να γίνει στο πλαίσιο ενός εξειδικευμένου θεραπευτικού προγράμματος που θα εστιάζει και θα λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη του όλους τους παράγοντες που διαμορφώνουν το πλαίσιο αναγκών των ατόμων, όπως αυτό αποτυπώνεται παραπάνω.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Α. Αναφορικά με την κλινική πρακτική

Χρειάζεται να αναπτυχθούν ολοκληρωμένα και εξειδικευμένα θεραπευτικά προγράμματα που θα βασίζονται στα ερευνητικά αποτελέσματα που καταγράφηκαν παραπάνω και θα λαμβάνουν χώρα:

  1. i) Εντός των φυλακών με στόχο τη μείωση της βλάβης, την πρόληψη της υποτροπής, την προετοιμασία για θεραπεία και τη διαμεσολάβηση για παραπομπή σε πρόγραμμα θεραπείας και επανένταξης.
  2. ii) Εκτός των φυλακών με στόχο την προετοιμασία για θεραπεία, τη θεραπεία απεξάρτησης και την κοινωνική δραστηριοποίηση, με υπηρεσίες εστιασμένες στην πρόληψη της υποτροπής, στην κοινωνική ένταξη, στην επαγγελματική κατάρτιση και στην εκπαίδευση.

Τα προγράμματα χρειάζεται να εστιάζουν στη θεραπευτική παρέμβαση στην ανάπτυξη κινήτρων για αλλαγή, στην κοινωνική αποκατάσταση, στην αντιμετώπιση του ιδρυματισμού και της παθητικής στάσης. Επιπλέον, χρειάζεται να είναι ελκυστικά στους αποφυλακισμένους και άμεσα διαθέσιμα.

Β. Αναφορικά με την πολιτική

  1. i) Ανάπτυξη θεραπευτικών προγραμμάτων

Είναι απαραίτητη η εξασφάλιση των προϋποθέσεων εκείνων (εξεύρεση πόρων, χώρων, αλλαγή της νοοτροπίας του σωφρονιστικού προσωπικού κ.λπ.), που θα ενισχύσουν και θα εδραιώσουν τη λειτουργία των προγραμμάτων εντός των φυλακών.

  1. ii) Νομοθεσία

Όπως φάνηκε από τα αποτελέσματα της έρευνας η ποινή φυλάκισης συμβάλλει ελάχιστα στο σωφρονισμό των τοξικοεξαρτημένων. Το νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να διευκολύνει την ένταξη των κρατουμένων σε θεραπευτικά προγράμματα εκτός των φυλακών. Υπάρχει ήδη ο νόμος 2331/95, ο οποίος δίνει αυτή τη δυνατότητα. Όμως, πρακτικά, η σχετική διάταξη δεν αξιοποιείται, είτε λόγω της έλλειψης ενημέρωσης ή αδιαφορίας των ίδιων των κρατουμένων είτε λόγω της δυσκολίας των δικαστηρίων να την εφαρμόσουν. Έτσι τελικά ελάχιστοι ωφελούνται.

iii) Ποινή φυλάκισης

Αρχικά χρειάζεται να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης στη φυλακή και να γίνεται διαχωρισμός των κρατουμένων. Επίσης χρειάζεται να θεσμοθετηθούν και να εφαρμόζονται εναλλακτικές συνθήκες κράτησης, να αναπτυχθούν εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες δημιουργικής απασχόλησης στο χώρο των φυλακών. Η φυλάκιση χρειάζεται να συνοδεύεται από μέτρα υποστήριξης που θα συμβάλλουν στην επανένταξη του κρατούμενου με την αποφυλάκιση του. Τέλος, χρειάζεται συστηματική εκπαίδευση στο σωφρονιστικό προσωπικό που καλείται να διαχειριστεί τόσο σημαντικά και δύσκολα προβλήματα, όπως είναι η διαπαιδαγώγηση των εξαρτημένων παραβατών.

Γ. Ως προς την Έρευνα

Η περαιτέρω έρευνα που θα εστίαζε στην αποτίμηση των διαφορετικών αναγκών των τοξικοεξαρτημένων που προκύπτουν από τον εγκλεισμό ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά θα έδινε τη δυνατότητα στους θεραπευτές να αναπτύξουν εξειδικευμένες θεραπευτικές δράσεις, απαντώντας συγκεκριμένα σε αυτές τις διαφορετικές ανάγκες.

* Τσαμαδού 7 Αθήνα, τηλ. 210 3300058 ή 210 3847700 email: akremmidas@yahoo.gr

[1] Οι ομάδες που απειλούνται περισσότερο με κοινωνικό αποκλεισμό είναι οι τοξικομανείς, οι τσιγγάνοι και το παράνομο εργατικό δυναμικό (ΕΚΚΕ, 1996).

[2] Η κυριότερη αμοιβή για την εργασία των κρατουμένων, είναι η μείωση της ποινής τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

De Leon, G. (2000). The Therapeutic Community: Theory, model, and method. New York: Springer Publishing Company

Foucault, M. (1989). Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής. Αθήνα: Ράππα.

Goffman, Ε. (1994). Άσυλα. Αθήνα: Ευρύαλος.

Goffman, E. (2001). Στίγμα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Maslow, A. (1954). Motivation and personality. New York: Harper & Row.

Prochaska, J.O., Norcross, J.C., DiClemente, C.C. (1992). Search of how people change: Applications to addictive behaviors. American Psychologist, 47, 1102 -1114.

Seaman S., Brettler R., Gore S. (1998). Mortality from overdose among injecting drug recently released from prison: Database linkage study. British Medical Journal, 316, 426-428.

Yalom, Ι. (2004). To δώρο της ψυχοθεραπείας. Αθήνα: Άγρα.

Ασημάκης, Π. (         Επιμ.). (2001).  Σύγχρονες ψυχοθεραπείες. Αθήνα: Ασημάκης.

Τσαλίκογλου, Φ. (1999). Η ψυχολογία της καθημερινής ζωής. Αθήνα:  Καστανιώτης.

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά (2002-2006). Αθήνα: Υπουργείο Υγείας.

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία. Ετήσια Έκθεση του Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν. για την κατάσταση των ναρκωτικών στην Ελλάδα 2002 (2003). Αθήνα: Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής.

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία. Ετήσια έκθεση του Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν. για την κατάσταση των ναρκωτικών και των οινοπνευματωδών στην Ελλάδα 2003. (2004). Αθήνα: Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής.

Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά και την Τοξικομανία. Ε.Κ.ΤΕ.Π.Ν. 2004: Ετήσια έκθεση για την κατάσταση των ναρκωτικών και των οινοπνευματωδών στην Ελλάδα. (2005). Αθήνα: Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής.

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας. Ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την κατάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Νορβηγία από το  2000 έως το 2004. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

 Εξαρτήσεις τ.3 (2002): Επιστημονική Περιοδική Έκδοση για Θέματα Εξαρτήσεων. Αθήνα: Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων.

Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (2005). Κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά και συνθήκες χρήσης των ατόμων που απευθύνθηκαν στα συμβουλευτικά κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. 2004. Αθήνα: Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων.

Καπαρδής, Α. (2004). Ψυχολογία και δίκαιο. Αθήνα: Μεσόγειος.

Κουράκης, Ν. (1997). Ποινική καταστολή. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Μάνος, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Μάτσα, Κ. (1994). Δυνατότητες και δυσκολίες της κοινωνικής επανένταξης των απεξαρτημένων. Η πρόληψη της υποτροπής: Μια πρόκληση για την ναρκωμένη κοινωνία. Τετράδια Ψυχιατρικής, 46, 82-92.

Μάτσα, Κ. (2001). Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές: Το αίνιγμα της τοξικομανίας. Αθήνα: Άγρα.

Πανούσης, Ι. (1989). Η σωφρονιστική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα: Από τον κυνισμό της εργασίας στην ουτοπία της αγωγής; Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Παρασκευόπουλος, Ν. (2005). Απεξάρτηση και αντεγκληματική πολιτική. 10ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την πολιτική και τα ναρκωτικά, EFTC 14-17 Μαΐου 2005.

Πουλόπουλος, Χ., Τσιμπουκλή, Α. (1995). Ομαδικά εστιασμένη συνέντευξη: Ένα νέο μεθοδολογικό εργαλείο έρευνας στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Κοινωνική εργασία, 39, 158-163

Πουλόπουλος, Χ. (2002). Υποτροπή στην Εξάρτηση από Ψυχότροπες Ουσίες. Ποινική Δικαιοσύνη, 3.

Πουλόπουλος, Χ. (2005). Εξαρτήσεις: Οι θεραπευτικές κοινότητες. Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα.

Στεφανής Κ., Σολδάτος Κ., Μαυρέας Β. (Επιμ.). (1997). Ταξινόμηση ICD-10 ψυχικών διαταραχών και διαταραχών της συμπεριφοράς  : Κλινικές περιγραφές και οδηγίες για τη διάγνωση. Αθήνα: Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις.

Print Friendly, PDF & Email