Διαφορές στο προφίλ των εξαρτημένων με κριτήριο τη διακοπή της θεραπείας και το φύλο

 

Β.Σταυρόπουλος*

 

Περίληψη

Κύριος σκοπός της έρευνας αυτής ήταν η διερεύνηση  διαφορών στο προφίλ των εξαρτημένων, με άξονες την έκβαση της δεύτερης φάσης θεραπείας (διακοπή ή ολοκλήρωση) και  το φύλο. Το προφίλ αυτά επιχειρήθηκε να περιγραφούν μέσα από ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς, δημογραφικών χαρακτηριστικών, χαρακτηριστικών χρήσης, γνωσιακών χαρακτηριστικών, ψυχοπαθολογίας, γεγονότων ζωής και καθημερινών προστριβών. Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν 56 εξαρτημένοι, άνδρες και γυναίκες, κατά την εισαγωγή τους στη δεύτερη φάση θεραπείας ψυχολογικής απεξάρτησης. Ως προς την έκβαση της θεραπείας της Β’ φάσης, τα αποτελέσματα ανέδειξαν διαφορές σε σχέση με τις συνυπάρχουσες μορφές ψυχοπαθολογίας. Ειδικότερα φανερώθηκε, ότι αυτοί που διακόπτουν, έχουν κατά την εισαγωγή τους εντονότερα συμπτώματα σωματοποίησης και κατάθλιψης, σε σχέση με εκείνους που ολοκληρώνουν. Ως προς το φύλο των συμμετεχόντων, φάνηκε ότι οι γυναίκες διακόπτουν αργότερα την εκπαίδευση από τους άνδρες, λειτουργούν περισσότερο αποφευκτικά, συναντούν λιγότερες κοινωνικές δυσκολίες και εκδηλώνουν εντονότερα συμπτώματα σωματοποίησης, ψυχαναγκαστικότητας- καταναγκαστικότητας, κατάθλιψης, άγχους, και παρανοειδούς ιδεασμού, ενώ υποφέρουν γενικότερα, περισσότερο, από ενοχλήσεις ψυχοπαθολογίας. Οι άνδρες τείνουν να κάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό παράλληλη χρήση πολλών ουσιών, ενώ εκδηλώνουν πιο πολύ θυμό και επιθετικότητα.

Λέξεις Κλειδιά: Εξάρτηση, Διακοπή Θεραπείας, Φύλο, Ψυχοπαθολογία, Γνωσιακά Χαρακτηριστικά.

 

Θεωρητικό Πλαίσιο

Στόχος της έρευνας αυτής είναι να εντοπιστούν χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με διαφορές στο προφίλ εξαρτημένων. Οι διαφορές αυτές επιχειρήθηκε να περιγραφούν μέσα από την έκβαση της δεύτερης φάσης θεραπείας* (διακοπή ή ολοκλήρωση) και το φύλο. Ειδικότερα η διακοπή και το φύλο ήταν τα σημεία αναφοράς, σε σχέση με χαρακτηριστικά χρήσης, γνωσιακά χαρακτηριστικά, στοιχεία επιβάρυνσης του ιστορικού και της καθημερινότητας των ατόμων, καθώς και άλλα παράλληλα συμπτώματα.

Η πρόωρη εγκατάλειψη της θεραπείας είναι συχνή σε όλες τις φάσεις των προγραμμάτων απεξάρτησης (ΡουlοpοuΙos & Tsiboukli, 1999). Οι συνέπειες από τη διακοπή της θεραπείας είναι ιδιαίτερα σοβαρές τόσο για το άτομο, το κοινωνικό και οικογενειακό του περιβάλλον όσο και για το θεραπευτικό πλαίσιο (De Leon, 1986). Το αν τελικά μία θεραπευτική προσπάθεια θα διακοπεί, εξαρτάται τόσο από ενδοατομικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες (Marlatt, 1980, Hiller, Knight, Leukefeld, & Simpson, 2002. Pelissier, 2004). Τα δεδομένα αυτά γεννούν ερωτηματικά σε σχέση με την ύπαρξη ενός προφίλ θεραπευομένου, που ανταποκρίνεται με επιτυχία στη θεραπεία.

Ένας άλλος παράγοντας που ενδεχομένως διαφοροποιεί τα προφίλ των εξαρτημένων είναι το φύλο τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αυξηθεί η σημασία που αποδίδεται στο ρόλο του φύλου στην πρόγνωση της θεραπείας απεξάρτησης οινοπνεύματος και άλλων ουσιών, ενώ έχει και ερευνητικά επισημανθεί η ανάγκη, για διαφοροποίηση των θεραπευτικών παρεμβάσεων που απευθύνονται σε γυναίκες (Grella, Polinsky, Hser, & Perry, 1999. Conners, Bradley, Whiteside-Mansell, & Crone, 2001). Σημειώνεται, ότι αν και υπάρχουν έρευνες, που έχουν περιγράψει ως προφίλ επικινδυνότητας για ουσιοεξάρτηση, εκείνο του ανύπανδρου άνδρα, χαμηλού κοινωμικοοικονομικου επιπέδου, κατοίκου αστικών περιοχών (Furr-Holden & Anthony, 2003), οι γυναίκες φαίνονται περισσότερο επιβαρυμένες σε συγκεκριμένες πτυχές του ιστορικού τους. Ειδικότερα, μία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, δείχνει ότι οι γυναίκες είναι συχνότερα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης και γονεϊκής παραμέλησης συγκριτικά με τους εξαρτημένους άνδρες (Pelissier & Jones, 2005). Παράλληλα, υπάρχουν ευρήματα που αναφέρουν μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου των γυναικών στη φάση της εξάρτησης (Bloom, Owen, Covington, & Raeder, 2003).

Συγκεκριμένα, οι σκοποί της παρούσας έρευνας ήταν οι εξής:

α) Να διερευνηθεί αν υπάρχουν διαφορές στο προφίλ μεταξύ αυτών που διακόπτουν και αυτών που ολοκληρώνουν τη δεύτερη φάση της θεραπείας απεξάρτησης, ως προς τα γνωσιακά χαρακτηριστικά, και τη συνυπάρχουσα ψυχοπαθολογία. Ειδικότερα ως προς τα γνωσιακά χαρακτηριστικά, να ελεγχθούν διαφοροποιήσεις μεταξύ αυτών που ολοκλήρωσαν και διέκοψαν, ως προς τον τόπο ελέγχου, τις στρατηγικές αντιμετώπισης του στρες και τις προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας.

β) Να διερευνηθεί αν το φύλο διαφοροποιεί και ως προς τί το προφίλ του εξαρτημένου. Ειδικότερα, αν υπάρχουν και προς ποιά κατεύθυνση διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, ως προς τα χαρακτηριστικά χρήσης, τα γνωσιακά χαρακτηριστικά, το βαθμό επιβάρυνσης στην καθημερινότητα και το ιστορικό των συμμετεχόντων, καθώς και την ενδεχόμενη συνύπαρξη συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας. Ως προς τα χαρακτηριστικά χρήσης των δύο φύλων, κύριοι στόχοι είναι να διερευνηθεί πιθανή διαφοροποίηση σε σχέση με τις ηλικίες προοδευτικής εμπλοκής με τη χρήση, δηλαδή στην ηλικία έναρξης χρήσης της ουσίας έναρξης, την ηλικία έναρξης χρήσης της κύριας ουσίας εξάρτησης, την ηλικία έναρξης ενέσιμης χρήσης, και την ηλικία διακοπής της εκπαίδευσης, καθώς και ως προς την πολυτοξικομανία. Ως προς τα γνωσιακά χαρακτηριστικά των θεραπευομένων, κύριοι στόχοι ήταν να ελεγχθεί η σχέση του φύλου με τον τόπο ελέγχου, τις στρατηγικές αντιμετώπισης του στρες και τις προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας.

Μέθοδος

Δείγμα

Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 56 θεραπευόμενοι, της δεύτερης, κλειστής φάσης θεραπείας, της μονάδας απεξάρτησης «18 Άνω», με κύριο στόχο την «ψυχολογική» απεξάρτηση των εξαρτημένων. Οι θεραπευόμενοι αυτοί, προέρχονταν από δομές ανδρών 15 θέσεων, και μία δομή εσωτερικής διαμονής γυναικών, επίσης 15 θέσεων. Οι εισαγωγές των ομάδων ψυχοθεραπείας που ανήκαν οι συμμετέχοντες στην έρευνα τοποθετούνται από τον του Φεβρουάριο του 2006, έως και τον Σεπτέμβριο του 2007. Στην εν λόγω έρευνα δεν συμμετείχαν συνολικά 9 θεραπευόμενοι, από τους οποίους επτά επειδή δεν ήθελαν ή κουράστηκαν και 2 επειδή εισήχθησαν στη δεύτερη φάση εμβόλιμοι, αργότερα από την ομάδα ψυχοθεραπείας τους. Η ηλικία, και τα χαρακτηριστικά της θεραπείας και της χρήσης των μη συμμετεχόντων είναι ωστόσο γνωστά και κατ’ επέκταση συγκρίσιμα με εκείνα των συμμετεχόντων, χωρίς ωστόσο να φανερώνουν αξιολογήσιμες διαφοροποιήσεις.

Συνολικά, συμμετείχαν 45 άνδρες (80,4% του δείγματος) και 11 γυναίκες (9,6% του δείγματος). Ο μέσος όρος ηλικίας των ατόμων του δείγματος είναι 29,63 έτη, με τυπική απόκλιση 5,57. Η ελάχιστη και μέγιστη τιμή είναι 22 και 44 αντίστοιχα.

Αναλυτικότερα, 6 συμμετέχοντες (10,7% του δείγματος) είχαν διακόψει την εκπαίδευσή τους κατά τη διάρκεια ή κατά την ολοκλήρωση του δημοτικού, 37 συμμετέχοντες (66,1% του δείγματος) είχαν διακόψει την εκπαίδευσή τους κατά τη διάρκεια ή κατά την ολοκλήρωση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, 9 συμμετέχοντες (το 16,1% του δείγματος) είχαν διακόψει την εκπαίδευσή τους κατά τη διάρκεια ή κατά την ολοκλήρωση μεταλυκειακής, ανώτερης εκπαίδευσης, 4 συμμετέχοντες (7,1% του δείγματος) είχαν διακόψει την εκπαίδευσή τους κατά τη διάρκεια ή κατά την ολοκλήρωση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Στον πίνακα 1. Παρουσιάζεται η κατανομή του δείγματος ως προς το φύλο και το μορφωτικό επίπεδο.

 

1.ΦΥΛΟ & ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ

 

 

 

 

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΣΥΝΟΛΙΚΑ
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ-ΛΥΚΕΙΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ  
ΦΥΛΟ ΑΝΤΡΑΣ Ν 6 31 5 3 45
 

 

 

 

 

 

 ΩΣ ΠΡΟΣ ΦΥΛΟ% 13,3% 68,9% 11,1% 6,7% 100,0%
ΩΣ ΠΡΟΣ

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ%

100,0% 83,8% 55,6% 75,0% 80,4%
ΕΠΙ ΣΥΝΟΛΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ% 10,7% 55,4% 8,9% 5,4% 80,4%
 ΦΥΛΟ ΓΥΝΑΙΚΑ Ν 0 6 4 1 11
 

 

 

 

 

 

ΩΣ ΠΡΟΣ ΦΥΛΟ% ,0% 54,5% 36,4% 9,1% 100,0%
ΩΣ ΠΡΟΣ

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ%

,0% 16,2% 44,4% 25,0% 19,6%
ΕΠΙ ΣΥΝΟΛΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ% ,0% 10,7% 7,1% 1,8% 19,6%
ΑΝΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΒΑΘΜΙΔΑ Ν 6 37 9 4 56
  ΩΣ ΠΡΟΣ ΦΥΛΟ% 10,7% 66,1% 16,1% 7,1% 100,0%
  ΩΣ ΠΡΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0%
  ΕΠΙ ΣΥΝΟΛΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ% 10,7% 66,1% 16,1% 7,1% 100,0%

Ως προς την οικογενειακή κατάσταση: 47 συμμετέχοντες (83,9% του δείγματος) ήταν άγαμοι, 3 συμμετέχοντες(5,4%) του δείγματος ήταν έγγαμοι, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος) ήταν διαζευγμένος, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος) ήταν χήρος και 4 συμμετέχοντες (7,1% του δείγματος συζούσαν με κάποιον. Ως προς το αν ήταν ή όχι γονείς: 5 συμμετέχοντες (8,9% του δείγματος) ήταν γονείς και 51 συμμετέχοντες (91,1%) του δείγματος δεν ήταν γονείς.

Όσον αφορά χαρακτηριστικά της θεραπείας και ειδικότερα τον τύπο επαφής με τη μονάδα απεξάρτησης: 39 συμμετέχοντες (69,6% του δείγματος) δεν είχαν καμία επαφή με το «18 άνω» στο παρελθόν και 17 (30,4% του δείγματος) είχαν προηγούμενη επαφή.

Ως προς την πολυτοξικομανία, το δείγμα διακρίθηκε σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με τον αριθμό των ψυχοτρόπων ουσιών χρήσης. Ειδικότερα, ως πολυτοξικομανείς ορίστηκαν εκείνοι από τους συμμετέχοντες, που έκαναν παράλληλη χρήση περισσοτέρων των δύο ψυχοτρόπων ουσιών. Επακόλουθα, 14 συμμετέχοντες (25% του δείγματος) έκαναν παράλληλη χρήση έως και δύο διαφορετικών ψυχοτρόπων ουσιών (μη πολυτοξικομανείς), ενώ 42 συμμετέχοντες (75% του δείγματος) έκαναν παράλληλη χρήση περισσοτέρων των δύο διαφορετικών ψυχοτρόπων ουσιών (πολυτοξικομανείς).

Ως προς την κύρια ουσία κατάχρησης: 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος) είχε ως κύρια ουσία χρήσης τη διομορφίνη, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος ) είχε ως κύρια ουσία χρήσης αμφεταμίνες, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος ) είχε ως κύρια ουσία χρήσης το αλκοόλ, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος ) είχε ως κύρια ουσία χρήσης το sppedball, 44 συμμετέχοντες (78,6% του δείγματος) είχαν ως κύρια ουσία χρήσης την ηρωίνη, 2 συμμετέχοντες (3,6% του δείγματος) είχαν ως κύρια ουσία χρήσης χάπια-βαρβιτουρικά, 3 συμμετέχοντες (5,4% του δείγματος) είχαν ως κύρια ουσία χρήσης την κοκαΐνη και 3 συμμετέχοντες (5,4% του δείγματος) είχαν ως κύρια ουσία χρήσης τη μαριχουάνα.

Ως προς την ουσία έναρξης χρήσης: 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος, 1,9% όσων απάντησαν) είχε ως ουσία έναρξης χρήσης την ηρωίνη, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος, 1,9% όσων απάντησαν) είχε ως ουσία έναρξης χρήσης την κοκαΐνη, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος, 1,9% όσων απάντησαν) είχε ως ουσία έναρξης χρήσης τις αμφεταμίνες, 1 συμμετέχων (1,8% του δείγματος, 1,9% όσων απάντησαν) είχε ως ουσία έναρξης χρήσης εισπνεόμενα παράγωγα πετρελαιοειδών, 2 συμμετέχοντες (3,6% του δείγματος, 3,7 όσων απάντησαν) είχαν ως ουσία έναρξης χρήσης έκσταση και MDMA, 8 συμμετέχοντες (14,3% του δείγματος και 14,8% όσων απάντησαν) είχαν ως ουσία έναρξης χρήσης τα βαρβιτουρικά-χάπια, 5 συμμετέχοντες (8,9% του δείγματος και 9,3 % των έγκυρων απαντήσεων) είχαν ως ουσία έναρξης χρήσης το αλκοόλ. Καταληκτικά 35 συμμετέχοντες (62,5% του δείγματος και 64,8 των έγκυρων απαντήσεων) είχαν σαν ουσία έναρξης χρήσης τη μαριχουάνα, ενώ 2 συμμετέχοντες (3,6% του δείγματος) επέλεξαν να μην απαντήσουν.

Στον πίνακα 2. Παρουσιάζεται η κατανομή του δείγματος ως προς το φύλο και την ουσία έναρξης χρήσης.

 

  1. ΦΥΛΟ & ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ 
 

 

 

 

ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΑ
ΗΡΩΙΝΗ ΚΟΚΑΙΝΗ ΑΜΦΕΤΑΜΙΝΕΣ ΕΚΣΤΑΣΗ MDMA ΧΑΠΙΑ-ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΒΟΤΑΝΑ(ΜΑΡΙΧΟΥΑΝΑ/ΧΟΡΤΟ/ΦΟΥΝΤΑ) ΑΛΚΟΟΛ  
ΦΥΛΟ ΑΝΤΡΑΣ Ν 1 0 1 1 6 1 30 3 43
 

 

 

 

 

 

% ΦΥΛΟ 2,3% ,0% 2,3% 2,3% 14,0% 2,3% 69,8% 7,0% 100,0%
% ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ 100,0% ,0% 100,0% 50,0% 75,0% 100,0% 85,7% 60,0% 79,6%
% ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ 1,9% ,0% 1,9% 1,9% 11,1% 1,9% 55,6% 5,6% 79,6%
  ΓΥΝΑΙΚΑ Ν 0 1 0 1 2 0 5 2 11
 

 

 

 

 

 

% ΦΥΛΟ ,0% 9,1% ,0% 9,1% 18,2% ,0% 45,5% 18,2% 100,0%
% ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ,0% 100,0% ,0% 50,0% 25,0% ,0% 14,3% 40,0% 20,4%
% ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ,0% 1,9% ,0% 1,9% 3,7% ,0% 9,3% 3,7% 20,4%
ΑΝΑ ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΧΡΗΣΗΣ

 

 

 

Ν 1 1 1 2 8 1 35 5 54
% ΦΥΛΟ 1,9% 1,9% 1,9% 3,7% 14,8% 1,9% 64,8% 9,3% 100,0%
% ΟΥΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0%
% ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ 1,9% 1,9% 1,9% 3,7% 14,8% 1,9% 64,8% 9,3% 100,0%

Τέλος, ο μέσος όρος ηλικίας έναρξης χρήσης της κύριας ουσίας των ατόμων του δείγματος είναι 18,85 ετών, με τυπική απόκλιση 5,26 . Η ελάχιστη και μέγιστη τιμή είναι 13 και 40 αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, ο μέσος όρος ηλικίας έναρξης χρήσης της ουσίας έναρξης των ατόμων του δείγματος είναι 15, 7 ετών, με τυπική απόκλιση 3,83. Η ελάχιστη και μέγιστη τιμή είναι 10 και 38 αντίστοιχα. Επισημαίνεται ότι 2 θεραπευόμενοι δεν απάντησαν σε καμία από τις δύο αυτές ερωτήσεις.

Ψυχομετρικά μέσα

Για την καταγραφή των χαρακτηριστικών χρήσης χορηγήθηκε το ερωτηματολόγιο του δείκτη αίτησης θεραπείας (TDI). Πρόκειται για ένα μονοσέλιδο, περιγραφικό ερωτηματολόγιο, το οποίο χρησιμοποιείται επίσημα από το εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης για τα ναρκωτικά.

Για την αξιολόγηση του βαθμού εξωπροσωπικού – ενδοπροσωπικού ελέγχου χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο των Jr.S.Nowiki & R.B. Strickland (1973), «Κλίμακα Ενδοπροσωπικού- Εξωπροσωπικού ελέγχου». Το ερωτηματολόγιο αυτό, αποτελείται από σαράντα κλειστά ερωτήματα, μεταφράστηκε και προσαρμόστηκε στα ελληνικά δεδομένα στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής του Ν. Γιαννίτσα, το 1988.

Για την αξιολόγηση των Στρατηγικών Αντιμετώπισης Αγχογόνων Καταστάσεων (ΣΑΑΚ) χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο των Lazarus και Folkman (1980, 1984α), στη μορφή που αυτό είχε διαμορφωθεί στα πλαίσια της διαδακτορικής διατριβής του Ε.Χ. Καραδήμα το 1999. Το ερωτηματολόγιο αυτό αποτελείται από 67 ερωτήσεις, που καταλήγουν στην εξαγωγή ποσοστών για πέντε παράγοντες, θετική προσέγγιση, αναζήτηση κοινωνικής υποστήριξης, ευχολογία-ονειροπόληση, αποφυγή-διαφυγή και διεκδικητική επίλυση προβλήματος.

Για την αξιολόγηση της ψυχοπαθολογίας χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο του Derogatis «Symptom cheque list 90», στην ακριβή μορφή, μετάφραση, προσαρμογή και στάθμιση για τον ελληνικό πληθυσμό των Σ. Ντώνια, Α. Καραστεργίου και Ν. Μάνου, το 1991 στην Αθήνα.

Για την αξιολόγηση των προσδοκιών αυτοαποτελεσματικότητας ΠΑΑ στην αντιμετώπιση αγχογόνων καταστάσεων χρησιμοποιήθηκε ένα ψυχομετρικό εργαλείο από την διδακτορική διατριβή του Καραδήμα, που είχε βασιστεί στο αντίστοιχο ερωτηματολόγιο «Multidimensional Scales of Perceived Self- Efficacy» του Βandura (1989 μη δημοσιευμένο). Η κλίμακα αυτή αποτελείται από 19 ερωτήματα και αξιολογεί τις προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας ατόμων για διάφορες καταστάσεις. Για την ανάλυση της Κλίμακας Προσδοκιών Αυτοαποτελεσματικότητας, στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής του κ.Καραδήμα, έγινε χρήση της μεθόδου ανάλυσης παραγόντων, η οποία αποκάλυψε ως τρεις παράγοντες τις γενικευμένες προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας, τις προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας για την εφαρμογή συγκεκριμένων στρατηγικών και τις προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας για την εξεύρεση κοινωνικής υποστήριξης.

Σύμφωνα με τους Chamberlain & Zika (1990), προκειμένου να μελετηθεί ικανοποιητικά το επίπεδο του στρες που βιώνει το άτομο, είναι αναγκαίο να αξιολογούνται τόσο τα σημαντικά γεγονότα ζωής, όσο και οι πιο συνήθεις καθημερινές προστριβές. Τα γεγονότα ζωής δεν αποτελούν διαφορετικό τρόπο αντίληψης των καθημερινών προστριβών, ή το αντίστροφο (Flannery,1986 Gortmaker κ. ά., 1982). Για το λόγο αυτό χορηγήθηκαν δύο διαφορετικά ερωτηματολόγια, ένα για τη μέτρηση των γεγονότων ζωής και ένα για τη μέτρηση των καθημερινών προστριβών.

Για τη μέτρηση των καθημερινών προστριβών χρησιμοποιήθηκε η «Κλίμακα Καθημερινών Προστριβών» (Daily Hassles Scale, Delongis et al. 1988), όπως αυτή προσαρμόστηκε στα ελληνικά από τον Καθηγητή Καραδήμα. Η κλίμακα αυτή αποτελεί βελτίωση της πρώτης σχετικής κλίμακας δημιουργήθηκε από τους Kanner et al. (1981). Ο Κατάλογος Καθημερινών Προστριβών αποτελείται από 54 θέματα, που αναφέρονται σε καθημερινά γεγονότα ή καταστάσεις, τα οποία είναι πιθανό να αποτελέσουν πηγή άγχους και αναστάτωσης.

Για τη μέτρηση των γεγονότων ζωής χρησιμοποιήθηκε ένας κατάλογος ερωτημάτων που βασίστηκε στο «Life Experience Survey» που κατασκεύασαν οι Sarason κ.ά. (1978), όπως αυτό προσαρμόστηκε από τον Καραδήμα το 1999. Αποτελείται από μια σειρά 47 σημαντικών γεγονότων, όπως, θάνατος συγγενικών και φιλικών προσώπων, ατυχήματα, διαζύγιο, δάνεια, παραβάσεις του νόμου κ.λπ.

 

Διαδικασία Συλλογής Δεδομένων

Κατόπιν αμοιβαίας έγκρισης, τόσο της επιστημονικά υπεύθυνης της μονάδας απεξάρτησης «18 Άνω», όσο και της θεραπευτικής ομάδας για τη διεξαγωγή της έρευνας, ενημερώθηκαν οι επιστημονικά υπεύθυνοι των εν λόγω τμημάτων. Ως βοηθοί της έρευνας και χορηγητές των ερωτηματολογίων χρησιμοποιήθηκαν, μετά από τη συναίνεση των επιστημονικά υπευθύνων των δομών, οι 16 συντονιστές Ψυχολόγοι- Ψυχοθεραπευτές των εισαγομένων στη Β’ φάση, ομάδων ψυχοθεραπείας. Το κριτήριο της επιλογής αυτής, αποτέλεσε η ύπαρξη θεραπευτικής συμμαχίας με τους συμμετέχοντες στο δείγμα, λόγω της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας.

Οι χορηγητές, ψυχολόγοι-ψυχοθεραπευτές, των ερωτηματολογίων εκπαιδεύτηκαν σε συναντήσεις δύο ωρών στον ακριβή τρόπο διεξαγωγής της ερευνητικής διαδικασίας, καθώς και στην αντιμετώπιση πιθανών προβλημάτων. Επιπλέον, έλαβαν έντυπες οδηγίες σχετικά με τη διεξαγωγή της ερευνητικής διαδικασίας.

Για να διαφυλαχθεί η αντικειμενική συμμετοχή των θεραπευομένων, δεν ανακοινώθηκε το ακριβές θέμα της έρευνας στους συμμετέχοντες. Συγκεκριμένα, ως σκοπός της έρευνας αναφέρονταν «ο εντοπισμός κάποιων στοιχείων, τα οποία θα διευκολύνουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας απεξάρτησης».

Η κύρια ερευνητική διαδικασία λάμβανε χώρα κατά την πρώτη εβδομάδα της εισαγωγής στο κλειστό τμήμα. Κριτήριο για την επιλογή του χρόνου ήταν η μη ύπαρξη καθοριστικών θεραπευτικών επιδράσεων από την έκθεση στο περιβάλλον της κλειστής δομής. Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων γίνονταν στα χρονικά πλαίσια μίας εβδομάδας για την αποφυγή της κόπωσης, η οποία ενδεχομένως θα νόθευε τα αποτελέσματα εξαιτίας του όγκου των ερωτημάτων.

Ευρήματα

Διαφορές στο προφίλ μεταξύ αυτών που διακόπτουν και ολοκληρώνουν

Γνωσιακά χαρακτηριστικά & Διακοπή

Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ γνωσιακών χαρακτηριστικών και της διακοπής της θεραπείας της Β φάσης, έγιναν συγκρίσεις μέσων όρων, Τ test, ως προς όλες τις τιμές του τόπου ελέγχου, των στρατηγικών αντιμετώπισης στρες και των προσδοκιών αυτοαποτελεσματικότητας. Οι συγκρίσεις αυτές δεν ανέδειξαν σε κανένα επίπεδο στατιστικά σημαντικά ευρήματα.

 

Διακοπή της Θεραπείας & Ψυχοπαθολογία.

Στη συνέχεια έγινε σύγκριση των μέσων όρων των ατόμων που διέκοψαν τη θεραπεία κατά τη διάρκεια της Β’ φάσης και εκείνων που ολοκλήρωσαν, ως προς τις διάφορες μορφές ψυχοπαθολογίας. Βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε εκείνους που διέκοψαν και σε εκείνους που ολοκλήρωσαν, ως προς τη «Σωματοποίηση» (T=-2,786, DF=48, P<0,01) και την «Κατάθλιψη» (T=-2,487, DF=22, P<0,05), με υψηλότερους μέσους όρους εκδήλωσης των εν λόγω συμπτωμάτων για εκείνους που διέκοψαν. Στον πίνακα 3 παρουσιάζονται οι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις των συμμετεχόντων του δείγματος στις διάφορες τιμές Ψυχοπαθολογίας.

Πίνακας 3. Διακοπή της Θεραπείας & Ψυχοπαθολογία

  Διακοπή ή Ολοκλήρωση (Drop Out) Mέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T DF P
ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

 

Ολοκλήρωσε 1,1200 ,66494 -2,581 22 0,017
Διέκοψε με υποτροπή 1,8963 ,75388
ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Ολοκλήρωσε 2,0625 ,65000 -1,803 22 0,085
Διέκοψε με υποτροπή 2,5125 ,37201
ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

 

Ολοκλήρωσε 2,2494 ,84603 -,372 22 0,713
Διέκοψε με υποτροπή 2,3737 ,57928
ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

 

Ολοκλήρωσε 2,2931 ,64016 -2,487 22 0,021
Διέκοψε με υποτροπή 2,9513 ,54410
ΑΓΧΟΣ

 

Ολοκλήρωσε 2,1750 ,76463 -1,143 22 0,265
Διέκοψε με υποτροπή 2,5875 ,96427
ΘΥΜΟΣ-ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Ολοκλήρωσε 2,1662 ,91858 -1,132 22 0,270
Διέκοψε με υποτροπή 2,6262 ,97974
ΦΟΒΙΚΟ ΑΓΧΟΣ

 

Ολοκλήρωσε 1,2150 ,71206 -,468 22 0,645
Διέκοψε με υποτροπή 1,3750 ,93515
ΠΑΡΑΝΟΕΙΔΗΣ ΙΔΕΑΣΜΟΣ

 

Ολοκλήρωσε 2,2194 ,62034 -1,205 22 0,241
Διέκοψε με υποτροπή 2,5200 ,46788
ΨΥΧΩΤΙΣΜΟΣ

 

Ολοκλήρωσε 1,7875 ,63127 ,000 22 1,000
Διέκοψε με υποτροπή 1,7875 ,50832
GSI

 

Ολοκλήρωσε 1,9056 ,53284 -1,789 22 0,087
Διέκοψε με υποτροπή 2,3150 ,51920
PST

 

Ολοκλήρωσε 67,6250 11,75798 -1,367 22 0,185
Διέκοψε με υποτροπή 74,3750 10,60913
PSDI

 

Ολοκλήρωσε 2,4600 ,51368 -1,607 22 0,122
Διέκοψε με υποτροπή 2,7762 ,28913

Διαφορές στο προφίλ μεταξύ των δύο φύλων.

Φύλο & Ηλικίες Προοδευτικής Εμπλοκής με τη Χρήση, Ηλικία Διακοπής της Εκπαίδευσης.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά χρήσης έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων ως προς την «ηλικία έναρξης χρήσης ουσίας έναρξης», την «ηλικία έναρξης χρήσης της κύριας ουσίας χρήσης», την «ηλικία έναρξης ενέσιμης χρήσης» και την «ηλικία διακοπής της εκπαίδευσης». Υπήρξαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, μόνο ως προς τις: «ηλικία διακοπής της εκπαίδευσης» (T= -4,637 DF=44, P<0,001), με τους άντρες να σημειώνουν χαμηλότερους ηλικιακούς μέσους όρους.

Στον πίνακα 4. παρουσιάζονται οι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις των συμμετεχόντων του δείγματος στις προαναφερθείσες «ηλικίες».

 

Πίνακας 4. Φύλο & Ηλικίες Προοδευτικής Εμπλοκής με τη Χρήση, Ηλικία Διακοπής της Εκπαίδευσης.

  ΦΥΛΟ Μέσος

Όρος

Τυπική Απόκλιση T DF P
ΗΛΙΚΙΑ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΣΕ ΕΤΗ)

 

ΑΝΤΡΑΣ 24,05 21,700 -4,637 44 0,0001
ΓΥΝΑΙΚΑ 30,03 23,305
ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΧΡΗΣΗΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 19,42 5,547 1,586 52 0,119
ΓΥΝΑΙΚΑ 16,64 3,295
ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 15,93 4,085 ,856 52 0,396
ΓΥΝΑΙΚΑ 14,82 2,601
ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΕΝΕΣΙΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 29,71 22,435 -,138 50 0,891
ΓΥΝΑΙΚΑ 30,82 28,379

 

Φύλο & Πολυτοξικομανία

Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του φύλου και της πολυτοξικομανίας, έγιναν συγκρίσεις ποσοστών, και εξαγωγή του δείκτη X².

Αναλυτικότερα για X²=10,898, με DF=1, η σχέση του φύλου με την πολυτοξικομανία είναι στατιστικά σημαντική σε επίπεδο ένα τοις χιλίοις. Στον πίνακα 5, που ακολουθεί, παρατίθενται αναλυτικά οι διαφορές των ποσοστών των δύο φύλων στις δύο κατηγορίες της πολυτοξικομανίας και επίσης τα ποσοστά της πολυτοξικομανίας ή μη στα δύο φύλα.

Πίνακας 5. Φύλο & Πολυτοξικομανία.

 

ΠΟΛΥΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ

ΦΥΛΟ  
ΑΝΤΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑ DF P
Χρήση έως δύο ουσίες 15,6% 63,6% 10,898

 

1

 

0,001

 

Χρήση περισσοτέρων από δύο ουσιών 84,4% 36,4%
ΠΟΛΥΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑ% 90,5% 9,5%

Φύλο & Γνωσιακά Χαρακτηριστικά

Έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων, ως προς τον «Τόπο Ελέγχου» και τις «Στρατηγικές Αντιμετώπισης Στρες». Ως προς τον «Τόπο Ελέγχου» δεν βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Στις «Στρατηγικές Αντιμετώπισης Στρες» βρέθηκαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, ως προς την «Αποφυγή Άρνηση» (T=-2,719, DF=51, P<0,01) και την «Αποφυγή Μικτή» (T=-2,848, DF=51, P<0,01). Στον πίνακα 6. παρουσιάζονται οι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις των δύο φύλων, των συμμετεχόντων του δείγματος, στις τιμές του «Τόπου Ελέγχου» και των «Στρατηγικών Αντιμετώπισης Στρες».

 

Πίνακας 6. Φύλο & Τόπος Ελέγχου, Στρατηγικές Αντιμετώπισης Στρες.

  ΦΥΛΟ Μέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T DF P
ΕΞΩΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 11,16 6,705 -,698 53 0,488
ΓΥΝΑΙΚΑ 12,80 6,893
ΕΝΔΟΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 28,78 6,738 ,667 53 0,508
ΓΥΝΑΙΚΑ 27,20 6,893
ΘΕΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

 

ΑΝΤΡΑΣ 8,14 2,633 -,857 51 0,396
ΓΥΝΑΙΚΑ 8,90 1,969
ΘΕΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 28,16 10,212 ,047 51 0,962
ΓΥΝΑΙΚΑ 28,00 7,528
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΘΕΤΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,35 1,193 ,594 51 0,555
ΓΥΝΑΙΚΑ 1,10 1,197
ΑΠΟΦΥΓΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 14,21 4,688 -1,965 51 0,055
ΓΥΝΑΙΚΑ 17,30 3,335
ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΡΝΗΣΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 17,05 4,562 -2,719 51 0,009
ΓΥΝΑΙΚΑ 21,20 3,190
ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 6,74 2,854 -1,077 51 0,287
ΓΥΝΑΙΚΑ 7,80 2,486
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 11,77 5,446 ,149 51 0,882
ΓΥΝΑΙΚΑ 11,50 3,171
ΘΕΤΙΚΗ ΜΙΚΤΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 36,30 11,959 -,150 51 0,881
ΓΥΝΑΙΚΑ 36,90 7,852
ΑΠΟΦΥΓΗ ΜΙΚΤΗ ΣΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 31,00 7,847 -2,848 51 0,006
ΓΥΝΑΙΚΑ 38,50 5,603

Επιπρόσθετα, έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων ως προς τους διάφορους τύπους των προσδοκιών αυτοαποτελεσματικότητας, χωρίς ωστόσο να βρεθούν στατιστικά σημαντικές διαφορές.

Φύλο & Επιβάρυνση Καθημερινών Προστριβών.

Έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων ως προς τις διάφορες τιμές των «Καθημερινών Προστριβών». Βρέθηκαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, μόνο ως προς τις «Κοινωνικές Προστριβές» (T= 2,330 DF=44, P<0,05), με τους άντρες να σημειώνουν υψηλότερους μέσους όρους. Στον πίνακα 7. παρουσιάζονται οι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις των συμμετεχόντων του δείγματος στις διάφορες τιμές των «Καθημερινών Προστριβών».

Πίνακας 7. Φύλο & Επιβάρυνση Καθημερινότητας

  ΦΥΛΟ Mέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T DF P
ΣΥΝΟΛΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΩΝ ΠΡΟΣΤΡΙΒΩΝ

 

ΑΝΤΡΑΣ 60,05 26,442 1,096 44 0,279
ΓΥΝΑΙΚΑ 48,89 31,351
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 11,43 6,362 ,187 44 0,852
ΓΥΝΑΙΚΑ 11,00 5,477
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 9,08 4,603 1,857 44 0,070
ΓΥΝΑΙΚΑ 5,89 4,729
ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 7,68 5,721 1,838 44 0,073
ΓΥΝΑΙΚΑ 4,00 3,464
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 11,51 6,414 2,330 44 0,024
ΓΥΝΑΙΚΑ 6,11 5,372
ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ & ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 12,89 6,315 -,474 44 0,638
ΓΥΝΑΙΚΑ 14,22 11,584
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ ,76 2,994 -1,550 44 0,128
ΓΥΝΑΙΚΑ 3,00 6,557
ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΥΓΕΙΑΣ & ΕΥΕΞΙΑΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 4,86 2,335 1,325 44 0,192
ΓΥΝΑΙΚΑ 3,67 2,828

 

Φύλο & Επιβάρυνση Γεγονότων Ζωής                                                   

Επιπρόσθετα, έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων ως προς τις διάφορες τιμές των «Γεγονότων Ζωής». Δεν βρέθηκαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

 

Φύλο & Ψυχοπαθολογία

Στη συνέχεια, έγινε σύγκριση των μέσων όρων των δύο φύλων ως προς τις διάφορες μορφές ψυχοπαθολογίας. Βρέθηκαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, ως προς τη «Σωματοποίηση» (T=-2,786, DF=48, P<0,01), την «Ψυχαναγκαστικότητα-Καταναγκαστικότητα» (T=-2,100, DF=48, P<0,05), την «Κατάθλιψη» (T=-2,647, DF=48, P<0,05), το «Άγχος» (T=-3,075, DF=48, P<0,01), τον «Παρανοειδή Ιδεασμό» (T=-2,105, DF=48, P<0,05), καθώς και τους δείκτες GSI (T=-2,374 DF=48, P<0,05)και PSDI. (T=-2,219, DF=48, P<0,05), με υψηλότερους μέσους όρους για τις γυναίκες. Αντίθετα, στατιστικά, σημαντική διαφορά, με μεγαλύτερους μέσους όρους για τους άντρες, βρέθηκε στο «Θυμό- Επιθετικότητα» (T=-3,412 DF=48, P<0,001).

Καταληκτικά, στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων επιβεβαιώθηκαν σε δύο από τους τρείς δείκτες γενικής ψυχοπαθολογίας. Ειδικότερα, ως προς το δείκτη GSI (General Sympton Indicator), o οποίος συνδυάζει πληροφορίες για τον αριθμό των συμπτωμάτων και την ένταση της ενόχλησης από αυτά, οι γυναίκες καταγράφουν υψηλότερους μέσους όρους (T=-3,374, DF=48, P<0,05). Παρόμοια, στατιστικά, σημαντικές διαφορές, εις βάρος των γυναικών, σημειώνονται και ως προς το δείκτη PSDI (Positive Symptom Demoralization Index), που αναφέρεται στο βαθμό ενόχλησης των θετικών συμπτωμάτων (T=-2,219, DF=48, P<0,05).

Στον πίνακα 8. παρουσιάζονται οι μέσοι όροι και οι τυπικές αποκλίσεις των συμμετεχόντων του δείγματος στις διάφορες τιμές Ψυχοπαθολογίας.

Πίνακας 8. Φύλο & Ψυχοπαθολογία                                                               

  ΦΥΛΟ Μέσος Όρος Τυπική Απόκλιση T DF P
ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,0940 ,85723 -2,786 48 0,008
ΓΥΝΑΙΚΑ 1,9180 ,73946
ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,9075 ,91101 -2,100 48 0,041
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,5500 ,63114
ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

 

ΑΝΤΡΑΣ 2,1138 1,00219 -,021 48 0,983
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,1210 ,79125
ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

 

ΑΝΤΡΑΣ 2,0393 ,88802 -2,647 48 0,011
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,8530 ,78395
ΑΓΧΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,7450 ,95513 -3,075 48 0,003
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,7700 ,88700
ΘΥΜΟΣ-ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,6917 1,03341 -3,412 48 0,001
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,9180 ,94035
ΦΟΒΙΚΟ ΑΓΧΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,1043 ,90117 -,653 48 0,517
ΓΥΝΑΙΚΑ 1,3140 ,94282
ΠΑΡΑΝΟΕΙΔΗΣ ΙΔΕΑΣΜΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,9378 ,90972 -2,105 48 0,041
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,5840 ,65918
ΨΥΧΩΤΙΣΜΟΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,5205 ,94651 -,949 47 0,347
ΓΥΝΑΙΚΑ 1,8200 ,59404
GSI

 

ΑΝΤΡΑΣ 1,6860 ,79519 -2,374 48 0,022
ΓΥΝΑΙΚΑ 2,3290 ,62387
PST

 

ΑΝΤΡΑΣ 62,2750 17,62718 -1,718 48 0,092
ΓΥΝΑΙΚΑ 72,6000 13,97776
PSDI

 

ΑΝΤΡΑΣ 2,3445 ,68385 -2,219 48 0,031

 

Συμπεράσματα

Διακοπή & Ψυχοπαθολογία

Έγινε σύγκριση των μέσων όρων των ατόμων που διέκοψαν τη θεραπεία κατά τη διάρκεια της Β’ φάσης και εκείνων που ολοκλήρωσαν, ως προς τις διάφορες μορφές ψυχοπαθολογίας. Βρέθηκαν, στατιστικώς, σημαντικές διαφορές ως προς τη σωματοποίηση και την κατάθλιψη, με υψηλότερους μέσους όρους εκδήλωσης των εν λόγω συμπτωμάτων για εκείνους που διέκοψαν.

Τα ευρήματα αυτά, τουλάχιστον πιο ξεκάθαρα ως προς τη συμπτωματολογία της κατάθλιψης, συμπίπτουν με παλαιότερα ευρήματα ερευνών στον ελληνικό χώρο (Ζλατάνος, 2004). Στην ίδια αυτή έρευνα, είχε σχετιστεί η διακοπή με τη διάσταση της υστερίας. Η υστερία περιλαμβάνει συμπτώματα μετατροπής, τα οποία εκφράζονται και με την τυπολογία της σωματοποίησης, ανάμεσα στην οποία και τη διακοπή της θεραπείας, διαπιστώθηκε επίσης στατιστική σημαντικότητα στην έρευνά μας. Ωστόσο, απορία και ταυτόχρονα την ανάγκη για νέα έρευνα γεννά το γεγονός, ότι στην έρευνα μας δεν διαπιστώθηκαν σχέσεις και με άλλες μορφές ψυχοπαθολογίας, όπως αυτές διαπιστώθηκαν στην έρευνα του Ζλατάνου το 2004. Πιθανότατα, αυτό να αποτελεί προϊόν της ειδικότητας του πλαισίου προέλευσης του δείγματος, που δέχεται διπλές διαγνώσεις, δηλαδή εξαρτημένους με παράλληλη ψυχοπαθολογία, ώστε να δυσχεραίνεται η διάκριση της επίδρασης άλλων τυπολογιών στα ποσοστά των διακοπών, μέσα σε ένα σύνολο, που έχει εκ των πραγμάτων μεγάλη κλινική επιβάρυνση. Μάλιστα, στην ίδια κατεύθυνση είχε και παλιότερα διαπιστωθεί, ότι η συνύπαρξη με την εξάρτηση σοβαρών καταθλιπτικών και αγχωδών συμπτωμάτων, συνοδεύεται από σημαντική μείωση της γενικής λειτουργικότητας και ήπια έως μέτρια κοινωνιοφοβικά συμπτώματα (Liappas, Paparigopoulos, Tzavellas & Christodoulou, 2002).

Η σχέση της διακοπής της θεραπείας με εντονότερα συμπτώματα κατάθλιψης και σωματοποίησης είναι ίσως πολλαπλά εξηγήσιμη. Η δημοφιλέστερη ίσως υπόθεση για να εξηγηθεί ο συσχετισμός μεταξύ εντονότερων συμπτωμάτων κατάθλιψης, σωματοποίησης και διακοπής θεραπείας, είναι η ανάγκη για αμεσότερη ανακούφιση, εξαιτίας της έντασης των συμπτωμάτων, που δεν αφήνει περιθώρια επιλογής, οδηγώντας μέσα από τη διακοπή της θεραπείας στην επιστροφή στη χρήση. Η υπόθεση αυτή υπάγεται στη λογική της αυτοθεραπείας (Mueser et al, 1998). Μπορεί, ωστόσο, η ύπαρξη των εν λόγω ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων να οδηγεί έμμεσα στη διακοπή της θεραπείας. Δηλαδή, η γενικότερη πτώση της λειτουργικότητας των ατόμων που φέρουν τα εν λόγω συμπτώματα, είναι πιθανό να ερμηνεύεται από την ομάδα συνθεραπευομένων ως «απροθυμία» για θεραπεία. Η «απροθυμία» για θεραπεία αποτελεί ίσως αφορμή να τοποθετηθούν τα μέλη αυτά σε ένα ρόλο αποδέκτη της επιθετικότητας του συνόλου των συνθεραπευομένων, που πιθανά στοχοποιούν θεραπευόμενους χαμηλής λειτουργικότητας. Τέλος, είναι πιθανό η επιθετικότητα του συνόλου των άλλων θεραπευομένων, να πυροδοτείται περισσότερο από τη μειωμένη επικοινωνία συναισθημάτων και κατ’ επέκταση μειωμένη δυνατότητα σύναψης σχέσεων, που συνδέεται με αυτές τις τυπολογίες συμπτωμάτων. Είναι γενικά αποδεκτό, ότι το επίπεδο συναίσθημα χαρακτηρίζει την κατάθλιψη, όσο και η «αλεξιθυμία» τη σωματοποίηση.

Διαφορές στο προφίλ των εξαρτημένων ως προς το φύλο

Η σχέση μεταξύ του φύλου και της ηλικίας διακοπής της εκπαίδευσης

Το γεγονός ότι οι γυναίκες διακόπτουν σε μεγαλύτερη ηλικία την εκπαίδευση είναι, ενδεχομένως, πολλαπλά εξηγήσιμο. Αρχικά, η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να αποτελεί προϊόν της παραδοσιακά μεγαλύτερης κοινωνικής ανοχής στους ανεκπαίδευτους άντρες, που προορίζονται για άσκηση χειρονακτικών επαγγελμάτων, από την οποία μοιάζει να μην εξαιρείται ο πληθυσμός των εξαρτημένων. Σημειώνεται, ότι το εύρημα αυτό αποκλίνει από ευρήματα άλλων ερευνών, που παρουσιάζουν τις εξαρτημένες γυναίκες συγκριτικά λιγότερο μορφωμένες (Gil-Rivas, Fiorentine, Anglin, & Taylor, 1997). Η απόκλιση αυτή, ωστόσο, μπορεί να απηχεί περισσότερο διαπολιτιστικές διαφοροποιήσεις, μιας και η έρευνα των Gil-Rivas et al, το 1997, βασίστηκε κυρίως σε αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους συμμετέχοντες.

Σε κάθε περίπτωση τονίζεται η σημασία του ευρήματος αυτού, αφού το ανώτερο εκπαιδευτικό επίπεδο, που διαπιστώθηκε για τις γυναίκες του δείγματός μας, λειτουργεί σαν παράγοντας θετικής πρόγνωσης, τόσο για την επικινδυνότητα της χρήσης, όσο και για τη θεραπευτική έκβαση (Voelkl, & Frone, 2000). Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από ελληνικές έρευνες, όπου η ηλικία έναρξης χρήσης και διακοπής της εκπαίδευσης συνδέονται με διαφορετικής βαρύτητας προβληματική συμπεριφορά (Παπανδρέου, Τουλούμη & Πουλόπουλος, 2003).

Η σχέση μεταξύ του φύλου και πολυτοξικομανίας.

Ανάλογα, το εύρημα που δείχνει ότι οι άνδρες κάνουν συχνότερα παράλληλη χρήση περισσότερων των δύο ουσιών, είναι, ενδεχομένως, ποικίλα κατανοητό. Η σχέση αυτή είναι ίσως αποτέλεσμα της πλειοψηφίας των ανδρών στον πληθυσμό των εξαρτημένων, που τους επιτρέπει ευκολότερη πρόσβαση σε ένα μεγαλύτερο εύρος ουσιών (Moss, Lynch, & Hardie, 2003), αντίθετα με τις γυναίκες, των οποίων η πρόσβαση στις ουσίες εξαρτάται συνηθέστερα από τρίτους και είναι περισσότερο συνέπεια κακοποίησης  (Σφηκάκη, 2001). Παράλληλα, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο της διαφορετικής επίδρασης της χρήσης της ίδιας ουσίας στα δύο φύλα (Latkin et al., 1998. Lukas et al., 1996), να στρέφει τις γυναίκες περισσότερο σε μία σταθερή ουσία. Σημειώνεται ως δεδομένο, ότι η μεγαλύτερη αποδιοργάνωση σε επίπεδο προσωπικότητας σχετίζεται ανατροφοδοτικά με την παράλληλη χρήση περισσοτέρων των δύο ουσιών, είτε εξαιτίας της μεγαλύτερης βιολογικής καταπόνησης, είτε αντίστροφα, εξαιτίας της κάμψης των περιθωρίων επιλογής, λόγω της πιεστικότερης ανάγκης για ικανοποίηση και ανακούφιση (Μάτσα, 2001). Τα παραπάνω, σε συνάρτηση με το εύρημα μικρότερης ροπής στην πολυτοξικομανία των γυναικών, συγκλίνουν σε καλύτερη πρόγνωση για τις γυναίκες.

 Συμπληρωματικά, τα γενικότερα υψηλά ποσοστά πολυχρήσης που παρουσιάζονται στα ευρήματά μας, συμφωνούν με άλλα, πρόσφατα, ελληνικά, ερευνητικά, δεδομένα (Λιάππας Ι. 2003).

Η σχέση μεταξύ φύλου και γνωσιακών χαρακτηριστικών (Τόπος Ελέγχου, Στρατηγικές Αντιμετώπισης Στρες, Προσδοκίες Αυτοαποτελεματικότητας)

Όσον αφορά την επίδραση του ρόλου του φύλου στα γνωσιακά χαρακτηριστικά των θεραπευομένων, δηλαδή τον τόπο ελέγχου, τις στρατηγικές αντιμετώπισης στρες και τις διαστάσεις των προσδοκιών αυτοαποτελεσματικότητας, δεν παρατηρήθηκαν έντονες διαφοροποιήσεις. Βρέθηκε μόνο, ότι οι γυναίκες φαίνεται να λειτουργούν περισσότερο προσπαθώντας να το αποφύγουν, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουν ένα στρεσογόνο γεγονός.

Το εύρημα αυτό της γενικότερης γνωσιακής ομοιογένειας των θεραπευομένων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, είναι σε ακολουθία με ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας, που δεν δείχνουν προθεραπευτική διαφοροποίηση των δύο φύλων στην ποιότητα της εμπλοκής με τη χρήση (Hall, Havassy, & Wasserman, 1991). Σημειώνεται, ότι η απουσία διαφοροποίησης ως προς το γνωσιακό επίπεδο απεμπλοκής από τη χρήση, ενισχύεται και από ελληνικά ερευνητικά δεδομένα (Σφηκάκη, 2001). Το εύρημα αυτό οφείλεται ίσως στην αναλογία των εξαρτητικών λειτουργιών και συμπτωμάτων, που δεσπόζουν, ανεξάρτητα από το φύλο και τα άλλα ειδικότερα χαρακτηριστικά των θεραπευομένων (Μάτσα, 2001).

Ωστόσο η υιοθέτηση περισσότερο στρατηγικών αποφυγής από τις γυναίκες, δημιουργεί περιθώρια προβληματισμού. Ειδικότερα, η υιοθέτηση από τις γυναίκες πιο παθητικών- στρατηγικών αποφυγής αντιμετώπισης στρες, μπορεί να αντανακλά τη μεγαλύτερη επιβάρυνση του ιστορικού τους (Σφηκάκη, 2001). Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συμβολή της μεγαλύτερης τάσης για χειριστική προσέγγιση των άλλων, που εμφανίζεται στις εξαρτημένες γυναίκες, σύμφωνα με την ελληνική κλινική εμπειρία (Μάτσα, 2001). Οι γυναίκες εξαρτημένες μοιάζει να έχουν υποστεί συχνότερα συμπεριφορές κακοποίησης, συγκριτικά με τους άνδρες συνομηλίκους τους, η επιβίωση από τις οποίες συχνά προϋποθέτει την καταφυγή σε πιο παθητικούς και εσωτερικευμένους τρόπους διαχείρισης του άγχους (Pelissier & Jones, 2005). Η διαφοροποίηση αυτή, σε σχέση με τις διαφυλικά εφαρμοζόμενες στρατηγικές αντιμετώπισης στρες, είναι σε συνέπεια και με άλλες ερευνητικές αναφορές (Kohn, Mertens & Weisner, 2002), που ωστόσο τοποθετούν τη διαφορά υπέρ των γυναικών στην αναζήτηση κοινωνικής υποστήριξης.

Η σχέση μεταξύ φύλου και γεγονότων ζωής-καθημερινών προστριβών.

Στην πιθανή διαφοροποίηση των γεγονότων ζωής και των καθημερινών προστριβών με βάση το φύλο των θεραπευομένων, δεν διαπιστώθηκαν γενικότερα σημαντικές διαφορές. Εξαίρεση ήταν το εύρημα, ότι οι άνδρες εξαρτημένοι συναντούν περισσότερες δυσκολίες σε σχέση με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.

Η μη ύπαρξη διαφοροποιήσεων, πέρα από τη διάσταση των κοινωνικών προστριβών, έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη διεθνή (Pelissier & Jones, 2005), όσο και με την εγχώρια βιβλιογραφία (Σφηκάκη, 2001), που θέλει τις γυναίκες περισσότερο επιβαρυμένες σε επίπεδο ιστορικού. Η διάσταση αυτή, πιθανότατα εξηγείται πολλαπλά. Είναι ίσως προϊόν αμυντικότητας των γυναικών του δείγματός μας, σε σχέση με βαριά περιστατικά κακοποίησης, οι οποίες ευρισκόμενες στην εκκίνηση της θεραπείας τους και διαθέτοντας μία ανώριμη ίσως θεραπευτική σχέση με το πλαίσιο, διστάζουν να αποκαλύψουν. Παράλληλα, δεν αποκλείεται η πιθανότητα, ο ειδικός χαρακτήρας του πλαισίου να υποδέχεται διπλές διαγνώσεις, να εξουδετερώνει πιθανές διαφυλικές διαφορές. Τέλος, μπορεί η μη διαφοροποίηση αυτή, να αποτελεί προϊόν της ίδιας της διαδρομής μέσα στη χρήση (Hall, Havassy, & Wasserman, 1991), και όχι της διαφυλικά διαφορετικής πορείας που οδήγησε σε αυτήν. Δηλαδή, είναι ενδεχόμενο οι γυναίκες του δείγματος να διέφεραν σε βαθμό και ποιότητα επιβάρυνσης πριν από τη χρήση, αλλά εξαιτίας αυτής και της συνακόλουθης κοινωνικής απαξίωσης, να αυξήθηκε το ποσοστό επιβάρυνσης και για τους άνδρες.

Η εντονότερη ωστόσο επιβάρυνση των ανδρών στη διάσταση των κοινωνικών προστριβών, συνδέεται ίσως με την περισσότερο εξωτερικευμένη και πιο αντικοινωνική συνυπάρχουσα παθολογία τους (Mueser et al., 1998. Johns,1997). Η τυπολογία αυτή, συνεπάγεται επακόλουθα μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος και αποκλεισμό.

Η σχέση μεταξύ φύλου και ψυχοπαθολογίας.

Επιπρόσθετα, τα ευρήματα της έρευνας μας δείχνουν σημαντικά μεγαλύτερη τάση των γυναικών για εκδήλωση συμπτωμάτων «Σωματοποίησης», «Ψυχαναγκαστικότητας-Καταναγκαστικότητας», «Κατάθλιψης», «Άγχους», «Παρανοειδούς Ιδεασμού», καθώς και στους γενικούς δείκτες ψυχοπαθολογίας και θετικών συμπτωμάτων. Αντίθετα, στατιστικά σημαντική διαφορά με μεγαλύτερους μέσους όρους για τους άνδρες, διαπιστώθηκε σε συμπτώματα «Θυμού- Επιθετικότητας».

Η μεγαλύτερη επιβάρυνση των γυναικών όσον αφορά, τόσο τη γενικότερη ψυχοπαθολογία, όσο και την εμφάνιση θετικών συμπτωμάτων ειδικότερα, συμφωνεί με τα ευρήματα σχετικά πρόσφατων ελληνικών και αγγλόφωνων ερευνών, που παρουσιάζουν τις γυναίκες τοξικομανείς με σαφώς περισσότερο παρεκτρεπόμενη συμπεριφορά και αποκλίνουσα προσωπικότητα (Δουζένης, Τσακλακίδου, Στεφανής & Κοκκέβη, 2000. Pelissier, Camp, Gaes, Saylor & Rhodes, 2003). Η ροπή για την εντονότερη αυτή επιβάρυνση των γυναικών, αποτελεί ίσως ένδειξη της πιο τραυματικής, και κατ’επέκταση ψυχοπαθολογικής διαδρομής της ζωής τους (Pelissier & Jones, 2005). Η περισσότερο τραυματική αυτή πορεία μέσα στη χρήση, είναι ίσως και η αιτία διέγερσης περισσότερης καχυποψίας και ανασφάλειας, που στα ευρήματά μας αποτυπώνεται με υψηλότερες σημαντικά τιμές στον παρανοειδή ιδεασμό.

Αντίστοιχα, η υπεροχή των εξαρτημένων γυναικών στην εκδήλωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων είναι συνεπής με τη διεθνή βιβλιογραφία (Pelissier, Camp, Gaes, Saylor & Rhodes, 2003). Το εύρημα αυτό, πιθανότατα, είναι αποτέλεσμα των γενικότερων κοινωνικών προσδοκιών και αντιλήψεων ως προς τη θηλυκότητα, η οποία είναι σε διάσταση με πιο ενεργητικές μορφές εκτόνωσης πίεσης και πολύ πιο κοντά σε μία πιο εύθραυστη και παθητική στάση ενδοβολής της. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από τη διαφορετική διαφυλική επικράτηση της διαταραχής, που συναντάται στο γενικό πληθυσμό και όχι μόνο στους εξαρτημένους (Στεφανής, Σολδάτος & Μαυρέας, 1992). Ανάλογη είναι ίσως η εξήγηση του προβαδίσματος των γυναικών σε συμπτώματα σωματοποίησης και άγχους. Παραδοσιακά και ανεξάρτητα από την εξάρτηση, λόγω κοινωνικών στερεοτύπων, οι γυναίκες ήταν πιο ευάλωτες σε μετατρεπτικά συμπτώματα (Στεφανής, Σολδάτος & Μαυρέας, 1992).

Τέλος, η ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική ροπή των εξαρτημένων γυναικών του δείγματος μας, είναι ίσως αποτύπωμα μιας υπεραντισταθμιστικής διάθεσης ελέγχου. Η διάθεση αυτή γίνεται κατανοητή στο πλαίσιο πιθανόν της υπεραναπλήρωσης του υποτακτικού ρόλου, που συνήθως έχουν την περίοδο της χρήσης (Μάτσα, 2001).

Όσον αφορά την υπεροχή των ανδρών σε χαρακτηριστικά «Θυμού και επιθετικότητας», το εύρημα αυτό συμβαδίζει με τη βιβλιογραφία. Ο θυμός και η επιθετικότητα αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, στην οποία οι εξαρτημένοι και μη άνδρες διακρίνονται συγκριτικά με τις γυναίκες (Mueser et al., 1998. Στεφανής, Σολδάτος & Μαυρέας, 1992). Το εύρημα αυτό πιθανότατα εξηγείται από την επίδραση κοινωνικών στερεοτύπων, που είναι περισσότερο ανεκτικά στην ανδρική επιθετικότητα.

Περιορισμοί της παρούσας έρευνας και προτάσεις για μελλοντικές ερευνητικές προσπάθειες.

Η έρευνα αυτή έχει κάποιους περιορισμούς, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι:

  1. Το δείγμα της έρευνας προέρχεται από μία αποκλειστικά μονάδα απεξάρτησης, η οποία έχει ειδικά χαρακτηριστικά, απευθυνόμενη σε διπλές διαγνώσεις.
  2. Αφορά θεραπευόμενους, που έχουν περάσει τη φάση ευαισθητοποίησης, και πιθανότατα έχουν καλύτερα επίπεδα λειτουργικότητας και κινήτρου.
  3. Τα δεδομένα της έρευνας συγκεντρώθηκαν στη βάση αναφορών- δηλώσεων των ίδιων των υποκειμένων, οι οποίες είναι πιθανό να μην ήταν πάντα ακριβείς.
  4. Ο αριθμός των συμμετεχόντων στο δείγμα μας είναι αρκετά μικρός.
  5. Τέλος, όσον αφορά τη μεταβλητή της διακοπής της θεραπείας δεν εξετάστηκαν παράγοντες διακοπής, που μπορεί να αφορούν στο πλαίσιο και όχι τον πληθυσμό θεραπευομένων.

Η αντιμετώπιση των περιορισμών αυτών σε μελλοντικές έρευνες θα οδηγήσει σε στερεότερα ευρήματα και συμπεράσματα. Αν και αναγνωρίζουμε τους περιορισμούς αυτούς, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοιοι, που να εμποδίζουν μία προσεκτική γενίκευση των συμπερασμάτων μας.

Βεβαίως, ο χώρος μελέτης των παραγόντων επικινδυνότητας στη χρήση και στη θεραπεία είναι ανεξάντλητος και γνωρίζουμε μέχρι σήμερα σχετικά λίγα. Σημαντικό είναι να διερευνηθεί, όχι απλά μία φάση της θεραπείας, αλλά ολόκληρη η θεραπευτική διαδρομή και η τελική έκβαση, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου παρακολούθησης μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, για να προσδιοριστούν ακριβέστερα τόσο οι παράγοντες, όσο και η βαρύτητα με την οποία αυτοί παρεμβαίνουν στον καθορισμό της θεραπευτικής έκβασης.

Παράλληλα επισημαίνεται ότι η έμφαση, τουλάχιστον όσον αφορά στη θεραπευτική έκβαση, πρέπει να δοθεί όχι μόνο σε σταθερά χαρακτηριστικά του ατόμου, αλλά και στην αλληλεπίδραση ατόμου θεραπευτή-θεραπευτικής ομάδας. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην παραδοχή, ότι η θεραπευτική έκβαση προσδιορίζεται τόσο από τις εσωτερικές παραμέτρους του θεραπευόμενου και του θεραπευτή – θεραπευτικής ομάδας, όσο και από παραμέτρους της μεταξύ τους σχέσης.

Κλινική χρησιμότητα των ευρημάτων

Τα ευρήματα της έρευνάς μας, αναφορικά με τις διαφορές, που φαίνεται να υπάρχουν στις διαφορές του προφίλ που διερευνήθηκε, είναι ίσως αξιοποιήσιμα στην κλινική πράξη. Ειδικότερα, η επισήμανση χαρακτηριστικών που συνδέονται με τη διακοπή της θεραπείας, όπως η εκδήλωση συμπτωμάτων κατάθλιψης και σωματοποίησης, μπορεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο πρόληψης των διακοπών από τη θεραπεία. Αυτό γίνεται, αν ο κλινικός προσαρμόσει έγκαιρα και ανάλογα το θεραπευτικό σχεδιασμό, στοχεύοντας στις συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Αντίστοιχα, η επισήμανση διαφορών ως προς τα γνωσιακά χαρακτηριστικά[1] των δύο φύλων, μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά. Αναλυτικότερα, η θεραπευτική ομάδα μπορεί να περιλάβει στοχευμένες παρεμβάσεις στο ειδικό πρόγραμμα απεξάρτησης γυναικών, που να αποβλέπουν στον περιορισμό στρατηγικών αποφυγής και διαχείρισης του στρες και στην εκμάθηση νέων. Συμπληρωματικά, όσον αφορά στους άνδρες, είναι μάλλον ζητούμενο να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα σε παρεμβάσεις, τόσο συλλογικές, όσο και ατομικές, απέναντι στη βία και την επιθετικότητα.

Καταληκτικά τονίζεται, ότι το σύνολο των ευρημάτων που ενημερώνουν σαφέστερα για τις σχέσεις που συνδέουν τα διάφορα χαρακτηριστικά των εξαρτημένων, οδηγεί σε ασφαλέστερες υποθέσεις και αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις.

*Διεύθυνση Επικοινωνίας:  e-mail: vstavrop@psych.uoa.gr Τηλ: 210 7277525 Πανεπιστημιούπολη Αθηνών Ελλάδα.

Βιβλιογραφία

Ελληνική

  1. Γιαννίτσας Ν. (1988). Βαθμός Βεβαιότητας-Αβεβαιότητας. Αιτιολογικοί παράγοντες και επιπτώσεις στην προσαρμογή του παιδιού. Έρευνα σε παιδιά δημοτικού σχολείου. Αθήνα: Διδακτορική διατριβή Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  2. Δουζένης Α., Τσακλακίδου Δ., ΣτεφανήςΚ.,& Κοκκέβη Α., (2000). Χαρακτηριστικά προσωπικότητας ενδοφλεβίων χρηστών ηρωίνης που συμμετέχουν σε προγράμματα υποκατάστασης. Ε.Ψ.Ε. 16ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής, Περιλήψεις, 5-9 Μαΐου 2000. Πάφος.
  3. ΕΚΤΕΠΝ. (2002). Ετήσια Έκθεση για την κατάσταση στην Ελλάδα το έτος 2001, Επιτυχής Θεραπεία: η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων., Αθήνα: ΕΠΙΨΥ, 10, 141-149.
  4. Ζλατάνος (2004). Εκτίμηση ψυχολογικών παραγόντων στη χρήση παρανόμων εξαρτησιογόνων ουσιών. Ιωάννινα: Διδακτορική διατριβή Πανεπιστήμιο Iωαννίνων.
  5. Καραδήμας Ε.Χ. (1999). Ο ρόλος των προσδοκιών αυτοαποτελεσματικότητας ως ρυθμιστικού παράγοντα στη σχέση μεταξύ στρες και ψυχοσωματικής υγείας». Αθήνα: Διδακτορική διατριβή Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  6. Λιάππας Ι. (1991). Ναρκωτικά, Αθήνα, .
  7. Λιάππας Ι. (2003). Χρήση ουσιών σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Η ελληνική εμπειρία. Εις. Τσιάντης. Ι. Καστανιώτης, Αθήνα. Εφηβεία, 2, σελ. 179-195.
  8. Μάτσα Κ. (2001). Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας. Αθήνα: εκδ. ΑΓΡΑ.
  9. Ντώνιας Σ., Καραστεργίου Α.& Μάνος Ν. (1991). Στάθμιση της κλίμακας ψυχοπαθολογίας Symptom Checklist-90-R σε ελληνικό πληθυσμό. Ψυχιατρική, 2, 42-48.
  10. Παπανδρέου Π., Τουλούμη Γ., Πουλόπουλος Χ., (2003). Εγκατάλειψη του σχολείου, χρήση ουσιών και παραβατικότητα. Εξαρτήσεις, 4,σελ. 25-44.
  11. Στεφανής, Κ., Σολδάτος, Κ., Μαυρέας, Β. (1992). Ταξινόμηση ICD-10 Ψυχικών διαταραχών και Διαταραχών Συμπεριφοράς. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Γενεύη,.
  12. Σφηκάκη Μ, (2001). Σεξουαλική κακοποίηση η σχέση της με την τοξικομανία. Τετράδια Ψυχιατρικής 76 .σελ. 8-12.
  13. Σφηκάκη Μ, (2001). Σύγκριση μεθόδων εκτίμησης των σταδίων αλλαγής μεταξύ εξαρτημένων από την ηρωίνη ατόμων που βρίσκονται σε θεραπεία: Αξιολόγηση δείγματος στην Ελλάδα.MPHIL THESIS. London UCL.

 

Ξενόγλωσση

  1. Bandura, A. (1989). Multidimensional scales of perceived self-efficacy. Αδημοσίευτο κείμενο. Stanford, Calif: Stanford University.
  2. Bloom, B., Owen, B., Covington, S., & Raeder, M. (2003). Genderresponsive strategies: Research, practice, and guiding principles Bolles, R. C. (1972). Reinforcement, expectancy, and learning. Psychological Review, 79, 394-409for women offenders. Washington, DC7 National Institute of Corrections.
  3. Chamberlain, K., & Zika, J. (1990). The minor event approach to stress: Support for the use of daily Hassles. Brittish Journal of Psychology, 811, 469-481.
  4. Conners, N., Bradley, R. H., Whiteside-Mansell, L., & Crone, C. (2001). A comprehensive substance abuse treatment program for women and their children: An initial evaluation. Journal of Substance Abuse Treatment, 21, 67– 75.
  5. De Leon, G. (1986). The therapeutic community for substance abuse: Perspective and approach, In F. De Leon and J. Ziegenfuss (eds.) Therapeutic communities for addictions: Readings in theory, research and practice. Springfield, IL: Charles C. Thomas. 5-19.
  6. Delongis, A., Folkman, S., & Lazarus, R. S. (1988). The impact of daily stress on health and mood: Psychological and Social resources as mediators. Journal of personality and Social Psychology, 54,486-496.
  7. Derogatis, L.R. (1977). The SCL-90 Manual Scoring, Administration, and procedures for the SL-90. Baltimore: MD John Hopkins University School of Medicine, Clinical Psychometrics Unit.
  8. Flannery, R. B., Jr. (1986). Major life events and daily hassles in predicting health status:Methodological inquiry. Journal of Clinical Psychology, 4, 455-457.
  9. Folkman, S., & Lazarus, R. S. (1980). An analysis of coping in a middle-aged community sample. Journal of Health and Social Behaviour, 21,219-239.
  10. Folkman, S., & Lazarus, R. (1985). If it changes it must be a process: Study of emotion and coping during three stages of a college examination. Journal of Personality and Social Psychology, 48,150-170.
  11. Folkman, S., & Lazarus, R. Et al (1986). Dynamics of a stressfull encounter : Cognitive appraisal, Coping and encounter outcomes. Journal of Personality and Social Psychology, 50,992-1003.
  12. Furr-Holden, C. D. M., & Anthony, J. C. (2003). Epidemiologic differences in drug dependence: A US–UK cross-national comparison. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 38(4), 165–172.
  13. Grella, C. E., Polinsky, M. L., Hser, Y. -I., & Perry, S. M. (1999). Characteristics of women-only and mixed-gender drug abuse treatment programs. Journal of Substance Abuse Treatment, 17, 37– 44.
  14. Hall, S. M., Havassy, B. E., & Wasserman, D. A. (1991). Effects of commitment to abstinence, positive moods, stress, and coping on relapse to cocaine use. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 59, 526– 532.
  15. Hiller, M. L., Knight, K., Leukefeld, C. G., & Simpson, D. (2002). Motivation as a predictor of therapeutic engagement in mandated residential substance abuse treatment. Criminal Justice and Behavior, 29, 56– 75.
  16. Johns, A. (1997). Substance misuse: primary risk and a major problem of comorbidity. International Review of Psychiatry. 9, 233-241.
  17. Kanner, A. D., Coyne, J. C., Schaefer, C., & Lazarus, R. S. (1981). Comparison of two models of stress measurement: Daily hasles and uplifts versus major life events. Journal of Behavioural Medicine, 4, 1-39.
  18. Kohn, C. S., Mertens, J. R., & Weisner, C. M. (2002). Coping among individuals seeking private chemical dependence treatment: Gender differences and impact on length of stay in treatment. Alcoholism: Clinical and Experimental Research, 26, 1228– 1233.
  19. Latkin, C. A., Mandell, W., Knowlton, A. R., Doherty, M. C., Vlahov, D., Suh, T., et al. (1998). Gender differences in injection-related behaviors among injection drug users in Baltimore, Maryland. AIDS Education and Prevention, 10, 257–263.
  20. Lazarus, R. S., & Folkman, S. (1984). Stress, appraisal, and coping. New York: Springer.
  21. Liappas, J., Paparrigopoulos, T., Tzavellas, E., Christodoulou, G. (2002). Impact of alcohol detoxification on anxiety and depressive symptoms. Drug Alcohol and Dependence, 68, 215-220.
  22. Lukas, S. E., Sholar, M., Lundahl, L. H., Lamas, X., Kouri, E., Wines, J. D., et al. (1996). Sex differences in plasma cocaine levels and subjective effects after acute cocaine administration in human volunteers. Psychopharmacology, 125, 346– 354.
  23. G. A., & Rohsenow. D. J. (1980). Cognitive processeses in alcohol use: Expectancy and the balanced placebo deisign. In N. K. Mello (Ed.). Advances in substance abuse (Vol. 1) Greenwich. Conn.: JAI Press..
  24. Marlatt, G. A., & Gordon. J. R. (1980). Determinants of relapse. Implications for the maintenance of behavior change. In P.O. Davidson & S.M. Davidson Eds.). Behavioral medicine: Changing health lifestyles. New York: Brunner/Mazel.
  25. Moss, H. B., Lynch, K. G., & Hardie, T. L. (2003). Affiliation with deviant peers among children of substance dependent fathers from pre-adolescence into adolescence: Associations with problem behaviors. Drug and Alcohol Dependence, 71(2), 117–125.
  26. Mulser, K., Drake, R.E., and Wallach, M.A. (1998). Dual diagnosis: a review of etiological theories. Addictive Behaviors, 23, 717-734.
  27. Nowicki, Jr. S. & Strickland, R.B. (1973) A locus of control scale for children. Journal of Consulting & Clinical Psychology, vol. 40, pages 148-154.
  28. Pelissier, B. M. M., Camp, S. D., Gaes, G. G., Saylor, W. G., & Rhodes, W. (2003). Gender differences in outcomes from prison-based residential treatment. Journal of Substance Abuse Treatment, 24, 149–160.
  29. Pelissier, B. M. M. (2004). Gender differences in substance use treatment entry and retention among prisoners with substance use histories. American Journal of Public Health, 94, 1418–1424.
  30. Pelissier, B., & Jones, N. (2005). Treatment needs of substance-abusing women. Crime and Delinquency, 51, 343– 372.
  31. Poulopoulos, (1998). Dropout from therapeutic communities for substance abusers in Greece: A quantitative and qualitative analysis of why clients drop out from rehabilitative programmes for drug users in Greece. Ph. D. Dissertation. University of Bradford, Department of Applied Social Studies.
  32. Poulopoulos & Tsiboukli A. (1999). Sociodemographic Differences, Patterns of Use and Drop-out from Greek Drug-free Treatment Programmes. Drug Issues, Athens, 6, 99-110.
  33. Voelkl, K. E., & Frone, M. R. (2000). Predictors of substance use at school among high school students. Journal of Educational Psychology, 92(3), 583–592.

Print Friendly, PDF & Email