Έκθεση μαθητών προεφηβικής ηλικίας σε ουσίες*

 

James McIntosh, Maria Gannon, Neil McKeganey, Fiona MacDonald.

 

Μετάφραση Αλεξάνδρα Τζάλα

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στόχοι: Η περιγραφή της φύσης και του βαθμού έκθεσης ενός δείγματος παιδιών προεφηβικής ηλικίας σε ουσίες και η εξέταση κάποιων από τους παράγοντες που μπορεί να σχετίζονται με αυτήν.

Συμμετέχοντες και σχεδιασμός:  Στην έρευνα συμμετείχαν 1.202 παιδιά ηλικίας 10 με 12 ετών και βασίστηκε σε ένα ερωτηματολόγιο που δόθηκε σε σχολεία υπό συνθήκες παρόμοιες με αυτές των εξετάσεων.

Ευρήματα: Το ένα τρίτο των παιδιών ανέφερε ότι έχει εκτεθεί σε ουσίες με την έννοια είτε του να έχει βρεθεί σε καταστάσεις όπου γινόταν χρήση, είτε ότι εκεί τους είχαν προσφερθεί ουσίες.  Παρόλο που η πιο συνηθισμένη ουσία στην οποία έχουν εκτεθεί είναι η κάνναβη, ένας σημαντικός αριθμός αυτών έχει επίσης εκτεθεί και σε περισσότερο επικίνδυνες ουσίες.  Οι παράγοντες που συνδέονταν πιο συχνά με την έκθεση ήταν η χρήση ουσιών από φίλους ή μέλη της οικογένειας, η συναναστροφή με ομότιμους που εμπλέκονται σε αντικοινωνικές δραστηριότητες , η εμπλοκή του ίδιου του παιδιού σε προβλήματα συμπεριφοράς και η τακτική κατανάλωση αλκοόλ.  H πιθανότητα προσφοράς ουσιών ήταν σημαντικά αυξημένη στα αγόρια και στα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας.

Συμπεράσματα: Ένα μεγάλο ποσοστό μικρών παιδιών εκτίθεται σε παράνομες ουσίες πρωταρχικά, μέσα από τη χρήση ουσιών που γίνεται από τα μέλη της οικογένειας και τους ομότιμους.  Υπάρχει ένας στενός συσχετισμός με την αντικοινωνική συμπεριφορά.  Η απόπειρα επιρροής αυτής της έκθεσης αποτελεί πρόκληση, αλλά μπορεί να αποτελέσει και μέσο για τη μείωση της χρήσης ουσιών στην εφηβεία.

Λέξεις κλειδιά:  Ουσίες, παιδιά, έκθεση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Υπάρχει συνεχής ανησυχία στους υπεύθυνους αγωγής υγείας και σε άλλους όσον αφορά τη μείωση του μέσου όρου ηλικίας κατά την οποία οι νέοι άνθρωποι ξεκινούν τη χρήση παράνομων ουσιών. Για παράδειγμα, μια πρόσφατη έρευνα των Mc.Keganey και Norrie (1999) βρήκε πως ένα στα δέκα (11,2%) παιδιά, από ένα δείγμα 930 εντεκάχρονων και δωδεκάχρονων παιδιών στη Σκωτία, έχει ξεκινήσει κάποιο είδος παράνομης χρήσης ουσιών. Ωστόσο, παρά την ανησυχία αυτή, γνωρίζουμε πολύ λίγα ως προς τη φύση και το μέγεθος της χρήσης ουσιών σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας ή την ανάγκη τους για ενημέρωση σε σχέση με τις ουσίες.

Αυτό το άρθρο βασίζεται σε μια έρευνα που επιδιώκει να τονίσει το κενό στις γνώσεις μας για τη φύση και το μέγεθος της νόμιμης και παράνομης χρήσης ουσιών σ’ έναν πληθυσμό παιδιών ηλικίας 10-12 ετών.  Η έρευνα αποτελείται από διάφορα μέρη: μια έρευνα με παιδιά 10-12 χρονών στη Γλασκώβη, συνεντεύξεις με παιδιά που έχουν ξεκινήσει τη παράνομη χρήση ουσιών, και συνεντεύξεις με παιδιά που έχουν εκτεθεί σε παράνομες ουσίες αλλά δεν έχουν  ξεκινήσει τη χρήση.  Έχουμε αναφέρει αλλού την επικράτηση της χρήσης ουσιών στο δείγμα μας και το ρόλο των ποικίλων παραγόντων που φαίνεται να σχετίζονται με τη νόμιμη και παράνομη χρήση ουσιών αυτής της ηλικιακής ομάδας (McKegeney κ.ά. 2003).  Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα της έρευνας με μαθητές στη Γλασκώβη, καθώς αυτά σχετίζονται με το φαινόμενο της έκθεσης των παιδιών σε ουσίες.  Περιγράφουμε τη φύση και το βαθμό αυτής της έκθεσης και ανακαλύπτουμε τρόπους με τους οποίους αυτή συνδέεται με ένα φάσμα δημογραφικών και κοινωνικών παραγόντων.

Παρόλο που έχουμε κάποιες γνώσεις ως προς το βαθμό της χρήσης ουσιών σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα σχετικά με το βαθμό της έκθεσής τους σε ουσίες, σε τι εκτίθενται και ποιοι βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο.  Μολονότι η έκθεση σε ουσίες σαφώς δεν είναι τόσο επικίνδυνη όσο η χρήση τους, ωστόσο η επαφή με παράνομες ουσίες σε νεαρή ηλικία αποτελεί σοβαρό γεγονός, αφού εκθέτει το παιδί σε μεγάλο κίνδυνο.  Είναι εμφανές ότι χωρίς την έκθεση δε μπορεί να υπάρξει χρήση ουσιών και, γι’ αυτό και μόνο το λόγο, η κατανόηση της δυναμικής και των συσχετισμών της έκθεσης σε ουσίες είναι πιθανό να έχει μεγάλη σημασία για τον τομέα της πρόληψης.

ΔΕΙΓΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

H έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2000 σε 34 δημοτικά και γυμνάσια της Γλασκώβης και περιέλαβε 1.222 μαθητές.  Τα σχολεία επιλέχτηκαν με βάση την παροχή δωρεάν σχολικών γευμάτων με τέτοιον τρόπο, ώστε να αντανακλούν τα κοινωνιοδημογραφικά της πόλης [1].  Τρεις μαθητές δεν δήλωσαν την ηλικία τους και 8 επιπλέον δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στην έρευνα, καθώς κατά τη διάρκεια της έρευνας ήταν εννέα και δεκατριών χρόνων.  Επίσης, αποκλείστηκαν από το δείγμα τέσσερις μαθητές που δε μπόρεσαν να απαντήσουν σε καμία από τις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου καθώς και πέντε που δήλωσαν πως κάνουν χρήση μιας ανύπαρκτης ουσίας με το όνομα, «nariam».  Το μέγεθος του τελικού δείγματος ήταν 1.202 παιδιά που αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% των παιδιών ηλικίας από 10 μέχρι 12 χρόνων σε δημοτικά σχολεία της Γλασκώβης.  Από τα παιδιά αυτά, 149 ήταν 10 χρονών κατά τη διάρκεια της έρευνας, 655 ήταν 11χρονών και 398 ήταν 12 χρονών.  Ο μέσος όρος ηλικίας των μαθητών ήταν 11,2 χρόνια.

Για τη συμμετοχή στην έρευνα δόθηκε η τυπική συγκατάθεση από γονείς, δασκάλους και μαθητές.  Τονίστηκε σε όλους όσοι συμμετείχαν στην έρευνα ότι, σε καμία περίπτωση δεν θα αποκαλύπτονταν τα στοιχεία των σχολείων ή των ατόμων και ότι θα τηρούνταν καθ’ όλη τη διάρκεια το απόρρητο των απαντήσεων του ερωτηματολογίου που δόθηκαν από τα παιδιά.  Κανένα από τα παιδιά που προσεγγίστηκαν δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει και κανένας από τους γονείς δεν αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του.  Ζητήθηκε από όλα τα παιδιά, που ήταν παρόντα στα σχολεία που συμμετείχαν την ημέρα συλλογής των στοιχείων, να συμπληρώσουν ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο κάτω από συνθήκες τύπου εξετάσεων.  Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων έγινε υπό την επιτήρηση μιας ομάδας που είχε εκπαιδευτεί στη συλλογή στοιχείων με το δάσκαλο της τάξης να μην βρίσκεται μέσα στην αίθουσα, αλλά να βρίσκεται μέσα στο σχολείο.  Δεκαοχτώ μαθητές απουσίαζαν (1,9%) από το σχολείο την ημέρα συλλογής των στοιχείων.

Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με SPSS. Για τις συσχετίσεις δύο μεταβλητών, η συνολική μέτρηση της συσχέτισης έγινε μέσω του ποσοστού πιθανοτήτων των τεστ χ2 [2].  Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάλυση πολλαπλής συσχέτισης θα περιγραφούν αργότερα.

ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ

Ξεκινάμε αυτήν την ενότητα εξετάζοντας το μέγεθος της έκθεσης των παιδιών του δείγματός μας, τη μορφή εκδήλωσης αυτής της έκθεσης και το είδος των ουσιών στα οποία ήταν εκτεθειμένα.  Ο πίνακας 1 δείχνει πως περίπου το ένα τρίτο (32,9%) των μαθητών, που πήραν μέρος στην έρευνα, ανέφερε ότι είχε εκτεθεί σε ουσίες σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή [3].  Το μέγεθος της έκθεσης μετρήθηκε εξετάζοντας αυτούς που ανέφεραν ότι είχαν βρεθεί σε καταστάσεις όπου άλλα άτομα έκαναν χρήση ουσιών, με αυτούς στους οποίους είχε γίνει προσφορά ουσιών.

Πίνακας 1: Βαθμός Έκθεσης σε ουσίες

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση
Ναι 368 (30.6) 174 (14.5) 395 (32.9)
Όχι 834 (69.4) 1028 (85.5) 807 (67.1)
Σύνολο 1202 1202 1202

 

Ωστόσο, η έκθεση στη χρήση ουσιών και η προσφορά ουσιών είναι δυο πολύ διαφορετικά πράγματα.  Η προσφορά ουσιών αποτελεί πρόκληση για το νέο άνθρωπο ως προς το να πάρει μια απόφαση.  Αν αυτός αποφασίσει να αρνηθεί την προσφορά, θα πρέπει να το κάνει με πολύ αποτελεσματικό τρόπο και άρα να μπορεί να αιτιολογήσει την απόφασή του.  Η προσφορά ουσιών μπορεί επίσης να συνοδεύεται από πιέσεις των άλλων ώστε να «ενθαρρύνουν» το άτομο στη χρήση.  Τέτοιου είδους «ενθάρρυνση» μπορεί να πάρει τη μορφή του χλευασμού ή του εκφοβισμού ή απλώς την επιθυμία από τη μεριά του ατόμου να συμμορφωθεί με την ομάδα (Oetting and Beauvais 1986; Coggans and McKellar 1994).  Οποιαδήποτε μορφή και να πάρει, ο κίνδυνος της χρήσης για το νεαρό άτομο είναι σαφώς αυξημένος σε περιπτώσεις που του γίνεται προσφορά ουσιών.  Συνεπώς, είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι ένας στους 7 (14,5%) μαθητές στην έρευνά μας ισχυρίστηκε πως του είχε γίνει προσφορά ουσιών σε κάποια δεδομένη στιγμή.

Μολονότι μπορεί να θεωρείται λιγότερο σοβαρό, να είναι τα παιδιά παρόντα σε καταστάσεις όπου γίνεται χρήση σε σχέση με το να τους προσφέρονται ουσίες, ωστόσο είναι εξίσου ανεπιθύμητο.  Τέτοιου είδους έκθεση παρέχει την ευκαιρία σε ένα νεαρό άτομο γεμάτο περιέργεια να ικανοποιήσει την περιέργειά του και δημιουργεί επίσης ένα πλαίσιο στο οποίο ενισχύεται η προσφορά ουσιών.  Από τους 368 μαθητές που βρέθηκαν σε καταστάσεις χρήσης ουσιών, στους 148 (40%) προσφέρθηκαν ουσίες.

Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ

Σχετικά με τις μεμονωμένες ουσίες, η πιο κοινή ουσία στην οποία είχαν εκτεθεί τα μέλη του δείγματός μας ήταν η κάνναβη με περίπου το ένα τέταρτο (22,9%) από αυτά να δηλώνει πως έχει βρεθεί σε καταστάσεις όπου γινόταν χρήση κάνναβης (Πίνακας 2).  Παρ’ όλο που οι αναλογίες είναι μικρότερες για τις άλλες ουσίες, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών στην έρευνα 10 έως 12 χρονών δήλωσε πως έχει παραστεί σε καταστάσεις όπου γινόταν χρήση ηρωίνης (9,0%), αμφεταμινών (6,7%), κοκαΐνης (6,7%) και ecstasy (6,5%).  Αυτά τα ποσοστά αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο αριθμό παιδιών.  Για παράδειγμα, δείχνουν πως σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, οι 90 στους 1.000 μαθητές θα εκτεθούν στη χρήση ηρωίνης.  Όπως δείχνει ο Πίνακας 2, τα ποσοστά των παιδιών που ανέφεραν πως τους έχει γίνει προσφορά μεμονωμένων ουσιών είναι σημαντικά χαμηλότερα από αυτά που ανέφεραν ότι έχουν εκτεθεί σε ουσίες.  Μολονότι ένα στα 10 (10,4%) παιδιά ανέφερε πως του έχει προσφερθεί κάνναβη, τα ποσοστά ήταν πολύ χαμηλότερα για την προσφορά ecstasy (2,8%), ηρωίνης (2,4%), αμφεταμινών (2,1%) και κοκαΐνης (1,7%).  Ωστόσο, παρόλο που τα ποσοστά είναι μικρά, ο αριθμός των παιδιών που αντιπροσωπεύουν αυτά τα στοιχεία, είναι πολύ σημαντικός για αυτήν την ηλικιακή ομάδα.  Για παράδειγμα, με βάση τα ποσοστά στον Πίνακα 2 θα προσφερθεί ηρωίνη σε 24 από τα 1.000 παιδιά ηλικίας 10 –12 ετών και κοκαΐνη σε 17.  Σε ένα σημαντικό αριθμό θα έχουν επίσης προσφερθεί αμφεταμίνες (21), ecstasy (28), LSD (20) και temazepam (13).

Ως ένα επιπλέον μέσο μέτρησης της παρουσίας και της διαθεσιμότητας των ουσιών στο περιβάλλον, ρωτήσαμε τα παιδιά στο δείγμα μας πόσο εύκολο θεωρούσαν ότι θα ήταν να αποκτήσουν συγκεκριμένες ουσίες.  Η στήλη 4 στον Πίνακα 2 δείχνει το ποσοστό των απαντήσεων που λένε ότι θα τους ήταν «πολύ εύκολο» ή «αρκετά εύκολο» να το κάνουν αυτό.  Περίπου ένα στα 9 (10,8%) παιδιά ανέφερε πως θα του ήταν εύκολο να βρει κάνναβη, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό επίσης ανέφερε ότι θα του ήταν εύκολο να προμηθευτεί ηρωίνη (4,9%) και ecstasy (4,5%).

 

Πίνακας 2: Έκθεση σε ουσίες και διαθεσιμότητα μεμονωμένων ουσιών

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση Εύκολη πρόσβαση
Διαλυτικά 128 (10.6) 51 (4.2) 142 (11.8) 86 (7.6)
Κάνναβη 275 (22.9) 125 (10.4) 301 (25.0) 125 (10.8)
Παραισθησιογόνα μανιτάρια 40 (3.3) 15 (1.2) 45 (3.7) 35 (3.0)
Aμφεταμίνες 80 (6.7) 25 (2.1) 91 (7.6) 43 (3.7)
LSD 54 (4.5) 24 (2.0) 61 (5.1) 39 (3.4)
Ecstasy 78 (6.5) 34 (2.8) 90 (7.5) 52 (4.5)
Temgesic 14 (1.2) 3 (0.3) 16 (1.3) 21 (1.8)
Κοκαΐνη 81 (6.7) 20 (1.7) 85 (7.1) 47 (4.1)
Ηρωίνη 108 (9.0) 29 (2.4) 113 (9.4) 57 (4.9)
Temazepam 49 (4.1) 16 (1.3) 55 (4.6) 40 (3.5)
Άλλα 29 (2.4) 13 (1.1) 33 (2.7) 16 (1.5)

 

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ

Ο Πίνακας 3 παριστάνει τη σχέση της έκθεσης με την ηλικία των μαθητών, το φύλο και τη δομή της οικογένειας.  Ο Πίνακας δείχνει ότι τα αγόρια και οι μεγαλύτεροι μαθητές είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες έκθεσης σε ουσίες και σε προσφορά ουσιών.  Ο Πίνακας 3 επίσης σκιαγραφεί τη σχέση μεταξύ της έκθεσης και της δομής στην οικογένεια του παιδιού.  Συγκεκριμένα, κάνει σύγκριση των παιδιών που ζουν με τους βιολογικούς τους γονείς με αυτά που ζουν είτε σε οικογένειες με ένα γονιό, είτε σε ανάδοχες οικογένειες.  Από τον ίδιο πίνακα φαίνεται ότι αυτά που ζουν και με τους δύο φυσικούς γονείς έχουν σημαντικά μικρότερες πιθανότητες έκθεσης σε ουσίες από αυτά στις άλλες δυο κατηγορίες οικογενειών.

Πίνακας 3: Έκθεση σε ουσίες και Δημογραφικοί παράγοντες

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση Σύνολο
Φύλο
Άνδρας 213 (36.7) 110 (19.0) 227 (39.1) 580
Γυναίκα 149 (26.1) 60 (10.5) 161 (28.2) 571
Ηλικία
10 33 (22.8)* 11 (7.6) 36 (24.8) 145
11 190 (29.9) 71 (11.2) 198 (31.2) 635
12 144 (37.0) 91 (23.4) 161 (41.4) 389

Οικογενειακή δομή

Βιολογικοί γονείς 197 (27.0) 92 (12.6)** 212 (29.1) 729
Ανάδοχοι γονείς 50 (41.0) 25 (20.5) 54 (44.3) 122
Ένας γονιός 112 (37.3) 51 (17.0) 121 (40.3) 300

* – p< 0.01

** – p< 0.05

Σημείωση – όλοι οι δημογραφικοί παράγοντες συσχετίζονται με την έκθεση σε ουσίες με επίπεδο σημαντικότητας p<0.001.

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

Ένας αριθμός ερευνών δείχνει πως υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της χρήσης ουσιών και συγκεκριμένων χαρακτηριστικών συμπεριφοράς στα νεαρά άτομα.  Για παράδειγμα, η χρήση ουσιών σε αυτήν την ομάδα έχει φανεί πως σχετίζεται με το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και μια σειρά προβλημάτων συμπεριφοράς (Jessor και Jessor 1977; Lavelle κ.ά. 1993; Plant 1994; Miller και Plant 1996; Weinberg κ.ά. 1998).  Σε αυτήν την ενότητα θα εξετάσουμε εάν υπάρχουν κοινοί τρόποι έκθεσης σε ουσίες.

Ο Πίνακας 4 υποδεικνύει ότι υπάρχει ισχυρή σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα και στην τακτική χρήση αλκοόλ, η οποία ορίζεται από αυτούς που αναφέρουν ότι καταναλώνουν αλκοόλ τουλάχιστον μια φορά το μήνα και την έκθεση σε ουσίες.  Για παράδειγμα, οι τακτικοί χρήστες αλκοόλ είχαν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ότι τους έχει γίνει προσφορά ουσιών σε σχέση με αυτούς που δεν κατανάλωναν τακτικά αλκοόλ.

Ο Πίνακας 4 επίσης περιγράφει στο δείγμα μας τη σχέση ανάμεσα στην έκθεση των παιδιών σε ουσίες και την εμπλοκή τους σε ποικίλα προβλήματα συμπεριφοράς [4].  Από αυτόν φαίνεται ότι, υπάρχει μια ισχυρή, στατιστικά σημαντική σχέση του βαθμού εμπλοκής των παιδιών σε προβλήματα συμπεριφοράς με την έκθεση τους σε ουσίες.  Περισσότερο εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως, οι μαθητές με μεγάλη εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς είχαν 12 φορές περισσότερες πιθανότητες να δεχτούν προσφορά ουσιών από αυτούς που είχαν μικρή εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς.

Πίνακας 4: Έκθεση σε ουσίες και συμπεριφορικοί παράγοντες

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών

Συνολική έκθεση

Σύνολο
Αλκοόλ (τουλάχιστον μια φορά το μήνα)        
Ναι 43 (75.4) 35 (61.4) 45 (78.9) 57
Όχι 322 (29.2) 136 (12.4) 347 (31.5) 1101
Κάπνισμα (τουλάχιστον μια φορά το μήνα)        
Ναι 15 (71.4) 13 (61.9) 15 (71.4) 21
Όχι 341 (30.3) 155 (13.8) 368 (32.7) 1125
Προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών        
Κανένα 105 (16.3) 25 (3.9) 114 (17.7) 643
Λίγα 162 (42.1) 83 (21.6) 176 (45.7) 385
Πολλά 100 (71.4) 65 (46.4) 105 (75.0) 140

Σημείωση – όλοι οι παράγοντες συσχετίζονται με την έκθεση σε ουσίες με επίπεδο σημαντικότητας p<0.001.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Ο Πίνακας 5 αναπαριστά τη σχέση ανάμεσα στην έκθεση και σε δυο πλευρές του περιβάλλοντος των παιδιών, για την οποία παλιότερη έρευνα έχει δείξει πως είναι στενά συνδεδεμένες με τη χρήση ουσιών (Hawkins κ.ά. 1992; Brook κ.ά. 1992).  Αυτές οι μεταβλητές είναι 1) η διαβίωση σε υποβαθμισμένη περιοχή και  2) ένα μέλος της οικογένειας να έχει κάνει χρήση ουσιών.  Ο Πίνακας 5 δείχνει ότι, ενώ υπάρχει μια στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της υποβάθμισης και της παιδικής έκθεσης σε καταστάσεις, όπου γίνεται χρήση ουσιών, η σχέση ανάμεσα στην υποβάθμιση [5] και την προσφορά ουσιών δεν είναι σημαντική.

 

Πίνακας 5: Έκθεση σε ουσίες και περιβαλλοντικοί παράγοντες

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση Σύνολο
Χρήση ουσιών στην οικογένεια        
Ναι 134 (70.9) 63 (33.3) 140 (74.1) 189
Οχι 208 (22.4) 94 (10.1) 229 (24.7) 928
Υποβαθμισμένη περιοχή        
Ναι 276 (34.9)* 125 (15.8) n.s. 294 (37.2)* 790
Οχι 83 (24.3) 41 (12.0) 92 (26.9) 342

n.s. – μη σημαντικό

* – p< 0.01

Σημείωση – Η χρήση ουσιών στην οικογένεια συσχετίζονται με την έκθεση σε ουσίες με επίπεδο σημαντικότητας p<0.001.

 

Αντίθετα, η χρήση ουσιών από μέλη της οικογένειας σχετίζεται στενά με την έκθεση του παιδιού σε χώρους όπου γίνεται χρήση καθώς και με την πιθανότητα της προσφοράς ουσιών.  Οι μαθητές ρωτήθηκαν: «Έχει κανείς από την οικογένειά σας πάρει ποτέ ναρκωτικά;».  Ένα σύνολο από 189 (16,9%) παιδιά αποκρίθηκαν καταφατικά.  Τα παιδιά από οικογένειες όπου κάποιος έκανε χρήση ουσιών, είχαν περίπου τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να βρεθούν σε συνθήκες όπου γινόταν χρήση ουσιών ή να τους έχουν προσφερθεί ουσίες, σε αντίθεση με τα παιδιά από οικογένειες στις οποίες δε γινόταν χρήση.  Αυτό όμως που δε μας δείχνουν τα δεδομένα της έρευνας είναι, αν ο βαθμός της έκθεσης ή/και της προσφοράς ουσιών σε παιδιά που ζουν σε οικογένειες όπου γίνεται χρήση, έρχεται άμεσα από τα μέλη της οικογένειας ή οφείλεται σε άλλους λόγους.  Είναι πιθανόν η ερμηνεία για αυτόν το συσχετισμό να περιλαμβάνει και τις δυο αυτές διαδικασίες.

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

Ένας αριθμός από έρευνες έχει δείξει τη σημασία των ομότιμων σε σχέση με την έναρξη της χρήσης ουσιών στα νεαρά άτομα (Hawkins κ.ά. 1992; Coggans και McKellar 1994; De Wit κ.ά. 1995; Reed και Rowntree 1997; Farell και White 1998).  Παρόλο που υπάρχει έντονη διαμάχη σε σχέση με το αν ο συσχετισμός αυτός είναι προϊόν της «πίεσης» που ασκούν οι ομότιμοι ή της επιλογής των ομότιμων, το πιο πιθανόν είναι να λειτουργούν και οι δυο διαδικασίες.  Εν συντομία, κάποια νεαρά άτομα μπορεί να ενθαρρύνονται από φίλους να πειραματιστούν με ουσίες, ενώ άλλα μπορεί να επιλέξουν τους φίλους τους εν μέρει λόγω της ανάμειξης τους με τις ουσίες (Cohen 1977, Shepherd κ.ά., 1985; Coggans και McKellar 1994; Bauman και Ennett 1996, Hart και Hunt 1997).  Ωστόσο αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι, οι νέοι που κάνουν χρήση ουσιών είναι πολύ πιο πιθανόν να δηλώνουν πως έχουν φίλους που κάνουν χρήση ουσιών ( Elliot et al 1985, Kandel κ.ά. 1986, Hawkins κ.ά.1992, Reed και Rowntree 1997, Farrell and White 1998).  Γνωρίζουμε επίσης πως οι φίλοι των χρηστών μικρής ηλικίας έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμπλέκονται σε μια σειρά από προβλήματα συμπεριφοράς (Weinberg κ.ά. 1998).  Σε αυτή την ενότητα, διερευνούμε τη σχέση ανάμεσα στην έκθεση του δείγματός μας σε ουσίες και κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των φίλων τους.

Ο Πίνακας 6 δείχνει, ίσως χωρίς να μας προκαλεί έκπληξη, ότι υπάρχει μια ισχυρή σχέση ανάμεσα στη χρήση ουσιών από φίλους, που ορίζεται ως η χρήση τουλάχιστον μια φορά το μήνα, και στο βαθμό στον οποίο τα παιδιά του δείγματος μας εκτίθενται σε ουσίες.  Αυτός ο πίνακας εξετάζει τη σχέση της έκθεσης με την εμπλοκή των φίλων σε προβλήματα συμπεριφοράς [6]. Ο πίνακας δείχνει ότι, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός στον οποίο οι φίλοι εμπλέκονταν σε προβλήματα συμπεριφοράς, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να βρίσκονται τα παιδιά σε χώρους όπου γίνεται χρήση και προσφορά ουσιών.  Είναι επίσης συγκλονιστικό ότι, ακόμα και η μικρή εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς από τη μεριά των φίλων προβλέπει έναν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο έκθεσης των μαθητών σε ουσίες.

Πίνακας 6: Έκθεση σε ουσίες και Φίλοι

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση Σύνολο
Προβληματική συμπεριφορά των φίλων
Καμία 110 (16.9) 31 (4.8) 120 (18.5) 650
Χαμηλή 128 (41.7) 64 (20.8) 141 (45.9) 307
Υψηλή 126 (63.3) 76 (38.2) 131 (65.8) 199
Η πλειοψηφία των φίλων είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία
Ναι 63 (47.7) 34 (25.8) 68 (51.5) 132
Όχι 293 (28.8) 133 (13.1) 316 (31.1) 1017
Χρήση ουσιών από φίλους        
Ναι 79 (67.5) 62 (53.0) 83 (70.9) 117
Όχι 285 (26.6) 109 (10.2) 309 (28.9) 1071

Σημείωση- όλοι οι παράγοντες συσχετίζονται με την έκθεση σε ουσίες με επίπεδο σημαντικότητας p<0.001.

 

Παρόλο που δεν είναι δυνατό να καθορίσουμε με βάση τα δεδομένα μας αν οι φίλοι του δείγματός μας αποτελούν πηγή έκθεσης ή προσφοράς, είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι πιθανόν είναι υπεύθυνοι για ένα σημαντικό μερίδιο της.  Αυτό το γεγονός υποστηρίζεται από την ύπαρξη μιας σημαντικής σχέσης ανάμεσα στην εμπλοκή των φίλων σε προβλήματα συμπεριφοράς και στην δική τους αναφορά για εμπλοκή με ουσίες.  Από αυτούς τους φίλους που δήλωσαν πως κάνουν χρήση ουσιών, το 50% παρουσίασε μεγάλη εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς σε σχέση με το 13,1% των φίλων που δεν έκαναν χρήση (p<0.001).

Εξετάσαμε επίσης το βαθμό στον οποίο η συναναστροφή με μεγαλύτερους σε ηλικία φίλους ήταν ενδεικτική για την έκθεση των παιδιών σε ουσίες.  Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία φίλοι ορίστηκαν με βάση την απάντηση «μεγαλύτερος από εμένα» στην ερώτηση «Πόσο χρονών είναι οι περισσότεροι από τους φίλους σου;».  Ο πίνακας 6 δείχνει ότι η πιθανότητα των παιδιών στο δείγμα μας να εκτίθενται σε ουσίες, ή να τους έχει γίνει προσφορά ουσιών ήταν δυο φορές πιο μεγάλη όταν αυτά είχαν φίλους μεγαλύτερης ηλικίας.

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Μέσα στη βιβλιογραφία της χρήσης ουσιών από νεαρά άτομα αναγνωρίζεται ότι η οικογένεια του νέου ατόμου αποτελεί μια σημαντική πηγή κινδύνου και προστασίας απέναντι στις ουσίες.(Hawkins κ.ά., 1992).  Τα παιδιά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμπλοκής με τις ουσίες όταν η οικογένεια χρησιμοποιεί ανεπαρκείς ή ασυνεπείς μεθόδους διαπαιδαγώγησης.  Όπως φαίνεται από μια εκτεταμένη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, ο Hawkins και οι συνάδελφοί του συμπεραίνουν ότι, «o κίνδυνος της χρήσης αυξάνεται όταν οι οικογενειακές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ασαφείς προσδοκίες για τη συμπεριφορά, ανεπάρκεια παρακολούθησης της συμπεριφοράς, λίγες και ασυνεπείς ανταμοιβές για τη θετική συμπεριφορά, και υπερβολικά σκληρές και ασυνεπείς τιμωρίες για τη μη επιθυμητή συμπεριφορές» (1992, σελ.83).  Από την άλλη πλευρά, κάποια οικογενειακά χαρακτηριστικά φαίνεται ότι προσφέρουν ένα μέτρο προστασίας για εμπλοκή των νέων ανθρώπων με ουσίες.  Για παράδειγμα, έχει παρατηρηθεί ότι η ύπαρξη στενής γονικής επίβλεψης στις οικογένειες (Chilcoat και Anthony, 1996) και η ύπαρξη ζεστασιάς, αγάπης και καλής επικοινωνίας ανάμεσα στο γονιό και στο παιδί (Brook κ.ά. 1990) δρουν προστατευτικά με αυτόν τον τρόπο.

Σε αυτήν την ενότητα εξετάζουμε τους τρόπους κατά τους οποίους ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό, ο βαθμός της γονικής επίβλεψης, σχετίζεται με την έκθεση των μαθητών σε ουσίες [7].  Ο Πίνακας 7 δείχνει ότι όσο στενότερη είναι η γονική επίβλεψη, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες για το παιδί να αναφέρει έκθεση σε ουσίες.

Πίνακας 7. Έκθεση σε ουσίες και Γονική Επίβλεψη

  Παρουσία σε καταστάσεις χρήσης ουσιών Προσφορά ουσιών Συνολική έκθεση Σύνολο
Γονική επίβλεψη        
Στενή 174 (24.2) 63(8.8) 188 (26.1) 720
Μέτρια 129 (39.1) 69(20.9) 140 (42.4) 330
Ανεπαρκής 62 (54.9) 40(35.4) 65 (57.5) 113

Σημείωση – η γονική επίβλεψη συσχετίζεται με την έκθεση σε ουσίες με επίπεδο σημαντικότητας p<0.001.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ

Έχοντας περιγράψει τα αποτελέσματα της ανάλυσης των δεδομένων μας από τους συσχετισμούς δυο μεταβλητών, τώρα αναφέρουμε τα αποτελέσματα από την ανάλυση πολλαπλών μεταβλητών με σκοπό να προσδιορίσουμε τη σχετική σημασία των μεμονωμένων μεταβλητών.  Η ανάλυση πολλαπλών μεταβλητών πραγματοποιήθηκε με τη χρήση λογαριθμικής παλινδρόμησης του SPSS (9η έκδοση).  Οι επεξηγηματικές μεταβλητές ταξινομήθηκαν σε τρεις ομάδες, οι οποίες βασίζονταν στον υποθετικό συσχετισμό που είχαν με την έκθεση ουσιών. Αυτές οι ομάδες περιλάμβαναν: δημογραφικές μεταβλητές, οικογενειακές και συμπεριφορικές μεταβλητές, και τέλος, δραστηριότητες που σχετίζονταν με έκθεση.  Στο πρώτο στάδιο της ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο που βασιζόταν στην ομάδα των δημογραφικών μεταβλητών.  Τα αποτελέσματα εξετάστηκαν, έτσι ώστε να φανεί ποιες μεταβλητές συνδέονταν στενότερα με την έκθεση.  Οι μεταβλητές αυτές που έφτασαν σε επίπεδο σημαντικότητας τουλάχιστον το p<0,05 περιλήφθηκαν στο επόμενο στάδιο της ανάλυσης, το οποίο αφορούσε τις οικογενειακές και συμπεριφορικές μεταβλητές.  Καθεμία από τις μεταβλητές που είχαν επίπεδο σημαντικότητας p<0,05 χρησιμοποιήθηκε στο τρίτο στάδιο του μοντέλου, το οποίο βασίζονταν στις δραστηριότητες που σχετίζονται με την έκθεση ουσιών.  Οι τρεις ομάδες των επεξηγηματικών μεταβλητών έχουν ως εξής:

Oμάδα 1– Δημογραφικές μεταβλητές

Αυτή η ομάδα αποτελούνταν από μεταβλητές σε σχέση με την ηλικία και το φύλο του παιδιού, την έκθεση των παιδιών σε υποβαθμισμένο περιβάλλον και το αν ζούσαν με ένα γονιό, με ανάδοχη οικογένεια ή και με τους δυο βιολογικούς γονείς.

Ομάδα 2- Οικογενειακές και συμπεριφορικές μεταβλητές

Αυτή η ομάδα αποτελούνταν από οικογενειακές μεταβλητές σε συνδυασμό με συμπεριφορικές μεταβλητές.  Οι μεταβλητές της συμπεριφοράς περιλάμβαναν τα ακόλουθα: το κάπνισμα τσιγάρου τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, την τακτική κατανάλωση αλκοόλ, τον βαθμό στον οποίο το παιδί και οι φίλοι του εμπλέκονται σε προβλήματα συμπεριφοράς και το αν τα παιδιά είχαν φίλους που ήταν ως επί τω πλείστον μεγαλύτερης ηλικίας.  Ο βαθμός της γονικής επίβλεψης επίσης περιλήφθηκε σε αυτήν την ομάδα.

Ομάδα 3- Δραστηριότητες που σχετίζονται με την έκθεση

Σε αυτήν την ομάδα περιλήφθηκαν δυο μεταβλητές που θεωρήσαμε ότι αιτιολογικά σχετίζονται πιο στενά με την έκθεση σε ουσίες.  Αυτές ήταν η χρήση ουσιών από φίλους και η χρήση ουσιών από τα μέλη της οικογένειας.

Στον Πίνακα 8 συνοψίζεται η σχέση της συνολική έκθεσης των παιδιών (να έχουν βρεθεί σε καταστάσεις όπου γίνονταν χρήση ή/και να τους έχει γίνει προσφορά ουσιών) και τις μεταβλητές και από τις τέσσερις ομάδες.  Στο πρώτο στάδιο και οι τέσσερις μεταβλητές (η ηλικία, η οικογενειακή δομή και ο βαθμός υποβάθμισης) ήταν σημαντικές.  Από αυτές τις τέσσερις μόνο η οικογενειακή δομή παρέμεινε στο μοντέλο που ακολούθησε την εισαγωγή των έξι οικογενειακών και συμπεριφορικών μεταβλητών του σταδίου 2.  Σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης, η γονική επίβλεψη, η συναναστροφή με μεγαλύτερους σε ηλικία φίλους και το κάπνισμα τσιγάρων σε εβδομαδιαία βάση δε κρίθηκαν τόσο σημαντικές.

Στο στάδιο 3, η εμπλοκή των παιδιών ή των φίλων τους σε προβλήματα συμπεριφοράς και η τακτική κατανάλωση αλκοόλ παραμένουν σημαντικοί παράγοντες πρόβλεψης της έκθεσης σε ουσίες.  Οι δυο μεταβλητές της ομάδας 3 – η χρήση ουσιών από φίλους και η χρήση ουσιών από τα μέλη της οικογένειας- είναι επίσης πολύ σημαντικές.

Πίνακας 8: Περίληψη της Ανάλυσης των Σχέσεων Πολλαπλών Παραγόντων

Επίπεδο1 Επίπεδο 2 Επίπεδο 3
Φύλο

p< 0.001

 

 

Ηλικία

p< 0.001

   
Οικογενειακή δομή

p< 0.001

Οικογενειακή δομή

p< 0.05

 
Υποβάθμιση

p< 0.05

   
 

 

 

Προβληματική συμπεριφορά φίλων

p< 0.001

Προβληματική συμπεριφορά φίλων

p< 0.001

 

 

 

Προβλήματα συμπεριφοράς του παιδιού

p< 0.001

Προβλήματα συμπεριφοράς του παιδιού

p< 0.001

  Αλκοόλ τουλάχιστον μια φορά το μήνα

p< 0.001

Αλκοόλ τουλάχιστον μια φορά το μήνα

p< 0.005

    Χρήση ουσιών από φίλους

p< 0.001

    Χρήση ουσιών στην οικογένεια

p< 0.001

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Σε αυτό το άρθρο εξετάστηκε για πρώτη φορά η φύση και ο βαθμός της έκθεσης μαθητών προεφηβικής ηλικίας σε ουσίες και τα είδη των παραγόντων που σχετίζονται με αυτά.  Τα δεδομένα βασίζονται ολοκληρωτικά σε αυτό-αναφορές παιδιών και συνεπώς υπόκεινται σε ένα άγνωστο βαθμό υπερτίμησης ή υποτίμησης των γεγονότων.  Ωστόσο, χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα ένας αριθμός μετρήσεων για την προφύλαξη από τέτοιου είδους αλλοιώσεις.  Πρωτίστως, όλα τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν ανώνυμα και υπό την παρουσία εποπτών, που δε προέρχονταν από το χώρο του σχολείο.  Κατά δεύτερον, τα παιδιά και οι γονείς βεβαιώθηκαν ότι θα τηρούνταν καθ΄ όλη τη διάρκεια το απόρρητο στις απαντήσεις τους και ότι κανένας πέρα από τα μέλη της ερευνητικής ομάδας δε θα είχε πρόσβαση σε αυτό.  Κατά τρίτον, κάθε παιδί που ισχυρίστηκε ότι είχε εκτεθεί στην ανύπαρκτη ουσία, nariam, εξαιρέθηκε από την ανάλυση. Τέλος, δεδομένου ότι η έρευνα είχε εμπιστευτικό χαρακτήρα, οι μαθητές είχαν λίγα να κερδίσουν παραποιώντας τις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο.

 Είναι φανερό ότι, κάθε έκθεση σε ουσίες σε αυτήν την ηλικία είναι ένα σοβαρό θέμα αφού θέτει το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο.  Γι’ αυτόν το λόγο, το γεγονός ότι το ένα τρίτο των παιδιών 10-12 χρονών του δείγματός μας έχουν εκτεθεί σε ουσίες, είναι ανησυχητικό.  Μολονότι, σχεδόν ένα τέταρτο από το δείγμα μας ανέφερε πως έχει εκτεθεί στη χρήση της κάνναβης, ένα σημαντικό ποσοστό έχει επίσης αναφέρει ότι έχει βρεθεί σε καταστάσεις όπου γινόταν χρήση ηρωίνης, αμφεταμινών, ecstasy και κοκαΐνης.  Αυτό που προκαλεί όμως μεγαλύτερη ανησυχία είναι το γεγονός ότι ένας στους 7 μαθητές δήλωσε πως του έχει γίνει προσφορά ουσιών.  Για παράδειγμα, η έρευνα δείχνει ότι για κάθε 1.000 μαθητές ηλικίας 10-12 χρονών στους 104 έχει προσφερθεί κάνναβη, στους 28 έχει προσφερθεί ecstasy, στους 24 ηρωίνη και στους 17 κοκαΐνη.  Αν το εξετάσουμε αυτό σε εθνικό επίπεδο, αυτοί οι αριθμοί δηλώνουν ότι ένα μεγάλο μέρος παιδιών προεφηβικής ηλικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτίθεται σε ουσίες και τους προσφέρονται παράνομες ουσίες.  Αυτό που επίσης θα πρέπει να αποτελέσει πηγή μεγάλης ανησυχίας είναι το γεγονός ότι, κάποιοι από τους μαθητές αυτής της ηλικιακής ομάδας, θεώρησαν πως θα είχαν εύκολη πρόσβαση σε παράνομες ουσίες.  Όπως είδαμε, περίπου 1 στους 9 δήλωσε πως θα του ήταν εύκολο να προμηθευτεί κάνναβη, ενώ περίπου 1 στους 20 ανέφερε πως θα του ήταν εύκολο να προμηθευτεί ηρωίνη.

Με βάση αυτήν την έρευνα φαίνεται ότι οι παράγοντες, που προβλέπουν  την έκθεση παιδιών ηλικίας 10-12 χρονών σε ουσίες, λειτουργούν σε αρκετά διαφορετικά αλλά αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα.  Τα δεδομένα μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο πρωταρχικός κίνδυνος έκθεσης των παιδιών είναι η συναναστροφή με ανθρώπους- πιο συγκεκριμένα με την οικογένεια και με φίλους- των οποίων οι δραστηριότητες, είτε περιλαμβάνουν τη χρήση ουσιών, είτε είναι πιθανό να τα φέρουν σε επαφή με ουσίες.  Το γεγονός ότι, οι νέοι άνθρωποι, που εμπλέκονται σε προβλήματα συμπεριφοράς κάθε είδους, είναι επίσης πιθανό να κάνουν χρήση, είναι ένα άλλο παράδειγμα του τελευταίου (Weinberg, 1998).  Γίνεται σαφές από τα ευρήματα μας ότι, τα παιδιά που δεν είχαν αυτά τα είδη των συσχετισμών που περιγράφτηκαν παραπάνω, είχαν μικρότερες πιθανότητες έκθεσης στη χρήση ουσιών ή στην προσφορά ουσιών.  Κάποιες δραστηριότητες επίσης αυξάνουν τον κίνδυνο έκθεσης και πιο συγκεκριμένα, τον κίνδυνο προσφοράς ουσιών.  Αυτές περιλαμβάνουν την κατανάλωση αλκοόλ και την εμπλοκή των παιδιών σε προβληματική συμπεριφορά.  Ένα στοιχείο του οικογενειακού περιβάλλοντος, η γονική επίβλεψη, βρέθηκε να έχει στενή σχέση με την έκθεση σε ουσίες και με την προσφορά ουσιών.  Είναι πιθανόν αυτός ο παράγοντας να λειτουργεί επηρεάζοντας τη φύση των επαφών που κάνει το παιδί και των δραστηριοτήτων του έξω από το σπίτι.  Τέλος, σε ατομικό επίπεδο βρέθηκε ότι, η ηλικία και το φύλο αποτελούν σημαντικούς παράγοντες πρόβλεψης έκθεσης των παιδιών σε ουσίες.

Πιθανόν είναι εξαιρετικά δύσκολο για τα παιδιά να αποφύγουν την έκθεση σε ουσίες στο περιβάλλον του σπιτιού ή της οικογένειας, με το οποίο έχουν εξοικειωθεί, εφόσον βρίσκονται εκεί παρά τη θέλησή τους και δεν είναι ακόμα σε θέση να δραπετεύσουν από αυτό.  Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως είναι άσκοπη μια παρέμβαση στο σπίτι.  Για παράδειγμα, είναι εμφανές ότι, ολοένα και περισσότερο τα αδέρφια και άλλοι κοντινοί συγγενείς, όπως τα ξαδέρφια, μπορεί να έχουν σημαντικό ρόλο στη μύηση των νέων ανθρώπων σε ουσίες (Brook κ.ά.1988; Merikangas κ.ά. 1992; Hart και Hunt 1997).  Μολονότι έχουμε περιορισμένες γνώσεις για τη φύση και το βαθμό αυτής της επιρροής, ωστόσο θα ήταν χρήσιμο να επιδιώξουμε την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης, τα οποία θα αποσκοπούν στη μείωση αυτής της επίδρασης.

Αναφορικά με τους φίλους τους, οι νέοι άνθρωποι έχουν περισσότερες επιλογές.  Σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατεί μέσα στην οικογένεια, τις περισσότερες φορές είναι εφικτή η λήξης μιας φιλίας.  Επιπλέον, όχι μόνο είναι δυνατό στα παιδιά και στους νέους ανθρώπους να λήξουν μια φιλία, αλλά επίσης έχουν εξ αρχής τη δυνατότητα επιλογής των φίλων τους.  Συνεπώς, είναι σημαντικό αυτές οι αποφάσεις και οι επιλογές να επηρεάζονται με τέτοιους τρόπους, ώστε να μειώνεται η πιθανότητα έκθεσης σε ουσίες.  Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύουμε πως οι γονείς έχουν σημαντικό ρόλο.  Πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη σημαντικότητα της επιλογής των φίλων και πρέπει να ενθαρρύνονται στην άσκηση, όσο το δυνατό μεγαλύτερης, επιρροής στα παιδιά προσφέροντας συμβουλές και συμπαράσταση και ασκώντας αποτελεσματική επίβλεψη.  Βεβαίως, και άλλες έρευνες έχουν τονίσει τη σημασία της γονικής  παρακολούθησης ως τρόπο πρόληψης της μύησης των νέων ανθρώπων στη χρήση ουσιών (Chilcoat και Anthony 1996; McCardle κ.ά. 2002; Piko και Fitzpatrick 2002).

Tέλος, παρ’ όλο που ελπίζουμε ότι η παρούσα έρευνα έχει αυξήσει τις γνώσεις μας σχετικά με τη φύση και τους παράγοντες που σχετίζονται με την έκθεση των παιδιών στις ουσίες, είναι σαφές ότι χρειάζεται να γίνει περισσότερη δουλειά για την ανάπτυξη της κατανόησης μας όσο αφορά στις καταστάσεις και στις διεργασίες που σχετίζονται με την έκθεση στη χρήση ουσιών.  Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει ανάγκη για μελλοντικές ποσοτικές έρευνες, οι οποίες θα διευρύνουν και θα εμβαθύνουν τις γνώσεις μας για τους παράγοντες που σχετίζονται με την έκθεση στις ουσίες.  Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι εξαιτίας του γεωγραφικού περιορισμού στο δείγμα μας απαιτείται προσοχή ως προς τη γενίκευση των ευρημάτων μας.  Επίσης, είναι ιδιαίτερα σημαντικός, κατά τη γνώμη μας, ο ρόλος της ποιοτικής έρευνας που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τους τρόπους με τους οποίους οι νέοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν καταστάσεις έκθεσης στις ουσίες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Υιοθετήθηκε μια στρωματοποιημένη δειγματοληπτική προσέγγιση. Τα γυμνάσια κατατάχθηκαν σε 10 είδη ομάδων σύμφωνα με τον αριθμό των μαθητών που έλαβαν δωρεάν σχολικά γεύματα.  Επιλέχτηκε ένα από αυτά τα 10 σχολεία.  Επίσης, για να διασφαλίσουμε ότι τα επιλεγμένα σχολεία θα αντανακλούσαν τα ποσοστά των προτεσταντών της πόλης, επιλέξαμε τα 7 από αυτά να είναι μη-προτεσταντικά και τα 3 να είναι Ρωμαιοκαθολικά. Προστέθηκε στο δείγμα ένα ενδέκατο μη-προτεσταντικά σχολείο για την εξασφάλιση εκπρόσωπων από τις εθνικές μειονότητες της πόλης.  Τα παιδιά από τα 11 γυμνάσια προέρχονταν από συγκεκριμένα δημοτικά.  Για καθένα από τα επιλεγμένα γυμνάσια επιλέχθηκαν 2 δημοτικά.  Αυτή η επιλογή έγινε με βάση το μέγεθος της τάξης, έτσι ώστε να συλλεχθούν αρκετά μεγάλα δείγματα από τα 22 δημοτικά σχολεία.  Στην περίπτωση ενός γυμνασίου, για να επιτευχθεί το κατάλληλο μέγεθος για το δείγμα μας συλλέξαμε δείγματα από τρία δημοτικά σχολεία  Συνολικά, περιλήφθηκαν στο δείγμα 23 δημοτικά και 11 γυμνάσια.
  2. Τα σύνολα στους πίνακες συσχετισμών δυο μεταβλητών ποικίλουν γιατί δεν απαντήθηκαν όλες οι ερωτήσεις από όλα τα παιδιά.
  3. Ο Πίνακας 2 παρουσιάζει τα είδη των ουσιών στα οποία είχαν εκτεθεί τα παιδιά κατά δήλωσή τους. Από το 32,9% που δήλωσε πως έχει εκτεθεί στις ουσίες μόνο το 5,1% ανέφερε πως έχει εκτεθεί σε διαλυτικά.  Αυτά τα παιδιά αντιπροσωπεύουν το 1,7% του συνολικού δείγματος.  Αν εξαιρεθούν τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε διαλυτικά, το συνολικό ποσοστό έκθεσης μειώνεται ελάχιστα στο 31,2%.
  4. Το ερωτηματολόγιο συγκέντρωσε πληροφορίες σχετικά με την εμπλοκή των παιδιών στις παρακάτω προβληματικές συμπεριφορές: μεταφορά όπλου τουλάχιστον μια φορά το μήνα, προβλήματα με την αστυνομία τουλάχιστον μια φορά το μήνα, διάπραξη βανδαλισμού, οδήγηση με κλεμμένο αυτοκίνητο, αποχώρηση από το σχολείο δίχως άδεια, εμπλοκή σε κλοπή. Ένα παιδί που παρουσίαζε μόνο μια από αυτές τις συμπεριφορές θεωρούνταν ότι έχει μικρή εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ αυτό που ανέφερε δυο ή παραπάνω θεωρούνταν ότι είχε μεγάλη εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς.
  5. Για να εξερευνήσουμε τη πιθανή σχέση των ουσιών με την υποβάθμιση, χρησιμοποιήσαμε τους ταχυδρομικούς κωδικούς από τα σπίτια των παιδιών, ώστε να οριστεί ο βαθμός υποβάθμισης της περιοχής που κατοικούσαν. Ο βαθμός αυτός προήλθε από το ευρετήριο υποβάθμισης Carstairs-Morris, το οποίο ταξινομεί τις περιοχές  βάση μιας κλίμακας από το 1 έως 7, όπου το 1 αντιπροσωπεύει τη μικρότερη υποβάθμιση και το 7 τη μεγαλύτερη υποβάθμιση.  Το ευρετήριο βασίζεται σε 4 μεταβλητές: τον υπερπληθυσμό, την ανεργία στο ανδρικό πληθυσμό, τη συμμετοχή της κατώτερης κοινωνικής τάξης και την έλλειψη ιδιοκτησίας αυτοκινήτου (Carstairs και Morris, 1991).  Σύμφωνα και με άλλες έρευνες, που έχουν κάνει χρήση του ίδιο μοντέλου, οι περιοχές που συγκέντρωσαν βαθμολογίες 6 ή 7 θεωρήθηκαν υποβαθμισμένες και αυτές με βαθμολογία 1-5 μη υποβαθμισμένες.
  6. Ρωτήσαμε τους μαθητές εάν είχαν φίλους που παρουσίαζαν τις ακόλουθες συμπεριφορές που δε σχετίζονται με τη χρήση ουσιών: προβλήματα με την αστυνομία, μεταφορά όπλου, συμμετοχή σε βανδαλισμό, αδικαιολόγητη απουσία από το σχολείο, οδήγηση με κλεμμένο αυτοκίνητο. Καθεμία από αυτές τις συμπεριφορές έπρεπε να παρουσιάζεται με συχνότητα τουλάχιστον μια φορά το μήνα για να ληφθεί υπόψη. Οι φίλοι των παιδιών που παρουσίαζαν μόνο μια από αυτές τις συμπεριφορές θεωρήθηκαν πως είχαν μικρή εμπλοκή σε προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ αυτοί που ανέφεραν δυο ή παραπάνω θεωρήθηκαν πως είχαν μεγάλη εμπλοκή.
  7. Η γονική επίβλεψη ορίστηκε σε σχέση με 3 μεταβλητές: την άδεια στο παιδί να είναι έξω από το σπίτι μετά τις 9.30μμ τις καθημερινές, το παιδί να έχει μείνει εκτός σπιτιού-χωρίς να είναι ενήμεροι οι γονείς για το που βρίσκεται σε τουλάχιστον μια περίσταση, και την άγνοια το γονιών για το ποίοι είναι οι φίλοι του παιδιού.  Εάν οι απαντήσεις των γονιών δεν είχαν κανένα στοιχείο από τις παραπάνω μεταβλητές, κατατάσσονταν  στην κατηγορία της «στενής» γονικής επίβλεψης.  Εάν οι γονείς ανέφεραν μια από τις μεταβλητές, κατατάσσονταν στη «μεσαία» ομάδα, ενώ αν δήλωναν δυο ή παραπάνω κατατάσσονταν στην κατηγορία της «ανεπαρκούς» γονικής επίβλεψης.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτήν τη μελέτη και τα σχολεία της Γλασκώβης και του New Castle, που συνεργάστηκαν για αυτήν την έρευνα.  Τα τμήματα εκπαίδευσης στο New Castle και τη Γλασκώβη παρείχαν επίσης σημαντική βοήθεια για τη διεξαγωγή της μελέτης.  Θα θέλαμε επίσης να ευχαριστήσουμε τον Russell Ecob για τη βοήθειά του στην ανάλυση μιας προγενέστερης έκδοσης αυτού του άρθρου.  Η έρευνα στην οποία βασίζεται αυτό το άρθρο χρηματοδοτήθηκε από το Τμήμα Υγείας, ως μέρος του ερευνητικού προγράμματος για την κατάχρηση ουσιών.  Παράλληλα με τους Καθηγητές McIntosh και McKeganey, οι κύριοι συντελεστές που συμμετείχαν σε αυτήν τη μελέτη είναι οι: Δρ. Eilish Gilvarry, Σύμβουλος Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle and North Tyneside Alcohol and Drug Service; Καθηγητής Malcolm Hill, Διευθυντής στο Κέντρο μελέτης του παιδιού και της κοινωνίας του Πανεπιστήμιου της Γλασκώβης; Δρ. Paul McArdle, Ψυχίατρος παιδιών και εφήβων και Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Newcastle upon Tyne και, Δρ. Steven McCarthy, Ερευνητικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Newcastle and North Tyneside Alcohol and Drug service. Ο James McIntosh χρηματοδοτήθηκε από το Robertson Trust. Οι απόψεις που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο φέρουν την ευθύνη των συγγραφέων και δε θα πρέπει να αποδίδονται στους φορείς χρηματοδότησης.

*Τίτλος Πρωτοτύπου: “Exposure to drugs among pre-teenage schoolchildren”, Addiction, Volume 98, Number 11, November 2003

Βιβλιογραφία

Bauman, K.E. and Ennett, S.T. (1996)  ‘On the importance of peer influence for adolescent drug use: commonly neglected considerations.’ Addiction, 91, (2), 185-198.

Brook, J. S., Whiteman, M., Gordon, A. S. and Brook, D. W. (1988)  ‘The Role of Older Brothers in Younger Brothers’ Drug Use Viewed in the Context of Parent and Peer Influences. The Journal of Genetic Psychology, 151, 1, 59-75.

Brook, J.S., Whiteman, M., Balka, E.B., and Hamburg, B.A. (1992) ‘African-American and Puerto Rican drug use: Personality, familial and other environmental risk factors.’ Genetic, Social and General Psychology Monographs. 118, 417-438.

Brook,J., Brook, D., Gordon, A.S., Whiteman, M., Cohen, P. (1990) ‘The Psychosocial Etiology of Adolescent Drug Use: A family interactional approach.’ In, J. Horrocks (ed) Genetic, Social and General Psychology Monographs. Heldref Publications. Washington DC.

Carstairs,V. and Morris, R. (1991) ‘Deprivation and Health In Scotland. Aberdeen University Press. Aberdeen.

Chilcoat, H. D. and Anthony, J. C. (1996)  ‘Impact of parent monitoring on initiation of drug use through late childhood.’ Journal of American Child and Adolescent Psychiatry. 35, (1), 91-100.

Coggans, N. and McKellar, S. (1994)  ‘Drug Use Amongst Peers: peer pressure or peer preference?’ Drugs: education, prevention and policy. 1, (1), 15-26.

Cohen, J. M. (1977) ‘Sources of Peer Group Homogeneity.’ Sociology of Education. 50, 227-241.

De Wit, D. J. et al (1995)  ‘The Construction of Risk and Protective Factor Indices for Adolescent Alcohol and Other Drug Use.’ Th Journal of Drug Issues. 25, (4), 837-863.

Elliott, D.S., Huizinga, D. and Ageton, S.S. (1985) ‘Explaining Delinquency and drug use.’ CA:Sage, Beverly Hills.

Farrell, A. D. and White, K. S. (1998) ‘ Peer Influences and Drug Use Among Urban Adolescents: Family Structure and Parent-Adolescent Relationship as Protective Factors.’ Journal of Consulting and Clinical Psychology. 66, (2), 248-258.

Hart, L. and Hunt, N. (1997) ‘ Choosers Not Losers? ‘Drug offers, peer influences and drug decisions amongst 11-16 year olds in West Kent.’ Invicta Community Care NHS Trust, Maidstone, Kent.

Hawkins, J. D., Catalano, R. F. and Miller, J.Y. (1992) ‘Risk and Protective Factors For Alcohol and Other Drug Problems in Adolescence and Early Adulthood: Implications for Substance Abuse Prevention.’ Psychological Bulletin. 112, (1), 64-105.

Jessor,R and Jessor, S.L. (1977) ‘Problem behaviour and Psychosocial development: a longitudinal study of youth.’ Academic Press, New York.

Kandel, D.B. (1986) ‘Processes of peer influence in adolescence.’ In, R. Gilbertstein ed. ‘Development as action in context: Problem behaviour and normal youth development.’ Springer-Verlag, New York, pp 203-228.

Lavelle, T., Hammersley, R. and Forsyth, A. (1993) ‘Is the ‘addictive personality’ merely delinquency?’ Addiction Research 1, 27-37.

McCardle, P., Wiegersma, A., Gilvarry, E., Kolte, B., McCarthy,S., Fitzgerald, M., Brinkley, A., Blom, M., Stoeckel, I., Pierolini, A., Michels, I., Johnson, R., Quensel, S. (2002) ‘European adolescent substance use: the roles of family structure, function and gender. Addiction, 97, 3, 329-336.

McKeganey, N. and Norrie, J (1999)  ‘Pre-teen Drug Misuse in Scotland.’ Addiction Research. 7, (6), 493-507.

McKeganey, N,  McIntosh, J, MacDonald, F, Gilvarry, E, McHardle, P, McCarthy, S, Hill, M (2003) Pre-Teens and Illegal Drugs: Use, Offers, Exposure and Prevention. Report Submitted to the Department of Health.

Merikangas, K. R., Rounsaville, B. J. and Prusoff, B. A. (1992)  ‘Familial factors in vulnerability to substance abuse. In M. D. Glantz and R. W. Pickens (Eds), Vulnerability to Drug Abuse. Washington D C, American Psychological Association.

Miller, P., and Plant, M. (1996)  ‘Drinking, Smoking and Illicit Drug Use Among 15 and 16 Year Olds in The United Kingdom.’ British Medical Journal, 313, 394-397.

Oetting, E. R. and Beauvais, F. (1986)  ‘Peer cluster theory: drugs and the adolescent.’ Journal of Counseling and Development. 65, 17-22.

Plant, M. (1994) ‘Drugs and Adolescence’. In J. Strang and M. Gossop eds. ‘Heroin Addiction and Drug Policy: The British System. Oxford University Press. Oxford. pp 55-65.

Piko, B. F. and Fitzpartick, K.M. (2002)  ‘Without Protection: Substance Use Among Hungarian Adolescents in High-Risk Settings.’ Journal of Adolescent Health. 30, 463-466.

Reed, M. D. and Rowntree, P. W. (1997)  ‘Peer Pressure and Adolescent Substance Use.’ Journal of Quantitative Criminology, 13, (2), 143-180.

Sheppard, M. A., Wright, D. and Goodstadt, M. S. (1985) ‘Peer pressure and drug use: exploding the myth.’ Adolescence. 20, (80), 949-958.

Weinberg, N.Z., Rahdert, E., Colliver, J.D,, Glantz, M.D. (1998) ‘Adolescent substance abuse: a review of the past 10 years.’ Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry.  37(3), 252-261

Print Friendly, PDF & Email