Βοήθεια σε συζύγους ανδρών με προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ: σύγκριση τριών θεραπευτικών προσεγγίσεων.

 

Kim Halford, PhD School of Applied Psychology, Griffith University

John Price, MD Department of Psychiatry, University of Queensland

Adrian B. Kelly PhD., Ruth Bouma MCP, School of Applied Psychology, Griffith University  Ross McD. Young PhD., Department of Psychiatry, University of Queensland

Μετάφραση: Αλιφραγκή Σταματία

 

Περίληψη

Στόχος: Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας τριών προσεγγίσεων που στοχεύουν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του άγχους που προκαλείται στις γυναίκες συντρόφους από το πρόβλημα χρήσης αλκοόλ των συντρόφων τους. Σχεδιασμός: Οι συμμετέχοντες επιλέχθηκαν τυχαία και τοποθετήθηκαν σε τρία θεραπευτικά πλαίσια: υποστηρικτική συμβουλευτική, διαχείριση του άγχους ή θεραπεία ζευγαριών για προβλήματα με το αλκοόλ. Χώρος: Η παρέμβαση πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Έρευνας Συμπεριφοράς και Θεραπείας (BRTC) (Behaviour Research and Therapy Centre) στο Πανεπιστήμιο του Queensland. Αυτό το κέντρο έρευνας και εκπαίδευσης προσφέρει ψυχολογικές υπηρεσίες εξωτερικής παρακολούθησης στην κοινότητα. Συμμετέχοντες: Εξήντα μία παντρεμένες γυναίκες οι σύζυγοι των οποίων αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα αλκοολισμού. Οι συμμετέχουσες ανέφεραν παρατεταμένα προβλήματα χρήσης αλκοόλ, σοβαρές επιπτώσεις από τη χρήση στην κοινωνική συμπεριφορά και έντονο ενδοσυζυγικό άγχος. Μέτρηση: Το άγχος των γυναικών, η κατανάλωση αλκοόλ από τους συντρόφους και η λειτουργικότητα της σχέσης αξιολογήθηκαν πριν και μετά τη θεραπεία καθώς και μετά από διάστημα ενός εξαμήνου (σε εξάμηνο follow-up). Παρεμβάσεις: Και οι τρεις θεραπευτικές προσεγγίσεις συμπεριλάμβαναν 15 ωριαίες συνεδρίες με τη γυναίκα. Στη θεραπεία ζευγαριών για προβλήματα αλκοόλ έγιναν προσπάθειες να λάβει μέρος στις συνεδρίες και ο άντρας. Αποτελέσματα: Αντίθετα με τις προβλέψεις μας, υπήρξαν μικρές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις θεραπευτικές προσεγγίσεις. Και στις τρεις θεραπείες υπήρξε μείωση στο άγχος που ανέφεραν οι γυναίκες, με ελαφρώς μεγαλύτερη μείωση τόσο στη θεραπεία που συμπεριλάμβανε διαχείριση του άγχους όσο και στη θεραπεία ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ, ενώ αυτό δεν ήταν τόσο έντονο στην υποστηρικτική συμβουλευτική. Σε καμία από τις θεραπείες δεν παρατηρήθηκε κλινικά ιδιαίτερη μείωση στην κατανάλωση αλκοόλ από τους άντρες ή στην απογοήτευση που προέκυπτε από τη σχέση. Συμπέρασμα: Η θεραπεία απαλύνει το άγχος και τη φόρτιση αλλά δεν βελτιώνει τα προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού ούτε τα προβλήματα που προκύπτουν από τη χρήση. Οι περιορισμοί που προέκυψαν από το σχεδιασμό της έρευνας μείωσαν τις πιθανότητες εντοπισμού αποτελεσμάτων διαφοροποιημένων ανάλογα με τη λειτουργία των διαφορετικών μορφών αντιμετώπισης.

Οι σύζυγοι ανδρών με σοβαρά προβλήματα χρήσης αλκοόλ παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης, άγχους και σωματικών ενοχλήσεων, αναφέρουν χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης από τη σχέση τους (Halford, Bouma, Kelly & Young, 1999) και συχνά υπόκεινται σε λεκτική και σωματική κακοποίηση (Leonard & Jacob, 1988· Leonard & Senchak, 1993· Van Hasselt, Morrison & Bellack, 1985). Πολλές φορές επισκέπτονται κέντρα θεραπείας αναφέροντας πως ο σύζυγός τους δεν αναζητά κάποιο θεραπευτικό πλαίσιο και πως υπάρχουν συχνές ενδοσυζυγικές διαφωνίες οι οποίες σχετίζονται με το πρόβλημα αλκοολισμού του συζύγου (Halford & Osgarby, 1993). Οι γυναίκες αυτές συχνά ζητούν βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις του αλκοολισμού των συζύγων τους (Liepman, 1993· Thomas & Ager, 1993).

Η κατάχρηση αλκοόλ από το σύζυγο σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τα προβλήματα στη σχέση. Οι άντρες στους οποίους έγινε διάγνωση αλκοολισμού έχουν τις ίδιες πιθανότητες με τον υπόλοιπο πληθυσμό να παντρευτούν, αλλά οι πιθανότητες διαζυγίου είναι μεγαλύτερες (Nace, 1982· Reich & Thompson, 1985). Οι γάμοι τους παρουσιάζουν κοινά σημεία με τους αντίστοιχους άλλων ζευγαριών σε ‘κίνδυνο’ (δυσλειτουργικών), με χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης από τη σχέση τους (Jacob, Dunn & Leonard, 1983· O’ Farell & Birchler, 1987), με  μεγάλη επιθυμία για αλλαγή και από τους δύο συζύγους  (Jacob κ.α., 1983· O’Farrell & Birchler, 1987) και έντονα προβλήματα στην επικοινωνία (Frankenstein, Hay & Nathan, 1985· Hersen, Miller & Eliser, 1973· O’Farrell & Birchler, 1987).

Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση ενός προγράμματος, προκειμένου να βοηθήσει τις συντρόφους αλκοολικών ανδρών. Δεδομένου του προαναφερθέντος υψηλού κινδύνου εκδήλωσης βίας σε σχέσεις ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ, ένας από τους στόχους του προγράμματος ήταν η μείωση αυτού του κινδύνου. Ένας δεύτερος στόχος ήταν να βοηθηθεί η σύντροφος, ώστε να επιλέξει μέσω σωστής πληροφόρησης το αν θα παραμείνει ή όχι στη σχέση. Στις γυναίκες που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη σχέση, παρασχέθηκε υποστήριξη για την υλοποίηση μιας τέτοιας απόφασης. Για τις γυναίκες που επέλεξαν να παραμείνουν στο γάμο τους, επιχειρήσαμε να βελτιώσουμε τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουν τη σχέση τους και να τις ενδυναμώσουμε, ώστε να ασκήσουν θετική επιρροή στο πρόβλημα αλκοολισμού του συζύγου. Στόχος μας ήταν, επίσης, να βοηθήσουμε τις γυναίκες να βελτιώσουν τη σχέση με το σύντροφό τους.

Στις περιπτώσεις που οι γυναίκες επέλεξαν να παραμείνουν με το σύντροφό τους, επικεντρωθήκαμε στον τρόπο με τον οποίο θα τον επηρέαζαν, ώστε να ζητήσει βοήθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματός του. Αρκετοί συγγραφείς έχουν περιγράψει προγράμματα που στοχεύουν στο να βοηθήσουν τη γυναίκα να ενθαρρύνει το σύντροφό της να παρακολουθήσει προγράμματα θεραπείας κατά του αλκοολισμού (Dittrich, 1993· Liepman, 1993· Thomas & Ager, 1993). Ωστόσο, για τα περισσότερα προγράμματα δεν υπάρχουν εμπειρικές αποδείξεις της αποτελεσματικότητάς τους. Οι Sisson και Azrin (1986, 1993) αξιολόγησαν ένα πρόγραμμα για μέλη οικογενειών με προβλήματα αλκοολισμού, το οποίο περιελάμβανε στρατηγικές που θα ενθάρρυναν τον αλκοολικό να μειώσει την κατανάλωση οινοπνεύματος και να παρακολουθήσει κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα πέτυχε να πείσει τους περισσότερους (6 στους 7 σε αυτήν την περίπτωση) να παραστούν σε θεραπευτικά προγράμματα και να μειώσουν τη χρήση αλκοόλ. Ωστόσο, επιδράσεις της θεραπείας στο γάμο, στην αίσθηση της ψυχολογικής φόρτισης και του ψυχολογικού άγχους καθώς και στην επιθετικότητα του άντρα δεν αναφέρθηκαν.

Αν οι άντρες μπορούν να παροτρυνθούν να παρακολουθήσουν θεραπευτικά προγράμματα κατά του αλκοολισμού, όπως κατάφεραν οι Sisson και Azrin (1986), τότε η συμμετοχή της γυναίκας στη θεραπεία θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα. Η συμμετοχή των γυναικών σε παρεμβάσεις που επικεντρώνονται στην κατάχρηση αλκοόλ έφερε διαφορετικών ειδών αποτελέσματα. Ορισμένες μελέτες δείχνουν πως η συμμετοχή της συζύγου πέτυχε αρχικά σημαντική μείωση της ποσότητας αλκοόλ που κατανάλωνε ο σύζυγος (Keane, Foy, Nunn & Rychartik, 1984· O’Farrell, Cutter & Floyd, 1985), όμως άλλες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν αυτό το αποτέλεσμα (McCrady κ.α., 1986). Η παρέμβαση που συνδυάζει την επικεντρωμένη θεραπεία στην κατάχρηση αλκοόλ με τη θεραπεία σε θέματα συμπεριφοράς του ζευγαριού βελτιώνει την επικοινωνία, αυξάνει την ικανοποίηση από τη σχέση (O’Farrell κ.ά., 1985· O’Farrell, Cutter & Floyd, 1985) και τα ποσοστά εγκράτειας (McCrady κ.ά., 1986· O’Farrell, Choquette, Cutter, Brown & McCourt, 1993). Επιπλέον, με αυτές τις παρεμβάσεις σημειώθηκε μείωση στις εκδηλώσεις κακοποίησης (O’Farrell & Murphy, 1995). Στην παρούσα μελέτη συγκεντρώσαμε τις γυναίκες και μέσω αυτών επιχειρήσαμε να συγκεντρώσουμε και τους άντρες, σε μια συνδυασμένη θεραπεία ζευγαριών για προβλήματα αλκοόλ (Θ.Ζ.Π.Χ.Α.).

Σχεδόν οι μισοί από τους παντρεμένους άντρες σε ατομική θεραπεία για το αλκοόλ αρνούνται να πάρουν μέρος σε συμβουλευτική ζευγαριών (O’Farrell, Kleinke & Cutter, 1986). Δεδομένου ότι προσπαθήσαμε να συμπεριλάβουμε άντρες οι οποίοι δεν συμμετείχαν σε καμιά θεραπεία, ήταν πιθανό πως πολλοί από αυτούς θα αρνούνταν να συμμετάσχουν. Προκειμένου να βοηθήσουμε τις γυναίκες οι άντρες των οποίων είχαν αρνηθεί τη συμμετοχή, αναπτύξαμε ένα εναλλακτικό πρόγραμμα διαχείρισης του άγχους. Η διαχείριση του άγχους είχε δύο στόχους: Να βοηθήσει τις γυναίκες να επηρεάσουν το σύντροφό τους, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση αλκοόλ και να περιοριστεί η αρνητική επίδραση που έχει ο αλκοολισμός του άντρα στη γυναίκα. Είναι αποδεδειγμένο ότι το πρόβλημα του αλκοόλ μπορεί να μετριαστεί ουσιαστικά με αλλαγές στα προηγούμενα και τα επακόλουθα του φυσικού περιβάλλοντος (Hunt & Azrin, 1973) και ότι οι σύζυγοι αποτελούν σημαντική πηγή για αυτές τις προηγούμενες και τις επακόλουθες καταστάσεις όσον αφορά την κατανάλωση αλκοόλ (McCrady κ.ά., 1986· O’Farrell κ.ά., 1985· Thomas & Ager, 1993). Οι περισσότερες σύντροφοι ανδρών με προβλήματα αλκοόλ αναφέρουν πως προσπαθούν να επηρεάσουν τους συντρόφους τους με στόχο να μειώσουν την κατανάλωση αλκοόλ χρησιμοποιώντας διάφορες στρατηγικές, όπως το να τον παρακαλούν να αλλάξει και να τον αγνοούν, όταν είναι μεθυσμένος (Thomas & Ager, 1993· Yoshioka, Thomas & Ager, 1992· Zweben, 1986). Ωστόσο, οι περισσότερες γυναίκες αναφέρουν, επίσης, ότι ο σύντροφός τους δεν επηρεάζεται από αυτές τις προσπάθειες όσον αφορά την κατανάλωση αλκοόλ (Thomas & Ager, 1993). Με βάση το πρόγραμμα των Sisson και Azrin (1993), βοηθήσαμε τις γυναίκες να προσδιορίσουν τα προηγούμενα και τα επακόλουθα της χρήσης αλκοόλ του συντρόφου τους στη σχέση και να τα αλλάξουν προκειμένου να μειώσουν τη χρήση.

Η παρούσα μελέτη αποτέλεσε μια ελεγχόμενη δοκιμή παρεμβάσεων προκειμένου να βοηθήσει τις συντρόφους αντρών με πρόβλημα αλκοόλ. Οι γυναίκες των οποίων οι άντρες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ εντάχθηκαν τυχαία σε ένα από τα τρία θεραπευτικά πλαίσια: (α) υποστηρικτική συμβουλευτική, (β) διαχείριση του άγχους ή (γ) θεραπεία ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ (Θ.Ζ.Π.Χ.Α). Το πλαίσιο της υποστηρικτικής συμβουλευτικής είχε στόχο, ως εύσχημος έλεγχος επαφής, να αποδείξει εάν υπήρχαν συγκεκριμένα αποτελέσματα θεραπείας από τις άλλες προσεγγίσεις. Είχε προβλεφθεί ότι η διαχείριση άγχους και η Θ.Ζ.Π.Χ.Α θα είχαν ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη μείωση του άγχους της συζύγου (υπόθεση 1) και της κατανάλωσης αλκοόλ από τον άντρα (υπόθεση 2) καθώς και σημαντικές βελτιώσεις στη λειτουργία της σχέσης (υπόθεση 3) σε σύγκριση με την υποστηρικτική συμβουλευτική. Δεν ήμασταν σίγουροι αν η Θ.Ζ.Π.Χ.Α ή η διαχείριση άγχους θα ήταν πιο αποτελεσματική και ως εκ τούτου ελέγξαμε την υπόθεση ότι θα υπήρχε διαφορικό αποτέλεσμα στις δύο αυτές προσεγγίσεις όσον αφορά το άγχος της συντρόφου, τη χρήση αλκοόλ από το σύζυγο και τη λειτουργία της σχέσης (Υπόθεση 4).

ΜΕΘΟΔΟΣ

Οι συμμετέχοντες

Μέσω των Μ.Μ.Ε που προσέφεραν βοήθεια σε γυναίκες συγκεντρώθηκαν εξήντα μία παντρεμένες γυναίκες, οι οποίες θεωρούσαν υπερβολική τη χρήση αλκοόλ από τους συζύγους τους. Τα κριτήρια για να συμπεριληφθούν στη μελέτη ήταν τα ακόλουθα: (α) Ο άντρας, όπως ανέφερε η γυναίκα του, έπινε πάνω από 28 ποτά την εβδομάδα. (β) Το ζευγάρι έμενε μαζί και ήταν παντρεμένο για διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών. (γ) Ο άντρας δεν λάμβανε καμία θεραπεία απεξάρτησης από το αλκοόλ κατά την περίοδο της διεξαγωγής της έρευνας. (δ) Η γυναίκα μετά από σχετική πληροφόρηση έδωσε τη συγκατάθεσή της να λάβει μέρος στο πείραμα. Τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κάποια γυναίκα δεν μπορούσε να λάβει μέρος ήταν τα ακόλουθα: (α) Η γυναίκα ή ο σύντροφός της είχαν εισαχθεί σε ψυχιατρική κλινική κατά τα τελευταία δύο χρόνια, εκτός και αν η νοσηλεία του άντρα αποδεδειγμένα σχετίζονταν με το πρόβλημα του αλκοολισμού. (β) Η γυναίκα είχε ακολουθήσει θεραπεία για κατάχρηση αλκοόλ ή κατανάλωνε κατά μέσο όρο περισσότερα από 14 ποτά την εβδομάδα.

 

Μετρήσεις

Οι κύριες μετρήσεις σε αυτήν τη μελέτη αφορούσαν τρεις πλευρές του προβλήματος: την αίσθηση φόρτισης και άγχους της γυναίκας, τα ποσοστά κατανάλωσης αλκοόλ του συντρόφου και τη σχέση του ζευγαριού. Όλες οι μετρήσεις έγιναν κατά την περίοδο πριν και μετά τη θεραπεία και μετά από διάστημα ενός εξαμήνου (follow up), εκτός από τις δύο μετρήσεις που αναφέρονται λεπτομερώς παρακάτω. Η φόρτιση και το άγχος της γυναίκας καθορίστηκαν σύμφωνα με την Κλίμακα Μέτρησης Συγγενικού Άγχους (ΚΜΣΑ) (Relative Stress Scale) (RSS· Green, Smith, Gardiner, Timbury, 1982) και το Ερωτηματολόγιο Γενικής Υγείας (ΕΓΥ) (General Health Questionaire) (GHQ· Goldberg & Hillier, 1979). Η ΚΜΣΑ (RSS) είναι μια κλίμακα 15 ερωτήσεων που υπολογίζει τη φόρτιση που βιώνουν τα μέλη μιας οικογένειας, όταν κάποιο μέλος της αντιμετωπίζει σοβαρή διαταραχή. Η φόρτιση αξιολογείται με βάση το προσωπικό άγχος, την αναστάτωση της καθημερινής ζωής και τα αρνητικά συναισθήματα απέναντι στο άλλο άτομο. Η ΚΜΣΑ (RSS) παρουσιάζει στον έλεγχο – επανέλεγχο (test-retest) αξιοπιστία r = .85 (Green κ.α., 1982). Το ΕΓΥ (GHQ) είναι περιλαμβάνει 28 ερωτήσεις, είναι ειδικά σχεδιασμένο να παρέχει ένα σύντομο εργαλείο εξέτασης για κοινές ψυχικές διαταραχές, έχει ικανοποιητική εσωτερική αξιοπιστία (Cronbach’s alpha = 0,93) και είναι αποδεδειγμένα έγκυρο για αυτόν το σκοπό (Goldberg & Williams, 1988).

Η κατανάλωση αλκοόλ εκτιμήθηκε με βάση τον καθημερινό έλεγχο κατανάλωσης από το συζύγου καθώς και με ένα τμήμα της Δοκιμασίας Khavari για τη Χρήση Αλκοόλ (ΔΚΧΑ) (Khavari Alcohol Test) (ΚΑΤ· Khavari & Faber, 1978) το οποίο συμπληρώθηκε από τις συζύγους. Για τον καθημερινό έλεγχο, οι γυναίκες συμπλήρωναν ένα ερωτηματολόγιο στο τέλος κάθε ημέρας για διάστημα μίας εβδομάδας. Στο ερωτηματολόγιο κατέγραψαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: (α) αν ο σύντροφός τους έπινε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, (β) τον κατά προσέγγιση αριθμό ποτών που καταναλώθηκαν και (γ) αν έδειχνε σημάδια μέθης. Η μέθη προσδιορίστηκε ως κατάσταση κατά την οποία ο σύζυγος είχε καταναλώσει οκτώ η περισσότερα ποτά την ίδια μέρα είτε παρουσίαζε τραύλισμα ή ασυναρτησία ή απώλεια της κινητικής ισορροπίας (π.χ. τρέκλισμα κατά τη βάδιση). Οι εξαρτημένες μετρήσεις ήταν ο μέσος αριθμός ποτών που καταναλώθηκαν κάθε μέρα και το ποσοστό των ημερών κατά τις οποίες αναφέρθηκε μέθη. Η ΔΚΧΑ (ΚΑΤ) είναι μια ποσοστοποίηση σε 12 ερωτήσεις της λήψης αλκοόλ, η οποία έχει υψηλή αξιοπιστία στον έλεγχο-επανέλεγχο (test-retest) (r = 0.92) και discriminant εγκυρότητα. Η τιμή που προκύπτει αποτελεί εκτίμηση των απόλυτων τιμών κατανάλωσης λίτρων αλκοόλ σε διάστημα ενός έτους, τα οποία μετατρέψαμε έτσι ώστε να αντιστοιχούν σε μέσο όρο ποτών ανά ημέρα, για μεγαλύτερη ευκολία στην ερμηνεία. (ένα ποτό ισούται με 12,7 ml ή 10 γραμμάρια καθαρής αιθυλικής αλκοόλης· Miller, Heather & Hall, 1991).

Χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, τρεις μετρήσεις που αξιολογούν τη σχέση του ζευγαριού.  Η Κλίμακα Δυαδικής Προσέγγισης (ΚΔΠ) (Dyadic Adjustment Scale) (DAS· Spanier, 1976) είναι ένα ερωτηματολόγιο 31 ερωτήσεων που συμπληρώνεται προσωπικά από τα άτομα, υπολογίζει τη γενική ικανοποίηση από τη σχέση και  παρουσιάζει υψηλή εσωτερική συνοχή (Cronbach’s alpha = 0,96). Η Κλίμακα Οικογενειακής Κατάστασης (ΚΟΚ) (Marital Status Inventory) (MSI· Weiss & Cerreto,1980) είναι μια κλίμακα μέτρησης Guttman 14 ερωτήσεων που υπολογίζει τα βήματα που οδηγούν στην πορεία του χωρισμού και του διαζυγίου. Χρησιμοποιήσαμε την ΚΟΚ (MSI) για να περιγράψουμε το δείγμα, έτσι όπως διανεμήθηκε μόνο στη φάση της προ-θεραπείας. Η Κλίμακα των Τακτικών Συγκρούσεων (ΚΤΣ)  (Conflict Tactics Scale) – Form N (Straus, 1979) χρησιμοποιήθηκε για να αποτιμηθεί η συχνότητα και η σοβαρότητα της σωματικής επιθετικότητας, η οποία είχε εμφανιστεί στη σχέση του ζευγαριού τους τελευταίους 12 μήνες, και έχει σημαντική εσωτερική συνοχή (Cronbach’s alpha= 0.88). Επειδή οι αποτιμήσεις πριν και μετά τη θεραπεία θα αλληλεπικαλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό στην περίοδο που μελετήσαμε, διανείμαμε την ΚΤΣ (CTS) μόνο πριν τη θεραπεία και στον επανέλεγχο μετά από ένα εξάμηνο (follow up).

 

Θεραπεία

Οι γυναίκες τοποθετήθηκαν τυχαία μέσω τυχαίων πινάκων σε ένα από τα τρία θεραπευτικά πλαίσια: (α) υποστηρικτική συμβουλευτική (β) διαχείριση του άγχους ή (γ) θεραπεία ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ. Σε όλες τις περιπτώσεις οι γυναίκες συμπλήρωσαν τις κλίμακες αξιολόγησης και μια εκτεταμένη κλινική συνέντευξη ως διαδικασία εισαγωγής στις δύο πρώτες συνεδρίες. Δόθηκαν γραπτές οδηγίες για 12 ωριαίες συνεδρίες για κάθε θεραπευτικό πλαίσιο, αν και ο αριθμός των συνεδριών διαφοροποιούταν ελαφρώς μεταξύ των συμμετεχόντων, ανάλογα με την πρόοδο που σημείωναν σύμφωνα με το πρωτόκολλο θεραπείας. Ο μέσος όρος των συνεδριών ήταν 12.3 (SD= 4.7) και η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) ως προς έναν παράγοντα κατέδειξε ότι δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στις μέσες τιμές των συνεδριών σε όλα τα θεραπευτικά πλαίσια.

Η Υποστηρικτική Συμβουλευτική ξεκίνησε με ενημέρωση σχετικά με την επίδραση του αλκοόλ. Αυτή περιελάμβανε τον ορισμό της κανονικής κατανάλωσης αλκοόλ (μέσης), πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα της ασφαλούς κατανάλωσης αλκοόλ βασισμένες στις οδηγίες οι οποίες εκδόθηκαν από το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και το Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας της Αυστραλίας (1992) και συζήτηση για τις ιατρικές επιπτώσεις και τις επιπτώσεις στη συμπεριφορά που έχει η κατανάλωση αλκοόλ, όταν ξεπερνά τα ασφαλή επίπεδα. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτού του θεραπευτικού πλαισίου βασίστηκε στο Ροτζεριανό μοντέλο (Rogerian Style) της μη-κατευθυντικής συμβουλευτικής, όπου οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν τις δυσκολίες τους σε ένα υποστηρικτικό, μη επικριτικό περιβάλλον. Καμία συγκεκριμένη συμβουλή, γνωσιακή αναδόμηση ή διαμόρφωση ικανοτήτων δεν χορηγήθηκαν σε αυτό το πλαίσιο.

Η διαχείριση του άγχους ήταν επέκταση της θεραπείας, όπως αυτή περιγράφεται από τους Sisson και Azrin (1986). Όπως και στο πρόγραμμα των Sisson και Azrin, η τρέχουσα θεραπεία εμπεριείχε συγκεκριμένο αριθμό στοιχείων, που σχετιζόταν άμεσα με την επίδραση της χρήσης αλκοόλ του άντρα, όπως: α) αποτίμηση των αιτιών και των επακόλουθων της χρήσης αλκοόλ για το άτομο β) απολογισμό της επιρροής της χρήσης αλκοόλ στη σύντροφο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, γ) τονισμό των θετικών συνεπειών τής μη κατανάλωσης αλκοόλ δ) προγραμματισμό ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων, οι οποίες δεν μπορούν να επιτευχθούν, όταν κάποιος βρίσκεται υπό την επήρεια, ε) προώθηση συμπεριφορών οι οποίες είναι πιθανόν να μειώσουν τη χρήση αλκοόλ και στ) να επιτρέψουν τις αρνητικές επιπτώσεις της μέθης να εμφανιστούν (π.χ. ο πελάτης θα μπορούσε να μην τηλεφωνήσει για να ενημερώσει και να προβάλει δικαιολογίες στον εργοδότη ή τους οικείους του για τις αθετημένες δεσμεύσεις του). Για κάθε τέτοιο σενάριο οι διαδικασίες συζητιόνταν και οι πελάτες έμπαιναν στους αντίστοιχους ρόλους (role play). Δίνονταν συγκεκριμένες εργασίες για το σπίτι και τα αποτελέσματα της εφαρμογής των εργασιών συνοψίζονταν σε επόμενες συνεδρίες.

Επίσης, η διαχείριση του άγχους περιελάμβανε συγκεκριμένα στοιχεία με στόχο τη μείωση των αρνητικών επιδράσεων της χρήσης αλκοόλ του συζύγου στη σύζυγό του. Βασισμένοι με μια πιλοτική εργασία, αναγνωρίσαμε δύο πρωταρχικά συστατικά στοιχεία αυτής της άποψης για τη θεραπεία: τη γνωσιακή αναδόμηση και την ενίσχυση των ευχάριστων δραστηριοτήτων. Οι γυναίκες βοηθήθηκαν να προσδιορίσουν τις απόψεις τους σχετικά με τη χρήση αλκοόλ και να αμφισβητήσουν τις παράλογες σκέψεις τους. Οι πιο κοινές παράλογες σκέψεις περιελάμβαναν την αυτοκατηγορία (π.χ ‘Αν ήμουν πιο καλή σύζυγος δεν θα έπινε’) και την ανάληψη ευθυνών (π.χ. ‘Θα έπρεπε να ήμουν ικανή να τον σταματήσω’). Επίσης, οι γυναίκες ενθαρρύνθηκαν να αυξήσουν και να εμπλακούν σε ευχάριστες για αυτές δραστηριότητες εκτός σπιτιού, καθώς πολλές προσπαθούσαν να εξισορροπήσουν τη δυσλειτουργία του συντρόφου τους, η οποία  μείωνε τις ευχάριστες για αυτές δραστηριότητες.

Η Θεραπεία ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ βασίστηκε στην προσέγγιση των Ο’ Farell και Rotunda (1997). Συμπεριλάβαμε τους παράγοντες που διαμόρφωναν τη διαχείριση του άγχους και η γυναίκα εκπαιδευόταν στο πώς να παροτρύνει τον άντρα της να ενταχθεί σε κάποιο θεραπευτικό πλαίσιο. Εάν ο χρήστης αλκοόλ συμφωνούσε, αξιολογούνταν η κατανάλωση αλκοόλ από τον άντρα και η σχέση του ζευγαριού. Aρχικά, το θεραπευτικό πρόγραμμα επικεντρώθηκε στην εκπαίδευση για θέματα σχετικά με το αλκοόλ, σε συνέντευξη κινητοποίησης και τον καθορισμό στόχων με σκοπό τη μείωση της χρήσης αλκοόλ. Από τη στιγμή που ο σύζυγος εμπλέχθηκε στη θεραπεία, ακολουθήσαμε τις διαδικασίες των O’ Farell και Rotunda (1977). Η γυναίκα βοηθήθηκε με στόχο τη θετική ενδυνάμωση και την παρότρυνση του συζύγου της, προκειμένου να ελέγξει τη χρήση αλκοόλ. Ο χρήστης αλκοόλ εκπαιδεύτηκε στην αναγνώριση των σοβαρών κινδύνων που εγκυμονεί η χρήση αλκοόλ, στην επιτυχή αντιμετώπιση της έντονης επιθυμίας του για αλκοόλ, στην ανάπτυξη ικανοτήτων για άρνηση χρήσης αλκοόλ και την πρόληψη της υποτροπής. Επιπρόσθετα, τα ζευγάρια εκπαιδεύτηκαν στην επικοινωνία και την επίλυση των προβλημάτων τους, στη μεταξύ τους συμπεριφορά και στον εμπλουτισμό των ευχάριστων δραστηριοτήτων του ζευγαριού. Στις περιπτώσεις που ο άντρας αρνήθηκε να συμμετάσχει στη θεραπεία, η γυναίκα λάμβανε θεραπεία για τη διαχείριση του άγχους της.

Διαδικασία

Για κάθε θεραπευτικό πλαίσιο δημιουργήθηκε ένα λεπτομερές γραπτό εγχειρίδιο αντιμετώπισης. Οι θεραπευτές ήταν πέντε κλινικοί ψυχολόγοι, τέσσερις με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη θεραπεία και ένας με διδακτορικό δίπλωμα. Όλοι οι θεραπευτές είχαν εμπειρία τουλάχιστον ενός έτους σε θέματα που σχετίζονταν με τη χρήση αλκοόλ ή με την οικογενειακή θεραπεία. Οι συνεδρίες βιντεοσκοπούνταν και μετά ανασκοπούνταν σε εβδομαδιαία βάση σε συνεδρίες με επιβλέποντες τους δύο πρώτους συγγραφείς του άρθρου, ώστε να διασφαλιστεί η τήρηση του θεραπευτικού πρωτοκόλλου. Κάθε θεραπευτής είχε ίσο αριθμό πελατών σε κάθε ένα από τα θεραπευτικά πλαίσια.

Αποτελέσματα

Περιγραφή Δείγματος

Μια σειρά αναλύσεων της διακύμανσης (ANOVA) ως προς έναν παράγοντα κατέδειξαν ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα πλαίσια, όσον αφορά τις δημογραφικές μεταβλητές της  ηλικίας, τα χρόνια έγγαμου βίου και τον αριθμό των παιδιών. Για όλο το φάσμα του δείγματος ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών ήταν τα 41.7 χρόνια (SD=9.7) και ο μέσος όρος ηλικίας των αντρών τα 44.2 χρόνια (SD=10.2). Τα ζευγάρια ήταν παντρεμένα κατά μέσο όρο 15.2 χρόνια (SD=10.7) και είχαν κατά μέσο όρο 2.0 παιδιά (SD= 1.9).

Οι αναλύσεις της διακύμανσης (ΑΝΟVA) ως προς έναν παράγοντα έδειξαν ότι για τη φάση πριν τη θεραπεία τα ΕΓΥ (GHQ), η ΚΜΣΑ (RSS), οι αναφορές για την κατανάλωση αλκοόλ του συντρόφου και η ΔΚΧΑ (ΚΑΤ) δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά στα θεραπευτικά πλαίσια. Ο μέσος όρος των γυναικών στα ΕΓΥ (GHQ) ήταν 28.6 (SD=11.5) το οποίο υποδεικνύει και υψηλό βαθμό ψυχολογικού στρες (Goldberg & Williams, 1988). Ο μέσος όρος των γυναικών στο RSS ήταν 46.6 (SD=6.7). Σε σύγκριση με το μέσο όρο 27.2 (SD= 10.3) των συγγενών που ζουν με άτομα που υποφέρουν από συμπτώματα άνοιας, καταδεικνύει το υψηλό επίπεδο άγχους που βιώνεται από τις γυναίκες αυτής της μελέτης. Ο μέσος όρος της παρακολουθούμενης καθημερινής χρήσης αλκοόλ ήταν 11.4 (SD=17.2) και ο μέσος όρος κατανάλωσης ποτών την ημέρα, όπως αυτό αναφέρθηκε από τη ΔΚΧΑ (ΚΑΤ), ήταν 10.6 (SD=5.9). Οι δύο αυτές ενδείξεις είναι ουσιαστικά παραπάνω από το ανώτατο επιτρεπτό όριο των τεσσάρων ποτών που συνιστούνται για τους άντρες από το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας για Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας της Αυστραλίας. Βασιζόμενοι στις τιμές που αφορούσαν τις απαντήσεις των γυναικών, ο μέσος όρος του ποσοστού των ημερών κατά τις οποίες οι άνδρες εμφανίζονταν υπό την επήρεια μέθης ήταν 41.2% (SD= 24.5).

Οι αναλύσεις της διακύμανσης (ΑΝΟVA) ως προς έναν παράγοντα έδειξαν ότι δεν υπήρξαν διαφορές στη συνθήκες στα  ΚΔΠ (DAS), ΚΟΚ (MSI) ή τη ΚΤΣ (CTS). Ο μέσος όρος της ΚΔΠ (DAS) ήταν 77.8 (SD=21.2), το οποίο και υποδηλώνει ότι οι γυναίκες βρίσκονταν σε κατάσταση έντονου άγχους όσον αφορά την ικανοποίηση από τη σχέση. Ο μέσος όρος της ΚΟΚ (MSI) ήταν 5.5  (SD= 3.0), το οποίο υποδηλώνει ότι οι περισσότερες γυναίκες σκέφτονταν έντονα την περίπτωση χωρισμού και έκαναν σημαντικά βήματα προς την υλοποίηση αυτής της απόφασης (λήψη συμβουλών από δικηγόρους). Οι γυναίκες στην ΚΤΣ (CTS) ανέφεραν ότι τον τελευταίο χρόνο οι σύντροφοί τους είχαν ασκήσει σωματική βία απέναντί τους κατά μέσο όρο 4.1 φορές (SD=5.8), ενώ οι γυναίκες είχαν την ίδια συμπεριφορά κατά μέσο όρο 2.7 (SD=3.5). Σε 39 από τα 61 ζευγάρια (64%) ο άντρας είχε εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά τουλάχιστον μία φορά τον τελευταίο χρόνο, ενώ σε 37 ζευγάρια (61%) οι γυναίκες ήταν αυτές που είχαν εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά τουλάχιστον μία φορά τον τελευταίο χρόνο.

Αποτελέσματα των Παρεμβάσεων

Εξήντα ένας συμμετέχοντες τοποθετήθηκαν τυχαία σε ένα από τα τρία θεραπευτικά πλαίσια. Όπως είναι συμβαίνει συχνά σε αυτού του είδους τις μελέτες, μερικοί από τους συμμετέχοντες διέκοψαν. Σαράντα επτά συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τη θεραπεία και σαράντα τέσσερις από αυτούς έδωσαν στοιχεία μέτρησης που αξιολογήθηκαν στην επανεξέταση μετά από ένα εξάμηνο διάστημα (follow up). Αυτό αντιπροσωπεύει γενική απώλεια σε ποσοστό 22% των συμμετεχόντων από τη φάση της θεραπείας αυτής της μελέτης. Μία 3χ2Χ2 (θεραπευτικό πλαίσιο επί εγκατάλειψη της θεραπείας) δεν έδειξε σημαντική συσχέτιση μεταξύ του θεραπευτικού πλαισίου και του αριθμού των διακοπών, αν και ο μικρός αριθμός όσων εγκατέλειψαν συνολικά περιορίζει τη δυνατότητα αυτής της ανάλυσης να ανιχνεύσει διαφοροποιήσεις ως προς τις απώλειες. Μόνο οι 6 σύζυγοι από τους 21 πήραν μέρος στη θεραπεία, αλλά και οι 6 την ολοκλήρωσαν.

Στη φάση πριν τη θεραπεία εμφανίστηκαν μερικές στατιστικά σημαντικές συνάφειες  μεταξύ των αποτελεσμάτων μέτρησης, αλλά ήταν όλες χαμηλές (r< 0,3), εκτός από τις αναφορές των συζύγων σχετικά με τις μέρες όπου οι σύζυγοι ήταν μεθυσμένοι και το μέσο όρο της κατανάλωσης ποτών, στοιχεία που παρουσίαζαν αρκετή συνάφεια, r=0,46. Με δεδομένη τη σχετική ανεξαρτησία των μεταβλητών των αποτελεσμάτων της θεραπείας, η κάθε μία αναλύθηκε σε ξεχωριστές 3Χ3 αναλύσεις της διακύμανσης (ANOVAς) ως προς ένα παράγοντα σχετικά με τα θεραπευτικά πλαίσια (υποστηρικτική συμβουλευτική, διαχείριση του άγχους, ή ΘΖΠΧΑ) σε συνδυασμό με το χρόνο (πριν τη θεραπεία, μετά τη θεραπεία, και στην επανεξέταση μετά από διάστημα ενός εξαμήνου- follow up) και με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις για τον παράγοντα του χρόνου. Για την ΚΤΣ (CTS) πραγματοποιήθηκε ανάλυση διακύμανσης 3Χ2 (ANOVA) σε συνδυασμό με χρόνο (πριν τη θεραπεία και μετά από διάστημα ενός εξαμήνου- follow up) με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις του παράγοντα χρόνου. Όπως συμβαίνει συχνά, δεν έδωσαν όλοι οι συμμετέχοντες μετρήσεις για κάθε χρονικό διάστημα αξιολόγησης. Συνεπώς, ο αριθμός των συμμετεχόντων για ανάλυση, όπως παρουσιάζεται παρακάτω, διαφοροποιείται ελαφρώς. Ο πίνακας 1 παρουσιάζει τους μέσους όρους και τις κανονικές αποκλίσεις στις μετρήσεις για τις βασικές εξαρτημένες μετρήσεις.

Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) έδειξε ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές της ΚΣ (RSS) ως προς τα θεραπευτικά πλαίσια, αλλά ότι υπήρχε ισχυρή μείωση του στρες στο χρόνο, F (2,39) =12.55 p<.001 και μια τάση μόνο (όχι στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση) στην αλληλεπίδραση μεταξύ του χρόνου και του θεραπευτικού πλαισίου F (4,80)=2.08 p= .09. Όπως είναι εμφανές από τον πίνακα 1, η μείωση του άγχους ήταν κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερη στο θεραπευτικό πλαίσιο για θεραπεία ζευγαριών με προβλήματα χρήσης αλκοόλ από ό,τι στα άλλα πλαίσια είτε πριν είτε μετά τη θεραπεία, μολονότι υπήρξαν ενδείξεις υποτροπής από τη θεραπεία στην επανεξέταση (follow-up). Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) στο Ερωτηματολόγιο Γενικής Υγείας (GHQ) έδειξε ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση στα θεραπευτικά πλαίσια. Υπήρξε σημαντική μείωση στην αναφορά ψυχολογικών συμπτωμάτων στο χρόνο, F (2,37) = 8.49 p< .01 και μια σημαντική τάση στη θεραπεία το χρόνο, F (4,76) =2.21 p = .08. Ο πίνακας 1 δείχνει ότι η υποστηρικτική συμβουλευτική είχε ως αποτέλεσμα τη μικρότερη μείωση συμπτωμάτων σε σύγκριση με τα δύο άλλα πλαίσια.

Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) σχετικά με το αναφερόμενο ποσοστό των ημερών που οι άντρες ήταν σε κατάσταση μέθης έδειξε ισχυρή επίδραση του θεραπευτικού πλαισίου, F (2,33)= 4.24 p< .05. Επίσης, σημειώθηκε σημαντική μείωση των ημερών  που ο σύζυγος ήταν σε κατάσταση μέθης κατά τη διάρκεια των θεραπευτικών διαδικασιών, F (2,32) =2.60,  p< .05. Η  θεραπεία σε σχέση με την αλληλεπίδραση του χρόνου δεν ήταν σημαντική. Ενώ η διαφορά μεταξύ των πλαισίων στη φάση πριν τη θεραπεία δεν ήταν στατιστικά σημαντική, ο μέσος όρος των ποσοστών των ημερών σε κατάσταση μέθης πριν την θεραπεία ήταν χαμηλότερος για τη διαχείριση του άγχους από ό,τι στα άλλα πλαίσια. Κάναμε ανάλυση συν-διακύμανσης (ANCOVA) των πλαισίων αντιμετώπισης σε συνδυασμό με τις ημέρες που ο άντρας ήταν σε κατάσταση μέθης, από το στάδιο πριν τη θεραπεία μέχρι το στάδιο μετά τη θεραπεία και από το στάδιο πριν τη θεραπεία μέχρι την επανεξέταση (follow up), χρησιμοποιώντας τα επίπεδα πριν τη θεραπεία ως διαφοροποιούμενα σε σχέση με τους άλλους παράγοντες . Σε αυτή τη φάση ανάλυσης δεν παρατηρήθηκε καμιά σημαντική κύρια επίδραση του πλαισίου ή του χρόνου, το οποίο δείχνει ότι δεν υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στην επίδραση τη θεραπείας. Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) σχετικά με το μέσο όρο καθημερινής κατανάλωσης ποτού, όπως αυτό αναφέρθηκε από τις συζύγους, έδειξε ότι δεν υπήρξε σημαντική επίδραση της θεραπείας, αλλά υπήρξε σημαντική μείωση των ποτών κατά το πέρασμα του χρόνου F (2,33) = 5.17 p< .01. Η αλληλεπίδραση μεταξύ χρόνου και θεραπείας δεν έδωσε στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα

Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA)  που έγινε για το ΔΚΧΑ (ΚΑΤ), δεν έδειξε καμιά είτε κύρια επίδραση είτε επίδραση αλληλεπίδρασης. Έτσι, υπήρξαν ανάμεικτα αποτελέσματα στην επίδραση της κατανάλωσης αλκοόλ, με μείωση στις αναφερόμενες (από τις γυναίκες) μέρες κατά τις οποίες οι άντρες ήταν υπό την επήρεια μέθης και στα μέσα επίπεδα ημερήσιας κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά όχι στις τιμές στο ΚΑΤ. Δεν υπήρξε απόδειξη για διαφοροποιημένα αποτελέσματα  αντιμετώπισης ανάλογα με το πλαίσιο.

Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA)  που έγινε για την ικανοποίηση από τη σχένση, όπως αυτή αξιολογήθηκε από την ΚΔΠ (DAS) δεν έδειξε καμιά σημαντική κύρια επίδραση του θεραπευτικού πλαισίου. Υπήρξε, ωστόσο, μια σημαντική κύρια επίδραση του χρόνου  F (4,76)= 2.99 p < .05 και σημαντική αλληλεπίδραση της θεραπείας σε σχέση με το χρόνο. Από τον πίνακα 1 γίνεται φανερό ότι οι γυναίκες που παρακολουθούσαν το πρόγραμμα συμβουλευτικής υποστήριξης ανέφεραν μείωση της ικανοποίησης από τη σχέση με το πέρασμα του χρόνου, ενώ τα άλλα δύο πλαίσια δεν έδειξαν κάτι ανάλογο. Η διαχείριση του άγχους παρουσίασε περιορισμένη αύξηση, όσον αφορά την ικανοποίηση από τη σχέση με την πάροδο του χρόνου. Γυναίκες στην ΘΖΠΧΑ (AFTC) ανέφεραν αύξηση στην ικανοποίηση από τη σχέση στο διάστημα που μεσολάβησε πριν και μετά τη θεραπεία. Η επίδραση αυτή, ωστόσο, έπαψε να υφίσταται στον έλεγχο που έγινε στην επανεξέταση (follow up). Η ανάλυση της διακύμανσης (ANOVA) που έγινε για τις προσωπικές αναφορές σωματικής βίας, έδειξε στατιστικά σημαντική μείωση στην επιθετικότητα  των γυναικών με το πέρασμα του χρόνου F (1,33) = 4.26 P < .05 Xωρίς, ωστόσο, να υπάρχουν άλλες στατιστικά σημαντικές επιδράσεις.

Ο πίνακας 2 παρουσιάζει τη μεταβλητότητα και την κλινική σημαντικότητα των αλλαγών σε αυτές τις μετρήσεις, για τις οποίες δεν υπήρξε καμιά στατιστικά σημαντική αλλαγή με το πέρασμα του χρόνου. Χρησιμοποιήσαμε τη λίστα στατιστικά αξιόπιστων αλλαγών των Jacobson & Truax’s (1991) και με βάση τον Cohen (1995) ορίσαμε ένα μεγάλο θεραπευτικό αποτέλεσμα ως μια αλλαγή μιας τυπικής απόκλισης. Οι μικροί αριθμοί σε κάθε κελί σημαίνει ότι οι αριθμοί πρέπει να ερμηνευτούν με προσοχή. Στην ΚΜΣΑ (RSS) και το ΕΓΥ (GHQ), ένα ποσοστό συμμετεχόντων, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ του 1/3 και του 1/2 έδειξε στατιστικά αξιόπιστα οφέλη από τη θεραπεία, τόσο στην ενδιάμεση περίοδο  πριν και μετά τη θεραπεία, όσο και από το διάστημα πριν τη θεραπεία μέχρι την επανεξέταση (follow up). Χρησιμοποιώντας ένα πιο αυστηρό κριτήριο μιας μεγάλης και ενδεχομένως κλινικά σημαντικής αλλαγής ως τυπικής απόκλισης, ένα ποσοστό συμμετεχόντων, που κυμαίνεται μεταξύ του 1/4 και του 1/3 (των συμμετεχόντων), παρουσίασε σημαντική βελτίωση στη ΚΜΣΑ  (RSS)  &ΕΓΥ (GHQ). Οι μετρήσεις που αφορούν τη χρήση αλκοόλ παρουσιάζουν αλλαγές με ένα ποσοστό ασθενών μεταξύ του 1/3 και του 1/4 να παρουσιάζει στατιστικά αξιόπιστη αλλαγή, λίγοι ωστόσο άντρες παρουσιάζουν σημαντική ελάττωση της κατανάλωσης αλκοόλ στον επανέλεγχο. Οι επιδράσεις στην ικανοποίηση ήταν, επίσης, περιορισμένες. Υπήρξαν ενσδείξεις για πιο συστηματικές αλλαγές στο διάστημα πριν έως και μετά τη θεραπεία στη ΘΖΠΧΑ (AFTC) συγκριτικά με άλλα πλαίσια, ωστόσο υπήρξαν περιορισμένα στοιχεία που αποδείκνυαν την ύπαρξη διαφοροποιημένων επιδράσεων στις θεραπείες και στην επανεξέταση  (follow up).

 

Συζήτηση

Η πρώτη υπόθεση, ότι σε σχέση με την υποστηρικτική συμβουλευτική οι συμπεριφορικές θεραπείες θα είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικά μεγαλύτερη μείωση στο άγχος των συντρόφων, έτυχε κάποιας υποστήριξης. Υπήρχε τάση προς την προβλεπόμενη κατεύθυνση, παρότι και τα τρία θεραπευτικά πλαίσια μείωσαν το άγχος των συντρόφων. Η Υπόθεση 2, ότι οι συμπεριφορικές θεραπείες θα είχαν ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες μειώσεις στην κατανάλωση αλκοόλ από τον άντρα, δεν έτυχαν υποστήριξης. Τα αποτελέσματα και των τριών θεραπειών για τον αλκοολισμό του άντρα ήταν περιορισμένα, ενώ δεν υπήρχε απόδειξη διαφοροποιημένων αποτελεσμάτων θεραπείας σε όλα τα πλαίσια. Η Υπόθεση 3, ότι οι συμπεριφορικές θεραπείες θα μείωναν το άγχος στη σχέση περισσότερο απ’ ό,τι η υποστηρικτική συμβουλευτική, δεν έτυχαν υποστήριξης. Καμία από τις θεραπείες δε σχετίστηκε με παρατεταμένες, κλινικά σημαντικές αυξήσεις στην ικανοποίηση στη σχέση. Οι γυναίκες στην υποστηρικτική συμβουλευτική ανέφεραν σημαντική μείωση στην ικανοποίηση από τη σχέση στο χρόνο, ενώ οι γυναίκες που έλαβαν συμπεριφορικές θεραπείες έδειξαν κάποια μικρή αύξηση στην ικανοποίηση της σχέσης. Στην καλύτερη περίπτωση, κάτι τέτοιο δείχνει πως οι συμπεριφορικές θεραπείες απέτρεψαν περαιτέρω χειροτέρευση στις σχέσεις που ήταν σοβαρά διαταραγμένες. Η Υπόθεση 4, ότι θα υπήρχε διαφορετική δυναμική ανάμεσα στις συμπεριφορικές θεραπείες, δεν έτυχε υποστήριξης.

Παρά την έλλειψη υποστήριξης για την προβλεπόμενη ανωτερότητα των συμπεριφορικών θεραπειών στους περισσότερους δείκτες αποτελεσμάτων, είναι πρόωρο να συμπεράνουμε ότι οι συμπεριφορικές θεραπείες δεν έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το αρχικό μέγεθος των δειγμάτων, που ήταν είκοσι συμμετέχοντες σε κάθε θεραπεία παρουσίασε περιορισμένη δυνατότητα (1 – β = 0,5) για να ανιχνευθούν μικρά διαφοροποιημένα αποτελέσματα θεραπείας (ES = 0,3) με a = .05 με μονοπλευρικό έλεγχο (one tailed test) βάση της διαδικασίας υπολογισμών power του Cohen (1997). Ο συνδυασμός της φθοράς από τη θεραπεία και μερικών επιπρόσθετων δεδομένων που έλειπαν μείωσε την ικανότητα του σχεδίου έρευνας να ανιχνεύσει μέτρια (όχι με ακραίες τιμές) αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα των θεραπειών σχετικά με το άγχος της γυναίκας ήταν ποικίλα, αλλά υπήρξε απόδειξη ότι οι συμμετέχοντες είχαν σημαντικές απολαβές. Αν λάβουμε υπόψη μόνο εκείνες τις 27 γυναίκες οι οποίες ολοκλήρωσαν μία από τις δύο συμπεριφορικές θεραπείες, οι 20 από τις γυναίκες (74%) έδειξαν στατιστικώς αξιόπιστη μείωση στην πίεση που ανέφεραν, στη ΚΜΣΑ (RSS) και 13 (48%) έδειξαν σαφή αποτελέσματα της θεραπείας μιας σταθερής απόκλισης περισσότερο στην επανεξέταση μετά από το διάστημα ενός εξαμήνου (follow up). Η επανάληψη του πειράματος με δείγμα μεγαλύτερο σε αριθμό θα έδειχνε καθαρότερα εάν η παρατηρηθείσα τάση για μεγαλύτερη μείωση στη συζυγική πίεση σε συνθήκες συμπεριφορικής θεραπείας είναι στατιστικώς αξιόπιστη, και αν θα ήταν ορατά τα αποτελέσματα από κάποιες διαφορετικές θεραπείες με τη σχέση ή τη χρήση αλκοόλ.

Μόλις το 20% των γυναικών αποχώρησαν από τη θεραπεία και οι περισσότερες από αυτές ανέφεραν πως εγκατέλειψαν τους συζύγους τους σε μικρό χρονικό διάστημα από την έναρξη του προγράμματος. Πολλές από τις γυναίκες που αποχώρησαν μας είπαν πως οι συνεδρίες που παρακολούθησαν τις βοήθησαν να φύγουν από μια σχέση, μέσα στην οποία ήταν δυστυχισμένες εδώ και πολύ καιρό. Το τέλος μιας σχέσης με έναν άντρα ο οποίος έχει σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού μπορεί σιωπηρά να ερμηνευτεί ως αποτυχία στην προκειμένη μελέτη, αλλά το τέλος της σχέσης μπορεί να ερμηνευτεί και ως επιτυχία σε ορισμένες περιπτώσεις. Δυστυχώς, όλες οι γυναίκες που αποχώρησαν από τη θεραπεία αρνήθηκαν περαιτέρω αξιολόγηση. Θα ήταν σίγουρα χρήσιμο να γνωρίζουμε αν οι γυναίκες που έληξαν τη σχέση τους θα ανέφεραν καλύτερη ψυχική υγεία και καλύτερη ποιότητα ζωής αφότου έθεσαν σε εφαρμογή την απόφασή τους.

Τα αποτελέσματα των θεραπειών για την κατανάλωση αλκοόλ, αν και στατιστικώς σημαντικά, ήταν περιορισμένης σπουδαιότητας και μικρής κλινικής σημασίας. Η παρακολούθηση της κατανάλωσης αλκοόλ του άντρα έγινε για μία μόνο εβδομάδα και αυτή η μικρή περίοδος παρακολούθησης δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κατανάλωση αλκοόλ. Προηγούμενοι ερευνητές δοκίμασαν μεγαλύτερες περιόδους παρακολούθησης με χρήστες αλκοόλ οι οποίοι είχαν δεσμευτεί σε κάποιο πρόγραμμα θεραπείας, γεγονός που μπορεί να έδινε καλύτερες εκτιμήσεις σχετικά με την κατανάλωση αλκοόλ (Sobell & Sobell, 1992). Εντούτοις, στη συγκεκριμένη έρευνα με το δείγμα των γυναικών των οποίων οι άντρες δεν λάμβαναν θεραπεία και οι γυναίκες ήταν σοβαρά διαταραγμένες, μας ήταν δύσκολο να πείσουμε τους συμμετέχοντες να ολοκληρώσουν ακόμα και τη μία εβδομάδα παρακολούθησης που συστήσαμε. Πιστεύουμε πως δεν είναι πιθανό  να διέφυγε από την  εκτίμησή μας κάποια σημαντική αλλαγή στην κατανάλωση αλκοόλ. Τα δεδομένα από τη ΔΚΧΑ (ΚΑΤ), όπου οι αναφορές αφορούν περίοδο άνω των τεσσάρων εβδομάδων, δεν έδειξαν δείγματα αλλαγής. Επιπλέον, οι ανέκδοτες αναφορές από τους συντρόφους στους θεραπευτές ήταν σε συνέπεια με μικρές αλλαγές στην κατανάλωση αλκοόλ από τον άντρα.

Στην παρούσα μελέτη η διαχείριση του άγχους επικεντρώθηκε στην αλλαγή εκείνων που προηγούνταν και έπονταν της κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά αυτό δεν είχε σημαντική επίδραση στη χρήση αλκοόλ από τον άντρα. Αυτό δείχνει ασύμβατο με την παλαιότερη εργασία των Sisson και Azrin (1986· 1993). Ωστόσο, στη μελέτη των Sisson και Azrin, έξι από τους επτά άντρες που κατανάλωναν αλκοόλ είχαν λάβει μέρος σε ατομική θεραπεία κατά της χρήσης αλκοόλ, και τους ζητήθηκε να κάνουν ένα συμπεριφοριστικό συμβόλαιο προκειμένου να λάβουν Antabuse. Τα αποτελέσματα της θεραπείας τους μπορούν να αποδοθούν στις ατομικές ψυχολογικές θεραπείες ή το Antabuse, παρά στις συμπεριφορικές αλλαγές που υιοθέτησαν οι γυναίκες. Στην ανάπτυξη αυτού του προγράμματος λάβαμε υπόψη τη χρήση Antabuse στις θεραπείες μας. Το Antabuse δε χρησιμοποιείται ευρέως και δεν είναι αποδεκτό από τα άτομα που κάνουν κατάχρηση αλκοόλ στην Αυστραλία. Δεδομένου ότι η ομάδα-στόχος (target group) ήταν άντρες που δε λάμβαναν θεραπεία, περιμέναμε αντίσταση στη χρήση φαρμάκων. Μαζί με το Antabuse και η υπογραφή συμβολαίου θα ήταν ίσως άξιο δοκιμής, αν και η δεκτικότητα σε τέτοιο πλαίσιο συμβολαίου δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί.

Μια δεύτερη πιθανή εξήγηση για την έλλειψη αποτελεσμάτων των συμπεριφορικών θεραπειών για την κατανάλωση αλκοόλ είναι η χαμηλή δεκτικότητα στις προτάσεις μας εκ μέρους των γυναικών προκειμένου να αλλάξουν ό,τι προηγούνταν και έπονταν της χρήσης αλκοόλ. Δεν υπολογίσαμε επισήμως την δεκτικότητα σε αυτές τις προτάσεις. Σύμφωνα με ανέκδοτα στοιχεία πολλές γυναίκες έδειξαν να αντιστέκονται σε αυτές τις προτάσεις. Το γνωστικό συστατικό της διαχείρισης άγχους έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι ο άντρας έχει την ευθύνη για τη χρήση αλκοόλ, και ότι η γυναίκα δεν πρέπει να ρίχνει το φταίξιμο στον εαυτό της. Καθώς οι ασθενείς μας έδειξαν πως έδιναν εσωτερικό χαρακτήρα σε αυτές τις πεποιθήσεις, είδαν συχνά πως η αλλαγή στη δική τους συμπεριφορά προκειμένου να πετύχουν κάποιον έλεγχο στην κατανάλωση αλκοόλ από τα σύντροφό τους ήταν ασύμβατη με αυτές τις πεποιθήσεις.

Η AFCT βελτιώνει την ικανοποίηση από τη σχέση στους άντρες χρήστες αλκοόλ, που παρακολουθούν ένα πρόγραμμα θεραπείας τουλάχιστον όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με Antabuse contracting (O’Farrell κ.α. 1985· 1993). Τα θετικά αποτελέσματα στην ικανοποίηση της σχέσης με το (AFCT) στην παρούσα μελέτη ήταν μέτρια τόσο πριν όσο και μετά τη θεραπεία, και είχαν εξαφανιστεί έως το διάστημα ης επαναξιολόγησης. Τα πιθανά αποτελέσματα του AFCT περιορίστηκαν από τα χαμηλά ποσοστά προσέλευσης των αντρών στη θεραπεία του ζευγαριού (6/21 συμμετέχοντες σε αυτή το πλαίσιο), αν και το χαμηλό ποσοστό προσέλευσης συμβαδίζει με άλλες μελέτες όπου αναφέρονται χαμηλά ποσοστά (λιγότερο του 50%) προσέλευσης αντρών με πρόβλημα αλκοόλ σε θεραπεία ζευγαριών (O’Farrell κ.α., 1986· Zweben, Pearlman, & Li, 1983). Δεδομένης της απουσίας αλλαγών στην κατανάλωση αλκοόλ κατά την παρούσα μελέτη, η προσέλευση στη θεραπεία και η μείωση στην κατάχρηση αλκοόλ ίσως να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση  προμήνυμα προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική βελτίωση στην ικανοποίηση στη σχέση. Σε συμφωνία με αυτή την ερμηνεία, μια πρόσφατη μελέτη για τα αποτελέσματα των θεραπειών κατά της χρήσης αλκοόλ, οι αλλαγές στην ικανοποίηση της σχέσης προβλέφθηκαν μέσω της μείωσης στο πρόβλημα χρήσης αλκοόλ από τη γυναίκα (Kelly, Halford & Young, 2000).

Οι ανάγκες των γυναικών που έχουν συντρόφους με πρόβλημα χρήσης αλκοόλ έχουν παραμεληθεί σε μεγάλο βαθμό. Δεδομένου του επιπέδου κατάθλιψης στο δείγμα μας, είναι φανερό πως πολλές από αυτές τις γυναίκες χρειάζονται βοήθεια. Ωστόσο, η δυσκολία να πείσουμε να συμμετέχουν άντρες με πρόβλημα αλκοόλ σε θεραπείες, περιόρισε την πιθανή αποτελεσματικότητα της προσέγγισης που προσφέραμε στις γυναίκες. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν παντρεμένοι πολύ καιρό (περίπου 15 χρόνια), οι άντρες είχαν από καιρό προβλήματα χρήσης αλκοόλ, και υπήρχαν σοβαρές διαταραχές στη σχέση. Η έγκαιρη επέμβαση θα μπορούσε να φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Πρόσφατα, αξιολογήσαμε ένα πρόγραμμα Εκπαίδευσης Ελέγχου Αλκοόλ και Σχέσεων (ΕΕΑΣ) (Controlling Alcohol and Relationship Education) (CARE) που προσφέρεται σε αρραβωνιασμένα ζευγάρια όπου ο άντρα έχει σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ. Η ΕΕΑΣ (CARE) σχετίζεται με μείωση του ποτού, εμπλουτισμό της επικοινωνίας στη σχέση, και μεγαλύτερη σταθερότητα στη σχέση (Bouma, Halford & Young, 2001). Για τις γυναίκες οι οποίες ζουν με έναν άντρα όπου τα προβλήματα με το αλκοόλ αλλά και με τη σχέση τους είναι μακροχρόνια, η προσέγγιση της διαχείρισης του άγχους που αξιολογείται στην παρούσα μελέτη μειώνει την αίσθηση πίεσης και ψυχολογικού άγχους.

 

Βιβλιογραφία

Billings, A., Kessler, M., Gomberg, C., & Weiner, S. (1989) Marital conflict-resolution of alcoholic and non-alcoholic couples during sobriety and experimental drinking.  Journal of Studies on Alcohol, 3, 185-195.

Bornstein, P. H., & Rychtarik, R. G. (1983). Consumer satisfaction in adult behavior therapy: Procedures, problems, and future perspectives. Behavior Therapy, 14, 191-208.

Bouma, R. O., Halford, W. K., & Young, R. McD. (2001). Evaluation of the Controlling Alcohol and Relationship Enhancement (CARE) program with Hazardous Drinkers. Paper under review.

Cohen, J. (1977). Statistical power for the behavioural sciences. New York: Academic Press.

Cohen, J. (1995). A power primer. Psychological Bulletin, 112, 155-159.

Dittrich, J. E. (1993). A group program for wives of treatment-resistant alcoholics. In: T. J. O’Farrell (Ed.), Treating alcohol problems: Marital and family interventions (pp. 78-114). New York: Guilford.

Elvy, G. A., & Wells, J. E. (1984). The Canterbury Alcoholism Screening Test (CAST): A detection instrument for use with hospitalised patients.  New Zealand Medical Journal,97, 111-115.

Frankenstein, W., Hay, W. H., & Nathen, P. E. (1985). Effects of intoxication on alcoholics’ marital communication and problem solving. Journal of Studies on Alcohol, 46, 1- 11.

Goldberg, D. P., & Hillier, V. F. (1979). A scaled version of the General Health Questionnaire.  Psychological Medicine, 9, 139-145.

Goldberg, D. P., & Williams, P. (1988). A user’s guide to the General Health Questionnaire. Windsor, England: NFER-Nelson.

Greene, J. G., Smith, R., Gardiner, M., & Timbury, G. C. (1982). Measuring behavioral disturbance of elderly demented patients in the community and its effects on relatives: A factor analytic study. Age and Aging, 11, 121-126.

Halford, W. K., Bouma, R. O., Kelly, A., & Young, R. McD. (1999). The interaction of individual psychopathology and marital problems: Current findings and clinical implications. Behavior Modification, 23, 179-216.

Halford, W. K., & Osgarby, S. M. (1993). Alcohol abuse in individuals presenting for marital therapy. Journal of Family Psychology, 11, 1-13.

Hersen, M., Miller, P., & Eisler, R. (1973). Interaction between alcoholics and their wives:  A descriptive analysis of verbal and nonverbal behavior. Quarterly Journal of Studies on Alcohol, 34, 516-520.

Hunt, G. M., & Azrin, N. H. (1973). A community reinforcement approach to alcoholism.  Behaviour Research and Therapy, 11, 91-104.

Jacob, T., Dunn, N. J., & Leonard, K. (1983). Patterns of alcohol abuse and family stability.  Alcoholism: Clinical and Experimental Research, 7, 382-385.

Jacobson, N. S., & Truax, P. (1991). Clinical significance: A statistical approach to defining meaningful change in psychotherapy research. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 59, 12-19.

Keane, T., Foy, D., Nunn, B., & Rychtarik, R. (1984). Spouse contracting to increase Antabuse compliance in alcoholic veterans. Journal of Clinical Psychology, 40, 340-344.

Kelly, A., Halford, W. K., & Young, R. McD. (2000). Brief alcohol treatment for women with marital problems. Addiction, 57, 1032-1037.

Khavari, K.A., & Farber, P.D. (1978). A profile instrument for the quantification and assessment of alcohol consumption. Journal of Studies on Alcohol, 39, 1525-1539.

Leonard, K. E., & Jacob, T. (1988). Alcohol, alcoholism and family violence.  In: V. B. Van Hasselt, R. L. Morrison, A. S. Bellack, & M. Hersen. (Eds.), Handbook of Family Violence (pp. 383-406). New York: Plenum .

Leonard, K. E., & Senchak, M. (1993). Alcohol and premarital aggression among newlywed couples. Journal of Studies on Alcohol, 11, 96-108.

Liepman, M. R. (1993). Using family influence to motivate alcoholics to enter treatment: The Johnson Institute Intervention Approach. In: T. J. O’Farrell. (Ed.) Treating alcohol problems: Marital and family interventions (pp. 58-78). New York: The Guilford Press.

McCrady, B. S., Noel, N. E., Abrams, D. B., Stout, R. L., Nelson, H. F., & Hay, W. M. (1986). Comparative effectiveness of three types of spouse involvement in outpatient behavioral alcoholism treatment. Journal of Studies on Alcohol, 47, 459-467.

Miller, W. R., Heather, N., and Hall, W. (1991). Calculating standard drink units: international comparisons. British Journal of Addiction, 86, 43-47.

Nace, E. P. (1982). Therapeutic approaches to the alcoholic marriage. Psychiatric Clinics of North America, 5, 543-561.

National Health and Medical Research Council of Australia. (1992). Is there a safe level of daily consumption for men and women?  Recommendations regarding responsible drinking behaviour. Canberra: Australian Government Publishing Service.

O’Farrell, T. J., & Birchler, G. R. (1987). Marital relationships of alcoholic, conflicted, and non-conflicted couples. Journal of Marital and Family Therapy, 13, 259-274.

O’Farrell, T. J., Cutter, H. S. G., & Floyd, F. L. (1985). Evaluating behavioral marital therapy for male alcoholics: Effects on marital adjustment and communication from before and after treatment. Behavior Therapy, 16,147-167.

O’Farrell, T. J., Choquette, K. A., Cutter, H. S. G., Brown, E. D., & McCourt, W. F. (1993). Behavioral marital therapy with and without additional couples relapse prevention sessions for alcoholics and their wives. Journal of Studies on Alcohol, 53, 652-666.

O’Farrell, T. J., Kleinke, C., & Cutter, H. S. G. (1986). Differences between alcoholic couples accepting and rejecting an offer of outpatient marital therapy. American Journal of Drug and Alcohol Abuse, 12, 301-310.

O’Farrell, T. J., & Murphy, C. M. (1995). Marital violence before and after alcoholism treatment. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 63, 256-262.

O’Farrell, T. J., & Rotunda, R. J., (1997). Couples interventions and alcohol abuse. In: W. K. Halford & H. J. Markman (Eds.) Clinical handbook of marriage and couple interventions (pp.555-588) Chichester, England: Wiley.

Reich, J., & Thompson, W. D. (1985). Marital status of schizophrenic and alcoholic patients. Journal of Nervous and Mental Disease, 173, 499-502.

Sisson, R. W., & Azrin, N. H. (1986). Family member involvement to initiate and promote treatment of problem drinkers. Journal of Behaviour Therapy and Experimental Psychiatry, 17, 15-21.

Sisson, R. W., & Azrin, N. H. (1993). Community reinforcement training for families: A method to get alcoholics into treatment. In: T. J. O’Farrell (Ed.) Treating alcohol problems: Marital and family interventions (pp. 34-54). New York: Guilford.

Sobell, L. C., & Sobell, M. B. (1992). Timeline follow back: A technique for assessing self reported ethanol consumption. In J. Allen & R. Z. Litter (Eds.) Measurement of alcohol consumption: psychosocial and biological methods (pp. 41-72). Totowa, New Jersey: Human Press.

Spanier, G. B. (1976). Measuring dyadic adjustment: New scales for measuring marriage and similar dyads. Journal of Marriage and the Family, 38, 15-28.

Strauss, M. A. (1979). Measuring intrafamily conflict and violence: The Conflict Tactics Scale. Journal of Marriage and Family, 41, 75-78.

Thomas, E. J., & Ager, R. D. (1993). Unilateral family therapy with spouses of uncooperative alcohol drinkers. In: T. J. O’Farrell (Ed.) Treating alcohol problems: Marital and family interventions (pp. 3-33). New York: Guilford Press.

Van-Hasselt,.V. B., Morrison, R. L., Bellack, A. S. (1985). Alcohol use in wife abusers and their spouses.  Addictive-Behaviors, 10(2), 127-135.

Weiss, R. L., & Cerreto, M. C. (1980). The Marital Status Inventory: Development of a measure of dissolution potential. American Journal of Family Therapy, 8, 80-85.

Yoshioka, M. R., Thomas, E. J., and Ager, R. D. (1992). Nagging and other drinking-control efforts of spouses of uncooperative alcohol abusers: Assessment and modification. Journal of Substance Abuse, 4, 309-318.

Zweben, A. (1986). Problem drinking and marital adjustment. Journal of Studies on Alcohol, 47, 167-172.

Zweben, A., Pearlman, S., & Li, S. (1983). Reducing attrition from conjoint therapy with alcoholic couples. Drug and Alcohol Dependence, 11, 321-331.

 

Πίνακας  1: Μέσοι όροι και Τυπική Απόκλιση  (εντός των παρενθέσεων ) των Μετρήσεων .
Μέτρηση Θεραπευτικό Πλαίσιο
  Υποστηρικτική Συμβουλευτική  (n = 17) Διαχείριση Άγχους  (n = 14) BMT (n = 13)
  Πριν Μετά  (F/U) Πριν Μετά  (F/U) Πριν Μετά F/U
ΚΜΣΑ (RSS) 45.6

(5.6)

43.2

(8.2)

43.3

(9.2)

46.6

(8.1)

43.0

(8.6)

41.3

(6.7)

46.2

(5.4)

36.5

(9.3)

40.2

(6.0)

ΕΓΥ (GHQ) 26.6

(9.8)

24.7

(12.2)

25.8

(19.1)

34.8

(13.7)

20.7

(10.8)

16.1

(8.5)

25.3

(9.4)

14.7

(10.4)

18.8

(8.3)

ΚΔΠ (DAS) 71.5

(19.2)

73.5

(21.2)

64.6

(22.2)

71.0

(24.2)

74.9

(25.1)

77.1

(26.5)

77.8

(15.5)

87.4

(17.5)

77.1

(13.8)

ΚΤΣ (CTS) βία προς το σύνροφο 3.8

(4.5)

4.6

(6.6)

3.7

(5.2)

2.2

(3.9)

3.4

(4.5)

2.3

(3.9)

ΚΤΣ (CTS) βία προς εαυτό 3.7

(4.6)

1.3

(2.6)

1.9

(2.9)

1.7

(3.3)

3.3

(3.4)

2.6

(3.9)

% ημερών σε μέθη 51.7

(25.2)

51.4

(28.7)

48.0

(27.1)

29.0

(21.6)

23.8

(19.5)

24.8

(22.6)

43.5

(22.9)

26.2

(19.5)

31.2

(27.1)

Μέσος όρος καθημερινής κατανάλωσης ποτών 9.4

(4.6)

8.4

(5.4)

8.3

(7.6)

7.1

(2.4)

6.9

(3.0)

7.6

(3.5)

9.2

(4.6)

6.4

(6.0)

7.2

(3.1)

ΔΚΧΑ (KAT) καθημερινής κατανάλωσης ποτών 11.1

(3.7)

10.7

(6.0)

11.9

(6.5)

8.8

(4.3)

8.2

(4.2)

9.1

(3.2)

11.5

(7.1)

11.6

(12.0)

11.1

(8.1)

ΚΜΣΑ =Κλίμακα Μέτρησης Σχετικού Άγχους, ΕΓΥ= Ερωτηματολόγιο Γενικής Υγείας , ΚΔΠ=Κλίμακα Δυαδικής Προσέγγισης , ΚΤΣ= Κλίμακα Τακτικών Συγκρούσεων
Πίνακας 2: Ο Αριθμός και τα Ποσοστά  (εντός των παρενθέσεων) των ασθενών που παρουσιάζουν στατιστική σημαντικότητα και σημαντικές αλλαγές

  Από πριν μέχρι μετά τη θεραπεία Από πριν τη θεραπεία μέχρι την επανεξέταση (follow up)
 

Μέτρηση

Υποστηρικτική Συμβουλευτική Διαχείρηση Άγχους ΘΖΠΧΑ Υποστηρικτική Συμβουλευτική Διαχείρηση Άγχους ΘΖΠΧΑ
  RCI 1 SD RCI 1 SD RCI 1 SD RCI 1 SD RCI 1 SD RCI 1 SD
ΚΜΣΑ (RSS) 8

(42)

6

(32)

6

(29)

4

(19)

12

(57)

10

(48)

4

(21)

4

(21)

9

(43)

8

(38)

11

(52)

5

(24)

ΕΓΥ (GHQ) 6

(32)

4

(21)

8

(38)

7

(33)

8

(38)

6

(29)

10

(53)

6

(32)

10

(48)

7

(33)

8

(38)

5

(24)

Μ.Ο. Άγχους 7

(37)

6

(32)

8

(38)

7

(33)

7

(33)

5

(24)

9

(47)

8

(42)

7

(33)

6

(29)

6

(29)

5

(24)

Μέσος όρος καθημερινής κατανάλωσης ποτών 6

(32)

2

(11)

5

(24)

3

(14)

11

(52)

9

(43)

6

(32)

4

(21)

4

(19)

3

(14)

7

(33)

4

(19)

Ποσοστό ημερών σε μέθη 5

(26)

2

(11)

6

(29)

6

(29)

10

(48)

8

(38)

5

(26)

2

(11)

3

(14)

3

(14)

6

(29)

3

(14)

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email