Αντιλήψεις των Γονιών για τους Παράγοντες Επικινδυνότητας της Χρήσης Ουσιών στην Εφηβεία

 

Μαρία Αγγέλου

MA Councelling Psychology Τομέας Πρόληψης Υπεύθυνη Τμήματος Πρόληψης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση Χαρβούρη 1, 11636 Μετς Email: Prevention @kethea.gr

Περίληψη

Η ελληνική εμπειρία στη θεραπεία οικογένειας με εξαρτημένα μέλη και η διεθνής βιβλιογραφία αναγνωρίζει ορισμένους σημαντικούς παράγοντες που σχετίζονται με τη λειτουργικότητα της οικογένειας, και που είναι ικανοί να επηρεάσουν τον έφηβο σε συμπεριφορές που σχετίζονται με τη χρήση τοξικών ουσιών. Η παρούσα έρευνα βασίστηκε στη μελέτη των σημαντικών αυτών παραγόντων μέσα από την καταγραφή των αντιλήψεων των γονιών. Η έρευνα αναπτύχθηκε σε τρεις φάσεις:

Η πρώτη φάση περιελάμβανε τη διαμόρφωση του θεωρητικού πλαισίου μέσα από τη μελέτη της βιβλιογραφίας, την ανάπτυξη του προβλήματος της χρήσης ουσιών στον εφηβικό πληθυσμό στην Ελλάδα, τις αλλαγές στη σύγχρονη ελληνική οικογένεια, τον μεθοδολογικό σχεδιασμό και τον εντοπισμό των ατόμων του δείγματος.

Η δεύτερη φάση αφορούσε την έρευνα πεδίου. Την καταγραφή των αντιλήψεων των γονιών πάνω στους παράγοντες επικινδυνότητας της χρήσης εξαρτητικών ουσιών μέσα από αυτό-χορηγούμενο ερωτηματολόγιο και ανοιχτή σε βάθος συνέντευξη.

Η τρίτη φάση περιελάμβανε την ανάλυση και την ερμηνεία των δεδομένων μέσα από την ποιοτική μέθοδο καθώς και την παρουσίαση των αποτελεσμάτων και των βασικών συμπερασμάτων της έρευνας.

Τα πορίσματα αυτής της έρευνας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η λειτουργικότητα της οικογένειας μπορεί να θεωρηθεί ένα «συνεχές». Η υγιής επικοινωνία, ο σεβασμός στην προσωπικότητα, την έκφραση και τις δυνατότητες όλων των μελών της οικογένειας, η ικανότητα των γονιών να επιλύουν προβλήματα, να αντιμετωπίζουν αλλαγές και να σχεδιάζουν για το μέλλον είναι ισχυροί προστατευτικοί παράγοντες ως προς τη χρήση εξαρτητικών ουσιών.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η έρευνα στον τομέα της χρήσης και της κατάχρησης ουσιών και των αιτιολογικών της παραγόντων έχει καταδείξει πως πρόκειται για ένα φαινόμενο με πολύ-αιτιολογική προέλευση. Παράγοντες κοινωνικοί (κοινωνικές αξίες και στάσεις, διαθεσιμότητα των ουσιών, πρότυπα συμπεριφοράς των ΜΜΕ και του κοινωνικού βίου), οικογενειακοί (επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, διαπαιδαγώγηση, οικογενειακή ψυχοπαθολογία), ατομικοί (στάσεις, συμπεριφορές, χαρακτηριστικά προσωπικότητας, κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, ύπαρξη ψυχοπαθολογίας) διαπλέκονται με διαφορετική βαρύτητα σε κάθε άτομο καθορίζοντας τη δοκιμή, συνέχιση, κατάχρηση και εξάρτηση της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών (Κοκκέβη, κ.ά., 1988).

Είναι διαπιστωμένο και κλινικά επιβεβαιωμένο ότι η γνωριμία με τις ουσίες συμπίπτει συχνά με την εμφάνιση των αλλαγών της εφηβείας. Αυτή η εξελικτική φάση είναι μια περίοδος κρίσης και ανισορροπίας σαν επακόλουθο στις αλλαγές που εκτελούνται στη φυσιολογία του σώματος και του ψυχικού κόσμου. Στη μεταβατική αυτή περίοδο κυριαρχούν τα συναισθήματα απόρριψης, αβεβαιότητας, απομόνωσης, ασάφειας των εννοιών, πειραματισμού και νέων ρίσκων. Αν ο έφηβος, μη δυνάμενος να διαχειριστεί λειτουργικά τις προσωπικές του ανατροπές, συναντηθεί με την ουσία μέσα σε ένα ευρύτερο δυσλειτουργικό πλαίσιο, είναι πολύ πιθανό να αναπτύξει εξαρτητική συμπεριφορά. Η χρήση ουσιών είναι μια αποτυχημένη απόπειρα να ανακουφίσει το άγχος του από τη διαρκή αναζήτηση και ασάφεια αυτής της περιόδου (Καλαρρύτης, 1995). Η πίεση της ομάδας των συνομηλίκων για καινούργιες εμπειρίες, η ανάγκη αντίδρασης προς τους γονείς ή τα πρόσωπα εξουσίας που αποδοκιμάζουν τη χρήση ουσιών, ο κίνδυνος και η έξαψη που συνοδεύουν την επαφή με τις ουσίες είναι κυρίαρχοι παράγοντες για τον πειραματισμό στα ναρκωτικά. Σοβαρές ελλείψεις στη συναισθηματική ωριμότητα του εφήβου δυσανάλογες με τη σωμα­τική και τη νοητική του ανάπτυξη θα προκαλέσουν επικίνδυνη ανισορροπία και μια σειρά συγκρούσεων που θα τον οδηγήσουν σε αντικοινωνική συμπεριφορά και εμπλοκή σε παράνομες πράξεις (Μάτσα, 1997).

Οι γονείς και οι σημαντικοί ενήλικες για τον έφηβο αποτελούν κομμάτι του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του.

Στις μέρες μας οι γονείς βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωποι με τα προβλήματα που παράγουν οι σύγχρονες κοινωνικές δομές: την αποξένωση, τη μοναξιά, την απομάκρυνση από το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον. Ο ρόλος του γονιού δεν είναι μια έμφυτη ικανότητα που εμφανίζεται «μαγικά» στον άνθρωπο μόλις αποκτήσει παιδί. Χρειάζεται σήμερα ο γονιός να αναπτύξει δυνάμεις και δεξιότητες ώστε να ανταποκριθεί στις αλλαγές της ζωής και να διαχειριστεί δυσκολίες που σχετίζονται με το ρόλο του με τρόπο λειτουργικό, παρέχοντας παράλληλα θετικά πρότυπα στα παιδιά.

Η κρίση της οικογένειας, όπως αυτή εμφανίζεται και εκφράζεται μέσα από την ανατροφή των παιδιών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δυσλειτουργία μέσα στην οικογένεια και η λανθασμένη διαπαιδαγώγηση συνδέονται με την ανάπτυ­ξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς στα παιδιά μέσα στο πλαίσιο της οποίας εμφανίζεται και η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Αυτή η δυσλειτουργία συχνά εκφράζεται με πιο έντονο τρόπο στις αλλαγές φάσεων της οικογένειας, όπως η φάση της εφηβείας των παιδιών που και οι γονείς βιώνουν τα δικά τους προβλήματα, όντας οι ίδιοι σε μια μεταβατική περίοδο κρίσης της μέσης ηλικίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο γεγονότα τα οποία είναι προβλέψιμα και φυσιολογικά στη ζωή κάθε οικογένειας μπορεί να φορτιστούν αρνητικά με έντονη δυσλειτουργία παρεμποδίζοντας έτσι την αυτονόμηση των παιδιών της (Καλαρρύτης, 1995).

Οι αλλαγές στις τάσεις, τις συνθήκες χρήσης των ατόμων, τις ανάγκες που προκύπτουν βάσει των κοινωνιοδημογραφικών τους χαρακτηριστικών δημιουργούν την ανάγκη συνεχούς μελέτης των πορισμάτων που αφορούν τους αιτιολογικούς παράγοντες της χρήσης ουσιών. Η έρευνα αυτή και η μελέτη των στοιχείων θα δώσει πληροφορίες και θα συμβάλει στον καλύτερο σχεδιασμό προγραμμάτων πρόληψης και δικτύων υποστήριξης της οικογένειας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του 1998 που διεξήγαγε το Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής όσον αφορά τον μαθητικό πληθυσμό, η χρήση ουσιών είναι αρκετά διαδεδομένη και παρουσιάζει αυξητική τάση. Η χρήση παράνομων ουσιών και ιδιαίτερα της κάνναβης έχει υπερδιπλα­σιαστεί τα τελευταία χρόνια. Νέες ουσίες, όπως η συνθετική ουσία έκσταση, έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Μεγάλη διάδοση παρατηρείται επίσης και στη χρήση νόμιμων και εύκολα προσβάσιμων αλλά όχι ακίνδυνων ουσιών (αλκοόλ, ηρεμιστικά φάρμακα, πτητικές και εισπνεόμενες ουσίες) στην εφηβική ηλικία (ΕΠΙΨΥ, 1988).

Έρευνες επίσης που αφορούν τα κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά και τις συνθήκες χρήση των ατόμων που απευθύνθηκαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α. από το 1995 έως το 1999 δείχνουν ότι η πορεία στη χρήση ουσιών δεν είναι μια αυτόματη ακολουθία γεγονότων, αλλά μια δυναμική συνέχεια, η οποία για την πλειοψηφία των ατόμων αποτελεί μια τυπική διαδρομή. Αφετηρία αυτής της διαδρομής είναι η διακοπή του σχολείου πριν από την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (ΚΕ.Θ.Ε.Α., 1999).

Στοιχεία από τα δίκτυα υπηρεσιών Στροφή και Πλεύση δείχνουν ότι η ηλικία προσέλευσης στις παραπάνω υπηρεσίες μειώνεται και ότι η μέση ηλικία έναρξης της χρήσης ουσιών έχει τάση μείωσης και προσδιορίζεται στα 14 έτη (ΣΤΡΟΦΗ-ΠΛΕΥΣΗ, 2000).

Το ποσοστό των ανηλίκων που πρωτοδοκιμάζουν παράνομες ουσίες πριν από τα 12 χρόνια τους αυξάνεται σημαντικά, ιδίως για τα αγόρια. Το ίδιο συμβαίνει και με το ποσοστό της ηλικιακής ομάδας 13-15 χρόνων με μεγαλύτερη αύξηση στα κορίτσια. Τα παραπάνω είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά και σε σύγκριση με παρόμοια στοιχεία που αφορούν ενήλικους χρήστες, οι έφηβοι σήμερα ξεκινούν τη χρήση ουσιών σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα από εκείνους που ξεκινούσαν τη χρήση παλαιότερα.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ

Επιδημιολογικές και άλλες μελέτες σε οικογένειες εξαρτημένων δείχνουν ότι δεν υπάρχει κανένα μοντέλο περιγραφής της κατάστασης των οικογενειακών σχέσεων ή της κατάστασης του εφήβου που θα μπορούσε να οριστεί ως «μοντέλο ειδικό για την τοξικομανία». Περιγράφονται όμως ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι κοινά στις περισσότερες οικογένειες εξαρτημένων ατόμων και τα οποία μπορεί μεν να τα βρει κανείς σε άλλες οικογένειες, στις συγκεκριμένες όμως παίρνουν παθολογικά ακραίες μορφές. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία που επιβεβαιώνεται και από την ελληνική εμπειρία, στις οικογένειες εξαρτημένων παρατηρείται μεγάλη συχνότητα ψυχικών διαταραχών και χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών (συχνότερα αλκοόλ) που αφορά και προηγούμενες γενιές (Kokkevi & Stefanis, 1988). Υπάρχει επίσης σε μεγάλο βαθμό ενδο-οικογενειακή σύγκρουση που συνήθως εκφράζεται βίαια. Η ένταση και η βία αποτελούν βασικά στοιχεία της οικογενειακής ατμόσφαιρας. Αυτό που χαρακτηρίζει αυτές τις οικογένειες στην πλειονότητά τους είναι η αδυναμία τους να εκφράσουν ανοικτά τα συναισθήματά τους. Η οικογενειακή ζωή είναι συνήθως πολύ συμβατική, χωρίς συναισθηματικές δονήσεις, χωρίς παλμό, ανιαρή. Το μόνο γεγονός που τη ζωντανεύει, κινητοποιώντας έντονα συναισθήματα, είναι η εξάρτηση του παιδιού, όταν γίνει γνωστή στους γονείς. Η οικογένεια λειτουργεί με ελάχιστους ή καθόλου κανόνες. Τα παιδιά παίρνουν συγκεχυμένα μηνύματα για το σωστό και το λάθος, το επιτρεπτό και το απαγορευμένο. Οι γονείς δεν έχουν σχεδόν ποτέ κοινή άποψη για τα πράγματα, κοινή στάση απέναντι στο παιδί τους. Αυτό που λείπει κυρίως στην οικογένεια είναι η αληθινή, η άμεση επικοινωνία στα μέλη της. Συνήθως η επαφή γίνεται με αρνητικούς τρόπους (μομφή, παράπονο, κριτική, αντιπαράθεση). Πολύ συχνά γίνονται συμμαχίες (κρυφές ή φανερές) ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη ή τη μητέρα και το γιο που ανατρέπουν την ιεραρχική οργάνωση της οικογένειας, χωρίζοντας τους γονείς σε στρατόπεδα (Μάτσα, 2001).

 

ΕΦΗΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η οικογένεια με παιδιά στην εφηβεία είναι εκείνη που θα αποτελέσει το αντικείμενο αυτής της έρευνας. Οι γονείς, οι φίλοι των παιδιών και οι σημα­ντικοί ενήλικες αποτελούν ουσιαστικά κομμάτι του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του παιδιού. Αυτοί βάζουν τα θεμέλια που προετοιμάζουν τον έφηβο προς μια ανεξάρτητη και αυτόνομη ζωή χωρίς ναρκωτικά και κινδύνους εθισμού. Η οικογένεια είναι ένα ζωντανό σύστημα που ακολουθεί τον κύκλο ζωής του και αλληλεπιδρά με το ευρύ­τερο πλαίσιο. Τα 4 βασικά στάδια που έχει να διανύσει κάθε οικογένεια είναι: το ξεκίνημα στην οικογενειακή ζωή με την επιλογή του συντρόφου – αρραβώνα – γάμο, την ανάπτυξη – γέννηση του πρώτου παιδιού, του δεύτερου κ.λπ. – προσχολική ηλικία, εφηβεία, ενηλικίωση των παιδιών, την εξέλιξη με την απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι και τη δημιουργία νέων πυρήνων οικογενειών και τέλος την τελική φάση της οικογενειακής ζωής με τη συνταξιοδότηση και την απώλεια του ενός ή του άλλου συζύγου (Μπατσαλιάς, 1994).

Σε καθένα από αυτά τα 4 στάδια η οικογένεια έχει να επιτελέσει διαφορετικό έργο που θα καθορίσει το μεγάλωμα και την ωρίμανση όλων των μελών της ή θα οδηγήσει σε δυσλειτουργικές συμπεριφορές. Μία από αυτές είναι και η εξάρτηση από ουσίες.

Στο στάδιο της ανάπτυξης της οικογένειας, και κυρίως στην περίοδο της εφηβείας των παιδιών, οι γονείς περνούν την ανάλογη κρίση και δυσκολία με τα παιδιά τους. Η σχέση τους δοκιμάζεται, το πλαίσιο αλλάζει, τα όρια καλούνται να τροποποιηθούν και η νέα φάση στην οποία μπαίνουν τους είναι άγνωστη και τους προκαλεί αγωνία και ανησυχία. Αυτή η αλλαγή όμως δεν εμπεριέχει μόνο αγωνία, προσφέρει στην προσωπική πορεία του καθενός μεγαλύτερη ατομική ελευθερία και εσωτερική εξέλιξη. Ένας τρόπος να μεγαλώνει ο γονιός παιδιά στην εφηβεία είναι να είναι σε θέση να εξακολουθεί να «μεγαλώνει» και ο ίδιος. Σ’ έναν μεταβαλλόμενο κόσμο τα σταθερά σημεία αναφοράς δεν μπορούν να βρεθούν μόνο «έξω» αλλά μέσα στο ίδιο το άτομο (ΕΨΥΠΕ-ΚΕ.Θ.Ε.Α., 2000). Η ελληνική παραδοσιακή οικογένεια, όπου αντιπροσωπεύονταν τρεις γενιές, μετεξελίσσεται σταδιακά στη σύγχρονη πυρηνική μορφή της με συνέπεια αξίες, ρόλοι και κυρίως η ψυχοσυναισθηματική συναλλαγή των μελών της να αλλάζει. Έχει αναφερθεί ότι η μεταβατική αυτή περίοδος χαρακτηρίζεται από ψυχικές συγκρούσεις και εμφάνιση ψυχοπαθολογίας με αποτέλεσμα την τελευταία 25ετία να αυξάνεται το φαινόμενο της κατάχρησης και εξάρτησης τοξικών ουσιών (Δέγλερης, 1987).

Με βάση τα παραπάνω, είναι αναγκαία η συνεχής μελέτη των πορισμάτων που αφορούν τους αιτιολογικούς παράγοντες της χρήσης και κατάχρησης εξαρτητικών ουσιών, τις αλλαγές που συμβαίνουν στο χρόνο όπως τις αντιλαμβάνονται οι γονείς.

 

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Σκοπός αυτής της έρευνας είναι η καταγραφή των αντιλήψεων των γονιών σε σχέση με τους παράγοντες επικινδυνότητας από τη χρήση ουσιών στην εφηβεία και η αναφορά της στάσης των γονιών σε σχέση με τις προσωπικές τους αξίες, τον επανακαθορισμό του ρόλου τους απέναντι στα παιδιά τους, την ποιότητα της σχέσης γονιού και παιδιού.

ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Στόχοι της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση: 1.) της αντίληψης των γονιών για τους παράγοντες επικινδυνό­τητας από τη χρήση ουσιών από τα παιδιά τους, 2) της αντίληψης που αφορά την επίδραση της γονεϊκής χρήσης νόμιμων ουσιών (αλκοόλ-τσιγάρο-ηρεμιστικά φάρμακα) ως παράγοντα επικινδυνότητας στα παιδιά, 3) της δομής της οικογένειας στη φάση της εφηβείας των παιδιών, 4) των προσδοκιών των γονιών για τα παιδιά τους, 5) του τρόπου με τον οποίο οι γονείς σχετίζονται μεταξύ τους και συνεργάζονται σε περιόδους δυσκολιών και εντάσεων 6) του τρόπου με τον οποίο οι γονείς επιλύουν τις συγκρούσεις με τα παιδιά τους στην περίοδο της εφηβείας, 7) του βαθμού ικανοποίησης των γονιών από την προσωπική και επαγγελματική τους ζωή και 8) των δραστηριοτήτων των γονιών στον κοινωνικό χώρο.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Ποιοτική μέθοδος

Η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου εξαρτάται από το στόχο της έρευνας. Όλες οι μέθοδοι που εντάσσονται στην κατηγορία των ποιοτικών μεθόδων εφαρμόζονται όταν η έρευνα έχει στόχο τη μελέτη σε βάθος των κοινωνικών φαινομένων. Αυτό σημαίνει ότι ο ερευνητής συγκεντρώνεται σε λίγες περιπτώσεις του υπό έρευνα φαινομένου και μέσω της ανάλυσης που αφορά την ολότητα της κάθε περίπτωσης, επιχειρεί να ανακαλύψει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία. Η συμμετοχική παρατήρηση και η ανοιχτή συνέντευξη είναι εργαλεία που τα χρησιμοποιούμε όταν μας ενδιαφέρει να μελετήσουμε τα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους σε συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές, δηλαδή όταν μας ενδιαφέρει να εξετάσουμε πώς ερμηνεύουν οι ίδιοι αυτά που συμβαίνουν γύρω τους και πώς επηρεάζει αυτό, στη συνέχεια, τη συμπεριφορά τους (Κυριαζή, 1999).

Η επιλογή της ποιοτικής μεθόδου στην παρούσα έρευνά έγινε με βάση τα παρα­κάτω κριτήρια: να είναι κατάλληλη για τη διερεύνηση ευαίσθητων και προσωπικών αιτημάτων, να κατανοεί την ανθρώπινη συμπεριφορά από την πλευρά του ερωτώμενου και να εντοπίζει καταστάσεις όπως αυτές ορίζονται από τα ίδια τα άτομα, να θυσιάζει το εύρος για το βάθος, να δίνει προσοχή στη λεπτομέρεια και την πολυπλοκότητα του θέματος, να αναζητά πολιτισμικές νόρμες και δομές και να ανταποκρίνεται στις χρονικές δυνατότητες της έρευνας.

ΔΕΙΓΜΑ

Ο πληθυσμός της έρευνας αποτελείται από γονείς με παιδιά στην εφηβεία. Η έρευνα δεν υιοθέτησε ιδιαίτερα κριτήρια επιλογής του δείγματος. Υπήρξε όμως μια σχετική ομοιογένεια που αφορούσε το ηλικιακό επίπεδο, το εκπαιδευτικό επίπεδο, τον τόπο διαμονής (αστική περιοχή) και την οικογενειακή κατάσταση.

Στην έρευνα συμμετείχαν 3 ζευγάρια και 2 μονογονεϊκές οικογένειες (συνο­λικά 8 άτομα: 5 γυναίκες και 3 άντρες). Ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα 40 έτη για τις γυναίκες και τα 45,4 έτη για τους άντρες. 7 άτομα είναι ελληνικής υπηκοότητας και 1 άλλης υπηκοότητας. Όλα τα άτομα διαμένουν σε αστική περιοχή: 4 στην Αθήνα, 4 στη Θεσσαλονίκη.

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση, από τα 8 άτομα τα 4 (3 γυναίκες κι 1 άντρας) είναι παντρεμένοι σε δεύτερο γάμο και τα 4 (2 γυναίκες, 2 άντρες) σε πρώτο γάμο. Στις συνθήκες διαβίωσης, 5 άτομα δηλώνουν ότι μένουν μαζί με τα παιδιά τους, 2 άτομα (1 ζευγάρι) με τα παιδιά τους και τη γονεϊκή οικογένεια της γυναίκας (γιαγιά, παππούς) και 1 είναι εσωτερική οικιακή βοηθός και μένει με το παιδί της και τη γυναίκα που φροντίζει.

Η πλειοψηφία έχει 2 παιδιά, μόνο μία οικογένεια έχει 1, και ο μέσος όρος ηλικίας των παιδιών είναι 14,3 έτη για τα αγόρια, 15,7 για τα κορίτσια.

Σχετικά με την παρούσα οικονομική κατάσταση, 6 άτομα έχουν μηνιαίο εισόδημα από €3.000 έως €4.000 και 2 άτομα έχουν από €500 έως €850.

Το σύνολο των ατόμων εργάζονται σε υψηλού επιπέδου εργασία. Τα επαγγέλματα που αναφέρουν είναι: Γιατρός, Δικηγόρος, Πανεπιστημιακός, Πολιτικός Μηχανικός, Αξιωματικός, Οικιακή βοηθός, Υπεύθυνη Λογιστηρίου.

ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Η μεθοδολογία της έρευνας περιελάμβανε, ανάλογα με την επιμέρους φάση, μια σειρά ερευνητικών πρακτικών (εντοπισμός των ατόμων του δείγματος, έρευνα πεδίου, αξιολόγηση διαδικασίας, ανάλυση δεδομένων). Αναλυτικά:

α) Βάση πληροφοριών: Η αρχική βάση των πληροφοριών συγκροτήθηκε μέσω αυτό-χορηγούμενου ερωτηματολογίου για τα κοινωνιοδημογραφικά στοιχεία των ατόμων. Το ερωτηματολόγιο εμπεριείχε εισαγωγικό κείμενο με το θέμα της έρευνας, καθώς και ενημερωτικές διατυπώσεις για το σκοπό της, τον ανώνυμο και εμπιστευτικό χαρακτήρα της συνέντευξης και επεξεργασία των στοιχείων που συλλέγονται.

β) Αναφορά του ερευνητή: Πλήρης καταγραφή από μέρους του ερευνητή, της διαδικασίας επικοινωνίας με τα άτομα του δείγματος, από την πρώτη τηλεφωνική επαφή μέχρι το τέλος της προσωπικής συνέντευξης.

ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ

Ανοιχτή σε βάθος συνέντευξη των γονιών, εστιασμένη στη διερεύνηση των αντιλήψεων των γονιών για τους παράγοντες επικινδυνότητας στην εφηβεία σε σχέση με τη χρήση ουσιών.

Ανοιχτές ερωτήσεις για τον γονεϊκό τους ρόλο στην εφηβεία των παιδιών τους – πρακτικές.

Προσωπικές θέσεις και αντιλήψεις των γονιών απέναντι στη χρήση και κατάχρηση ουσιών.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Οι ερωτήσεις είναι γενικές και ειδικές.

Γενικές (με στόχο να έρθει στην επιφάνεια η άποψη του ερωτώμενου για τους παράγοντες επικινδυνότητας της χρήσης ουσιών):

Ποιοι είναι οι κίνδυνοι;

Τι θα οδηγούσε έναν έφηβο στη χρήση ουσιών;

Ειδικές (αναφορικά με την αυτογνωσία και την προσωπική τους εμπειρία από τη ζωή στην οικογένεια):

Επαγγελματική ικανοποίηση

Επίπεδο ζωής

Βαθμός αυτονομίας στην οικογένεια

Κοινωνική δραστηριοποίηση

Αυτό-πραγμάτωση (σε σχέση με τους στόχους και τις αξίες της ζωής τους)

Η επιλογή της μεθόδου των ανοιχτών ερωτήσεων έγινε γιατί στη συγκεκριμένη συνέντευξη τα άτομα καλούνται να εκφράσουν τις απόψεις τους με τον δικό τους τρόπο. Ο ερευνητής με τον τρόπο που θα διατυπώσει την ερώτηση, θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και τη διάθεση στον ερωτώμενο να συγκροτήσει και να οργανώσει τη σκέψη του. Μπορεί επίσης να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις και εξηγήσεις που δεν είναι δυνατό να συνοδεύσουν μια ερώτηση κλειστής μορφής και με αυτόν τον τρόπο τα στοιχεία που συλλέγονται έχουν πολύ μεγαλύτερο βάθος και οδηγούν σε πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το υπό έρευνα θέμα. Μέσω της ανοιχτής συνέντευξης οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να επεκταθούν με δικούς τους όρους σε πιο ευαίσθητα θέματα όπως η δομή της οικογένειας, οι σχέσεις του ζευγαριού, θέματα αυτονομίας και αυτό-πραγμάτωσης, να προβάλουν τις δικές τους απόψεις, να καταθέσουν προσωπικά συναισθήματα, να δώσουν δηλαδή λεπτομέρειες και πληροφορίες που θα εμβαθύνουν την υλοποίηση της έρευνας.

Η αυτό-αναφορά έχει μελετηθεί ότι έχει αξιοπιστία (McLellan, 1997) στους πληθυσμούς των ενηλίκων, σε πληθυσμούς με μορφωτικό επίπεδο που επιτρέπει αμοιβαία κατανόηση και συνειδητοποίηση της επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη και σε πληθυσμούς που δεν αποτελούν εθνική μειονότητα.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Για τη διεξαγωγή της έρευνας πραγματοποιήθηκαν 2 τηλεφωνικές επαφές στη διάρκεια των οποίων περιγράφηκαν οι στόχοι της μελέτης. Στη συνέχεια ακολούθησε κοινή συνέντευξη του ζευγαριού (μητέρα-πατέρας) και ατομική στις μονογονεϊκές οικογένειες. Η διάρκεια της συνέντευξης ήταν 60΄ και πραγματοποιήθηκε σε προσωπικό ήσυχο χώρο στο σπίτι της οικογένειας ή στον επαγγελματικό τους χώρο. Όπου κρίθηκε απαραίτητο δόθηκαν συμπληρωματικές εξηγήσεις. Ο ερευνητής φρόντισε για την αποφυγή των ερμηνειών και της ανάπτυξης συμβουλευτικής σχέσης στη διάρκεια της συνέντευξης και προσπάθησε να διατηρήσει ουδετερότητα στα θέματα που αναλύονται. Με το τέλος της κάθε συνέντευξης ο ερευνητής έκανε γραπτή αναφορά με στόχο την αποτίμησή της.

ΘΕΜΑΤΑ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που θα συγκεντρωθούν κατά τη διάρκεια της έρευνας αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Συνεπώς το υλικό είναι εμπιστευτικό και απόρρητο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο ερευνητής ενημερώνει τον ερωτώμενο για το απόρρητο των πληροφοριών. Το ερωτηματολόγιο είναι ανώνυμο και εγγυάται την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επίσης, η παροχή προσωπικών πληροφοριών έχει προαιρετικό και εθελοντικό χαρακτήρα και η χρήση τους γίνεται με αποκλειστικό κριτήριο την ωφέλεια που απορρέει για το άτομο και την επιστήμη.

Σε όλα τα στάδια της ερευνητικής διαδικασίας τηρήθηκαν οι προδιαγραφές προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ο Κώδικας Δεοντολογίας των Συμβούλων Τοξικοεξάρτησης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στην ανάλυση των αποτελεσμάτων έγινε καταγραφή όλων των αντιλήψεων που εμφανίζονταν, ακόμη κι αν αφορούσαν μία μόνο περίπτωση.

Αντιλήψεις των δυο γονιών για τους παράγοντες επικινδυνότητας της χρήσης ουσιών στην εφηβεία

Όλοι οι γονείς (8) θεωρούν ως βασικούς παράγοντες επικινδυνότητας της χρήσης ουσιών στην εφηβεία τη συναισθηματική ανασφάλεια των εφήβων και τις «κακές» οικογενειακές σχέσεις.

Η αναφορά στη σταθερότητα στην οικογένεια, όπως τη χαρακτηρίζουν οι γονείς, δίνεται με την έννοια «του χώρου που σου επιτρέπει να δρας και να σκέφτεσαι δημιουργικά. Σου δίνει το αίσθημα της ασφάλειας που νιώθει ένα παιδί σε σχέση με το ότι πάντα τα πράγματα είναι εκεί, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες οικογενειακές διαταραχές, δεν αισθάνεται να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, μπορεί να «ξανοίγεται» σε καινούριες εμπειρίες, να δοκιμάζει καινούργια πράγματα, έχοντας σαν καταφύγιο την οικογενειακή σταθερότητα».

Ο έφηβος είναι ιδιαίτερα τρωτός στις οικογενειακές και κοινωνικές διαταραχές, δηλαδή: στην πρόσκαιρη ή οριακή απουσία ενός γονιού, στις συγκρούσεις μεταξύ των γονιών, στην ανεργία που συνεπάγεται πτώση της αξίας του πατέρα και δυσκολία να βρει σ’ αυτόν ο έφηβος ένα θετικό, ισχυρό υπόδειγμα ταύτισης, στην έλλειψη διαλόγου μέσα στην οικογένεια (Φαρσεδάκης & Συλλίκος, 1996).

Στη βάση των κινδύνων που θα οδηγούσαν επίσης τους έφηβους σε δοκιμή και χρήση εξαρτητικών ουσιών αναφέρθηκαν τέσσερις παράγοντες διαφορετικής βαρύτητας: α) η «υπερβολική σταθερότητα», β) η επιρροή των φίλων, γ) οι ματαιώσεις και δ) η περιέργεια.

Η «υπερβολική σταθερότητα» και ευημερία (4 γονείς) χαρακτηρίζεται από στασιμότητα στη ζωή της οικογένειας και εκφράζεται με την εύκολη παροχή υλικών πραγμάτων.

Η επιρροή των φίλων (3 γονείς) παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην περίοδο της εφηβείας. Οι γονείς δηλώνουν ότι εάν υπάρχουν φίλοι που δοκιμάζουν ουσίες είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να μη δοκιμάσει και το παιδί τους. Άλλοτε για να δείξει ότι «είναι μέσα σ’ όλα» και άλλοτε γιατί δε θέλει να αισθανθεί διαφορετικό, να νιώσει μειονεκτικά και να έρθει σε αντίθεση με την παρέα του.

Η πίεση της ομάδας των συνομηλίκων για καινούργιες εμπειρίες, η ανάγκη αντίδρασης προς τους γονείς ή τα πρόσωπα εξουσίας που αποδοκιμάζουν τη χρήση ουσιών, ο κίνδυνος και η έξαψη που συνοδεύουν την επαφή με τις ουσίες είναι ισχυροί παράγοντες για τον πειραματισμό με τα ναρκωτικά (Αγγέλου, 2001).

Ένα άλλο θέμα που αναφέρουν τέσσερις γονείς είναι οι ματαιώσεις που προέρχονται από σοβαρά προβλήματα υγείας που δημιουργούν αισθήματα μειονεξίας, σχολικές αποτυχίες, όπως αποτυχία στις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, συχνές ερωτικές απογοητεύσεις, χωρισμό και διαζύγιο των γονιών και που αποτελούν κρίσιμα σημεία στη ζωή του εφήβου. Η αποτυχία και οι ματαιώσεις σε έναν κόσμο προσανατολισμένο στην επιτυχία έχει σημαντικές συνέπειες για τον έφηβο στο σχολείο αλλά και σε άλλες πλευρές της ζωής του. Είναι μάλλον δύσκολο να δοθεί μονοσήμαντη παραβατικότητα στη συμπεριφορά των εφήβων, πάντως, βασικές αιτίες είναι η έλλειψη επικοινωνίας στην οικογένεια, η συναισθηματική ανασφάλεια των παιδιών και κυ­ρίως η προσπάθεια των γονιών να τους εξασφαλίσουν μόνο υλικά αγαθά (Χριστοφόρου, 2001).

Οι έφηβοι αισθάνονται ανήμποροι να διαχειριστούν με επιτυχία μια σειρά από κοινωνικές απαιτήσεις. Η αρνητική εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, η απελπισία, η αρνητική εικόνα για την ποιότητα των σχέσεων με τους άλλους, οι αρνητικές προσδοκίες για το μέλλον, τα προβλήματα στις ομάδες κοινωνικοποίησης στις οποίες ανήκουν (οικογένεια, σχολείο, συνομήλικοι) είναι δυνατόν να τους οδηγήσουν σε παθολογική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Η κατάθλιψη παρουσιάζεται αναπόφευκτη και η απόπειρα αυτοκτονίας έχει χαρακτήρα κραυγής για βοήθεια (Laufer, 1995).

Ένας άλλος παράγοντας που αναφέρεται από τους γονείς είναι η περιέργεια(3 γονείς). Τον παράγοντα περιέργεια οι γονείς τον δηλώνουν με δύο έννοιες: α) ως πείραμα, μίμηση, ένταξή σε μια περιθωριακή ομάδα χρηστών, πέρασμα σε μια καινούργια κατάσταση, νέο status το οποίο δίνει κύρος και ταυτότητα, τον κοινωνικό ρόλο που απελπισμένα ζητά ο έφηβος. «Η εφηβεία αντιπροσωπεύει τον αδύνατο κρίκο της κοινωνικής αλυσίδας, το φαινόμενο της χρήσης ουσιών το αποκαλύπτει» (Φαρσεδάκης & Συλλίκος, 1996) και β) ως περιέργεια των παιδιών να δοκιμάσουν τις ουσίες, έστω για μια φορά, για την εμπειρία.

ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΑΣΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΟΥΣΙΩΝ (ΚΑΠΝΟΣ, ΑΛΚΟΟΛ, ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ) ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Η πλειοψηφία των γονιών (6) πιστεύει ότι το δικό τους παράδειγμα αποτελεί πρότυπο συμπεριφοράς για τα παιδιά. Επισημαίνουν ιδιαίτερα το λόγο και τον τρόπο της χρήσης των νόμιμων ουσιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γονείς που καπνίζουν (6 γονείς ήταν συστηματικοί καπνιστές και κάπνιζαν μέσα στο σπίτι) αισθάνονται ένοχοι, γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν κανόνες για το κάπνισμα ή να το απαγορεύσουν. Δεν προσπαθούν όμως να το μειώσουν ή να το περιορίσουν στο σπίτι, ή να βάλουν όρια στον εαυτό τους (συγκεκριμένος χώρος στο σπίτι, λίγα τσιγάρα κ.λπ.).

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΓΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Στις ερωτήσεις που αφορούσαν την αυτονόμηση και τον ευθύνη που έχει ο έφηβος στο σπίτι και στη ζωή του οι γονείς πιστεύουν ότι έχουν δώσει ευθύνες (τακτοποίηση του δωματίου, διαχείριση χαρτζιλικιού, πότε και πόσο θα διαβάσουν, πού και με ποιον τρόπο θα διασκεδάσουν, επιλογή των φίλων) αλλά δεν έχουν δώσει την αποκλειστική ευθύνη για την πορεία στο σχολείο, τις επιλογές στη ζωή, τη μουσική, χωρίς να τους σχολιάσουν ή να τους κριτικάρουν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι 4 γονείς δηλώνουν ότι νιώθουν μεγάλη δυσκολία να δώσουν στα παιδιά τους την πλήρη ευθύνη ώστε τα αποτελέσματα και τις συνέπειες να τις επωμιστούν αργότερα στη ζωή τους. Μόνο ένας γονέας ανέφερε σχετικά με την επιλογή των φίλων του παιδιού του ότι αφήνει το αγόρι να «ζυμώνεται» και με τους κακούς μαθητές και με φίλους της γειτονιάς, ώστε να αναπτύξει το αισθητήριο να φιλτράρει και να επιλέγει τους κατάλληλους ανθρώπους δίπλα του.

Επικρατεί η αντίληψη στους γονείς (6 στους 8) ότι ελευθερία στην επιλογή σημαίνει επιλογή υλικών αγαθών και μόνο (παράδειγμα: από τα πολλά είδη κινητών διάλεξε έναν τύπο, από τις πολλές βιντεοταινίες διάλεξε μία που του άρεσε, από τα διαφορετικά φροντιστήρια ξένων γλωσσών επέλεξε ένα).

Με τις περιγραφές των γονιών διακρίνουμε τη δυσκολία του γονιού σήμερα να εκχωρήσει ευθύνες και να καλλιεργήσει την υπευθυνότητα στον έφηβο (στα 12-15 χρόνια του), επιτρέποντάς του να παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του, ενι­σχύοντας την προσπάθειά του για ανεξαρτητοποίηση. Καθώς ο έφηβος μεγαλώνει, χρειάζεται να έχει μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά παράλληλα και να αναλαμβάνει και τις ευθύνες για τις πράξεις του. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενθάρρυνση και συγχρόνως με την ικανότητα που θα αποκτήσει να μαθαίνει από τα λάθη και τις εμπειρίες του. Έχει ανάγκη την επιβράβευση των γονιών του, όχι μόνο όταν υπάρχει αποτέλεσμα, αλλά και στην προσπάθεια για την απόκτηση μιας νέας εμπειρίας, μιας νέας γνώσης, μιας νέας δεξιότητας.

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Στην πυραμίδα των προσδοκιών όλοι οι γονείς (8) δηλώνουν ότι θα ήθελαν να έχουν τα παιδιά τους προσωπική ισορροπία, αξίες, να είναι τίμια, εργατικά, δημιουργικά και να νιώθουν συναισθηματι­κή ασφάλεια με τον άνθρωπο που θα διαλέξουν να ζήσουν μαζί.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο 4 στους 8 γονείς δηλώνουν ειλικρινά (ένας γονιός από κάθε ζευγάρι, ο πατέρας πάντα, και απόφοιτοι Πανεπιστημίου) ότι στην πραγματικότητα θέλουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να τελειώσουν Πανεπιστήμιο, να μορφωθούν ουσιαστικά, ανεξάρτητα τι επάγγελμα θα διαλέξουν. Θα τους ενοχλούσε ενώ είναι «καλά μυαλά» να μη διακριθούν στη ζωή. Κρίνουν αναγκαία τη μόρφωση που σου δίνει το Πανεπιστήμιο για δύο λόγους: α) για την απόκτηση του τίτλου, που δίνει κύρος, καταξίωση, αλλά και καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες και β) για τα ερεθίσματα και την ουσιαστική παιδεία, τη διεύρυνση των γνωστικών οριζόντων, την ελευθερία που σου προσφέρει η φοιτητική ζωή, τα κίνητρα για μάθηση.

Όλοι οι γονείς θεωρούν σημαντικό στοιχείο στη διαπαιδαγώγηση να υπάρχουν όρια και κανόνες στο σπίτι (όρια για το χρόνο τηλεθέασης, τον αριθμό των εξόδων τους κ.λπ.). Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτοί που έχουν υψηλό εισόδημα δυσκολεύονται να βάλουν όρια στα έξοδα που κάνουν τα παιδιά (αγορές ρούχων, ηλεκτρονικών, έξοδοι) ενώ μόνο 2 προσπαθούν να ελέγξουν αυτή τη συμπεριφορά με τα ενήλικα παιδιά τους (18 και 21 ετών) (για παράδειγμα, να τους δοθεί πρόσθετο χαρτζιλίκι αφού δουλέψουν στη δουλειά του πατέρα τους ή κάπου αλλού).

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι 3 μητέρες δήλωσαν ότι είχαν πιεστεί πολύ από την οικογένειά τους για να σπουδάσουν (οι ίδιες παρακάτω δηλώνουν ότι πα­ρότι έχουν πετύχει επαγγελματικά δεν αισθάνονται ικανοποίηση), ότι πέτυχαν στο επάγγελμά τους αλλά ένιωθαν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο εκπλήρωναν κυρίως τους σκοπούς της ζωής των γονιών τους.

ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Στη δομή της οικογένειας βλέπουμε την πολυπλοκότητα και τη διαφορετικότητα των ρόλων όπως περιγράφονται στις οικογένειες. Δεν υπήρξαν κοινές κατηγορίες, η κάθε περίπτωση ήταν μοναδική για την αντίληψη που είχαν για το ρόλο τους σαν γονείς, σύζυγοι, άντρες, γυναίκες. Στην προσπάθεια να τους κατατάξουμε, τους διαχωρίσαμε σε 4 τύπους: α) σαφείς – καθορισμένοι ρόλοι, β) ρόλοι που εφαρμόζονται αναγκαστικά από τον ένα γονιό λόγω ιδιαίτερων συνθηκών, γ) γονείς σε σύγκρουση με τους ρόλους τους και δ) εναλλασσόμενοι ρόλοι που προκύπτουν από τη συνεχή συναλλαγή του ζευγαριού.

Οι ρόλοι των γονιών δηλώνονται καθορισμένοι σε 1 μόνο ζευγάρι (το 1 παιδί είναι από τον πρώτο γάμο της μητέρας, τα άλλα 2 είναι από τον πρώτο γάμο του πατέρα και ζουν με τη μητέρα τους).

Σε ένα ζευγάρι με εναλλασσόμενους ρόλους ο κάθε γονιός παίρνει την ευθύνη με βάση το χρόνο και τις δυνατότητές του. Κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν είναι ταυτόσημο με τα άλλα, το καθένα είναι διαφορετικό και βρίσκεται σε άλλο βαθμό ανάπτυξης (Satir, 1988).

Ο βαθμός αυτονομίας των γονιών μέσα στην οικογένεια είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικός. Κάθε μέλος της οικογένειας έχει ανάγκη να υπολογίζει ένα χώρο όπου θα μπορεί να εκφράσει τις ατομικές του ανάγκες, προφυλαγμένο από κάθε παραβίαση. Με αυτόν τον τρόπο νιώθει την ελευθερία και παράλληλα τη σιγουριά ότι τον υπολογίζουν  (Satir, 1988).

ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Στην ερώτηση αυτή το σύνολο των ζευγαριών (6 στους 8 γονείς) εκτός από τις 2 μητέρες, που εκ των πραγμάτων διαχειρίζονται μόνες τους τις διαφωνίες με τα παιδιά διαλέγουν κοινή αντιμετώπιση, εφαρμόζουν κοινή πολιτική στις σοβαρές αποφάσεις. Αναφέρεται επίσης η περίπτωση που κάποιες φορές μπροστά στα παιδιά ο ένας γονιός ασκεί κριτική στον άλλον για την υπερβολική του στάση, όχι όμως με πρόθεση να τον ακυρώσει, αλλά γιατί το να μεγαλώνεις παιδιά, σημαίνει ότι αλληλοκρίνεσαι καθημερινά. Εάν ο γονιός αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τα λάθη του μέσα σε κλίμα ειλικρίνειας, αυτοεκτίμησης και ανοιχτής επικοινωνίας, αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μή­νυμα μιας τίμιας συναλλαγής για τη ζωή του εφήβου.

ΒΑΘΜΟΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΣΤΗ ΖΩΗ

Οι γονείς δηλώνουν σε γενικές γραμμές ικανοποιημένοι από τη ζωή τους. Εστιάζονται σε 3 βασικά θέματα που αποτελούν πηγή ικανοποίησης για τον εαυτό τους: το Επάγγελμα, την Οικογένεια, τις Προσωπικές και Φιλικές Σχέσεις.

Όλοι οι άντρες (3) δηλώνουν ότι από την εργασία τους είναι αρκετά ικανοποιημένοι, παίρνουν αναγνώριση, ισχύ, δύναμη, χρήματα, κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση, καλύπτει δε το μεγαλύτερο χρονικά κομμάτι της ζωής τους σε σχέση με την οικογένεια και την προσωπική ζωή. Η προσπάθεια που καταβάλλουν για να εξασφαλίσουν στην οικογένεια ένα καλό επίπεδο ζωής, οικονομικό και κοινωνικό, είναι πολύ μεγάλη. Οι ίδιοι γονείς την ίδια στιγμή δηλώνουν ότι το αδύνατό τους κομμάτι είναι ο λίγος χρόνος που διαθέτουν στην οικογένεια και θα ήθελαν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τα παιδιά τους, τη γυναίκα τους, τον εαυτό τους.

Η δεύτερη πηγή ικανοποίησης για τους άντρες είναι η οικογένεια, η σχέση με τη γυναίκα και τα παιδιά τους. Η επικοινωνία και το καλό επίπεδο σχέσης με τη γυναίκα τους είναι αυτό που τους ξεκουράζει και τους δίνει τον ενθουσιασμό, την ευχαρίστηση και το κουράγιο να αναζητήσουν καινούργια πράγματα στην κοινή τους ζωή. Αισθάνονται βέβαια ότι δεν είναι τόσο όσο θα ήθελαν κοντά στα παιδιά.

Το τρίτο σημείο ικανοποίησης, μικρότερο σε αναλογία, είναι οι σχέσεις με τους φίλους και οι δραστηριότητες έξω απ’ το σπίτι. Από τις προσωπικές τους φιλίες, «λίγες και ουσιαστικές», παίρνουν ευχαρίστηση και κυρίως μοίρασμα και συντροφιά.

Οι γυναίκες (5) αισθάνονται ικανοποίηση στη ζωή τους κυρίως από το ρόλο τους ως μητέρες. Το ότι μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά τους, τους δίνει ευτυχία και ευχαρίστηση. Το δυνατό τους σημείο είναι η καλλιέργεια αισθήματος ευθύνης, συνεργασίας και ασφάλειας στα παιδιά τους.

Η σχέση με τον άντρα τους αποτελεί ανάλογο σημείο ευτυχίας ή μοναξιάς και δυσφορίας. Μια μητέρα δηλώνει ότι ζει λόγω συνθηκών σε άλλη χώρα ο άντρας της, και μια άλλη ότι «παλεύει» καθημερινά να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας με τον άντρα της, πράγμα που της απορροφά τεράστια ψυχικά αποθέματα. Εκφράζουν μια δίψα για ανθρώπινη επαφή που κοπιάζουν όμως πολύ για να την αποκτήσουν.

Από τις μητέρες που σπούδασαν (4), οι 3 δεν αισθάνονται ευχαριστημένες επαγγελματικά για διαφορετικούς λόγους, δεν έχουν εκπληρωθεί τα όνειρά τους, και μιλούν για «απωθημένο» και αδύναμο κομμάτι της ζωής τους. Η γυναίκα που σπούδασε έχει διπλό στόχο: να δώσει στους δικούς της τη φροντίδα της και να ικανοποιήσει τις δικές της προσωπικές επιδιώξεις. Στην πράξη όμως διχάζεται. Οι προτεραιότητές της μπερδεύονται. Όταν ασχολείται με τη δουλειά της αισθάνεται ότι δεν είναι κοντά στα παιδιά της όταν αυτά τη χρειάζονται. Όταν πάλι ασχολείται με τις υποχρεώσεις της μέσα στην οικογένεια πνίγε­ται από την έλλειψη προσωπικής δημιουργίας. Οι προοπτικές για επαγγελματική άνοδο και αναγνώριση δεν είναι καθόλου εύκολες. Πόσες δυνάμεις της μένουν για να δημιουργήσει την καριέρα που διάλεξε; Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να πολεμήσει ενάντια σε τόσο δυνατά ρεύματα και να μη συμβιβαστεί [19].  Βασικό στοιχείο της ταυτότητας της γυναίκας παραμένει η προσφορά στους άλλους και η πίστη στην αξία να δίνεις μέσα από την οικογένεια παίρνοντας ικανοποίηση από αυτό το ρόλο.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΧΩΡΟ

Η πλειοψηφία των γονιών (7) δηλώνουν ενεργοποιημένοι σε δρα­στηριότητες στον κοινωνικό χώρο. Θεωρούν σημαντικό για τον εαυτό τους την προσφορά και την ενεργό συμμετοχή σε κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες. 2 άτομα (άντρες) δηλώνουν ενεργή συμμετοχή για πολλά χρόνια σε επαγγελματικά σωματεία καθώς και σε άλλες οργανώσεις (σε περιβαλλοντική οργάνωση, ένωση πολιτών και αθλητικό σύλλογο, γυμναστήριο). Στις γυναίκες ποικίλλουν τα ενδιαφέροντα, 1 άτομο συμ­με­τέχει στο Σύλλογο Γονέων του Σχολείου, 1 άτομο σε Σύλλογο Αποφοίτων Καναδικών Πανεπιστημίων, 1 έχει ενεργό συμμετοχή σε επαγγελματικό σωματείο. Ένα ανοιχτό σύστημα οικογένειας όχι μόνο είναι σε θέση να επιβιώνει αλλά εξελίσσεται συνεχώς. Είναι ανοιχτό σε νέες εμπειρίες και είναι σε θέση να εγκαταλείψει συμπεριφορές όταν αυτές δεν είναι πια λειτουργικές. Αντίθετα, ένα κλειστό σύστημα οικογένειας απομονώνεται από τις εξωτερικές επιδράσεις και έχει κακή προσαρμογή (Παπαδιώτη & Αθανασίου, 2000).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη ελληνική οικογένεια είναι πολλά και διαφορετικά. Ένα βασικό πρόβλημα είναι αυτό των διαπροσωπικών σχέσεων συζύγων, γονέων και παιδιών, καθώς και των σχέσεων με άλλα συστήματα στο στενό και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Η ένταση και η διατάραξη των σχέσεων μέσα στην οικογένεια οφείλονται σε ενδογενείς παράγοντες που έχουν σχέση αφενός με αμφισβητούμενες αξίες σχετικά με τους ρόλους, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις και τις συμπεριφορές των μελών και αφετέρου με παράγοντες ιδιοσυγκρασίας των μελών της.

Ένα στοιχείο δυσλειτουργίας μέσα στην οικογένεια είναι η ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς στους έφηβους μέσα στο πλαίσιο της οποίας εμφανίζεται και η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Είναι αναγκαία λοιπόν η συνεχής μελέτη των πορισμάτων που αφορούν τους αιτιολογικούς παράγοντες της χρήσης και κατάχρησης εξαρτητικών ουσιών στην εφηβεία.

Σκοπός αυτής της έρευνας ήταν να καταγράψει τις αντιλήψεις των γονιών σε σχέση με τους παράγοντες επικινδυνότητας από τη χρήση ουσιών στην εφηβεία, τις στάσεις του ζευγαριού απέναντι στις νόμιμες ουσίες, τους ρόλους, τις προσωπικές αξίες και προσδοκίες για τα παιδιά τους, το βαθμό αυτονομίας και ικανοποίησης των γονιών στον κοινωνικό χώρο.

Όλοι οι γονείς (8) θεωρούν ως βασικούς παράγοντες επικινδυνότητας από τη χρήση ουσιών στην εφηβεία τη συναισθηματική ανασφάλεια των εφήβων και την κακή ποιότητα των οικογενειακών σχέσεων. Δευτερεύοντες παράγοντες αναφέρονται οι ματαιώσεις που δέχεται ο έφηβος στην κρίσιμη αυτή περίοδο της ζωής του, η επιρροή των φίλων, η περιέργεια και η υπερβολική παροχή υλικών αγαθών από τους γονείς.

Η οικογένεια με παιδιά στην εφηβεία χρειάζεται να επιστρατεύσει όλο το δυναμικό της για να αντιμετωπίσει την κρίση που δημιουργεί η νέα κατάσταση. Χρειάζεται να είναι ευέλικτη, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες των εφήβων.

Όλοι οι γονείς (8) επίσης πιστεύουν ότι το προσωπικό τους παράδειγμα απέναντι στη χρήση νόμιμων ουσιών (καπνό, αλκοόλ, φάρμακα) αποτελεί πρότυπο συμπεριφοράς για τα παιδιά τους. Υπάρχει μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην κατάχρηση τοξικών ουσιών από τους έφηβους και την κατάχρηση νόμιμων κυρίως ουσιών από τους γονείς (Lawrence, 1997).

Η ικανότητά των γονέων να αντιμετωπίζουν τη ζωή με θετικό τρόπο, η αποχή των ίδιων από την κατάχρηση νόμιμων ουσιών, η διαχείριση δύσκολων καταστάσεων με λειτουργικό τρόπο τους καθιστά πολύ ισχυρά θετικά πρότυπα.

Στην ερώτηση που αφορά την αυτονομία του εφήβου, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα, αλλά και τις ελευθερίες στις επιλογές του, διακρίνουμε τη δυσκολία στους περισσότερους γονείς να εκχωρήσουν ευθύνες φοβούμενοι την αποτυχία, τα λάθη και τις αδυναμίες που θα αντιμετωπίσει το παιδί τους. Ένα μεγάλο μέρος της δυσκολίας των γονιών οφείλεται στη σύγχυση αξιών, που συνδέεται άμεσα με την αντίληψη που έχουν οι γονείς για το ρόλο τους και την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας.

Οι έφηβοι ζουν σ’ ένα κόσμο γεμάτο ερεθίσματα και πολλές επιλογές. Σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, όταν ένα άτομο δέχεται συγχρόνως πολλές ή αντιφατικές πληροφορίες δεν επεξεργάζεται καμιά -ακινητοποιείται. Η ακινητοποίηση αυτή οδηγεί άλλους έφηβους στην αποδοχή μιας «δοτής ταυτότητας» με ένα αίσθημα υποταγής και παθητικότητας και άλλους σε επιθετικότητα. Η επιθετικότητα στρέφεται είτε εναντίον του εαυτού είτε εναντίον των άλλων. Η χρήση ναρκωτικών, ο αλκοολισμός, οι αυτοκτονίες είναι μερικές από τις επιθετικές αυτές ενέργειες (Παπαδιώτη & Αθανασίου, 2000).

Επομένως, θεωρείται πολύ σημαντικό στο στάδιο της εφηβείας οι γονείς να διαμορφώσουν σταθερές αρχές και αξίες που έχουν νόημα για τους ίδιους, να έχουν σαφή όρια, να καθοδηγούν και παράλληλα να δίνουν ελευθερίες στον έφηβο. Έτσι ο έφηβος μπορεί να κρίνει και να επιλέξει τις αξίες του, τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν, να αμφισβητήσει, να δοκιμάσει νέους τρόπους ζωής, να βάλει τους δικούς του στόχους και να βρει το δικό του νόημα για τη ζωή.

Όπως προκύπτει από την παρούσα έρευνα, οι προσδοκίες που έχουν οι γονείς για τα παιδιά τους είναι να είναι ισορροπημένα και να νιώθουν ευχαριστημένα με τα πράγματα που έχουν επιλέξει στη ζωή. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, το σύνολο των γονιών έχει «κρυφά κρυμμένη» την ελπίδα για προσωπική επιτυχία και κοινωνική αναγνώριση των παιδιών τους, που θα προέρχεται από καλές σπουδές και ένα καταξιωμένο επάγγελμα.

Είναι πολύ σημαντικό οι προσδοκίες των γονιών να είναι ρεαλιστικές, όχι παράλογες ούτε χαμηλές, αλλά προσαρμοσμένες στις ικανότητες, τις κλίσεις και τους προσωπικούς στόχους των παιδιών τους.

Στη δομή των οικογενειών που μελετήσαμε στην έρευνα συναντήσαμε την πολυπλοκότητα και τη διαφορετικότητα των ρόλων στις σχέσεις του ζευγαριού της σημερινής οικογένειας. Ανεξάρτητα από τον τύπο και τον ορισμό του κάθε ρόλου (καθορισμένοι, εναλλασσόμενοι, συγκρουσιακοί) αναδύθηκε σε όλες τις οικογένειες η ανάγκη για περισσότερη επικοινωνία, κατανόηση των διαφορετικών προσωπικών αναγκών, επανακαθορισμό των στόχων και των πιστεύω στην πορεία της ζωής τους, φροντίδα και υποστήριξη των συντρόφων μεταξύ τους.

Οι ρόλοι είναι απαραίτητο στην εξέλιξη της ζωής και της οικογένειας να μην είναι στατικοί αλλά να αλλάζουν. Σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση, για την ποιότητα της σχέσης του ζευγαριού ιδιαίτερο ρόλο παίζουν ο βαθμός διαφοροποίησης (αυτονόμησης από τη γονεϊκή οικογένεια) του κάθε γονιού, ο τρόπος που επιλύουν τις συγκρούσεις, ο βαθμός αυτονομίας και συνεξάρτησης, η ανοιχτή επικοινωνία, η οικειότητα, καθώς και η άσκηση ελέγχου και εξουσίας μεταξύ τους (Παπαδιώτη & Αθανασίου, 2000).

Η ανάγκη για αυτονομία μέσα στη σχέση εκδηλώνεται στην έρευνα σε όλους τους τύπους των ρόλων κάθε οικογένειας (αυτονομία στις δραστηριότητες, στον επαγγελματικό χώρο, στον τρόπο έκφρασης, στην επιλογή διασκέδασης). Η εύρεση ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για αυτονομία και στην ανάγκη για συνεξάρτηση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ποιότητα της σχέσης των δύο συντρόφων.

Ως προς το βαθμό ικανοποίησης των γονιών από τη ζωή τους τα αποτελέσματα δείχνουν πως οι γονείς είναι ικανοποιημένοι και παίρνουν αναγνώριση από τη δουλειά, την οικογένεια, τις προσωπικές και φιλικές τους σχέσεις. Εδώ επισημαίνεται διαφορά στην πηγή ικανοποίησης μεταξύ αντρών και γυναικών. Η επιτυχία στον επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο εξακολουθεί για τον άντρα να αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ψυχικής του ισορροπίας. Η οικογένεια δηλώνεται σαν δεύτερος παράγοντας ικανοποίησης, ενώ ο άντρας δηλώνει συγχρόνως την ανάγκη για συνύπαρξη και συναισθηματική επαφή με τη σύντροφο και τα παιδιά.

Για τη γυναίκα βασικό στοιχείο προσωπικής ανάπτυξης παραμένει το μεγάλωμα των παιδιών και η προσφορά της στην οικογένεια. Είναι ιδιαίτερα σημαντική όμως για την ίδια η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η επιβεβαίωση που παίρνει μέσα από την εργασία και την κοινωνική της δραστηριότητα. Η εργαζόμενη γυναίκα βιώνει αρκετές φορές έντονη κούραση και στρες από το διπλό ρόλο των ίσων υποχρεώσεών της (στη δουλειά και στο σπίτι).

Η συνεργατική υποστηρικτική σχέση των συζύγων και η μεγαλύτερη εμπλοκή του πατέρα στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών αποτελεί ένα λειτουργικό μέσο επιβίωσης της σημερινής οικογένειας.

Αξιολογώντας το τρόπο με τον οποίο οι γονείς επιλύουν τις συγκρούσεις με τα παιδιά τους, φαίνεται ότι οι περισσότεροι γονείς στη παρούσα μελέτη επιλέγουν το διάλογο αφού έχουν βάλει όμως πρώτοι τα όρια και τους κανόνες.

Για να μπορέσει ο έφηβος να αποκτήσει αυτονομία, είναι σημαντικό να συγκρουστεί με «δυνατούς» γονείς. Ένας «δυνατός» πατέρας και μια «δυνατή» μητέρα δεν κινδυνεύουν να καταρρεύσουν αν τους ανταγωνιστεί το παιδί τους. Στην περίοδο αυτή της διαμόρφωσης της αυτονομίας του ο έφηβος κινείται ανάμεσα στην ανάγκη για ανεξαρτησία και στην ανάγκη για καθοδήγηση. Ο Winnicott et.al. (1986)αναφέρει ότι οι δυσκολίες που έχουν οι γονείς με τους έφηβους πηγάζουν από το μέρος του εαυτού τους που βρίσκεται ακόμη στην εφηβεία. Αυτό το ανεπεξέργαστο κομμάτι «πιέζει», χρησιμοποιώντας την εξουσία αντί να την αντιπροσωπεύει και παίρνει λανθασμένες αποφάσεις. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, ο γονιός αντί να δώσει χώρο στον έφηβο να αποκτήσει την αυτονομία του, εγκλωβίζεται στον φαύλο κύκλο της άσκησης εξουσίας από τον ίδιο και της αντίδρασης από τον έφηβο.

Τα πορίσματα και οι προτάσεις αυτής της έρευνας οδηγούν στην ενίσχυση των προγραμμάτων πρόληψης στον εφηβικό πληθυσμό σχετικά με τους σημαντι­κούς προγνωστικούς παράγοντες της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγγέλου M. (2001). «Η σχέση ανάμεσα στη διαμόρφωση της ταυτότητας ενός νέου και στη χρήση ουσιών», Ανακοίνωση στο 8ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Θεραπευτικών Κοινοτήτων στη Βαρσοβία, υπό δημοσίευση.

Δέγλερης Ν. (1987). «Αλλαγή στη Δομή της Ελληνικής Οικογένειας και κατάχρηση Ναρκωτικών», Τετράδια Ψυχιατρικής.

Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας (1988). Η παρούσα κατάσταση της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στην Ελλάδα. Ευρήματα από 3 έρευνες μέσα στο 1998.

Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. – ΚΕ.Θ.Ε.Α. (2000). Εγχειρίδιο για την Ψυχική Υγεία Διαπρο­σω­πικές Σχέσεις 11-14 ετών Συζητήσεις Γονέων.

Καλαρρύτης Γ. (1995). «Απαντήσεις στο πρόβλημα της χρήσης ουσιών από εφήβους στην Ελλάδα». 2ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την αποκατάσταση και την πολιτική σε θέματα ναρκωτικών.

Κατάκη Χ. (1984). Οι τρεις ταυτότητες της ελληνικής οικογένειας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα.

ΚΕ.Θ.Ε.Α., Τομέας Έρευνας (1999). «Κοινωνιοδημογραφικά χαρακτηριστικά και συνθήκες χρήσης των ατόμων που απευθύνθηκαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα του ΚΕ.Θ.Ε.Α.  από το 1995 έως το 1999. Διαχρονική Μελέτη».

Κοκκέβη A. et al. (1988). «Διερεύνηση ψυχοκοινωνικών αναγκών εφήβων μαθητών και η σημασία τους στην ανάπτυξη προγράμματος για την πρόληψη της χρήσης ουσιών», Ψυχολογικά Θέματα, τόμος Ι, τεύχος 1.

Kokkevi A., Stefanis C. (1988). «Parental Rearing Patterns and Drug Abuse», Acta Psychiatrica Scandivanica, τ. 78.

Κυριαζή Ν. (1999). Η Κοινωνιολογική Έρευνα Κριτική Επισκόπηση των Μεθόδων και των Τεχνικών, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Laufer M. (1995). The Suicidal Adolescent, London: Karmak Books.

Lawrence M. et al. (1997). Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας, εκδ. Έκφραση, Αθήνα.

Μάτσα Κ. (2001). Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα.

Μάτσα Κ. (1997). «Εφηβεία και ουσίες: Έλλειμμα κοινωνικοποίησης ή τεχνητός πολλαπλασιασμός της ατομικότητας», Τετράδια Ψυχιατρικής, τ. 57.

Μπατσαλιάς Κ. (1994). «Ο Ρόλος της Οικογένειας στην Πρόληψη της Εξάρτησης Ουσιών», Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών, Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

McLellan A.T. (1997). Treatment Research Institute Methods Manual: Current Procedures for the Evaluation of Behavioral Interventions, version 1.0, No 202-36-9797.

Παπαδιώτη-Αθανασίου Β. (2000). Οικογένεια και όρια. Συστημική προσέγγι­ση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Satir V. (1988). Πλάθοντας Ανθρώπους, εκδ. Κέδρος, Αθήνα.

ΣΤΡΟΦΗ – ΠΛΕΥΣΗ (2000). Διαχρονική μελέτη των χαρακτηριστικών των εφήβων χρηστών ψυχοτρόπων ουσιών που προσέγγισαν τα δίκτυα ΣΤΡΟΦΗ και ΠΛΕΥΣΗ (1996-2000). Τμήμα Έρευνας των Θεραπευτικών Προγραμμά­των.

Φαρσεδάκης Ι. & Συλίκος Ι. (1996). Ναρκωτικά: Νομική και Εγκληματολο­γική Διάσταση στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Winnicott D. et al. (1986). Adolescent immaturity. Home is where we start from, Norton, N.Y.

Χριστοφόρου Α. (2001). «Ο Εκπαιδευτικός και το πρόβλημα της εξάρτησης των εφήβων», Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Print Friendly, PDF & Email